← Κύπρος

Olirose Boutique Ltd ν. Scoatarin, Αρ. Αγωγής: 3487/13, 10/2/2021

Olirose Boutique Ltd ν. Scoatarin, Αρ. Αγωγής: 3487/13, 10/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3487/13 Μεταξύ: Olirose Boutique Ltd Ενάγουσας και XXXXX Σκοταρίν Εναγομένης Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 6.11.2013 Μεταξύ: Olirose Boutique Ltd Ενάγουσας και XXXXX Scoatarin Εναγομένης Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Φλουρέντζος Για την Εναγόμενη : κ. Δ. Παυλίδης. ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιοί εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €668 ως υπόλοιπο λογαριασμού. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας και αγόραζε από αυτή εμπορεύματα. Προς τούτο τηρείτο σχετικός λογαριασμός. Η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι ο σχετικός λογαριασμός ήταν παραδεδεγμένος λογαριασμός. Ο εν λόγω λογαριασμός στις 13.4.2017 παρουσίαζε υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 2.
  2. Η Εναγόμενη αποδέχθηκε το πιο πάνω ποσό και στις 26.4.2017 προέβη σε αναγνώριση χρέους. Η Εναγόμενη κατέβαλε διάφορα ποσά και ο επίδικος λογαριασμός στις 12.3.2013 παρουσίαζε υπόλοιπο €
  3. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της προέβη σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι ουδέν ποσό οφείλει. Μαρτυρία Μοναδική μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν η XXXXX Τράντα, διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας, ως Μ.Ε.
  4. Κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δυο φύλα χαρτιού ως την κατάσταση λογαριασμού και τιμολόγιο, ημερομηνίας 26.4.2007, ως Τεκμήριο
  5. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και στην τρόπο που λειτουργούσε η επίδικη κατάσταση λογαριασμού, εξηγώντας παράλληλα και τις διάφορες στήλες που εμφαίνονται στο Τεκμήριο
  6. Υπέδειξε ότι στις 13.4.2007 ο λογαριασμός της Εναγόμενης εμφάνιζε υπόλοιπο Λ.Κ 2.400 και η Εναγόμενη αποδέχθηκε το εν λόγω πόσο. Δήλωσε μάλιστα ότι η Εναγόμενη προέβη σε γραπτή αναγνώριση χρέους παραπέμποντας στο Τεκμήριο
  7. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στον χρόνο που ξεκίνησαν οι δοσοληψίες με την Εναγόμενη, αρνούμενη την υποβολή ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο πριν την 5η. 7.
  8. Όμως δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με την περίοδο πριν την 5η.7.
  9. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 δήλωσε ότι δεν εξέδωσε κάποια απόδειξη, επειδή υφίστατο λογαριασμός δούναι και λαβείν. Ακολούθως αρνήθηκε την υποβολή ότι το Τεκμήριο 1 δεν αποτυπώνει την πραγματική εικόνα. Τέλος σε υποβολή ότι η Εναγόμενη ουδέν ποσό οφείλει, απάντησε ότι της τα χαρίζει. Κατά την επανεξέτασή της απέδωσε την πιο πάνω απάντηση σε σύγχυση και θυμό. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά της Εναγόμενης. Μοναδική μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η ίδια η Εναγόμενη, ως ΜΥ
  10. Κατά την κυρίως εξέτασή της δέχθηκε ότι ψώνιζε από την Ενάγουσα, αλλά δεν λάμβανε αποδείξεις. Ανέφερε ότι ουδέποτε της ζητήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο και ότι η ίδια δεν γνωρίζει να γράφει ελληνικά. Επίσης, δήλωσε ότι το όνομά της διαφέρει από το όνομα που καταγράφεται στο Τεκμήριο
  11. Δήλωσε τέλος ότι εξόφλησε τις οφειλές της τον Γενάρη του
  12. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι οι δοσοληψίες της με την Ενάγουσα ξεκίνησαν περί το έτος 2000 και συνεχίστηκαν μέχρι το έτος 2008 με
  13. Γνώριζε την Μ.Ε.1, αλλά δήλωσε ότι η τελευταία δεν κρατούσε λογαριασμό ούτε έδινε αποδείξεις. Παρά ταύτα έβλεπε την Μ.Ε.1 να σημειώνει σε ένα δεφτέρι, όπως είπε, αλλά δεν γνώριζε τι έγραφε. Επέμεινε, όμως, στο ότι ουδέποτε είδε το Τεκμήριο
  14. Δήλωσε ότι πλήρωνε μέσω check book. Σε κάποιο στάδιο ο σύζυγός της εξόφλησε το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Δεν θυμόταν, όμως, τον τρόπο πληρωμής, καθότι πέρασαν 8 με 9 χρόνια από την ημερομηνία που πλήρωσε ο σύζυγός της. Δεν θυμόταν ούτε το ποσό που ο σύζυγός της κατέβαλε. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 δήλωσε ότι ουδέποτε το είδε και αρνήθηκε ότι το υπέγραψε. Σε υποβολή ότι στις 26.4.2007 όφειλε το ποσό των ΛΚ. 2.400, απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι εξόφλησε το όποιο οφειλόμενο ο σύζυγός της. Δήλωσε, επίσης, ότι από το 2007 και έπειτα ότι αγόραζε το πλήρωνε. Κατά την επανεξέτασή της δήλωσε ότι ο σύζυγος της πλήρωσε τον Γενάρη του
  15. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Συγκεκριμένα ο κ. Παυλίδης εισηγήθηκε ότι Δικαστήριο δεν πρέπει να κάνει δεκτή την εκδοχή της Ενάγουσας. Ακολούθως εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό. Στον αντίποδα, ο κ. Φλουρέντζος κάλεσε το Δικαστήριο να κάνει δεκτή τη μαρτυρία της Ενάγουσας και εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017. Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και πειστικότητα και σημαντικά στοιχεία της μαρτυρίας της είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε συνάδουν με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας και ότι οι διάδικοι είχαν δοσοληψίες. Επίσης, το γεγονός ότι η Ενάγουσα τηρούσε εμπορικό λογαριασμό επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία δήλωσε ότι έβλεπε την Μ.Ε. 1 να σημειώνει σε ένα δεφτέρι. Επιπλέον, δεν έχουν αμφισβητηθεί οι πιστώσεις που καταγραφεί το Τεκμήριο
  2. Ταυτόχρονα δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέτασή της η θέση της ότι το Τεκμήριο 2 το υπέγραψε η Εναγόμενη. Από την παράλειψη της υπεράσπισης να αντεξετάσει τη Μ.Ε.1 για το πιο πάνω, μπορεί να γίνει δεκτή η θέσης της μάρτυρος ότι η Εναγόμενη υπέγραψε το εν λόγω τεκμήριο. Επιπλέον, το Τεκμήριο 2 επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του Τεκμήριου 1, αφού το ποσό που καταγράφει το Τεκμήριο 2 συνάδει με το ποσό που καταγράφει τον Τεκμήριο 1 την ίδια περίοδο. Τέλος η αναφορά της ότι χαρίζει το οφειλόμενο ποσό στην Εναγόμενη όπως επεξηγήθηκε από την ίδια έγινε λόγω της φόρτισης της στιγμής και αποδόθηκε σε σύγχυση και θυμό. Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω δήλωση δεν αντιφάσκει με την θέση ότι η Εναγόμενη οφείλει το αξιούμενο ποσό, αφού η δήλωση κάποιου προσώπου ότι χαρίζει συγκεκριμένο ποσό εξυπακούει ότι αυτό οφείλεται. Επίσης, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πιο πάνω δήλωση δεν μπορεί να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί παραίτησης της Ενάγουσας από την αξίωσή της. Άλλωστε ούτε η Εναγόμενη βασίστηκε επ' αυτής, για να μεταβάλει τη θέσης της, αφού προσκόμισε μαρτυρία κανονικά. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 Η Μ.Υ.1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από προσπάθειες υπεκφυγής. Περαιτέρω, οι βασικές θέσεις της μάρτυρος, όπως προβλήθηκαν στερούνται λογικής και πειστικότητας. Συγκεκριμένα η θέση της ότι όφειλε κάποιο πόσο αλλά το εξόφλησε ο σύζυγός της δεν είναι πειστική, αφού δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ποσό που πληρώθηκε ούτε να προσκομίσει κάποια απόδειξη. Θα ανέμενε κανείς από κάποιο συναλλασσόμενο, ο οποίος είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτου εξοφλεί το υπόλοιπό του, να θυμάται το ποσό που πλήρωσε. Ταυτόχρονα η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν ότι κάποιο πρόσωπο που εξοφλεί κάποιο λογαριασμό μεριμνά, ώστε να λάβει κάποια εξοφλητική απόδειξη. Ο ισχυρισμός ότι σε κάποιο στάδιο το υπόλοιπο εξοφλήθηκε χωρίς να προσδιοριστεί το ποσό ή να προσκομιστεί κάποια απόδειξη, αφίσταται της λογικής και δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων. Συνακόλουθα, οι σχετικοί ισχυρισμοί της Μ.Υ.1 δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι πάντα πλήρωνε με check book δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε απόκομμα ή οποιαδήποτε στοιχείο που να υποστυλώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Επομένως, ούτε η πιο πάνω θέση της Μ.Υ.1 μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπλέον η θέση της μάρτυρος ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 2 δεν έχει τεθεί στην αντεξέταση της Μ.Ε.1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γινεί δεκτή. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της Μ.Υ.1, επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ευρήματα Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και την πιο πάνω αξιολόγηση, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα και Εναγομένη είχαν δοσοληψίες στα πλαίσια των οποίων η Εναγόμενη αγόραζε προϊόντα επί πιστώσει από την Ενάγουσα. Προς τούτο τηρείτο κατάσταση λογαριασμού από την πλευρά Ενάγουσας. Περί τις 13.4.2007 η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού εμφάνιζε υπόλοιπο Λ.Κ 2.
  3. Η Εναγόμενη στις 26.4.2007 υπέγραψε το Τεκμήριο 2, το οποίο κατέγραφε ότι ο λογαριασμός της Εναγόμενης παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ. 2.
  4. Ακολούθως, η Εναγόμενη κατέβαλε διάφορα ποσά, ώστε ο λογαριασμός που τηρείτο εμφάνιζε, στις 12.1.2013, υπόλοιπο εξ €
  5. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιόν του. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι αξιοί το επίδικο ποσό ως υπόλοιπο παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο συμφωνίας πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων και/ή λόγω παράβασης σύμβασης, και/ή ως χρέος από πώληση εμπορευμάτων. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί πρώτα το κατά πόσο ο επίδικος λογαριασμός ήταν παραδεδεγμένος λογαριασμός. Σημειώνεται ότι ο παραδεδεγμένος λογαριασμός, συνιστά ξεχωριστή και αυτοτελή βάση αγωγής. Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 60, ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και θεμελιώνει αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Διαφωτιστική ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου εκκαθαρισμένου λογαριασμού είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» ( η υπογράμμισή δική μου) Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ρέινμποου Πλήτσιηγκ μόνο όταν συντρέχουν τα πιο πάνω στοιχεία, ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, ECLI:CY:AD:2017:A440, Πολ. Έφ. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα δεν προώθησε μαρτυρία που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν εκκαθαρισμένος λογαριασμός ως επιτάσσει η νομολογία και ως εκ τούτου το σχετικό σκέλος της αξίωσης δεν μπορεί να επιτύχει. Όμως, όπως είναι νομολογημένο κάποιος διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα. Σχετικές είναι αποφάσεις Demil Co. Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 661 και Ανδρόνικος Κουρουκλάρης (ανωτέρω). Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας ως προς τα υπόλοιπα σκέλη που αυτή επικαλείται στο δικόγραφό της. Επί του προκειμένου, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ο λογαριασμός εμπορευόμενου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους, από μόνος του, αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που τον συγκροτούν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728. Περαιτέρω, στην υπόθεση D & G Products Ltd v. Premiχco Asphalting Company Ltd
(1999)1(A) A.A.Δ. 263, κρίθηκε ότι η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς οτιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας. Επιπλέον, στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι το γεγονός πως η δήλωση περιέχεται σε έγγραφο δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της μαρτυρίας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με εξαίρεση τον εκκαθαρισμένο λογαριασμό τα στοιχεία που συγκροτούν την εκάστοτε κατάσταση λογαριασμού θα πρέπει να αποδεικνύονται, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθότητας της εκάστοτε επίδικης κατάστασης λογαριασμού. Σχετική, επίσης, επί του εξεταζόμενου θέματος είναι η απόφαση Φιλική Ασφαλιστική ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά, Πολ. Έφεση 171/11, ημερομηνίας 29.6.2016. Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι η αναγνώριση χρέους δεν συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιγνατίου Νικόλας και Χρήστος ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και Άλλη ν. Νικόλα Λεμονάρη,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562. Επομένως, το ερώτημα που αναδύεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού. Στην υπό εξέταση υπόθεση η Ενάγουσα δεν προσκόμισε μόνο κατάσταση λογαριασμού, αλλά παρουσίασε και το Τεκμήριο 2, το οποίο έχει υπογραφεί από την Εναγόμενη. Έτσι, η Εναγόμενη με την υπογραφή της στη θέση του παραλήπτη, αποχωρίστηκε αυτό με τρόπο που δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφει το Τεκμήριο 2 ισχύουν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ 1240 και Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πόλ. Έφεση 293/12, ημερομηνίας 7.2.
  1. Επομένως το Δικαστήριο εκλαμβάνει ότι το περιεχόμενο του Τεκμήριου 2 είναι ορθό και δεσμευτικό για τους διαδίκους. Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται το υπόλοιπο λογαριασμού στις 26.4.2007, το οποίο ανερχόταν σε Λ.Κ 2.
  2. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συνάδει με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, αφού στην κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζεται υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 2.400 στις 13.4.07 και η επομένη εγγραφή στον επίδικο λογαριασμό έγινε στις 10.5.07, ήτοι μετά την ημερομηνία του Τεκμηρίου
  3. Σημειώνεται ότι μετά την 13η.4.2007 δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό. Επιπλέον το γεγονός ότι το πρώτο φύλο του Τεκμήριου 1 είναι στη σελίδα 111 και το δεύτερο στη σελίδα 140 δεν δημιουργεί κενό στην υπόθεση της Ενάγουσας, αφού οι εγγραφές επί των πιο πάνω σελίδων παρουσιάζουν χρονολογική συνέχεια. Συνεπώς, το περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού, ως προς το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 2 και δεν παρουσιάζει κενό ως προς τη χρονολογική αποτύπωση των χρεοπιστώσεων. Παράλληλα, ως προς τις πιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ούτε έχει αντεξετασθεί ως προς το ότι αυτές είναι εσφαλμένες ή ότι δεν έλαβαν χώρα. Αντίθετα η υπεράσπιση της Εναγόμενης περιορίστηκε σε γενική άρνηση και στον αόριστο ισχυρισμό ότι ουδέν ποσό οφείλεται. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της Μ.Υ.1 περί εξόφλησης έχει απορριφθεί. Επομένως, η μη αμφισβήτηση των πληρωμών που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, μετά τις 26.4.2007, σε συνδυασμό με την απόδειξη του υπολοίπου που υφίστατο στις 26.4.2007, αποδεικνύουν το τελικό οφειλόμενο ποσό. Συνακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε αποδείξει την απαίτησή της στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται στην έκδοση απόφασης ως η αξίωσή της πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των € 668, πλέον νόμιμο τόκο από 4.6.
  4. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.