← Κύπρος

Αργυρού ν. Ιανακίεβα κ.α., Αγωγή Αρ.: 2961/18, 10/2/2021

Αργυρού ν. Ιανακίεβα κ.α., Αγωγή Αρ.: 2961/18, 10/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 2961/18 Μεταξύ: XXXXX Αργυρού Ενάγοντα -και-

  1. XXXXX XXXXX Ιανακίεβα
  2. XXXXX XXXXX Ιανακίεβα
  3. XXXXX Ιανακίεβ Εναγομένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα : κ. Γεωργίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κα Νεοφύτου για Σ. Μάτσας Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------------------- Απόφαση (εκδίκαση νομικών σημείων προδικαστικά) Με απόφασή του, ημερομηνίας 18/11/2020, το Δικαστήριο αποφάσισε την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων του κατά πόσο η υπό κρίση αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς και κατά πόσο ισχύει το δεδικασμένο στα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση λόγω του ότι τα ίδια θέματα είχαν απασχολήσει το Δικαστήριο στην Αγ. Αρ. 2237/04 και την Αγ. Αρ. 6909/
  4. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την καταχώριση αγορεύσεων πολύ υποβοηθητικών για το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές και τοποθετήσεις των μερών και θα αναφερθεί σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. Με το κλητήριο ένταλμα στην υπό κρίση αγωγή ζητείται η έκδοση διατάγματος που να αναγνωρίζει ότι ο Ενάγοντας είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος κατοχής και εκμετάλλευσης της οικίας στην οδό XXXXX 60Β, στη XXXXX , επίσης, ζητείται απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους την είσοδο, χρήση, κατοχή και/ή οποιαδήποτε άλλη επέμβαση στο συγκεκριμένο ακίνητο, καθώς και προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 όπως άρουν οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση στο ακίνητο και όπως παραδώσουν αμέσως την κατοχή της συγκεκριμένης οικίας στον Ενάγοντα. Τα γεγονότα όμως της υπό κρίση αγωγής άγονται σε βάθος χρόνου αφού η διαφορά μεταξύ των μερών, του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2, είχε ξεκινήσει το 2004 με την καταχώριση της Αγ. Αρ. 2237/04 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία κατέληξε στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 29/05/07, η οποία αυτολεξεί διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Της αγωγής αυτής παρουσιασθείς προς ακρόαση του κ. Χρίστου Σ. Χριστόφορου δικηγόρου ενάγοντα και του κ. Δώρου Κακουλλή δικηγόρου εναγομένων και αφού ακουσθεί πάν ότι ελέχθη από τους πιο πάνω δικηγόρους, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την διαγραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 22.10.02 απο τα κτηματολογικά μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και του οποίου η εκτέλεση θα ανασταλεί μέχρι 15.12.05, νοουμένου ότι οι εναγόμενες θα καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.96.500 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και εφόσον καταβληθεί το εν λόγω ποσό θα γίνει ταυτόχρονα η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου υπό στοιχεία τεμάχιο XXXXX του Φ/Σχ. ΧΧΙ/60Ε2 με αριθμό εγγραφής XXXXX της Μακεδονίτισσας, Λευκωσίας επ' ονόματι των εναγομένων ή σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι πληρώσουν στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.21.000 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως συμφωνηθέντες τόκους επί του ποσού των Λ.Κ.96.
  5. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η εν λόγω απόφαση ανασταλεί μέχρι 31.5.
  6. Περαιτέρω οι διάδικοι συμφωνούν ότι τα πιο κάτω, γίνονται συμφωνία μέσω του Δικαστηρίου η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: σε περίπτωση που οι εναγόμενες απαιτήσουν τη μεταβίβαση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο τότε υποχρεούνται και αναλαμβάνουν όπως το τρίτο πρόσωπο εγγυηθεί τις υποχρεώσεις τους για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.21.000 με την υπογραφή γραμματίου. Καμία διαταγή για έξοδα. Οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται.». Ακολούθησε νέα αγωγή, το 2006, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, η Αγ. Αρ. 6909/06 Ε.Δ. Λευκωσίας, με την οποία είχε ζητηθεί, μεταξύ άλλων, διάταγμα εκκένωσης και παράδοσης της κατοχής της κατοικίας, η οποία αγωγή είχε απορριφθεί στις 08/10/12 λόγω του ότι είχε κριθεί ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών είχαν καθοριστεί στην Αγ. Αρ. 2237/04 και ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 κατέχουν παράνομα την οικία. Παράλληλα, είχε καταχωρηστεί η Ποιν. Υπ. 18963/13 Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για τα αδικήματα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, της παράνομης κατοχής και χρήσης καθώς και άλλων όμοιων αδικημάτων, η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ασκήθηκε έφεση εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης, η οποία απορρίφθηκε, Ποιν. Εφ. 181/16 ημερ. 30/04/18, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Ορθά ανέκοψε το πρωτόδικο Δικαστήριο την υπόθεση στο εκ πρώτης όψεως στάδιο βρίσκοντας, επι της προσφερθείσας μαρτυρίας, ότι οι Εφεσίβλητες κατείχαν την οικία στα πλαίσια σύμβασης για την αγορά της, ασκώντας ειλικρινή αξίωση δικαιώματος ....» Καταχωρήστηκε επίσης η Ποιν. Υπ. 27678/14, από την Αστυνομία, εναντίον του Ενάγοντα στην οποία κρίθηκε ένοχος ότι στις 11/06/13 παράνομα εισήλθε στη συγκεκριμένη κατοικία με σκοπό να ενοχλήσει. Η απλή παράθεση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων αποκαλύπτει ότι έχουν προηγηθεί και άλλες διαδικασίες μεταξύ των μερών που αφορούν την ίδια σύμβαση πώλησης της συγκεκριμένης κατοικίας. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι κατά πόσο τα πιο πάνω γεγονότα συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας και κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο. Τα εγειρόμενα θέματα, της κατάχρησης της διαδικασίας και του δεδικασμένου, συνιστούν σοβαρά νομικά θέματα τα οποία ενδέχεται να κρίνουν και την πορεία ολόκληρης της αγωγής για αυτό και αποφασίστηκε η προδικαστική εκδίκασή τους. Υποστηρίζει, η πλευρά των Εναγομένων, ότι η υπό κρίση αγωγή είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας, λόγω του ότι αποτελεί το ίδιο ένδικο μέσο και επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με την Αγ. Αρ.6909/06 Ε.Δ. Λευκωσίας και επιδιώκει θεραπείες και αξιώσεις όμοιες με εκείνη την αγωγή. Επίσης, προωθεί τη θέση ότι προκαλεί και/ή επιφέρει την διαιώνησης της δικαστικής διαδικασίας για την επίτευξη του ίδιου σκοπού και είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ενώ συνιστά και συγκαλυμμένη έφεση εναντίον της απόφασης στην Αγ. Αρ.6909/06 και/ή επιδίωξη τμηματικής εκδίκασης των αντιδικιών των διαδίκων μερών. Ισχυρίζεται ότι η απόφαση στην Αγ. Αρ. 6909/06 είναι δεσμευτική και για τις δυο πλευρές και συνιστά δεδικασμένο για το λόγο ότι οι απαιτήσεις του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 έχουν επιλυθεί αφού στην εκδοθείσα απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή γιατί ο Ενάγοντας είχε αποτύχει να αποδείξει ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 κατέχουν παράνομα την συγκεκριμένη κατοικία από τις 22/10/02, εξετάζοντας τα ίδια θέματα που το παρόν Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Υποστηρίζει ότι υπάρχει δεδικασμένο από την απόφαση στην Αγ. Αρ.6909/06 ημερ. 08/10/10 γιατί το Δικαστήριο είχε καταλήξει σε ευρήματα επι των ιδίων θεμάτων με αυτά που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει στη παρούσα, καθώς, επίσης, και σε σχέση με τους προβαλλόμενους από τον Ενάγοντα ισχυρισμούς. Καταλήγει, ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα περί παράνομης επέμβασης και κατοχής ο οποίος συνιστά τη βάση της υπό κρίση αγωγής είχε αποτελέσει τη βάση της Αγ. Αρ. 6909/06, ενώ, παράλληλα, θέτει επίσης ως βάση της αγωγής την αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων επιχειρώντας να θέσει νομική βάση η οποία καλύπτεται από δεδικασμένο. Προωθεί, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόμενων, το επιχείρημά της για κατάχρησης της διαδικασίας σε συνάρτηση με την ύπαρξη δεδικασμένου βασιζόμενη στον κανόνα που καθιερώθηκε από την αγγλική νομολογία και συγκεκριμένα με την απόφαση Henderson v. Henderson 1843 - 1860 All ER Rep. 378, σελίδες 9-11 και 15-22 της αγόρευσής της. Προς ενίσχυση της εισήγησής της παραπέμπει στην απόφαση Barrow v. Bankside Members Agency Ltd

(1996)1 All E.R.981 στην οποία επεξηγείται το σκεπτικό του κανόνα της Henderson και αναλύεται ο κανόνας με ιδιαίτερη αναφορά στη διαφορετικότητά του από το δόγμα του δεδικασμένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα δεν έστρεψε τη προσοχή του στην αρχή της Henderson γιατί κατά τη δική του άποψη δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, λόγω του ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η παράνομη επέμβαση είναι «συνεχιζόμενο αδίκημα το οποίο συντελείται από το 2002 μέχρι σήμερα». Οπόταν, επικεντρώθηκε η εισήγησή του στο ότι οι αρχές του δεδικασμένου δεν εφαρμόζονται. Σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας υποστήριξε ότι η υπό κρίση αγωγή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού ο Ενάγοντας στερείται της περιουσίας του από το 2002. Υποστηρίζει ότι η απόφαση στην Αγ. Αρ.6909/06 δεν αποτελεί δεδικασμένο ακριβώς λόγω του ότι η παράνομη επέμβαση είναι συνεχιζόμενο αστικό αδίκημα, το οποίο συντελείται από το 2002 μέχρι σήμερα και συνεπακόλουθα δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο ούτε και οποιοδήποτε κώλυμα δικονομικής φύσεως, αφού το αγοραπωλητήριο έχει διαγραφεί από το κτηματολογικό μητρώο από τις 22/10/02 και οι Εναγόμενοι διαπράττουν παράνομη επέμβαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κανόνας της υπόθεσης Henderson v. Henderson (ανωτέρω), καταγράφεται στη σελ.381 αυτής στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «I state the rule of the court correctly when I say that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence or even accident omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rafaat Barqwi
(2004)1 Α.Α.Δ.1, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Henderson v. Henderson κατέγραψε: «Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου». Σχετικό με τα υπό συζήτηση θέματα είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian κ.ά. Πολ. Εφ. 151/2010, ημερ. 07/03/2014: «Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν (Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε η αρχή στην K.S.R. Commercio (ανωτέρω): «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.»». Στην υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 All E.R.341 ο Λόρδος Diplock εκδίδοντας την απόφαση του Court of Appeal ανέφερε τα εξής: «I wish to add that there is a wider sense in which the doctrine of res judicata may be appealed to, so that it becomes an abuse of process to raise in subsequent proceedings matters which could and therefore should have been litigated in earlier proceedings. » Προκύπτει από τη νομολογία ότι θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) να εγερθούν σε μεταγενέστερη διαδικασία ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν και θα έπρεπε, να εκδικαστούν σε προγενέστερη αγωγή. ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Η επιτυχής επίκληση της αρχής του δεδικασμένου εδράζεται στη σωρευτική εκπλήρωση των εξής προϋποθέσεων: Το Δικαστήριο πρέπει να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα, η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και ταύτισης της ιδιότητας των διαδίκων ενώ πρέπει επίσης να υπάρχει και ταύτιση επίδικων θεμάτων, βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη, σελ. 94, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1298, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 657, Κανάρης v. Λοΐζου κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 599 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», 2η εκδ., σελ. 914, στην παράγραφο με τίτλο «Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου»: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση ασχέτως αν είναι δίκαιη ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να την αποδέχεται αφού το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με αυτή, είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που άλλως θα κυριαρχούσε στη δίκαιη κρίση (Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 ΑΑΔ 608), με αποτέλεσμα σε αντιδικίες των διαδίκων ουδέποτε να ευοδώνονται (Γρηγορίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 7). Η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι, κατά συνέπειαν, συμβατή και με το δημόσιο συμφέρον (interest rei publicae ut sit finis litium) (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1(Β) ΑΑΔ 1298)». Σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζεται ο κανόνας της Henderson v. Henderson (ανωτέρω). Η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίστηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά, όπως έχει προλεχθεί και ζητήματα τα οποία οι διάδικοι ενεργούντες επιμελώς θα μπορούσαν να προβάλουν στην προηγούμενη μεταξύ τους δικαστική διαδικασία ως μέρος της διαφοράς και σημεία που κατάλληλα ανήκαν στα επίδικα θέματα, αλλά δεν τα έγειραν βλ.Theori v. Tzioni
(1984)CLR 296, Παπαμιχαήλ v. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Α) ΑΑΔ 563, Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1Β ΑΑΔ 1036. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση K.S.R. Comercio SA κ.ά. v. Bluecoral Nav. Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη διαδικασία οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δεν δικαιολογεί νέο δικαστικό αγώνα για ότι παραλήφθηκε. Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και κατ' επέκταση η διαιώνισή τους, πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος και η ενασχόληση του με την ουσία του επιδίκου θέματος, αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata σύμφωνα με την Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd και την Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 στην οποία τονίστηκε ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει τόσο για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής όσο και για κώλυμα σχετικά με επίδικο θέμα. Εφαρμόζοντας τις αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αγωγή αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχει τελεσίδικη απόφαση στην προκείμενη περίπτωση οι δυο αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις Αγ. Aρ. 2237/04 και 6909/06 είναι τελικές, η μεν πρώτη κατέληξε σε εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση και η δεύτερη δεν έχει εφεσιβληθεί. Η μεν πρώτη αγωγή αφορά την επίδικη οικία, στην οποία ο Ενάγοντας δεν ισχυρίστηκε παράνομη επέμβαση, αλλά, αντίθετα, είχε αποδεχθεί τη νόμιμη κατοχή του ακινήτου από τις Εναγόμενες 1 και 2 και τη συνέχεια αυτής της κατοχής. Η συγκεκριμένη αγωγή είχε καθορίσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου. Στην δεύτερη αγωγή, την Αγ. Αρ. 6909/06, αδελφός Δικαστής, όπως ήταν τότε, κατέληξε ότι «οι Εναγόμενες πήραν νόμιμα τη κατοχή της οικίας και ο Ενάγων δέχθηκε με την εκ συμφώνου απόφαση όπως αυτές συνεχίσουν να την κατέχουν εξ' ου και δεν εκδόθηκε διάταγμα παράδοσης της κατοικίας..», καθώς επίσης και ότι «... ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι οι Εναγόμενες κατέχουν παράνομα την οικία από τις 22.10.02 και/ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία.». Επιπρόσθετα, σε σχέση με το θέμα της παράνομης επέμβασης των Εναγομένων στην οικία υπάρχει η απόφαση του Εφετείου στην Ποιν. Έφ.181/16 ημερ. 20/04/2018, στην οποία επικυρώθηκε η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι και οι τρεις κατείχαν την οικία νόμιμα. Οπόταν, το συγκεκριμένο θέμα έχει αποφασιστεί τελεσίδικα και συνακόλουθα αυτή η προϋπόθεση κρίνω ότι πληρείται. Όσον αφορά την ταύτιση διαδίκων στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας είναι ο ίδιος και οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι οι ίδιες με όλες τις προηγούμενες διαδικασίες. Προστέθηκε ο Εναγόμενος 3, ο οποίος είναι ο σύζυγος της Εναγόμενης 1. Έχοντας υπόψη ότι ο Ενάγοντας και οι Εναγόμενες 1 και 2 ήσαν ταυτόσημοι και στην Αγ. Αρ. 2237/04 αλλά και στην Αγ. Αρ. 6909/06, θεωρώ ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος 3 θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην πρώτη αλλά και στη δεύτερη αγωγή. Προστέθηκε προφανώς στην Ποιν. Υπ. 18963/13 και στην παρούσα. Όσον αφορά την ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στις Αγ. Αρ. 2237/04 και 6909/06 ο Ενάγοντας και οι Εναγόμενες 1 και 2 είχαν την ίδια ιδιότητα. Το γεγονός ότι έχει προστεθεί και ο σύζυγος της Εναγόμενης 1 στην υπό κρίση αγωγή δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Αντίθετα, καταδεικνύει μια προσπάθεια του Ενάγοντα να υπερπηδήσει τη σκόπελο του δεδικασμένου. Προσεκτική και συνολική θεώρηση των επιδίκων ζητημάτων που οι ως άνω προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες αφορούσαν, και τα οποία επιλύθηκαν από τα αρμόδια Δικαστήρια της Δημοκρατίας, καταδεικνύει, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, ότι υπάρχει ταύτιση με τα επίδικα θέματα, τα οποία προκρίνονται εκ νέου για δικαστική επίλυση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας, εμποδίζοντας την επαναπροώθηση του ίδιου ζητήματος για δικαστική επίλυση. Η ταύτιση των διαδίκων και των επιδίκων θεμάτων, με τον τρόπο που έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία, αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες για να λειτουργήσει η αρχή του δεδικασμένου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, προσεκτική θεώρηση των γεγονότων αποκαλύπτει, ως πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, ότι στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν προηγηθεί είχαν ήδη εγερθεί τα ίδια επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων που προωθούνται για δικαστική επίλυση στην υπό συζήτηση αγωγή. Το Δικαστήριο έχει ήδη τοποθετηθεί «τελεσιδίκως», κατά τρόπο που η προσπάθεια του Ενάγοντα στην παρούσα διαδικασία να επαναφέρει, σε σχέση τουλάχιστον με το θέμα της παράνομης κατοχής του ακινήτου, προσκρούει στον κανόνα του δεδικασμένου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων για επιδίωξη παρόμοιου σκοπού αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911 στη σελ. 917 διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 με αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Σοφία Κοζάκη ν. Γεωργίου Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, στην οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω επί του θέματος: «Αναφορικά με την πολλαπλότητα των διαδικασιών το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την αίτηση του Τζεννάρο Περέλλα για Habeas Corpus
(1995)1 ΑΑΔ 217, Thames Lauches v. Trinity House [1961] 1 ALL ER 26, Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911) αποφάνθηκε ότι η ύπαρξη δύο ταυτόχρονων διαδικασιών δεν επέτρεπε τη συνέχιση της τελευταίας αίτησης που καταχωρήθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η διαδικασία διακοπής της αγωγής είναι απλή και διέπεται από τη Δ.15 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας (Δες Hbo S.P.R. Therapy Centre Ltd v. Pauline Verbe κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 552). Η πρόθεση της να πράξει κάτι τέτοιο δεν αρκεί, εφόσον δεν γνωρίζει κανείς αν και πότε θα πράξει κάτι τέτοιο. Οι δύο εκκρεμούσες διαδικασίες είναι πανομοιότυπες και δεν διαφέρουν στην ουσία τους. Προωθεί δηλαδή η Αιτήτρια δύο παράλληλες διαδικασίες σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια με όμοιο αντικείμενο. Συνακόλουθα η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και πρέπει να αποτραπεί και να εμποδιστεί. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη της παρούσας αίτησης εφόσον είναι και μεταγενέστερη». Ως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, η προώθηση πέραν της μιας διαδικασίας για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο με ομόφωνη απόφαση του τόνισε: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας». Στην απόφαση Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Πολ. Εφ. 226/12 ημερ. 22/11/2017, μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή κ. Μ. Χριστοδούλου, σε σχέση με την κατάχρηση: «Επιπρόσθετα, πάγια νομολογία αναγνωρίζει στο Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία επέμβασης όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα. ............................................. Η κατάχρηση της διαδικασίας δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί με γενικό κανόνα. Μπορεί αυτή να προσλαμβάνει διάφορες μορφές και αποτελεί θέμα που εξετάζεται κατά περίπτωση από το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε περίπτωση εκτροπής (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others (πιο πάνω)).» Εν ολίγοις η υπό κρίση διαδικασία επιδιώκει, στην πραγματικότητα, να ανατρέψει και/ή αλλοιώσει το αποτέλεσμα της Απόφασης ημερομηνίας 08/10/2010 που εξεδόθη στην Αγ. Αρ. 6909/06. Κάτι τέτοιο σαφώς και αντίκειται προς τις αρχές του δεδικασμένου αλλά και της κατάχρησης διαδικασίας. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι, κατά την κρίση μου, πρόδηλο ότι με την παρούσα Αγωγή εγείρονται ζητήματα τα οποία έχουν εξετασθεί και αποφασισθεί και/ή εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί και αποφασισθεί στο πλαίσιο των πιο πάνω αναφερόμενων Αγωγών. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την νομολογία η οποία διέπει το ζήτημα, με δεδομένη την ταύτιση των διαδίκων και των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής με τις προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες, οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων, στην έκταση τουλάχιστον που έχει εξηγηθεί, κρίνονται δικαιολογημένες. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, καθηκόντως, δεν μπορεί παρά παρεμβαίνοντας να ανακόψει για τον πιο πάνω λόγο την πορεία της παρούσας αγωγής Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Α. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.