C. LIASIDES EXHIBITIONWISE LIMITED κ.α. ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1337/12, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1337/12 Μεταξύ: C. LIASIDES EXHIBITIONWISE LIMITED XXXXX ΛΙΑΣΙΔΗ Ενάγοντες και ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγόμενοι ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Χ. Α. Νεοφύτου Για εναγόμενους: κα Κ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/02/12 και όπως είχα αναφέρει στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 13/03/20, αφορά σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 15/01/12 στην κυπριακή εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ με τίτλο «Μεταχειρισμένα τα περίπτερα του ΚΟΤ». Κατά τους ενάγοντες, εταιρεία και διευθυντής - μέτοχος αντίστοιχα, οι οποίοι ασχολούνται με κατασκευές εκθεσιακών περιπτέρων στην Κύπρο και στο εξωτερικό και συνεργάζονται με τον ΚΟΤ, το συγκεκριμένο άρθρο όχι μόνο τους αφορά αλλά και τους δυσφημεί και για το λόγο αυτό αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2, ιδιοκτήτες και δημοσιογράφο της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ αντίστοιχα, «αποζημιώσεις για λίβελλο και/ή δυσφήμηση». Για να γίνουν εύκολα κατανοητές οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, όπως οι θέσεις αυτές προωθήθηκαν μέσω της δικογραφίας και των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, ήτοι τον ενάγοντα 2 (ΜΕ1) και τη σύζυγο του Ε. Λιασίδη (ΜΕ2) και του δημοσιογράφου και διευθυντή των εναγομένων Δ. Διονυσίου (ΜΥ1), κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πρώτα κάποια γεγονότα που έλαβαν χώρα μέχρι και την επίδικη δημοσίευση και τα οποία είναι κοινώς αποδεκτό και αδιαμφισβήτητο ότι συνιστούν σημαντικό μέρος των συνθηκών που περιέβαλλαν την εν λόγω δημοσίευση (βλ. ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ ΔΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ECLI:CY:AD:2020:A107, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 339/2008, 24/3/2020 και τις αναφορές που εκεί γίνονται στις Dlugolecki v Poland, Αίτηση Αρ. 23806/03, 24 Φεβρουαρίου 2009 και Πετρίδη ν Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά
(2013)1 ΑΑΔ 1464). Τα εν λόγω γεγονότα αφορούν στην προ του επίδικου δημοσιεύματος δημοσίευση της Έκθεσης της Γενικής Ελέγκτριας της Δημοκρατίας για το έτος 2010 και στην απόφαση που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στις 09/06/11 στα πλαίσια της προσφυγής υπ. αρ. 1950/
- Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όπως και η σχετικότητα του με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης δεν αμφισβητείται, αν μη τι άλλο διότι αμφότερα τα εν λόγω έγγραφα αποτέλεσαν και τον κεντρικό άξονα επί του οποίου περιστράφηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις. Μάλιστα δε, τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν κατατεθεί από τους ίδιους τους ενάγοντες κατά την ακρόαση ως Τεκ. 9 και 3 αντίστοιχα, ώστε να υποστηρίξουν αφ' ενός το βάσιμο των δικών τους αξιώσεων και αφ' ετέρου να αντικρούσουν τη δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων, η οποία υπεράσπιση, όπως και το επίδικο δημοσίευμα, παρουσιάστηκαν να στηρίζονται σχεδόν εξ' ολοκλήρου επί των εγγράφων αυτών. Παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το μέρος των εν λόγω εγγράφων που αφορά και σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Στην απόφαση που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 09/06/11 στην προσφυγή 1950/08, αναφέρονταν τα εξής: «Ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού («ο ΚΟΤ») ζήτησε προσφορές για παροχή υπηρεσιών κατασκευής τουριστικών περιπτέρων με αριθμό προκήρυξης 41/
- Μεταξύ των τεσσάρων προσφοροδοτών η Επιτροπή Προσφορών επέλεξε τους C. LIASIDES ΕXHIBITIONWISE LTD («το ενδ. μέρος») για ανάθεση της σύμβασης έναντι του ποσού των ΛΚ573.730 πλέον ΦΠΑ για την ομάδα εκθέσεων Α και του ποσού των ΛΚ.476.000 για την ομάδα εκθέσεων Β. Οι αιτητές, μέσω των δικηγόρων τους, κατέθεσαν ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (ΑΑΠ) η οποία έγινε δεκτή. Παρά την ενημέρωση της για την εκκρεμούσα ιεραρχική προσφυγή, η Επιτροπή Προσφορών αποφάσισε στις 17.1.08 να εγκρίνει άμεση υπογραφή των συμβολαίων συνεργασίας με το ενδ. μέρος λόγω της μικρής χρονικής περιόδου που απέμενε μέχρι την έναρξη των τουριστικών εκθέσεων. Με απόφαση της ημερ. 28.2.08 η ΑΑΠ ακύρωσε την απόφαση ανάθεσης της σύμβασης στο ενδ. μέρος λόγω έλλειψης αιτιολογίας και δέουσας έρευνας.Η επανεξέταση έγινε από την ίδια Επιτροπή Αξιολόγησης η οποία προέβη σε εξ υπαρχής αξιολόγηση όλων των προσφορών που είχαν υποβληθεί. H έκθεση αξιολόγησης τέθηκε στη συνεδρία της Επιτροπής Προσφορών ημερ. 17.10.08, κατά την οποία αποφασίστηκε εκ νέου η κατακύρωση στο ενδ. μέρος. Οι αιτητές ενημερώθηκαν για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού με επιστολή ημερ. 2.12.
- Με την παρούσα προσφυγή επιδιώκουν την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό ιδιάζουσα σχέση μεταξύ της εταιρείας URG Transport Ltd και του ενδ. μέρους λόγω της ταύτισης του προσώπου του Διευθυντή (Χρ.Λιασίδης) ο οποίος υπογράφει και για τους δυο προσφοροδότες, θεωρώ ότι οι αιτητές ορθά έθεσαν θέμα παραβίασης του όρου Α.2.1.2(θ) του διαγωνισμού. Η επίμαχη πρόνοια έχει ως εξής: «
- Για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, οι Ενδιαφερόμενοι Οικονομικοί Φορείς πρέπει να πληρούν υποχρεωτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις που αφορούν την προσωπική τους κατάσταση: .................................................................. θ. να μην επηρεάζονται ή δυνατό να επηρεαστούν από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφέροντος στον παρόντα διαγωνισμό ή να μην έχουν οποιαδήποτε ιδιάζουσα σχέση με άλλους διαγωνιζόμενους ή μέρη που εμπλέκονται στη Σύμβαση.» Ο εν λόγω όρος είναι επιτακτικός και συνάμα ουσιώδης. Σε περίπτωση που στοιχειοθετείται ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των προσφοροδοτών, αυτοί πρέπει να αποκλείονται από το διαγωνισμό. Πρόκειται για θεμελιακή προϋπόθεση συμμετοχής η οποία θα έπρεπε να εξεταστεί ως θέμα ουσίας και ενδεχόμενου κωλύματος στην υποβολή προσφοράς από το ενδ. μέρος εκ προοιμίου, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διαπίστωσης που αφορά σε αποκλεισμό λόγω μη εκπλήρωσης άλλων όρων συμμετοχής από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία. Εξάλλου η εξέταση των όρων που αφορούν στο δικαίωμα συμμετοχής (όπως ο όρος Α2.1.1.4 δυνάμει του οποίου είχε αποκλειστεί η εταιρεία URG Transport Ltd) καθώς και οι όροι που αφορούν στην προσωπική κατάσταση του προσφέροντα (όπως ο επίμαχος όρος) θα πρέπει να εξετάζονται παράλληλα και σωρευτικά. Συνεπώς δεν με βρίσκουν σύμφωνο τα όσα ανέφερε η Επιτροπή Αξιολόγησης στην έκθεση της «ότι δεδομένου του γεγονότος ότι η εταιρεία URG Transport Ltd είναι μη δικαιούμενη συμμετοχής τότε δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει το δικαίωμα άλλου οικονομικού φορέα να συμμετάσχει στο διαγωνισμό». Το γεγονός επί του οποίου στηρίζεται ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν αμφισβητείται. Ο Χρίστος Λιασίδης είναι κοινός διευθυντής και στις δυο εταιρείες και είναι επίσης ο κύριος μέτοχος του ενδ. μέρους. (Βλ. ερυθρά 316-320 στο διοικητικό φάκελο). Εκείνο που συνιστά τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων έγκειται ουσιαστικά στην ερμηνεία του όρου «ιδιάζουσα σχέση». Στα πλαίσια της υπόθεσης Δημοκρατία ν. Σολωμού
(1998)3 ΑΑΔ 769, το Εφετείο ασχολήθηκε με την ερμηνεία του όρου «ιδιάζουσα σχέση» για τους σκοπούς διαφορετικής περίπτωσης, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Ιδιάζουσα είναι η σχέση που ξεχωρίζει, που διαφέρει ή διακρίνεται από άλλη και ο δεσμός είναι σχέση που προϋποθέτει ή συνεπάγεται ηθικό, νομικό ή συναισθηματικό σύνδεσμο. (Βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Εκδοση 1998, σελ. 774 και 471.» Εδώ, ο νομικός σύνδεσμος στοιχειοθετείται από την ταύτιση του προσώπου του διευθυντή στις δυο εταιρείες και την ταυτόχρονη συμμετοχή του ως κύριου μετόχου του ενδ. μέρους. Αυτός ακριβώς ο σύνδεσμος συνιστά «ιδιάζουσα σχέση» για τους σκοπούς του διαγωνισμού. Η συμμετοχή του κ. Λιασίδη στις δυο εταιρείες βάσει των καταστατικών τους αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος υπογράφει και τις δυο προσφορές, αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για απλό μέλος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ότι επρόκειτο περί εκτελεστικού διευθυντή των υπό αναφορά δυο προσφοροδοτών. Συνεπώς η μυστικότητα και η αξιοκρατία κατά τη διαδικασία που διασφαλίζεται από την υποβολή των προσφορών σε κλειστούς φακέλους καθώς και ο κανόνας συμμετοχής κάθε νομικού ή φυσικού προσώπου στο διαγωνισμό μεμονωμένα και όχι μέσω εναλλακτικών προσφορών, παραβιάζονται όταν το ίδιο φυσικό πρόσωπο υπογράφει και τις δυο προσφορές. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ την ερμηνεία της Επιτροπής επί του συγκεκριμένου θέματος λανθασμένη. Κρίνω ότι η προσφορά του ενδ. μέρους θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί λόγω παραβίασης του επίμαχου όρου..» Στην έκθεση της Γ.Ε. για το 2010 αναφέρονταν τα εξής στις σελ.602-604 υπό τον τίτλο «ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ» και τον υπότιτλο «Διαγωνισμοί»: «Στα πλαίσια του ελέγχου των διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν από τον Οργανισμό, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα: (α) Καθυστέρηση στην προκήρυξη και αξιολόγηση προσφορών. Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προκήρυξη και αξιολόγηση των προσφορών με αποτέλεσμα, ο χρόνος που παρέχεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας να μην είναι ικανοποιητικός. (β) Εκτίμηση δαπάνης. Σε κάποιες περιπτώσεις παρουσιάστηκε σημαντική απόκλιση της τιμής κατακύρωσης από την εκτίμηση δαπάνης. Διαγωνισμός αρ.10/2010: Αγορά υπηρεσιών για σχεδιασμό και κατασκευή των τουριστικών περιπτέρων του ΚΟΤ στις Τουριστικές Εκθέσεις στο εξωτερικό κατά τα έτη 2010 έως 2012. Ο διαγωνισμός προκηρύχθηκε τον Απρίλιο 2010, με τελευταία ημερομηνία υποβολής των προσφορών στις 7.6.2010 και εκτίμηση δαπάνης €2.522.550 + ΦΠΑ. Προσφορές υπέβαλαν εννέα οικονομικοί φορείς. Το αντικείμενο του διαγωνισμού αφορούσε στην κατασκευή 61 τουριστικών περιπτέρων σε 26 χώρες για την περίοδο Σεπτέμβριος 2010 μέχρι Δεκέμβριο 2012. Ενώ η περίοδος ισχύος του διαγωνισμού είχε εκπνεύσει στις 5.9.2010, χωρίς να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αξιολόγησης και κατακύρωσης του, η διαδικασία συνεχίστηκε αφού ζητήθηκε εκπρόθεσμα, στις 19.10.2010, η παράταση της ισχύος του, μέχρι 31.3.2011. Κατακυρώθηκε στις 27.10.2010 ενώ τα συμβόλαια με τους επιτυχόντες προσφοροδότες υπογράφηκαν στις 29.11.2010. Σχετικά με τον πιο πάνω διαγωνισμό, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα: (
- i)Παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση στην προκήρυξη της προσφοράς. Ενώ ο προηγούμενος διαγωνισμός (41/2007) για τις πιο πάνω υπηρεσίες έληγε τον Μάιο 2010, ο νέος διαγωνισμός για να καλύψει τις ανάγκες του Οργανισμού για το υπόλοιπο του 2010 προκηρύχθηκε μόλις τον Απρίλιο του 2010. (
- ii)Συναφώς αναφέρεται ότι με τον διαγωνισμό 41/2007, ο Οργανισμός ανέθεσε την σύμβαση σε Κυπριακή εταιρεία έναντι του ποσού των £573.730 (€980.276) για την ομάδα Α (14 περίπτερα) και £476.000 (€813.294) για την ομάδα Β (17 περίπτερα). Μη επιτυχών προσφοροδότης, προσέφυγε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ζητώντας ανάκληση της απόφασης του Οργανισμού. Παρά την ενημέρωση του Οργανισμού για την εκκρεμούσα ιεραρχική προσφυγή, η Επιτροπή Προσφορών αποφάσισε στις 17.1.2008 να εγκρίνει άμεση υπογραφή των συμβολαίων συνεργασίας με τον επιτυχόντα προσφοροδότη, ενώ στις 28.2.2008 η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών ακύρωσε την απόφαση ανάθεσης της σύμβασης. Ακολούθως ο μη επιτυχών προσφοροδότης, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο στις 9.6.2011 αποφάσισε, ότι ο Οργανισμός λανθασμένα ανέθεσε στην πρώτη εταιρεία την προσφορά για τις δύο αυτές ομάδες χωρών. (iii) Σε πρακτικά και σε διάφορα σημειώματα μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που παρευρίσκονται σε εκθέσεις εξωτερικού τονίζεται ότι τα τουριστικά περίπτερα παρουσιάζουν πολλές ατέλειες τόσο στην κατασκευή όσο και στην γενική εικόνα τους. Επίσης, σύμφωνα με τους υπεύθυνους των γραφείων εξωτερικού, τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές, όπως π.χ. η τοποθέτηση των νέων διαφημιστικών λογοτύπων. Θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ο συγκεκριμένος προσφοροδότης με πολύ μικρό κόστος, τα τελευταία 7 χρόνια, αφού από το 2005 το μεγαλύτερο μέρος του διαγωνισμού κατακυρώνεται στον ίδιο, ωφελείται σχεδόν ολόκληρο το ποσό που του κατακυρώνεται και που για τον διαγωνισμό του 2010 ανερχόταν σε €2.084.866. Θα πρέπει επίσης να διερευνηθούν και να εξευρεθούν τρόποι ώστε να συμμετέχουν στο διαγωνισμό περισσότεροι οικονομικοί φορείς, όπως π.χ. • οι προκηρύξεις των προσφορών να δημοσιεύονται και σε τοπικές εφημερίδες στις χώρες στις οποίες θα υλοποιηθούν οι συμβάσεις. • να παρέχεται η ευχέρεια στους προσφοροδότες να έχουν επαρκή χρόνο προετοιμασίας μέχρι την έναρξη της πρώτης Έκθεσης. • Εισηγούμαστε όπως διερευνηθεί κατά πόσο η ανάθεση της κατασκευής των τουριστικών περιπτέρων θα μπορούσε να γίνεται από τους κατά τόπο υπεύθυνους των γραφείων εξωτερικού επιτυγχάνοντας καλύτερες τιμές, ποιότητα κ.λπ. (
- iv)Σύμφωνα με τον Κανονισμό 15
(3)(α)&(β) των περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) (Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου και Κοινότητες) Κανονισμών του 2004, η συνολική περίοδος ισχύος των προσφορών δεν πρέπει να υπερβαίνει τους έξι μήνες για συνήθεις συμβάσεις και η παράταση της ισχύος της προσφοράς πρέπει να ζητηθεί πριν από τη λήξη της. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ενώ η ημερομηνία υποβολής των προσφορών έληξε στις 7.6.2010 και η περίοδος ισχύος του διαγωνισμού είχε εκπνεύσει στις 5.9.2010, χωρίς να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αξιολόγησης και κατακύρωσης του, γεγονός που αποτελούσε λόγο αυτόματης ακύρωσης του, η διαδικασία συνεχίστηκε αφού ζητήθηκε εκπρόθεσμα, στις 19.10.2010, η παράταση της ισχύος του, μέχρι 31.3.2011. (
- v)Η Επιτροπή Αξιολόγησης χρειάστηκε 5 μήνες να ολοκληρώσει τη διαδικασία αξιολόγησης. Σημειώνεται ότι ετοίμασε συνολικά 3 διαφορετικές εκθέσεις προς την Επιτροπή Προσφορών. Οι δύο απεσύρθηκαν για διερεύνηση με το Νομικό Σύμβουλο, ο οποίος ζήτησε την επαναξιολόγηση της, λόγω αδυναμίας που εντοπίστηκε σε σχέση με την λανθασμένη βαθμολόγηση και αιτιολόγηση του τεχνικού μέρους, που έγινε εκτός των όρων των εγγράφων του διαγωνισμού. Λόγω της μεγάλης καθυστέρησης που σημειώθηκε στην αξιολόγηση της πιο πάνω προσφοράς η Επιτροπή Προσφορών αναγκάστηκε να αναθέσει τους τελευταίους τρεις μήνες του 2010, με την διαδικασία της διαπραγμάτευσης, την κατασκευή περιπτέρων σε 6 τουριστικές εκθέσεις σε διάφορες χώρες με συνολικό κόστος €241.950 + ΦΠΑ. Εφόσον οι ημερομηνίες διεξαγωγής των τουριστικών εκθέσεων είναι γνωστές θα πρέπει να τίθενται συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους πιθανούς παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν καθυστέρηση. (
- vi)Ο Οργανισμός αποφάσισε την ακύρωση έξι εκθέσεων συνολικού κόστους €60.529 + ΦΠΑ και ο ανάδοχος απαίτησε την καταβολή αποζημιώσεων ύψους €35.233 για πέντε εκθέσεις. Παρατηρήθηκε ότι στην προκήρυξη του διαγωνισμού και στους όρους του συμβολαίου έχει συμπεριληφθεί πρόνοια για αύξηση, χωρίς όμως να συμπεριληφθεί πρόνοια για μείωση του αριθμού των εκθέσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην προσφορά 41/2007, για το ίδιο αντικείμενο, υπήρχε σχετική πρόνοια. Ο Πρόεδρος του Οργανισμού μας πληροφόρησε ότι το θέμα της σύντμησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης της διαδικασίας απασχόλησε το Διοικητικό Συμβούλιο και προς την κατεύθυνση αυτή έχουν δοθεί ανάλογες οδηγίες στην Υπηρεσία. Σημειώνει, ωστόσο, ότι παραμένουν σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες στην εναρμόνιση των χρονοδιαγραμμάτων αυτής της διαδικασίας με τις πρόνοιες των Κανονισμών, που οφείλονται στην πολυπλοκότητα του αντικειμένου.» Της δημοσίευσης της έκθεσης της Γ.Ε ακολούθησε η δημοσίευση του επίδικου άρθρου στις 15/01/12, το οποίο άρθρο, όταν δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των εναγομένων, η οποία είναι παραδεκτό ότι διανέμεται παγκυπρίως και σε κάποιες χώρες του εξωτερικού καθώς και στο διαδίκτυο, συνοδευόταν από μια φωτογραφία που ανέφερε ότι απεικονίζει «Το περίπτερο του ΚΟΤ στην έκθεση World Travel Market του Λονδίνου τον περασμένο Νοέμβριο, σχεδιασμένο από την C. Liasides Exhibitionwise Limited». Το πλήρες κείμενο του εν λόγω άρθρου έχει ως εξής. «Με τα ίδια υλικά στήνονταν τα περίπτερα του ΚΟΤ για περίπου εφτά χρόνια Μεταχειρισμένα τα περίπτερα του ΚΟΤ Ατέλειες τόσο στην κατασκευή όσο και στη γενική εικόνα τους, διαπιστώνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού για τα περίπτερα του ΚΟΤ στις πολλές τουριστικές εκθέσεις, στις οποίες συμμετέχει ο οργανισμός. Επιπλέον, σύμφωνα με εσωτερικά σημειώματα των υπευθύνων των γραφείων του ΚΟΤ σε χώρες του εξωτερικού, τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τα περίπτερα είναι τα ίδια κάθε χρόνο, με μικρές μόνο μετατροπές. Όπως π.χ. η τοποθέτηση νέων διαφημιστικών λογοτύπων. Το πρόβλημα καταγράφηκε και στην πιο πρόσφατη έκθεση της γενικής ελέγκτριας Χρυστάλλας Γιωρκάτζη, ωστόσο η προϊστορία του φτάνει πολύ πίσω σε χρόνο. Καθώς για την επαναχρησιμοποίηση υλικών στα τουριστικά περίπτερα του ΚΟΤ, ευθύνεται εταιρεία, η οποία αναλάμβανε για λογαριασμό του ΚΟΤ την ίδια εργασία δημιουργίας- κατασκευής-τοποθέτησης περιπτέρων σε τουριστικές εκθέσεις για περίπου εφτά χρόνια. Μάλιστα, η προτελευταία ανάθεση της εν λόγω εργασίας από τον ΚΟΤ ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον Ιούνιο του 2011. Συγκεκριμένα, ο διευθυντής της εν λόγω εταιρείας Exhibition Wise XXXXX Λιασίδης υπέγραψε και την προσφορά άλλης εταιρείας, της URG Transport, για τον ίδιο διαγωνισμό του ΚΟΤ.» Επίμονα.λάθη Όπως αναφέρει στη φετινή έκθεση της η γενική ελέγκτρια Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ο ΚΟΤ ανέθεσε τη σύμβαση για την κατασκευή και σχεδιασμό των τουριστικών περιπτέρων του σε διάφορες εκθέσεις του εξωτερικού στην ExhibitionWise έναντι ποσού 1.8 εκατομμυρίου ευρώ για 31 περίπτερα το 2007. Παρά την προσφυγή μη επιτυχόντος προσφοροδότη στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, στις 17 Ιανουαρίου του 2008, ο ΚΟΤ επικύρωσε την προσφορά, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο πια, να αποφασίσει ότι ο ΚΟΤ λανθασμένα ανέθεσε στην ExhibitionWise την προσφορά για τα περίπτερα του σε δύο ομάδες χωρών (14 περίπτερα στην πρώτη ομάδα χωρών έναντι 980.276 ευρώ και 17 περίπτερα για τη δεύτερη ομάδα χωρών έναντι 813.294 ευρώ). Το λάθος αυτό δεν φαίνεται να διόρθωσε την πρακτική στον ΚΟΤ. Η κ. Γιωρκάτζη παρατηρεί στην έκθεσή της ότι ο νέος διαγωνισμός για τη δημιουργία περιπτέρων σε τουριστικές εκθέσεις για το υπόλοιπο του 2010 μέχρι και το μισό του 2012, καθυστέρησε να προκηρυχθεί. Επιπλέον, ο νέος διαγωνισμός προέβλεπε δαπάνες 2 εκατομμυρίων ευρώ στον επιτυχόντα προσφοροδότη, ο οποίος ήταν και πάλι η ExhibitionWise του XXXXX Λιασίδη. «Οικολογικά » υλικά Όπως προκύπτει, περίπου από το 2005, η ίδια εταιρεία (η οποία μάλιστα, σύμφωνα με απόφαση του Ανώτατου το 2007, προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ, αφού ο διευθυντής της κατέθεσε προσφορά για τον ίδιο διαγωνισμό με το όνομα άλλης εταιρείας), κατασκευάζει τα περίπτερα τις τουριστικές εκθέσεις, στις οποίες συμμετέχει ο ΚΟΤ. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Π», η εν λόγω εταιρεία επαναχρησιμοποιεί τα ίδια υλικά για τα περίπτερα του ΚΟΤ, καταλήγοντας αναπόφευκτα στην φτωχή εικόνα της Κύπρου ως τουριστικού προορισμού στις τουριστικές εκθέσεις. Αυτή η φτωχή εικόνα, όμως, για την Κύπρο, καταλήγει λογικά σε αύξηση του περιθωρίου κερδών για την εν λόγω εταιρεία από την εκτέλεση του συμβολαίου της με τον οργανισμό». Γιατί μόνο στην Κύπρο (σε πλαίσιο) Στην έκθεση της γενικής ελέγκτριας για το 2010, κατατίθενται προτάσεις ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα του ΚΟΤ να απευθύνεται σε πιθανές εταιρείες, που θα αναλαμβάνουν για λογαριασμό του τον σχεδιασμό και την κατασκευή των περιπτέρων του σε τουριστικές εκθέσεις. Η Χρυστάλλα Γιωρκάτζη προτείνει, κυρίως, οι προκηρύξεις των διαγωνισμών να δημοσιεύονται σε τοπικές εφημερίδες στις χώρες, στις οποίες θα πραγματοποιηθούν οι εκθέσεις, καθώς και να παρέχεται χρόνος στους προσφοροδότες, ώστε να προετοιμάζονται επαρκώς για κάθε έκθεση. Η τελευταία πρόταση παραπέμπει, προφανώς, στα στενά χρονοδιαγράμματα, μέσα στα οποία θα εκτελούσε η ExhibitonWise τα συμβόλαια της με τον ΚΟΤ, υποχρεωμένη κατά κάποιο τρόπο να επαναχρησιμοποιεί υλικά. Σύμφωνα με ενημέρωση του «Π» από το δ.σ. του ΚΟΤ, ο οργανισμός θα υιοθετήσει τις προτάσεις της γενικής ελέγκτριας στον νέο σχετικό διαγωνισμό, που αναμένεται να προκηρύξει φέτος, προσθέτοντας ακόμα όριο επαναχρησιμοποίησης των υλικών σε αριθμό τουριστικών εκθέσεων.» (ο τονισμός με μαύρο φόντο είναι του κειμένου). Κάνοντας λοιπόν οι ενάγοντες στην τροποποιημένη Ε/Α τους αποσπασματική αναφορά στα μέρη του επίδικου δημοσιεύματος που έχω υπογραμμίσει ανωτέρω και τονίζοντας τις εκεί αναφερόμενες φράσεις/λέξεις «.επαναχρησιμοποίηση υλικών. ευθύνεται εταιρεία.», «προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ» και «επαναχρησιμοποιεί», ισχυρίζονται ότι το δημοσίευμα είναι ψευδές και παραπλανητικό και ότι τους δυσφημεί. Αυτό γιατί το δημοσίευμα τους παρουσιάζει, ισχυρίζονται, να έχουν αφ' ενός προσπαθήσει να ξεγελάσουν τον εν λόγω Οργανισμό και αφ' ετέρου να εξασφαλίζουν για χρόνια προσφορές για μεγαλύτερα ποσά απ' ότι δικαιολογούσε το επίπεδο των υπηρεσιών που παρείχαν εφόσον χρησιμοποιούσαν μεταχειρισμένα υλικά και/ή να επαναχρησιμοποιούσαν τα ίδια «οικολογικά» υλικά, με αποτέλεσμα όμως έτσι να παρουσιάζουν την εικόνα της Κύπρου ως φτωχού προορισμού στις τουριστικές εκθέσεις και να προσπορίζονται αδικαιολόγητα όφελος σε βάρος του ΚΟΤ. Περαιτέρω δε οι ενάγοντες ισχυρίζονται και ότι το επίδικο δημοσίευμα «.είναι παραπλανητικό γιατί ο Ενάγων κατέθεσε προσφορά το 2007 και όχι το 2011 με το όνομα άλλης εταιρείας η οποία επίσης συνεργάζεται με τον ΚΟΤ εν γνώσει του ΚΟΤ.(και γιατί).χρησιμοποίησαν ψευδώς, ονομαστικά, τον Ενάγοντα 2 και ψευδώς τον βάφτισαν ως ιδιοκτήτη της ενάγουσας 1 ενώ δεν είναι ο μόνος μέτοχος παρά μόνο είναι μέτοχος κατά το 90% και ως εκ τούτου του δημιούργησαν πρόβλημα με την κατά 10% συμμέτοχο κα XXXXX Λιασίδη.» αλλά και ότι με το δημοσίευμα αποδίδεται στον ενάγοντα 2, υπό τη μορφή innuendo, ότι είναι αναξιόπιστο πρόσωπο διότι υπέγραψε ως διευθυντής δύο εταιρειών για τον ίδιο διαγωνισμό «με στόχο την εξαπάτηση του ΚΟΤ.ώστε να κερδίσει με κάθε τρόπο την προσφορά». Παραθέτοντας λοιπόν οι ενάγοντες στο δικόγραφο τους σωρεία λεπτομερειών που κατ' εκείνους αποδεικνύουν την έκταση του ψεύδους του επίδικου δημοσιεύματος και την κατ' ισχυρισμό εσκεμμένη παραπλάνηση που αυτό προκαλεί, ιδιαίτερα διότι η φωτογραφία που το συνοδεύει έχει, κατά τους ενάγοντες, εσκεμμένα παραποιηθεί αφού αφορά σε έκθεση στην οποία οι ενάγοντες είχαν λάβει συγχαρητήρια για το συγκεκριμένο περίπτερο τους και η οποία έκθεση είχε λάβει χώρα μεταγενέστερα της έκθεσης της γενικής ελέγκτριας, ισχυρίζονται ότι συνεπεία του επίδικου δημοσιεύματος υπέστηκαν σοβαρή ζημιά όχι μόνο στη φήμη τους αλλά και ζημιά οικονομικής φύσης αφού «μετά το δημοσίευμα μειώθηκε η κατακύρωση προσφορών στην Ενάγουσα εταιρεία στην Κύπρο ενώ επηρέασε αρνητικά τη δυνατότητα των εναγόντων να διεκδικήσουν προσφορές στο εξωτερικό». Θεωρούν δε οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι με το συγκεκριμένο άρθρο θα τους προκαλούσαν ζημιά και δη προς όφελος των ανταγωνιστών τους και αν και τη ζημιά τους αυτοί οι ενάγοντες την εκτιμούν, στη βάση των στοιχείων που επίσης παραθέτουν στην Ε/Α, να ξεπερνά τις €100.000, εντούτοις για σκοπούς της παρούσας αγωγής, περιορίζουν τις γενικές αποζημιώσεις που αξιώνουν στο ποσό των €10.000. Από πλευράς υπεράσπισης τώρα, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων είναι ότι όντως στις 15/01/12 δημοσιεύτηκε στην ΠΟΛΙΤΗΣ δημοσίευμα με όμοιο ή παρόμοιο περιεχόμενο με αυτό που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεν ήταν όμως ισχυρίζονται οι πρώτοι ψευδές και/ή κακόβουλο, ούτε μετέδιδε τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι μετέδιδε αλλα ούτε και ήταν δυσφημιστικό. Προς υποστήριξη των θέσεων τους αυτών, οι εναγόμενοι επικαλούνται την απόφαση στην 1950/08 και την έκθεση της Γ.Ε για το 2010 και ισχυριζόμενοι ότι τα όσα εκεί αναφέρονται συνιστούν τόσο την πηγή και την αφορμή για το επίδικο δημοσίευμα όσο και την ουσία του, θέση την οποία αναπτύσσουν λεπτομερώς στην υπεράσπιση τους, υποστηρίζουν ότι το επίδικο δημοσίευμα όχι μόνο δεν δυσφημεί τους ενάγοντες αλλά ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί ότι έχει κάποιο δυσφημιστικό χαρακτήρα, τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη δημοσίευση του παρέχουν έρεισμα για πλήρη στοιχειοθέτηση των υπερασπίσεων της αλήθειας, του εύλογου σχολίου και του προνομίου. Με την Απάντηση τους οι ενάγοντες επανέλαβαν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με το κατ' εκείνους σκόπιμα ψευδές και παραπλανητικό περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος, δίνοντας έμφαση και στη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται προς την συγκεκριμένη έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας υπεράσπιση ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε το 2012, εφόσον συγκεκριμένη έκθεση αφορούσε τα έτη πριν το 2010. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακρόαση κατέθεσαν μόνο τρεις μάρτυρες. Παρά ταύτα, η προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν εκτενής και στο σύνολο τους κατατέθηκαν και 22 έγγραφα ως Τεκμήρια. Λαμβανομένων όμως υπόψη των γεγονότων που τελικά κατέληξαν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών, τα οποία γεγονότα παραθέτω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, καθώς επίσης και της φύσης της αγωγής, ήτοι αγωγή για κατ' ισχυρισμό δυσφήμηση, η παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας κρίνεται αχρείαστη και μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. σχ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1/2015, 24/9/2015). Εξηγώ. Το πλήρες περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος που συνέταξε ο εναγόμενος 2 (Τεκ.2) δεν αμφισβητείται, όπως δεν αμφισβητείται ούτε το περιεχόμενο του σχετικού αποσπάσματος της έκθεσης της Γενικής Ελέγκτριας για το 2010 (Τεκ.3), αλλά ούτε και το περιεχόμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 09/06/11 στην προσφυγή 1950/08 (Τεκ.9). Κατά την ακρόαση δε, κατέστη κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι οι αναφορές που γίνονται στα εν λόγω τεκμήρια σε διαγωνισμό ΚΟΤ υπ. αρ. 41/2007 αφορούν στον ίδιο διαγωνισμό, ήτοι το διαγωνισμό που προκήρυξε το 2007 ο ΚΟΤ για σύναψη σύμβασης με κυπριακή εταιρεία για ετοιμασία τουριστικών περιπτέρων στις τουριστικές εκθέσεις στο εξωτερικό και ο οποίος διαγωνισμός στη συνέχεια αποτέλεσε το επίδικο αντικείμενο στην προσφυγή 1950/08, ότι οι αναφορές σε «επιτυχόντα προσφοροδότη» του διαγωνισμού 41/2007, «ενδιαφερόμενο μέρος» στην προσφυγή 1950/08 και σε «ExhibitonWise» αφορούν στο ίδιο πρόσωπο, ήτοι στην ενάγουσα 1, ότι οι αναφορές σε «XXXXX Λιασίδη» αφορούν στον ενάγοντα 2, ότι στο διαγωνισμό 41/2007 η ενάγουσα 1 και η εταιρεία URG Transport Ltd είχαν υποβάλει χωριστές προσφορές τις οποίες υπέγραψε ο ενάγοντας 2 ο οποίος ήταν τότε διευθυντής και των δύο εταιρειών καθώς και ο «κύριος μέτοχος» της τελευταίας, και ότι η κατακύρωση του διαγωνισμού 41/2007 στην ενάγουσα 1 ακυρώθηκε στις 09/06/11 με την απόφαση στην προσφυγή 1950/08, την οποία προσφυγή είχε καταχωρήσει η εταιρεία DISPLAY ART LTD, η οποία είναι ανταγωνιστής των εναγόντων και η οποία είχε υποβάλει και αυτή προσφορά στα πλαίσια του διαγωνισμού 41/2007 με ανεπιτυχή όμως κατάληξη. Πρόσθετα των πιο πάνω, κατά την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με την κυρίως εξέταση των εν λόγω μαρτύρων να παρουσιάστηκε τόσο μέσω γραπτών δηλώσεων, Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα, όσο και με σχετικές ερωτοαπαντήσεις, προέκυψαν και τα εξής γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται. Για σειρά ετών πριν το επίδικο δημοσίευμα, οι ενάγοντες κέρδιζαν την πλειοψηφία αν όχι όλους τους διαγωνισμούς που προκήρυσσε ο ΚΟΤ σε σχέση με την ετοιμασία τουριστικών περιπτέρων για τις τουριστικές εκθέσεις στο εξωτερικό και σε διάφορες περιπτώσεις μετά και την επίδικη δημοσίευση, ο ΚΟΤ κατακύρωσε προς όφελος της ενάγουσας 1 παρόμοιους διαγωνισμούς και έδωσε στην τελευταία και συγχαρητήρια για τις σχετικές υπηρεσίες που παρείχε (βλ. παρ.23 - 29, 51 και 55 Έγγραφο Α, σελ.20 - 22 πρακτικών 04/06/20, Τεκ.6, 6Α και 7). Σύμφωνα δε με τα όσα αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δήλωσαν και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, λόγω των χρονοδιαγραμμάτων που προνοούσαν οι εκάστοτε συμβάσεις που η ενάγουσα 1 σύναπτε με τον ΚΟΤ, «Το ίδιο περίπτερο θα χρησιμοποιηθεί δύο φορές και ορισμένα υλικά θα χρησιμοποιηθούν για δύο φορές, τα οποία φυσικά δεν έχουν ζημιές ή οποιεσδήποτε φθορές, γιατί έχουμε και εμείς έλεγχο από τον Λειτουργό του ΚΟΤ, ο οποίος παραλαμβάνει το περίπτερο ότι όλα τα υλικά πρέπει να είναι σε άριστη κατάσταση, δεν πάμε εκεί και κάνουμε ό,τι θέλουμε. Για αυτόν τον λόγο με το να χρησιμοποιήσουμε δύο φορές τα ίδια υλικά, τότε πέφτει το κόστος κατασκευής του περίπτερου» (βλ. σελ.22 πρακτικών 01/06/20 - κυρίως εξέταση ΜΕ1). Για όλα λοιπόν τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία τα παραθέτω αποκλειστικά ως γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και χωρίς να παραγνωρίζω ότι οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το πώς αυτά θα πρέπει να ερμηνευτούν, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Υπενθυμίζω τώρα ότι σε αγωγή στη βάση κατ' ισχυρισμό δυσφήμησης, το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό «.κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. . Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου . Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες. Επομένως, η αξιολόγηση των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς αυτή την πτυχή, κατά πόσο, δηλαδή, το κείμενο ήταν ή όχι δυσφημιστικό δεν ήταν δόκιμη . (η) αξιολόγηση της μαρτυρίας, . θα είχε σημασία μόνο σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη να αποφασιστεί ζήτημα κακοβουλίας ή αποζημιώσεων.» (βλ. Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474 και τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου (βλ. Tassos Papadopoullos v. Kyria Publishing Co Ltd and Others
(1963)2 CLR 290). Στην απόφαση ΝΙΚΟΥ ΜΕΣΑΡΙΤΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2018:A226, ECLI:CY:AD:2018:A226, Πολιτική ΄Εφεση Αρ.470/2011, 14/5/2018, παρατέθηκε με επιδοκιμασία αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 (Α) ΑΑΔ 407: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.» Στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Νίκου Παπαευσταθίου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 856 δε, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε μια ανασκόπηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ανέφερε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν. «α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα.» Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί στην εξισορρόπηση των δύο ανωτέρω δικαιωμάτων, η κυπριακή νομολογία είναι πλούσια (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Άλλος ν. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 CLR 63, Police V Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR, Κουτσού ν Αλήθεια κ.α Π.Ε. 11316, 24/09/03) και πολύ πρόσφατα οι επί του προκειμένου αρχές συνοψίστηκαν με περισσή επάρκεια στις υποθέσεις ΝΙΚΟΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. v. ΛΟΥΚΑΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2020:A450, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 103/2014, 18/12/2020 και Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.ά. ν. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, ECLI:CY:AD:2020:D449, Πολ. Εφεση 315/2013, ημερ. 3.12.2020. Υπενθυμίζω επίσης ότι είναι καθολικά αποδεκτή αρχή ότι για να επιτύχει σε αγωγή για δυσφήμηση, ο ενάγοντας δεν πρέπει να αποδείξει μόνο ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε τις λέξεις και ότι οι λέξεις είναι δυσφημιστικές αλλά πρέπει επίσης να αποδείξει και ότι γίνεται αντιληπτό ότι οι λέξεις τον αφορούν. Δηλαδή δεν αρκεί ο ενάγοντας να αποδείξει μόνο ότι σχετίζεται με κάποιο τρόπο με το θέμα αντικείμενο του δημοσιεύματος αλλά και ότι το δημοσίευμα τον «φωτογραφίζει» (βλ."Aλήθεια" Εκδοτική Eταιρεία Λτδ. και Άλλη ν. Xαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 ΑΑΔ 550, Αρέστης Χαραλάμπους ν. Γεώργιου Βασιλείου,
(2000), 1 (Β) ΑΑΔ 1395, Gatley on Libel and Slander 9th ed., 1998, par.7.1, pg.161, Halsbury's Laws of England/LIBEL AND SLANDER (VOLUME 28 (REISSUE))/1. THE CAUSES OF ACTION/
(3)DEFAMATORY STATEMENTS (ηλεκτρονική έκδοση), Knupffer v London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All ER 495, HL, Eastwood v. Holmes 1 F. & F. 347 - "if a man wrote that all lawyers were thieves, no particular lawyer could sue him unless there is something to point to the particular individual."). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα αφορά ή αναφέρεται στον ενάγοντα, κρίνεται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία και έχοντας κατά νου τις ξεχωριστές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, υπό τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση του κατά πόσο η δημοσίευση ήταν δυσφημιστική. (βλ. Gatley ανωτέρω παρ.7.1 και Halsbury's Laws of England ανωτέρωPar. 40 - Function of judge and jury in issues of identification). Έχοντας κατά νου λοιπόν τις προαναφερόμενες αρχές και εξετάζοντας το δημοσίευμα της 15/01/12 με προσοχή και μη παραγνωρίζοντας ούτε τις θέσεις των διαδίκων ως προς το πώς αυτό θα πρέπει να ερμηνευτεί αλλά ούτε και τα γεγονότα που περιέβαλλαν της δημοσίευσης του, ως τα εν λόγω γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά και έχουν καταστεί ευρήματα μου πιο πάνω, σημειώνω τα εξής.. Είναι προφανές από το επίδικο δημοσίευμα ότι τα δημοσιογραφικά πυρά στρέφονται κυρίως εναντίον του ΚΟΤ και αφορούν αφ' ενός στον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω οργανισμός ενεργούσε σε σχέση με τις συμβάσεις που σύναπτε με ιδιωτικές εταιρείες για την κατασκευή τουριστικών περιπτέρων για τις εκθέσεις που γίνονταν στο εξωτερικό και αφ' ετέρου στη διαδικασία που ο εν λόγω Οργανισμός ακολουθούσε ώστε να καταλήξει να συνάπτει τέτοιες συμβάσεις. Είναι επίσης προφανές ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά και στα όσα σχετικά κατά τον αρθρογράφο αναφέρονταν στην έκθεση της Γ.Ε. για το 2010 και στην απόφαση στην 1950/08, στο περιεχόμενο των οποίων το δημοσίευμα κάνει ειδική και ρητή αναφορά. Την ίδια στιγμή όμως, είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι στο δημοσίευμα γίνονται ρητές αναφορές σε αμφότερους τους ενάγοντες, οι οποίοι και κατονομάζονται αλλά και παρουσιάζονται να συνδέονται άμεσα με τα όσα καταγράφονται εναντίον του ΚΟΤ και του τρόπου με τον οποίο ο εν λόγω οργανισμός διαχειριζόταν τις συμβάσεις που σύναπτε. Η θέση λοιπόν των εναγόντων ότι το επίδικο δημοσίευμα τους αφορά άμεσα ευσταθεί, εφόσον ως είναι νομολογημένο, «.ακόμα και αν το γραπτό κείμενο δεν έχει σχέση με τα ειδικά προσόντα της θέσης του παραπονούμενου και δεν θα ήταν δυσφημιστικό για άλλα πρόσωπα, θεωρείται ότι είναι δυσφημιστικό για την υπόληψη του παραπονούμενου αν κοινοποιηθεί σε τρίτα πρόσωπα και επηρεάζει δυσμενώς την υπόληψη του επαγγελματικά στα μάτια λογικών και αντικειμενικών ανθρώπων..»(βλ. ΜΕΣΑΡΙΤΗ και την αναφορά που εκεί γίνεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., παραγρ. 4.17, σελ.149). Είναι όμως το επίδικο δημοσίευμα δυσφημιστικό για τους ενάγοντες; Από μια απλή ανάγνωση του δημοσιεύματος διαπιστώνεται ότι όντως η βασική του εικόνα παρουσιάζει τον ΚΟΤ να κατακυρώνει διαγωνισμούς και να καταβάλλει σημαντικά ποσά για εφτά τουλάχιστο συνεχόμενα έτη στην ενάγουσα 1, τη στιγμή όμως που οι υπηρεσίες που παρείχε η τελευταία δεν φαίνεται ν' ανταποκρίνονταν στις υψηλές αμοιβές που της καταβάλλονταν, οι οποίες αμοιβές ήταν της τάξης των εκατομμυρίων ευρώ και αυτό γιατί η τελευταία προέβαινε σε «.επαναχρησιμοποίηση υλικών.» και/ή χρήση «μεταχειρισμένων περιπτέρων», «καταλήγοντας αναπόφευκτα στην φτωχή εικόνα της Κύπρου ως τουριστικού προορισμού στις τουριστικές εκθέσεις.(και). λογικά σε αύξηση του περιθωρίου κερδών για την εν λόγω εταιρεία από την εκτέλεση του συμβολαίου της με τον οργανισμό». Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από τις επικεφαλίδες «Με τα ίδια υλικά στήνονταν τα περίπτερα του ΚΟΤ για περίπου εφτά χρόνια» και «Μεταχειρισμένα τα περίπτερα του ΚΟΤ» καθώς και τις αναφορές «.για την επαναχρησιμοποίηση υλικών στα τουριστικά περίπτερα του ΚΟΤ, ευθύνεται εταιρεία, η οποία αναλάμβανε για λογαριασμό του ΚΟΤ την ίδια εργασία δημιουργίας- κατασκευής-τοποθέτησης περιπτέρων σε τουριστικές εκθέσεις για περίπου εφτά χρόνια.η ExhibitionWise του XXXXX Λιασίδη..η εν λόγω εταιρεία επαναχρησιμοποιεί τα ίδια υλικά για τα περίπτερα του ΚΟΤ.». Όμως, αναγιγνώσκοντας τώρα και την έκθεση της Γ.Ε. αλλά και την απόφαση στην 1950/08, κείμενα τα οποία αναφέρονται ρητά στο δημοσίευμα ότι συνιστούν τη βάση και την αφορμή για τη συγγραφή και δημοσίευση του, διαπιστώνεται το ίδιο ξεκάθαρα ότι την πιο πάνω εικόνα για τον ΚΟΤ και τους ενάγοντες δεν είναι ούτε το επίδικο δημοσίευμα αλλά ούτε και ο αρθρογράφος των εναγομένων που τη δημιούργησε αλλά η Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας, με την έκθεση που η τελευταία είχε ήδη ετοιμάσει και δημοσιεύσει για το
- Μάλιστα δε, στο δημοσίευμα γίνεται ρητά παραπομπή στην εν λόγω έκθεση καθώς και στα όσα εκεί καταγράφονται - «.Το πρόβλημα καταγράφηκε και στην πιο πρόσφατη έκθεση της γενικής ελέγκτριας Χρυστάλλας Γιωρκάτζη...Όπως αναφέρει στη φετινή έκθεση της η γενική ελέγκτρια Χρυστάλλα Γιωρκάτζη.» - από τα οποία έκδηλα προκύπτει ότι τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κατακυρώνονταν από τον ΚΟΤ και εκτελούνταν από τους ενάγοντες οι σχετικές συμβάσεις, συνιστούσαν ουσιαστικά αντιγραφή των διαπιστώσεων επί γεγονότων της ίδιας της Γ.Ε της Δημοκρατίας. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι όπως αναφέρεται στη συγκεκριμένη έκθεση και επισημαίνεται και στο επίδικο δημοσίευμα, οι επί του προκειμένου πραγματικές (factual) διαπιστώσεις της Γ.Ε είχαν προκύψει κατόπιν έρευνας που η ίδια η Γ.Ε διεξήγαγε μεταξύ άλλων, σε «πρακτικά και εσωτερικά σημειώματα του ΚΟΤ», στους «υπεύθυνους των γραφείων (ΚΟΤ) εξωτερικού», στα ποσά που κατέβαλλε ο ΚΟΤ στο πρόσωπο που κέρδιζε τους διαγωνισμούς από το 2005 και σε μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 09/06/11 όπου το επίδικο θέμα ήταν η ακύρωση του διαγωνισμού 41/2007 τον οποίο είχε αρχικά κερδίσει ο ίδιος προσφοροδότης που κέρδιζε τους διαγωνισμούς από το
- Αυτά επιβεβαιώνονται πλήρως από το πιο κάτω απόσπασμα από την έκθεση της Γ.Ε Τεκ.9: «Στα πλαίσια του ελέγχου των διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν από τον Οργανισμό, παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα . με τον διαγωνισμό 41/2007, ο Οργανισμός ανέθεσε την σύμβαση σε Κυπριακή εταιρεία.(το) Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο στις 9.6.2011 αποφάσισε, ότι ο Οργανισμός λανθασμένα ανέθεσε στην πρώτη εταιρεία την προσφορά για τις δύο αυτές ομάδες χωρών. τα τουριστικά περίπτερα παρουσιάζουν πολλές ατέλειες τόσο στην κατασκευή όσο και στην γενική εικόνα τους. τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές. Σε πρακτικά και σε διάφορα σημειώματα μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που παρευρίσκονται σε εκθέσεις εξωτερικού τονίζεται ότι τα τουριστικά περίπτερα παρουσιάζουν πολλές ατέλειες τόσο στην κατασκευή όσο και στην γενική εικόνα τους. Επίσης, σύμφωνα με τους υπεύθυνους των γραφείων εξωτερικού, τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές, όπως π.χ. η τοποθέτηση των νέων διαφημιστικών λογοτύπων. Θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ο συγκεκριμένος προσφοροδότης με πολύ μικρό κόστος, τα τελευταία 7 χρόνια, αφού από το 2005 το μεγαλύτερο μέρος του διαγωνισμού κατακυρώνεται στον ίδιο, ωφελείται σχεδόν ολόκληρο το ποσό που του κατακυρώνεται και που για τον διαγωνισμό του 2010 ανερχόταν σε €2.084.866» (βλ. Τεκ.9) Δεν είναι δηλαδή οι εναγόμενοι που αποφάσισαν μια μέρα και εντελώς ξαφνικά και αυθαίρετα να ασχοληθούν με τον ΚΟΤ και τους ενάγοντες αλλά είναι η ίδια η Γ.Ε που το έκαμε στα πλαίσια άσκησης των συνταγματικών εξουσιών και καθηκόντων της και η οποία μάλιστα κάλεσε με την έκθεση της, ή καλύτερα απαίτησε, όπως διερευνηθεί περαιτέρω η διαπίστωση της ότι ενώ οι ενάγοντες «κέρδιζαν» τους διαγωνισμούς του ΚΟΤ από το 2005 και λάμβαναν σημαντικά ποσά ως αμοιβή, της τάξης των εκατομμυρίων ευρώ, εντούτοις «τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές.». Αντιπαραβάλλοντας τώρα το επίδικο δημοσίευμα με την έκθεση της Γ.Ε, διαπιστώνεται ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει ή να ελέγξει αν οι διαπιστώσεις της Γ.Ε ήταν ορθές, ούτε πρόσθεσε ούτε αφαίρεσε αλλά ούτε και αλλοίωσε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα είχε ήδη αναφέρει και αναδείξει η Γ.Ε για το συγκεκριμένο θέμα. Ακόμη όμως και αυτή η αναφορά που γίνεται στο δημοσίευμα σε «ασφαλείς πληροφορίες του «Π», θέμα στο οποίο στάθηκε έντονα η πλευρά των εναγόντων κατά την ακρόαση, φαίνεται τελικά να ήταν άνευ αντικειμένου αφού το τι καταγράφεται να είχε προκύψει από αυτές τις «ασφαλείς πηγές» ήταν ουσιαστικά το τι είχε ούτως ή άλλως διαπιστώσει και δημοσιεύσει η Γ.Ε - «.Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Π», η εν λόγω εταιρεία επαναχρησιμοποιεί τα ίδια υλικά για τα περίπτερα του ΚΟΤ.». Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως ήδη ανέφερα, οι ίδιοι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 παραδέχτηκαν και επιβεβαίωσαν την αλήθεια της συγκεκριμένης αναφοράς, ήτοι δέχτηκαν ότι όντως χρησιμοποιούσαν «.Το ίδιο περίπτερο δύο φορές και ορισμένα υλικά θα χρησιμοποιηθούν για δύο φορές.» και ότι «.Για αυτόν τον λόγο με το να χρησιμοποιήσουμε δύο φορές τα ίδια υλικά, τότε πέφτει το κόστος κατασκευής του περίπτερου». Στο βαθμό λοιπόν που το επίδικο δημοσίευμα παρουσίαζε τους ενάγοντες επανειλημμένα και από το 2005 τουλάχιστο να κερδίζουν διαγωνισμούς του ΚΟΤ και δη διαγωνισμούς εκατομμυρίων ευρώ ενώ «τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές», αυτό δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί δυσφημιστικό για τους ενάγοντες εφόσον είναι προφανές ότι τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα είναι ουσιαστικά τα ίδια με αυτά που η Γ.Ε είχε ήδη δημοσιεύσει με την έκθεση της ότι διαπίστωσε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας στον ΚΟΤ, και την οποία έκθεση το δημοσίευμα ουσιαστικά αντιγράφει. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ σ' ένα άλλο ισχυρισμό που πρόβαλλαν οι ενάγοντες, ήτοι ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κακόβουλα και ότι το δημοσίευμα τους περιέχει ψευδείς και παραπλανητικές αναφορές. Σύμφωνα λοιπόν με τους ενάγοντες, η κακοβουλία των εναγομένων προκύπτει πρωτίστως από το γεγονός ότι ενώ η Γ.Ε. δεν τους κατονόμαζε στην έκθεση της, εντούτοις ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος, καθ' ύποπτο τρόπο και λόγο, «έσπευσε να βρει» και να αποκαλύψει στο κοινό ποιον είναι που εννοούσε η Γ.Ε.. Μάλιστα δε, από τα όσα ανέφεραν κατά την ακρόαση οι ΜΕ1 και ΜΕ2, αυτό φάνηκε να ήταν τελικά και το ουσιαστικό παράπονο τους αλλά και η αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ήτοι το γιατί οι εναγόμενοι να αποκαλύψουν στο κοινό ότι είναι σε αυτούς που αναφερόταν η Γ.Ε: «.γιατί να βάλει το όνομά μου; Εάν δεν είχε το όνομά μου δεν θα έλεγα πώς θα είναι η δουλειά του. Από τη στιγμή που αναφέρει το όνομά μου και την εταιρεία μου, τότε λέω και εγώ πώς έπρεπε να το γράψει ή πώς έπρεπε να πράξει σύμφωνα με τη δική μου γνώμη..δεν έπρεπε να γραφτεί το όνομα της εταιρείας μου και η εταιρεία μου. Τούτο είναι το παράπονό μου.Που την στιγμή που η Γενική Ελέγκτρια δεν αναφέρει το γεγονός, δεν έχω τίποτε εναντίον μου που τη Γενική Ελέγκτρια, που την εταιρεία μου ή που τον ΚΟΤ, γιατί να έρθει ο Πολίτης να γράψει το όνομά μου, με ποιο δικαίωμα, και την εταιρεία μου. γιατί δεν αναφέρθηκαν εις τον ΚΟΤ ή στη Γενική Ελέγκτρια και αναφέρθηκαν εις την εταιρεία μου και τον XXXXX τον Λιασίδη. Που την στιγμή που έγραψαν το όνομα μου και την εταιρεία μου, τότε η ενέργεια τους ήταν κακόβουλη...Να ενημερώσουν το κοινό εάν σωστά όπως τα έγραφε η Γενική Ελέγκτρια ή να ενημερώσουν το κοινό με ό,τι θέλουν, όχι με το να με προσβάλουν και να κατηγορούν την εταιρεία μου και το όνομα μου..» (βλ. αντεξέταση ΜΕ1 09/04/20) Επί της πιο πάνω θέσης των εναγόντων παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, μπορεί στην έκθεση της η Γ.Ε να μην κατονόμαζε ρητά τους ενάγοντες όμως οι λεπτομερείς αναφορές που παρέχονταν στην έκθεση της τελευταίας ήταν πέραν από αρκετές για τους «φωτογραφίσουν», Αυτό όχι μόνο γιατί στην έκθεση της η Γ.Ε αναφέρθηκε ρητά στο διαγωνισμό του ΚΟΤ υπ. αρ. 41/2007 και στην εταιρεία που κέρδισε τον εν λόγω διαγωνισμό αλλά και διότι οι αναφορές στον συγκεκριμένο επιτυχόντα προσφοροδότη συνδέθηκαν από τη Γ.Ε. με μια δημοσιευμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 09/06/11, στα πλαίσια της οποίας ο συγκεκριμένος διαγωνισμός εξετάστηκε δικαστικά και ακυρώθηκε καθώς και με τις διαπιστώσεις της ότι «.τα τουριστικά περίπτερα παρουσιάζουν πολλές ατέλειες τόσο στην κατασκευή όσο και στην γενική εικόνα τους», ότι «.τα περίπτερα που χρησιμοποιούνται είναι τα ίδια κάθε χρόνο με μικρές μόνο μετατροπές..» και ότι «.ο συγκεκριμένος προσφοροδότης με πολύ μικρό κόστος, τα τελευταία 7 χρόνια, αφού από το 2005 το μεγαλύτερο μέρος του διαγωνισμού κατακυρώνεται στον ίδιο, ωφελείται σχεδόν ολόκληρο το ποσό που του κατακυρώνεται και που για τον διαγωνισμό του 2010 ανερχόταν σε €2.084.
- Ήταν λοιπόν άμεσα και πλήρως αντιληπτό τουλάχιστο στον ΚΟΤ και σε όσους ενεπλάκηκαν στο διαγωνισμό 41/2007, ότι είναι στους ενάγοντες που αναφερόταν η Γ.Ε. Δεν χρειαζόταν δηλαδή να δημοσιευτεί το επίδικο δημοσίευμα ώστε να γίνει αντιληπτό στον ΚΟΤ ότι η Γ.Ε είχε θίξει στην έκθεση της τη συνεργασία του οργανισμού με τους ενάγοντες και το λέω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η κύρια βάση επί της οποίας οι ενάγοντες στήριξαν την όλη θέση τους περί πρόκλησης ζημιάς σε αυτούς συνεπεία του επίδικου δημοσιεύματος, ήταν η κατ' ισχυρισμό αρνητική επίδραση που είχε στον ΚΟΤ το δημοσίευμα και η εκεί αποκάλυψη των ονομάτων τους. Ακόμη και το ευρύ κοινό όμως μπορούσε εύκολα να διαπιστώσει σε ποιους είναι που αναφερόταν η Γ.Ε, αφού η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 09/06/11 στη προσφυγή 1950/08 είχε ήδη δημοσιευτεί και σε αυτή γινόταν όχι μόνο ρητή αναφορά στο διαγωνισμό 41/2007 και στην ακύρωση του στα πλαίσια της προσφυγής που καταχώρησε κάποιος ανεπιτυχόντας προσφοροδότης, αλλά και ρητή αναφορά στα ονόματα αμφότερων των εναγόντων. Τα στοιχεία αυτά λοιπόν, τα οποία ήταν ήδη δημόσια προσβάσιμα, ήταν τόσο λεπτομερή και περιεκτικά που οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέλος του κοινού αλλά και οι δημοσιογράφοι, μπορούσαν εύκολα να διαπιστώσουν για ποιους και για ποιο θέμα είναι που αναφερόταν η Γ.Ε στην έκθεση της. Το ότι ο συντάκτης του επίδικου άρθρου προχώρησε και έκαμε αυτή την εύκολη έρευνα στις δημόσια προσβάσιμες βάσεις δεδομένων οπόταν και εντόπισε τα ονόματα των εναγόντων, όχι μόνο δεν συνιστά ένδειξη κακοβουλίας αλλά αντίθετα συνιστούσε και υποχρέωση του δημοσιογράφου να διερευνήσει περαιτέρω το θέμα αφού αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό. Το ότι οι ενάγοντες θεωρούσαν ότι η έκθεση της Γ.Ε δεν θα προσέλκυε οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή ενδεχομένως να ευελπιστούσαν ότι αυτή θα «περνούσε» απαρατήρητη, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του δημοσιογράφου, ο οποίος άλλωστε δημοσιογράφος αποφάσισε να διερευνήσει ένα θέμα για το οποίο η ίδια η Γ.Ε είχε μέσω της έκθεσης της απαιτήσει όπως διερευνηθεί. Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, προσεκτική ανάγνωση του δημοσιεύματος καταδεικνύει ότι αυτό εμπεριέχει και στοιχεία που εμπίπτουν στην αρχή του «bane and antidote» (δηλητήριο και αντίδοτο) και τα οποία, ως είναι νομολογημένο, πρέπει να συνεξεταστούν μαζί με όλους τους άλλους παράγοντες προτού να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί δυσφημιστικού χαρακτήρα (βλ. τις αναφορές στον Gatley που γίνονται στις υποθέσεις Μεσαρίτη και Γεωργιάδη ανωτέρω). Τα στοιχεία αυτά στην παρούσα περίπτωση εντοπίζονται στην αναφορά που γίνεται στο δημοσίευμα ότι ο λόγος που η ενάγουσα 1 επαναχρησιμοποιούσε τα ίδια υλικά και περίπτερα δεν ήταν η κακοπιστία και η ανεντιμότητα αλλά διότι «.προφανώς, στα στενά χρονοδιαγράμματα, μέσα στα οποία θα εκτελούσε η ExhibitonWise τα συμβόλαια της με τον ΚΟΤ, (ήταν) υποχρεωμένη κατά κάποιο τρόπο να επαναχρησιμοποιεί υλικά.». Είναι περιττό θεωρώ να επεκταθώ στο πώς η εν λόγω αναφορά κάθε άλλο παρά δυσφημιστική είναι για τους ενάγοντες. Άλλο σημείο που έθιξαν οι ενάγοντες για να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί κακοβουλίας και αναλήθειας του δημοσιεύματος ήταν η φωτογραφία που το συνόδευε, για την οποία ισχυρίστηκαν ότι ήταν παραπλανητική. Όπως όμως εύστοχα επεσήμανε και η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων, σε καμία παραπλάνηση δεν προέβη ο δημοσιογράφος αφού κατέγραψε ρητά στη λεζάντα της φωτογραφίας ότι αυτή αφορούσε «Το περίπτερο του ΚΟΤ στην έκθεση World Travel Market του Λονδίνου τον περασμένο Νοέμβριο, σχεδιασμένο από την C. Liasides Exhibitionwise Limited», ό,τι δηλαδή είναι που οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είχε «αποκρυφτεί» από το κοινό. Το ότι δε για το συγκεκριμένο περίπτερο δόθηκαν συγχαρητήρια στους ενάγοντες ουδόλως δύναται να προσδώσει έρεισμα στους επί του προκειμένου ισχυρισμούς τους περί παραπλάνησης αφού τόσο το κείμενο του δημοσιεύματος όσο και η λεζάντα της φωτογραφίας έκαμναν ρητή και ξεκάθαρη αναφορά στο τι είναι που αφορούσαν και καμία σύγχυση δεν μπορούσε να προκληθεί ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των ανταγωνιστών τους και συγκεκριμένα της εταιρείας που είχε καταχωρήσει και κερδίσει την προσφυγή 1950/08, περιορίζομαι να αναφέρω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μέχρι τέλους ως μια ατεκμηρίωτη εικασία των εναγόντων, η οποία δεν βρίσκει έρεισμα πουθενά στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Άλλωστε, ήταν η ίδια η Γ.Ε που παρέπεμψε στην εν λόγω προσφυγή και στην επιτυχία του ανταγωνιστή των εναγόντων και όχι το επίδικο δημοσίευμα. Κρίνω τέλος σκόπιμο να αναφέρω ότι στο βαθμό που οι ενάγοντες εξέφρασαν παράπονο για παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων συνεπεία της αποκάλυψης των ονομάτων τους, τέτοιο παράπονο εκφεύγει των ορίων της δικογραφίας αφού η βάση αγωγής καταγράφεται ρητά και ξεκάθαρα να είναι ο «λίβελλος και/ή δυσφήμηση». Τίποτα λοιπόν δεν έχει τεθεί ενώπιον μου από πλευράς εναγόντων που να καταδεικνύει ότι η επί του προκειμένου πτυχή του δημοσιεύματος ήταν δυσφημιστική γι' αυτούς ή ότι ήταν ψευδής και παραπλανητική ή ότι υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα ή κακοβουλία. Έστω όμως και να κατέληγα στο συμπέρασμα ότι επί αυτής του της πτυχής το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τους ενάγοντες, θα θεωρούσα ότι αυτό καλύπτεται από όλες τις προβληθείσες υπερασπίσεις, ήτοι της αλήθειας, του εύλογου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και του προνομίου. Οι εν λόγω υπερασπίσεις έτυχαν σχολιασμού σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα περιοριστώ να παραθέσω αυτούσια κάποια σχετικά αποσπάσματα τα οποία θεωρώ μιλούν από μόνα τους. Υπεράσπιση της Αλήθειας «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας («justification») της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου (Beevis v. Dawson [1957] 1 QBD 195), αυτή όπως το θέτει και το σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, - ανωτέρω - σελ. 160, είναι πάντοτε επικίνδυνη διότι τυχόν ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας του κειμένου, μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Αυτό, διότι αν το κείμενο είναι τελικώς ψευδές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος έντιμα και εύλογα πίστευε ότι ήταν ορθό. Η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων στο δημοσιευμένο κείμενο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, υπό την αίρεση ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι αληθής, οι δε λεπτομέρειες που αποδεικνύονται αναληθείς δεν επιδεινώνουν τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του κειμένου ή διαφοροποιούν τη φύση του. Όπως εξηγείται και στον Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 502-503, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρησή της.» (βλ. Γαληνιώτης). «Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο
- Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pamplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται.» (βλ. ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175) Υπεράσπιση του Έντιμου Σχολίου «Η υπεράσπιση αυτή έχει το βάθρο της νομοθετικά στο άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και έχει αναλυθεί από τη νομολογία. (Βλ. Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.ά.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1222, Καραβίας ν. Σταύρου
(2012)1 Α.Α.Α. 469, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1743, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497). Προκύπτει πως η υπεράσπιση αυτή καλύπτει δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημούμενου. Στη Μαύρος ν. Στυλιανού ανωτέρω λέχθηκαν τα εξής: «Το σχόλιο είναι έκφραση γνώμης (Christie v. Robertson [1889] 10 N.S.W.L.R. 157, 161). Αν λεχθεί ότι συγκεκριμένη πράξη κάποιου είναι ανέντιμη, έχουμε σχόλιο, αλλά αποτελεί ισχυρισμό γεγονότος αν λεχθεί ότι το πρόσωπο αυτό διέπραξε την πράξη για την οποία ασκείται η κριτική. Αν ο εναγόμενος αποφασίσει να προβάλει την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Crawford v. Albu [1917] A.D. (S. Africa) 102)..» Σωστότερο είναι να λεχθεί πως το σχόλιο «είναι εύλογα να συναχθεί ότι αποτελεί συμπέρασμα, κριτική διαπίστωση ή παρατήρηση .....». Βλ. Clark v. Norton {1910} VLR 494). Εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα στα οποία αφορά το σχόλιο πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθινά. (Βλ. Πετρίδης ν. Δίας κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1464).. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί κατά την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αποδίδουν ουσιωδώς ορθά τα γεγονότα που συνιστούσαν την υπόθεση (Βλ. Gatley (ανωτέρω) σελ.423-444).. Στις εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1B Α.Α.Δ. 856 αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος» Η ελευθερία της έκφρασης και οι περιορισμοί της συναρτώνται με την ιδία την έννοια της Δημοκρατίας και συνεπώς τη μέγιστη κατάκτηση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Όπως και η Δημοκρατία έτσι και η ελευθερία έκφρασης έχει δυσκολίες στην πραγμάτωση της. Όμως εκεί που προέχει η ανάγκη ενημέρωσης και ενδεχομένως η ανάγκη αφύπνισης σε θέματα πηγάζοντα από άσκηση εξουσίας υπερέχει η αρχή της ελευθερίας της έκφρασης. Εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε η αρχή της ελευθερίας της έκφρασης να υπερέχει της προστασίας της φήμης. Στη Μαύρος κ.ά. ν. Παπαπέτρου, Πολ.έφ.59/12, ημερ. 29.5.2018 επαναλήφθηκε και επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο η τάση της νομολογίας του ΕΔΑΔ αλλά και της δικής μας ως προς τον περιορισμό του αδικήματος στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης.. (παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση)» (βλ. ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A418, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 274/2016, 27/9/2018). «...η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου προϋποθέτει σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία, θα το δικαιολογούσε (βλ. Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1222, ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497 και Δρουσιώτη κ.α. ν. Παπασάββα, Πολ. Εφ. 236/11 ημερ. 6.3.15)» (βλ. XΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 33/11, 4/3/2016). «Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ. και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημουμένου. Όπως ορθά είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper Co. Ltd [1908] 2 K.B. 319, κάποιο σχόλιο, για να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως δίκαιο ή έντιμο, θα πρέπει κατ' αρχή να παρουσιάζεται ως σχόλιο και δεν πρέπει να είναι τόσο αναμεμειγμένο με τα γεγονότα ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να διακρίνει μεταξύ του τι είναι αναφορά γεγονότος (report) και τι είναι σχόλιο. Η ίδια θέση παρατίθεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 705, όπου και τονίζεται ότι μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κ.λπ.. Οι πιο πάνω θέσεις υιοθετήθηκαν επανειλημμένα και σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Βλ. π.χ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.ά. v. Φιλίππου (άλλως Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 958).» (βλ. ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175) Υπεράσπιση του Προνομίου «Το προνόμιο, γενικώς, αποτελεί υπεράσπιση, διαχωρίζεται δε σε απόλυτο («absolute privilege») και περιορισμένο («conditionally» ή «qualified privilege»). Οι κατηγορίες που εμπίπτουν στην υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου εμπεριέχονται στο Αρθρο 20
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μεταξύ των οποίων είναι και η υποπαράγραφος (ζ), που καλύπτει την περίπτωση το δημοσίευμα να είναι «.... στην πραγματικότητα ακριβοδίκαιο, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί η επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή·» Το εδάφιο
(2)του Αρθρου 20, προνοεί επίσης ότι όταν η δημοσίευση δυσφημιστικού, κατά τα άλλα, δημοσιεύματος κρίνεται απόλυτα προνομιούχος, τότε «.... είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές, και κατά πόσο ο εναγόμενος εγνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος και κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει ή όχι.». Αυτή η σαφέστατη νομοθετική πρόνοια προσφέρει και τον οδηγό για το Δικαστήριο ως προς την αντιμετώπιση των διαφόρων υπερασπίσεων, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts - πιο πάνω - σελ. 163-164, το απόλυτο προνόμιο έχει αναγνωριστεί ως αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου έχοντας υπόψη ότι τα Δικαστήρια στελεχώνονται από άτομα, ο έντιμος χαρακτήρας των οποίων δεν θα θέσει σε κίνδυνο ή κατάχρηση αυτό το προνόμιο. Αλλά και ό,τι λέγεται στη δικαστική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι μεταφέρεται σε δημοσίευμα ακριβοδίκαια, θεωρείται επίσης καλυπτόμενο από το απόλυτο προνόμιο. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 164-165, το δημοσίευμα δεν είναι ανάγκη να είναι verbatim αναδημοσίευση του τι λέχθηκε, αλλά είναι αρκετό εάν στη βάση του αποτελεί μια ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί («a fair account of what took place»). Παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν εξαλείφουν ή αναιρούν το προνόμιο. Η δε εφημερίδα δεν υποχρεούται να επαληθεύσει ότι οτιδήποτε ελέχθη από ένα συνήγορο ή ένα μάρτυρα είναι ακριβές. Να διευκρινιστεί εδώ ότι κατά το κοινοδίκαιο δημοσιεύσεις περί δικαστικών διαδικασιών, πιθανόν να εντάσσονται και στην κατηγορία του περιορισμένου προνομίου, οι δικαστικές δε αυτές διαδικασίες είναι διάφορες ή έχουν διευρυμένη έκταση από αυτές που ελκύουν το απόλυτο προνόμιο (δέστε Salmond on the Law of Torts - ανωτέρω - σελ. 171-172 και Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 519-520). Παρατηρείται λοιπόν ουσιώδης διαφορά με το Κεφ. 148, όπου νομοθετικά καλύπτεται μόνο η περίπτωση του απόλυτου προνομίου με το Αρθρο 20
(1)(ζ), ενώ το Αρθρο 21
(1)(ε), που αφορά το υπό επιφύλαξη προνομιούχο δημοσίευμα, καλύπτει μόνο την ακριβοδίκαιη και ακριβή αναφορά σε σχέση με οτιδήποτε έχει λεχθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα.» (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Δεν θεωρώ αναγκαίο να επεκταθώ ως προς το πώς είναι που όλες οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στη συγκεκριμένη πτυχή του επίδικου δημοσιεύματος σε σχέση με την κάθε προβληθείσα υπεράσπιση ξεχωριστά, αφού, από απλή ανάγνωση του επίδικου δημοσιεύματος και αντιπαραβολή του με την έκθεση της Γ.Ε, έχοντας κατά νου και τις περιβάλλουσες συνθήκες της δημοσίευσης του ως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, αυτό, στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα για το συγκεκριμένο θέμα είναι στην ουσία του αληθές ενώ στο βαθμό που περιέχει σχόλια, συμπεράσματα, κριτική διαπίστωση ή παρατήρηση για το εν λόγω θέμα, τέτοιες αναφορές εδράζονται στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων και αφορούν αναμφίβολα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Ήταν άλλωστε θέμα που όχι μόνο απασχόλησε την ίδια τη Γ.Ε. αλλά και για το οποίο η τελευταία απαίτησε ρητά όπως διερευνηθεί περαιτέρω. Το δημοσιογραφικό δε καθήκον των εναγομένων να δημοσιεύσουν τα όσα από την έκθεση της Γ.Ε έκριναν σημαντικά για σκοπούς ενημέρωσης του κοινού, ως το εν λόγω καθήκον αναγνωρίστηκε και από τον ίδιο τον ΜΕ1 κατά την ακρόαση, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ή ένδειξης κακοβουλίας ή σκοπιμότητας κατά τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, επιβεβαιώνουν την πιο πάνω κατάληξη μου. Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον πρόκειται για δημοσίευση αναφορών που έγιναν στα πλαίσια της επίσημης έκθεσης της Γ.Ε. της Δημοκρατίας και συνιστούν, ως φαίνεται και από τα όσα έχω ήδη αναφέρει, ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων λέχθηκαν στην εν λόγω έκθεση («a fair account of what took place»), «.... είναι αδιάφορο κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές, και κατά πόσο ο εναγόμενος εγνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος και κατά πόσο η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστει ή όχι.». Επομένως, και η σχετική υπεράσπιση του προνομίου θα τύγχανε εφαρμογής (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω). Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, υπάρχει και μια άλλη πτυχή του δημοσιεύματος για την οποία παραπονούνται οι ενάγοντες, ήτοι η αναφορά που γίνεται σ' αυτό στο ότι η ενάγουσα 1 «.(η οποία μάλιστα, σύμφωνα με απόφαση του Ανώτατου το 2007, προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ, αφού ο διευθυντής της κατέθεσε προσφορά για τον ίδιο διαγωνισμό με το όνομα άλλης εταιρείας).» και η οποία αναφορά είναι θεωρώ χωριστή και ανεξάρτητη από το θέμα στο οποίο το υπόλοιπο δημοσίευμα αφορά, ήτοι το δικαιολογημένο ή μη των συμβάσεων που συνάπτονταν μεταξύ ΚΟΤ και ενάγουσας 1 και των αμοιβών που ο πρώτος κατέβαλλε στη δεύτερη. Εξηγώ. Ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δημοσιογράφος επέλεξε να εντάξει τη συγκεκριμένη αναφορά στο δημοσίευμα του, ήτοι παρενθετικά, και χρησιμοποιώ τον όρο αυτό τόσο με τη γραμματική του έννοια όσο και με τη συντακτική του εφόσον είναι ακριβώς μεταξύ παρενθέσεων που η αναφορά αυτή «μπήκε» στο δημοσίευμα, φανερώνει μια προσωρινή απομάκρυνση από το κύριο θέμα του δημοσιεύματος ώστε να δοθεί στον αναγνώστη μια δευτερεύουσα πληροφορία, η οποία όμως δεν αφορά ούτε τον τρόπο λειτουργίας του ΚΟΤ αλλά ούτε και κάποιο άλλο πρόσωπο εκτός των εναγόντων. Μάλιστα δε, ενώ το ύφος, η ουσία και τα δημοσιογραφικά πυρά ολόκληρου του υπόλοιπου δημοσιεύματος στρέφονται ουσιαστικά εναντίον του ΚΟΤ και του κατακριτέου από τη Γ.Ε τρόπου με τον οποίο ο εν λόγω Οργανισμός διαχειριζόταν τους διαγωνισμούς που προκήρυττε και τις συμβάσεις που σύναπτε, η επίδικη αναφορά, η οποία παρουσιάζει τους ενάγοντες να είχαν διαπιστωθεί δικαστικά ότι το 2007 προσπάθησαν να ξεγελάσουν τον ΚΟΤ, όχι μόνο μεταθέτει το στόχο των δημοσιογραφικών πυρών απευθείας και αποκλειστικά στους ενάγοντες αλλά και αυτόν καθ' αυτόν τον ΚΟΤ, τον οποίο το υπόλοιπο δημοσίευμα κατακρίνει, τον παρουσιάζει να ήταν το «αθώο» μέρος στη συγκεκριμένη περίπτωση του 2007 στην οποία αφορά η επίδικη αναφορά. Εισάγει δηλαδή στο δημοσίευμα η επίδικη αναφορά, ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, και είναι συνεπώς ως τέτοια χωριστή και ανεξάρτητη αναφορά που δύναται και που θα πρέπει να εξεταστεί. Εξετάζοντας λοιπόν αυτή την πτυχή του επίδικου δημοσιεύματος, δεν θεωρώ αναγκαίο να επεκταθώ ως προς γιατί η συγκεκριμένη χωριστή και ανεξάρτητη αναφορά δύναται να θεωρηθεί ως δυσφημιστική για τους ενάγοντες εν τη φυσική της έννοια μάλιστα. Τους αποδίδει ανεντιμότητα, δόλο και προσπάθεια αποκόμισης αθέμιτου οφέλους σε βάρος ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου, ο οποίος διαχειρίζεται χρήματα που προέρχονται από το δημόσιο ταμείο. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο ΚΟΤ ελέγχεται από τη Γ.Ε αναφορικά με τον τρόπο που διαχειρίζεται τους διαγωνισμούς που προκηρύσσει - «.Στα πλαίσια του ελέγχου των διαγωνισμών που προκηρύχθηκαν από τον Οργανισμό.» (βλ. Τεκ.9). Διαπιστώνοντας λοιπόν ότι η επίδικη αναφορά είναι δυσφημιστική για τους ενάγοντες, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί τώρα, είναι αν η αναφορά αυτή καλύπτεται από τις υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Σημειώνω εδώ ότι εφόσον η συγκεκριμένη αναφορά κρίνεται, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, να συνιστά χωριστή και ασύνδετη με το υπόλοιπο δημοσίευμα αναφορά, δεν μπορεί αυτόματα να καλυφτεί από την επιτυχή κατάληξη που θα είχαν οι ίδιες υπερασπίσεις σε σχέση με το υπόλοιπο δημοσίευμα. Θα πρέπει λοιπόν να αποδειχτεί ξεχωριστά ότι και αυτή η αναφορά είναι επιδεκτική εφαρμογής των υπερασπίσεων που προωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι της αλήθειας, του έντιμου σχολίου και του προνομίου. Επί αυτού τους θέματος λοιπόν σημειώνω τα εξής. Η επί του προκειμένου υπερασπιστική γραμμή των εναγομένων, όπως αυτή προωθήθηκε μέσω της δικογραφίας και κατά την ακρόαση μέσω του ΜΥ1, ο οποίος να σημειωθεί δεν ήταν ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος, βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στο περιεχόμενο της απόφασης της 09/06/11 στην προσφυγή 1950/
- Άλλωστε και η επίδικη αναφορά στο δημοσίευμα αναφέρει ρητά και υπό τη μορφή καταλογισμού γεγονότος (report of fact), ότι κάποια δικαστική απόφαση υπήρχε που αφορούσε τους ενάγοντες και κάποιο διαγωνισμό του ΚΟΤ στον οποίο συμμετείχαν. Ήταν λοιπόν κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι η συγκεκριμένη επίδικη αναφορά αφορούσε στην απόφαση της 09/06/11 στην 1950/08, το σχετικό απόσπασμα από την οποία έχω ήδη παραθέσει αυτούσιο ανωτέρω. Ήταν όμως επίσης κοινώς αποδεκτό, όπως άλλωστε δέχτηκε και ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του, ότι αν και στην εν λόγω απόφαση γίνεται μεν αναφορά στο γεγονός ότι «.ο διευθυντής της (ενάγουσας 1) κατέθεσε προσφορά για τον ίδιο διαγωνισμό με το όνομα άλλης εταιρείας.», εντούτοις πουθενά στην εν λόγω απόφαση δεν αναφέρεται ούτε η λέξη «ξεγέλασαν» ή τα παράγωγα της, ούτε η φράση που χρησιμοποιήθηκε στο δημοσίευμα, ήτοι ότι η ενάγουσα 1 «προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ». Παρά ταύτα, θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η αναφορά στο δημοσίευμα ότι η ενάγουσα 1 «προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ, αφού ο διευθυντής της κατέθεσε προσφορά για τον ίδιο διαγωνισμό με το όνομα άλλης εταιρείας.», συνιστούσε το τι ήταν που ο εναγόμενος 2 συντάκτης του δημοσιεύματος αντιλήφθηκε να εννοούσε πραγματικά ο Δικαστής όταν με «κομψό» τρόπο κατέγραψε ότι: «.(ο) νομικός σύνδεσμος στοιχειοθετείται από την ταύτιση του προσώπου του διευθυντή στις δυο εταιρείες και την ταυτόχρονη συμμετοχή του ως κύριου μετόχου του ενδ. μέρους. Αυτός ακριβώς ο σύνδεσμος συνιστά «ιδιάζουσα σχέση» για τους σκοπούς του διαγωνισμού. Η συμμετοχή του κ. Λιασίδη στις δυο εταιρείες βάσει των καταστατικών τους αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος υπογράφει και τις δυο προσφορές, αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για απλό μέλος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ότι επρόκειτο περί εκτελεστικού διευθυντή των υπό αναφορά δυο προσφοροδοτών. Συνεπώς η μυστικότητα και η αξιοκρατία κατά τη διαδικασία που διασφαλίζεται από την υποβολή των προσφορών σε κλειστούς φακέλους καθώς και ο κανόνας συμμετοχής κάθε νομικού ή φυσικού προσώπου στο διαγωνισμό μεμονωμένα και όχι μέσω εναλλακτικών προσφορών, παραβιάζονται όταν το ίδιο φυσικό πρόσωπο υπογράφει και τις δυο προσφορές..» Με κάθε σεβασμό όμως προς το ΜΥ1 και τους εναγόμενους, τίποτα στην απόφαση της 09/06/11 δεν δικαιολογεί είτε την φερόμενη αντίληψη του εναγόμενου 2 συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος, είτε την επίδικη αναφορά είτε την εφαρμογή οποιασδήποτε από τις υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Εξηγώ. Κατά πρώτο, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον τίτλο της 1950/08, οι εκεί διάδικοι ήταν ο ανταγωνιστής των εναγόντων και ο ΚΟΤ και ότι σύμφωνα με την επισήμανση του Δικαστηρίου, «.Εκείνο που συνιστά τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων έγκειται ουσιαστικά στην ερμηνεία του όρου «ιδιάζουσα σχέση».» προκύπτει ξεκάθαρα ότι όχι μόνο ήταν σε πλήρη γνώση του ΚΟΤ ότι μέσω του ενάγοντα 2 είχαν υποβληθεί χωριστές προσφορές εκ μέρους δύο εταιρειών αλλά και ότι ο ίδιος ΚΟΤ είχε υπερασπιστεί την ενέργεια αυτή στο Δικαστήριο ως απόλυτα ορθή και συμβατή με τους όρους του διαγωνισμού. Μάλιστα δε, όπως ρητά καταγράφεται στην απόφαση, ένας από τους λόγους για τους οποίους καταχωρήθηκε η εν λόγω προσφυγή ήταν διότι η Επιτροπή Αξιολόγησης του ίδιου του ΚΟΤ είχε κρίνει «.ότι δεδομένου του γεγονότος ότι η εταιρεία URG Transport Ltd είναι μη δικαιούμενη συμμετοχής τότε δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει το δικαίωμα άλλου οικονομικού φορέα να συμμετάσχει στο διαγωνισμό». Πώς λοιπόν θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα 1 «προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ αφού ο διευθυντής της κατέθεσε προσφορά για τον ίδιο διαγωνισμό με το όνομα άλλης εταιρείας», όταν ο ίδιος ο ΚΟΤ όχι μόνο εξέτασε το θέμα πριν κατακυρώσει το διαγωνισμό υπέρ της ενάγουσας 1 αλλά μάλιστα αποφάσισε και ότι ο ενάγοντας 2 δικαιούτο να ενεργήσει με το συγκεκριμένο τρόπο; Κατά δεύτερο, το αντικείμενο της προσφυγής στην 1950/08 δεν ήταν και λόγω της φύσης της διαδικασίας, ήτοι προσφυγή με βάση το αρ.146Σ, δεν μπορούσε να ήταν, το θεμιτό ή το έντιμο των ενεργειών των εναγόντων στα πλαίσια του διαγωνισμού 41/
- Αντιθέτως, αντικείμενο εκείνης της διαδικασίας όπως και κάθε προσφυγής με βάση το αρ.146Σ ήταν το κατά πόσο οι πράξεις ή παραλείψεις ενός διοικητικού οργάνου κατά την άσκηση της διοικητικής του λειτουργίας, στην προκείμενη περίπτωση ο ΚΟΤ και η διοικητική του απόφαση να κατακυρώσει το συγκεκριμένο διαγωνισμό υπέρ της ενάγουσας 1, ήταν ή όχι συμβατές με τους όρους του διαγωνισμού και τις αρχές του διοικητικού δικαίου. Το Δικαστήριο δηλαδή δεν το ενδιέφερε τι έκαναν οι ενάγοντες αλλά το πώς ο ΚΟΤ χειρίστηκε το όλο θέμα του διαγωνισμού, και ειδικότερα, όπως ρητά αναφέρεται στην απόφαση, το κατά πόσο ο ΚΟΤ ερμήνευσε ορθά τον όρο 1(θ) του διαγωνισμού. Είναι ακριβώς επί αυτής της βάσης που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε παραβιαστεί η μυστικότητα και αξιοκρατία της διαδικασίας, ήτοι διότι, όπως ρητά αναφέρεται στην απόφαση, «.θεωρώ την ερμηνεία της Επιτροπής (Αξιολόγησης) επί του συγκεκριμένου θέματος λανθασμένη.». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω και το εξής σημαντικό. Από την απόφαση φαίνεται ξεκάθαρα ότι η φράση «ιδιάζουσα σχέση» που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο, την οποία φράση ο ΜΥ1 απέδωσε σε προσπάθεια του Δικαστηρίου να πει με «κομψό» τρόπο αυτό που αναφερόταν στο επίδικο δημοσίευμα, δεν ήταν καν φράση του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η συγκεκριμένη φράση ήταν, όπως ρητά καταγράφεται στην απόφαση, μέρος του όρου του διαγωνισμού που το Δικαστήριο εξέταζε αν ερμηνεύτηκε σωστά από τον ΚΟΤ και ο οποίος όρος, όπως αυτός παρατίθεται αυτούσιος στην απόφαση, προνοούσε ότι «.Για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, οι Ενδιαφερόμενοι Οικονομικοί Φορείς πρέπει να .να μην επηρεάζονται ή δυνατό να επηρεαστούν από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφέροντος στον παρόντα διαγωνισμό ή να μην έχουν οποιαδήποτε ιδιάζουσα σχέση με άλλους διαγωνιζόμενους ή μέρη που εμπλέκονται στη Σύμβαση.»». Κοντολογίς, από τα πιο πάνω συνάγεται ότι στο βαθμό που επίδικη αναφορά καταλογίζει ως γεγονός ότι διαπιστώθηκε δικαστικά ότι οι ενάγοντες προσπάθησαν να ξεγελάσουν τον ΚΟΤ αυτό δεν είναι αληθές, ούτε και στην ουσία του. Την ίδια στιγμή, στο βαθμό που η συγκεκριμένη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σχόλιο ή ως δημοσίευση μιας δικαστικής διαδικασίας ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των υπερασπίσεων του ευλόγου σχολίου και του προνομίου, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβοδίκαιη αναφορά ή ότι εδράζεται στη βάση κάποιου υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων αφού στην ουσία, η πραγματική βάση της επίδικης αναφοράς ήταν εσφαλμένη διότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε η απόφαση στην 1950/08 να διαβαστεί ή να θεωρηθεί ή να ερμηνευτεί ως «.απόφαση του Ανώτατου.» «.σύμφωνα (με την οποία).», η ενάγουσα 1, μέσω του ενάγοντα 2, «.το 2007, προσπάθησε να ξεγελάσει τον ΚΟΤ.» (βλ. μεταξύ άλλων Αγγελίδης ανωτέρω). Των πιο πάνω λεχθέντων, θα πρέπει να αναφέρω εδώ ότι για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, δεν διαπιστώνω ούτε και για το συγκεκριμένο θέμα κακοβουλία από πλευράς εναγόμενου 2 δημοσιογράφου. Διαπιστώνω όμως προχειρότητα αλλά και επιπολαιότητα κατά την εκτέλεση του δημοσιογραφικού του λειτουργήματος καθώς επίσης και παράλειψη του να εκτελέσει ορθά και επιμελώς τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το δημοσιογραφικό του καθήκον και συνάμα το δικαίωμα του να πληροφορεί το κοινό. Αυτό γιατί από τη στιγμή που αποφάσισε να προβεί στη δημοσίευση μιας δικαστικής διαδικασίας αυτός όφειλε, είτε να προβεί σε ακριβοδίκαιη αναφορά, είτε, αν ο ίδιος δεν ήταν καταρτισμένος ή έμπειρος να κατανοήσει την απόφαση, να ζητήσει πληροφορίες από κάποιον που ήταν ή έστω να δημοσιεύσει αυτούσια την απόφαση και να αποφύγει να κάμει ο ίδιος οποιοδήποτε σχόλιο. Τίποτα τέτοιο όμως δεν έπραξε ο εναγόμενος 2 δημοσιογράφος στην προκείμενη περίπτωση, ο οποίος ουσιαστικά φαίνεται να διάβασε «βιαστικά» και πρόχειρα μια δικαστική απόφαση και χωρίς να την κατανοήσει, θεώρησε ότι αν τη συμπεριλάβει στο δημοσίευμα του όπως εσφαλμένα την αντιλήφθηκε θα έκανε το θέμα πιο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Με τον τρόπο αυτό όμως ο δημοσιογράφος κατέληξε να παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική και αλλοιωμένη εικόνα πραγμάτων, η οποία όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και δεν συνιστούσε ορθή ενημέρωση του κοινού αλλά ήταν και αδικαιολόγητα δυσφημιστική για τους ενάγοντες (βλ. Αγγελίδης ανωτέρω). Στα πλαίσια λοιπόν της στάθμισης του δικαιώματος της ελευθερίας λόγου και έκφρασης από τη μια και του δικαιώματος προάσπισης της φήμης από την άλλη, κρίνω ότι η συγκεκριμένη αναφορά στο επίδικο δημοσίευμα υπερέβη τα επιτρεπόμενα όρια και ενείχε τα δυσφημιστικά στοιχεία για τους ενάγοντες που αναφέρθηκαν ανωτέρω (βλ. Κυριάκου ανωτέρω). Δικαιούνται λοιπόν οι ενάγοντες να αξιώνουν αποζημιώσεις από τους εναγόμενους για δυσφήμηση και/ή λίβελλο, μόνο όμως σε σχέση με τη συγκεκριμένη αναφορά στο επίδικο δημοσίευμα. Το ερώτημα που προκύπτει τώρα και για το οποίο χρειάζεται να γίνει κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Γαληνιώτης ανωτέρω), είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι ενάγοντες. Θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 υπενθυμίζω ήταν ότι συνεπεία του επίδικου δημοσιεύματος, ολόκληρου βέβαια, υπέστηκαν σοβαρή ζημιά στη φήμη τους αλλά και ζημιά οικονομικής φύσης. Τη θέση αυτή η οι ΜΕ1 και ΜΕ2 επιχείρησαν κατά την ακρόαση να την βασίσουν επί δύο αξόνων, ήτοι αφ' ενός στην κατ ισχυρισμό αρνητική και δυσμενή εντύπωση που το δημοσίευμα προκάλεσε για εκείνους στους γνωστούς και συνεργάτες τους στην Κύπρο και στο εξωτερικό καθώς και στο ευρύ κοινό και αφ' ετέρου στις συνέπειες που το δημοσίευμα επέφερε στη συνεργασία τους με τον ΚΟΤ αφού «μετά το δημοσίευμα μειώθηκε η κατακύρωση προσφορών στην Ενάγουσα εταιρεία στην Κύπρο ενώ επηρέασε αρνητικά τη δυνατότητα των εναγόντων να διεκδικήσουν προσφορές στο εξωτερικό» (βλ. μεταξύ άλλων Τεκ. 6, 6Α, 19 και 23). Για τους λόγους όμως που θα εξηγήσω, μόνο ο πρώτος άξονας ευσταθεί, ο οποίος άλλωστε είναι ουσιαστικά αυταπόδεικτος, υπό την έννοια ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης είναι αγώγιμο per se και το θύμα της δυσφήμησης δικαιούται σε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση ώστε να «.αποκαθιστά.στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέτρο αποκατάστασης το χρήμα.(και).. Να βρίσκει δε.αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο.» (βλ. Κυριάκου ανωτέρω). Σημειώνω συνεπώς τα εξής. Παρ' όλο τον όγκο των λογιστικών, τραπεζικών και οικονομικών καταστάσεων που παρουσίασαν οι ενάγοντες για να καταδείξουν την κατ' ισχυρισμό «πτώση» στις συμβάσεις και έσοδα που λάμβαναν από τον ΚΟΤ μετά την επίδικη δημοσίευση, τίποτα δεν παρουσίασαν που να καταδεικνύει ότι όντως υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ του δημοσιεύματος και αυτής της κατ' ισχυρισμό «πτώσης», η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να οφείλεται σε σωρεία άλλων παραγόντων εν τη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Άλλωστε, όπως και οι ίδιοι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν κατά την ακρόαση, όσο σίγουρος και αν νιώθει κάποιος για τη «δύναμη» της προσφοράς που υποβάλλει σε ένα διαγωνισμό, τίποτα δεν του εγγυάται ότι στο τέλος αυτός είναι που θα κερδίσει. Μάλιστα δε, η προσφυγή που οι ίδιοι οι ενάγοντες καταχώρησαν όταν δεν κατακυρώθηκε υπέρ τους ένας από αυτούς τους διαγωνισμούς φανερώνει του λόγου το αληθές, έστω και αν στο τέλος αυτοί κέρδισαν την προσφυγή (βλ. Τεκ.11). Σε κάθε περίπτωση όμως, η ουσία της επί του προκειμένου θέσης των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία έγκειτο στο ότι δεν κέρδιζαν πλέον, όπως πριν, όλες τις προσφορές του ΚΟΤ διότι ο ΚΟΤ «φοβήθηκε» μετά το δημοσίευμα ότι θα εκτεθεί αν τους κατακυρώσει προσφορές, κρίνεται το λιγότερο αβάσιμη, αν μη τι άλλο διότι όπως ήδη ανέφερα και κατέστη και εύρημα μου, σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και μετά την επίδικη δημοσίευση, ο ΚΟΤ κατακύρωσε προς όφελος της ενάγουσας 1 διαγωνισμούς και μάλιστα της έδωσε και συγχαρητήρια για τις υπηρεσίες που παρείχε (βλ. παρ.23 - 29, 51 και 55 Έγγραφο Α, σελ.20 - 22 πρακτικών 04/06/20, Τεκ.6, 6Α και 7). Πώς είναι λοιπόν που φοβήθηκε ο ΚΟΤ; Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ούτε το ότι ο ΚΟΤ γνώριζε ακριβώς το τι περιέβαλλε τη συνεργασία που είχε με τους ενάγοντες πριν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος όπως γνώριζε και ότι στην έκθεση της η Γ.Ε είχε θίξει αυτή τη συνεργασία. Για να ευσταθεί λοιπόν η θέση των εναγόντων σημαίνει ότι αν είχε κάποιο λόγο ο ΚΟΤ να φοβάται να συνεχίσει να συνεργάζεται μαζί τους, που φαίνεται να μην είχε αφού συνέχισε να τους κατακυρώνει προσφορές και να τους δίνει συγχαρητήρια, τέτοιος φόβος δεν θα μπορούσε να οφείλεται στο επίδικο δημοσίευμα αλλά σε άλλους παράγοντες που μόνο ο ΚΟΤ, και ίσως οι ενάγοντες, γνωρίζουν. Οι μόνες λοιπόν αποζημιώσεις που δικαιούνται οι ενάγοντες είναι ώστε να αποκατασταθεί η φήμη τους στην κοινωνία συνεπεία του ότι παρουσιάστηκαν με το δημοσίευμα να είχαν προσπαθήσει να ξεγελάσουν τον ΚΟΤ. Υπενθυμίζω εδώ ότι «.στο δίκαιο της δυσφήμισης ο προσδιορισμός του ύψους των αποζημιώσεων είναι θέμα πολύπλοκο και γίνεται με βάση τη συνεκτίμηση διαφόρων παραμέτρων. Ως θέμα αρχής, η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη..Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων, συναρτώνται, μεταξύ άλλων, από τη θέση του ενάγοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος και τη γενικότερη συμπεριφορά του εναγόμενου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της Υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, το στάδιο που αυτή δίδεται και την επανάληψη της δυσφήμισης. Εν τέλει, το μέτρο των αποζημιώσεων συναρτάται με τη φύση, το χαρακτήρα και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου..» (βλ. Κυριάκου ανωτέρω). Έχω ήδη αναφερθεί στις συνθήκες που περιέβαλλαν την επίδικη δημοσίευση καθώς και στη φύση και χαρακτήρα της αναφοράς που κρίθηκε δυσφημιστική και θεωρώ περιττό να αναφέρω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απολογία από πλευράς εναγομένων αφού ακόμη και κατά την ακρόαση η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι τίποτα μεμπτό δεν υπήρξε στο επίδικο δημοσίευμα. Παραμένει λοιπόν να συνυπολογιστεί για σκοπούς καθορισμού της αποζημίωσης η θέση των εναγόντων στην κοινωνία και η έκταση του δημοσιεύματος και της προσβολής. Ως προς το πρώτο θέμα, πέραν του ότι σε αγωγές στη βάση δυσφήμηση ο καλός χαρακτήρας και φήμη του ενάγοντα είναι κάτι που τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ήταν εκ της δικογραφίας αλλά και από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία αποδεκτό ότι αμφότεροι οι ενάγοντες ασχολούνται για χρόνια με κατασκευές εκθεσιακών περιπτέρων στην Κύπρο και στο εξωτερικό και μεγάλο μέρος των εργασιών τους αφορούσε σε συνεργασίες που σύναπταν με τον ΚΟΤ, ήτοι τον Οργανισμό που σύμφωνα με το δημοσίευμα προσπάθησαν να ξεγελάσουν, και πλέον συνεργάζονται με το Υφυπουργείο που αντικατέστησε τον ΚΟΤ. Όσον αφορά το δεύτερο θέμα τώρα, ήτοι την έκταση του δημοσιεύματος, θα συμφωνήσω με την κα Γεωργίου ότι η «Έρευνα Αναγνωσιμότητας» που διεξήγαγε η ιδιωτική εταιρεία RAI και την οποία κατέθεσαν οι ενάγοντες ως Τεκ.15 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση επί της οποίας να βασιστεί το Δικαστήριο για να εξάξει συμπεράσματα ως προς την κυκλοφορία της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ. Άλλωστε, όπως και η ίδια η εν λόγω έρευνα αναφέρει, αυτή καταρτίστηκε αποκλειστικά στη βάση τηλεφωνικών συνεντεύξεων που λήφθηκαν από μόλις 1174 άτομα και δη στα πλαίσια μιας «τυχαίας πολυσταδιακής στρωματοποιημένης δειγματοληψίας» κάτι όμως που ουδέποτε εξηγήθηκε τι είναι που περιλαμβάνει. Είναι όμως εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ διανέμεται καθημερινά παγκυπρίως καθώς και σε κάποιες χώρες του εξωτερικού ενώ διατηρεί και ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. Λαμβανομένου τούτου υπόψη, καθώς και της νομικής αρχής ότι αντίθετα με τις δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο, η δημοσίευση που γίνεται σε μια εφημερίδα τεκμαίρεται ότι έχει διαβαστεί σε όλα τα μέρη που η εφημερίδα διανέμεται (βλ. Al Amoudi v Brisard and another [2006] EWHC 1062 (QB) και τις αναφορές που εκεί γίνονται στην Fullam v Newcastle Chronicle and Journal Ltd [1977] 3 All ER 32, [1977] 1 WLR 651 και στο Gatley on Libel and Slander (10th edn, 2004 and 2005 Supplement) pp 808-809 and 143-144 (para 26.5 και 11η έκδοση παρ.28.5 σελ.963 - «...where publication complained of is in a newspaper, book or other publication "to the world at large" the claimant is not expected to plead particulars acts of publication, the court accepting that publicayion in such cases is to be inferred»), μπορεί θεωρώ με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η επίδικη δυσφημιστική αναφορά διαβάστηκε τουλάχιστο παγκύπρια. Είναι σε αυτήν όμως την έκταση που θα περιοριστεί και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων εφόσον καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε αναφορικά με την κυκλοφορία της εφημερίδας σε χώρες του εξωτερικού και στο διαδίκτυο (βλ. επίσης McLean v David Syme
(1970)92 W.N. (N.S.W) 611). Τέλος όπως ήδη ανέφερα, δεν ήταν ολόκληρο το δημοσίευμα δυσφημιστικό για τους ενάγοντες και ούτε διαπιστώθηκε συνεπεία της συγκεκριμένης αναφοράς που κρίθηκε δυσφημιστική να έχει επέλθει ρήξη στις συνεργασίες που οι τελευταίοι είχαν με τον ΚΟΤ ή τώρα με το Υφυπουργείο. Αν μη τι άλλο, οι ενάγοντες συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να κερδίζουν διαγωνισμούς και να έχουν άψογη συνεργασία, προηγουμένως με τον ΚΟΤ και τώρα με το Υφυπουργείο. Παρά ταύτα, η επίδικη δυσφημιστική αναφορά τους παρουσίασε στα μάτια των αναγνωστών της εφημερίδας ως πρόσωπα που όχι μόνο ενήργησαν με ανεντιμότητα και δόλο απέναντι σε ένα οργανισμό από τον οποίο απεκόμισαν σημαντικά έσοδα αλλά και ότι αυτό είχε διαπιστωθεί και δικαστικά και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και τη σημερινή αγοραστική αξία του χρήματος ως αυτή επηρεάζεται από τα κοινώς γνωστά, σημερινά κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, κρίνω ότι το ποσό των €5.000,00 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη δυσφήμηση που υπέστηκαν οι ενάγοντες. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €5000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο