← Κύπρος

Μίτσιγγας υπο την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Οδυσσέως ν. Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής: 617/20,

Μίτσιγγας υπο την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Οδυσσέως ν. Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής: 617/20, 24/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 617/20 Μεταξύ: XXXXX Μίτσιγγας υπο την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης και/ή διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Οδυσσέως Ενάγοντα -Αιτητή και XXXXX Οδυσσέως Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Φεβρουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Ενάγοντα: κα Ιωαννίδου για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο: κα. Καντονίδου για Θ. Ιωαννίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση ημερομηνίας 13/05/2020 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ο Ενάγοντας - Αιτητής με την Αίτησή του αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση ή οποιοδήποτε υπάλληλό ή/και εκπρόσωπο ή/και αντιπρόσωπο από το να μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει και/ή πωλήσει και/ή παραδώσει τη κατοχή και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει την κυριότητα ακινήτων αξίας μέχρι €200,000 από τη περιουσία που θα λάβει από τη διαχείριση με αριθμό 497/11 και/ή που να απαγορεύει στο διαχειριστή της συγκεκριμένης διαχείρισης, κ. XXXXX Σχίζα, να μεταβιβάσει και/ή παραδώσει στον Εναγόμενο οιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία δικαιούται από την εν λόγω διαχείριση μέχρι το ποσό των €200,000 μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Παράλληλα, ζήτησε διάταγμα που να απαγορεύσει στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους από του να μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή πωλήσουν και/ή να παραδώσουν την κατοχή και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την κατοχή και/ή κυριότητα του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Τμήμα 2, Φ/ΣΧ: 21/45/W1, τεμάχιο XXXXX, χωράφι, στο Δήμο Αγίου Δομετίου, τοποθεσία Άγιος Γεώργιος, μερίδιο όλο ή/και οποιοδήποτε ακίνητο το Δικαστήριο κρίνει ως δίκαιο και /ή εύλογο. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29,32 και 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.48, Δ.57 και Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στις αρχές του δικαίου της επιείκιας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Οδυσσέως, κληρονόμου του XXXXX Οδυσσέως, ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ο Ενάγοντας ενάγει ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Οδυσσέως, ο οποίος απεβίωσε στις 16/05/19, δυνάμει διατάγματος διαχείρησης, Διαχ. Αρ.429/
  2. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο Ενάγοντας είχε δανείσει, τον Απρίλιο 2015, στον Εναγόμενο το ποσό των €155,000 για να αγοράσει, ο Εναγόμενος, 96 συνήθεις μετοχές της εταιρείας O.T.G. GROUP LTD, της οποία ο Εναγόμενος ήταν μέτοχος, με τον όρο ότι θα επέστρεφε το ποσό μέχρι τις 30/04/2016 και το ποσό θα τοκιζόταν με τόκο 4% ετησίως. Σχετική συμφωνία είχε καταριστεί γραπτώς. Προς εξασφάλιση του δανείου ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει να ενυχιριάσει 496 μετοχές της εταιρείας O.T.G. GROUP LTD. Το ποσό δόθηκε και οι μετοχές ενυχυριάστηκαν προς όφελος του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με τον όρο που αφορά την αποπληρωμή του δανείου, παρά τις επανελλειμένες οχλήσεις του από τους δικηγόρους του Ενάγοντα και τους κληρονόμους, γιατί θεωρεί ότι το ποσό επενδύθηκε σε μετοχές και ο Ενάγοντας θα λάβει τις μετοχές. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται να επιτύχει στην αγωγή του καθώς και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καταθέσεις σε τράπεζες αλλά διαθέτει αρκετή ακίνητη περιουσία όπως προκύπτει από έρευνα στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δεν είναι υποθηκευμένο. Παράλληλα, είναι κληρονόμος της Ανδρονίκης Οδυσσέως από την οποία αναμένεται να λάβει ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας. Λόγω της στάσης του και της άρνησής του να αποπληρώσει την οφειλή του σε συνδιασμό με την ηλικία του, είναι περίπου 70 ετών, και με δεδομένο ότι έχει δηλώσει ότι δεν έχει χρήματα να αποπληρώσει την οφειλή του είναι η θέση του Ομνύοντα ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να μεταβιβάσει ή επιβαρύνει τα συγκεκριμένα ακίνητα προς όφελος των παιδιών του ή τρίτων προσώπων με αποτέλεσμα η απαίτηση στην αγωγή να μην ικανοποιηθεί. Καταλήγει, ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η αγωγή θα καταστεί ανευ αντικειμένου γιατί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης, υποστηρίζει ότι η έκδοσή του είναι κατεπείγουσα και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου. Η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώριση της Αίτησης οφείλεται στην αναμονή της έρευνας του Κτηματολογίου, η οποία καθυστέρησε λόγω της πανδημίας του κορονοιού. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στη Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4, 5

(1)-
(5), 9
(1)-
(4)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 31, 32 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 3
(1),
(3),
(4)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν έξι
(6)λόγοι ενστάσεως οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: Ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης ώστε τα γεγονότα να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι σκοπείται η αποξένωση της περιουσίας, ότι η γενεσιουργός αιτία ανάγεται στον Απρίλιο 2015 και δεν έγινε έκτοτε οποιαδήποτε αποξένωση, ότι ο Εναγόμενος έχει ακίνητη περιουσία την οποία δεν απέκρυψε και ότι ο Ενάγοντας ενώ καταχώρισε το Κλητήριο Ένταλμα στις 09/03/2020 καταχώρησε την υπο κρίση αίτηση στις 13/05/
  1. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγόμενου - Καθ΄ου η Αίτηση, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι παρακινείται από εκδικητικούς λόγους. Υποστηρίζει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα αφού δεν καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης. Προωθεί τον ισχυρισμό ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, αντίθετα αποδείχθηκε ότι υπάρχει αρκετή κινητή περιουσία η οποία καλύπτει το ποσό της αξίωσης. Παρά το γεγονός ότι η ισχυριζόμενη απαίτηση προέκυψε το 2015 έκτοτε δεν έγινε καμιά αποξένωση ακίνητης περιουσίας ούτε και οποιαδήποτε προσπάθεια, οπόταν δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι δεν μπορεί να γίνεται ισχυρισμός για σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής αφού δεν υπάρχουν τα γεγονότα για να μπορεί να διαπιστωθεί η πιθανότητα αυτή. Παράλληλα, δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση καταχώρησης του Κλητηρίου Εντάλματος ή της Αίτησης με δικαιολογία την πανδημία. Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής αφού το αγώγιμο δικαίωμα αφορά κατ' ισχυρισμό συμφωνία που είχε γίνει το 2015 μεταξύ του και του αποβιώσαντος αδελφού του η οποία δεν έχει ισχύ. Καταλήγει, ότι δεν υπάρχει κατ΄ επείγον θέμα και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κανένας από τους δυο Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της Αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και των δυο πλευρών και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Βασίζεται, επίσης, η Αίτηση και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομά του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Απλώς τα συγκεκριμένα άρθρα προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπο κρίση Αίτηση. Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.». Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (ανωτέρω). Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιονδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111 καθώς και πιο πρόσφατα στις αποφάσεις Shiskarev v. Lanuria Ltd Πολ. Εφ. Ε385/16 ημερ. 07/06/18 και Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λτδ ν. Λοιζίδου Πολ. Εφ.Ε 7/18 ημερ. 21/03/19. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από το τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Αιτητή - Ενάγοντα ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα - Αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε Κλητήριο Ένταλμα Δ.2 θ.1 χωρίς να καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης οπόταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν μόνο οι θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση χωρίς οποιαδήποτε υποστηρικτικά γεγονότα. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν υπάρχει το απαιτούμενο υπόβαθρο γεγονότων για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εάν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας. Τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο Εναγόμενος είχε δανειστεί από τον Ενάγοντα το ποσό των €155.000 για το οποίο ποσό ο Εναγόμενος του ενεχυρίασε όλες τις μετοχές του που διατηρούσε στην επιχείρηση ZOO CLUB και του εκχώρησε όλες τις μετοχές, τα δικαιώματα καθώς και την κατανομή μπόνους, όπως περιγράφονται στη παράγραφο 3(b) του συμβολαίου που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος ρητά αρνείται την συμφωνία στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Στην απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417, στη σελ. 430, εξηγείται ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law. » Η συγκεκριμένη αγγλική υπόθεση υιοθετήθηκε και στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου (ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Αιτητή μοιάζει με «ισχυρισμό που εκφράζει θέση υπό τύπο κατάληξης», ιδιαίτερα στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσής του. Ως εκ τούτου, στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη συγκεκριμένη θέση. Συνεπακόλουθα, δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Η πλευρά του Ενάγοντα - Αιτητή, μέσω της ένορκης δήλωσης που κατεχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι υπήρξε δανεισμός του ποσού των €155.000 δυνάμει γραπτής σύμβασης με ενέχυρο μετοχές σε μια εταιρεία καθώς και άλλα δικαιώματα. Από την άλλη ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η Αίτηση αρνείται την ύπαρξή της. Μια πρώτη ανάγνωση της σύμβασης αποκαλύπτει ότι ακόμα και μετά την παρέλευση του χρόνου αποπληρωμής του ποσού ο Ενάγοντας - Αιτητής μπορούσε να κρατήσει τις μετοχές στην συγκεκριμένη εταιρεία καθώς και τα κέρδη. Δεν υπάρχει μαρτυρία ή γεγονότα για την εξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων, έστω και στο βαθμό που επιτρέπεται σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Τα στοιχεία είναι ελλιπή για να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγεται η κατάληξη σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο ενάγων/αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά του Ενάγοντα - Αιτητή στην ένορκη δήλωση του κ. Οδυσσέως που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας λόγω και της ρητής άρνησης του Εναγόμενου αλλά ιδιαίτερα λόγω της λακωνικότητάς τους. Θα εξεταστεί στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρόλο που δεν χρειάζεται αφού οι πρώτες δυο προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνιστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι νομολογιακές αρχές επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Αυτό που επιζητεί ο Ενάγοντας - Αιτητής είναι η καταβολή του ποσού των €155.000, κατά τον ισχυρισμό του, οφειλόμενου από δανεισμό. Εξάγεται από τις αξιώσεις, όπως μπορούν να διαβαστούν στο Κλητήριο Ένταλμα, ότι η παρούσα υπόθεση επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ότι δεν είναι αδύνατος ο υπολογισμός των εφόσον επιτύχει ο Αιτητής στην υπόθεσή του. Βάσει των οικονομικών στοιχείων που παρουσίασε ο Αιτητής - Ενάγοντας, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση αλλά επαληθεύτηκαν, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για οικονομική διαφορά καθώς και ότι υπάρχει ακίνητη ιδιοκτησία, επ ονόματι του Εναγόμενου - Καθ΄ου η Αίτηση, πολύ μεγαλύτερης αξίας από την αξίωση στην υπό κρίση αγωγή. Συνεπώς, καταλήγω, ότι δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση αφού δεν έχει διαφανεί ότι είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη κατά την έκδοση της απόφασης. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη τη πορεία η οποία φαίνεται να έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει ο Ενάγοντας - Αιτητής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/
  2. Όπως συνοψίζεται στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. ». Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπερ του Καθ΄ου η Αίτηση αφού η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα - Αιτητή πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα και ο Ενάγοντας πετύχει στην αγωγή του εναντίον του Εναγόμενου δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα με βάση την έρευνα που διενεργήθηκε στο Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 3 στην Ένσταση αφού υπάρχει ελεύθερη ακίνητη ιδιοκτησία που μπορεί να δεσμευτεί ή και ν΄ αξιοποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι υπάρχουν μετοχές οι είναι ενεχυριασμένες προς όφελος του Ενάγοντα, η αξία των οποίων δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των λακονικών, πρέπει να αναφερθεί, γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν.14/60. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση από την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί ο Ενάγοντας - Αιτητής από την μη έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Υπό τις περιστάσεις, και με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από τον Ενάγοντα - Αιτητή ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα απορρίψω την αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.