← Κύπρος

KAZAKHSTAN KAGAZY JSC κ.α. ν. GEOGLOBAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 913/19, 16/2/2021

KAZAKHSTAN KAGAZY JSC κ.α. ν. GEOGLOBAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 913/19, 16/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 913/19 Μεταξύ:

  1. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC
  2. PRIME ESTATES ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP
  3. PEAK AKZHALL LLP
  4. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC Εναγόντων/Αιτητών και
  5. GEOGLOBAL LTD
  6. CYPROSERVE LTD
  7. GEODAC LTD
  8. HEPTAGON LTD
  9. A.J.K. TRUSTEE SERVICES LTD
  10. PRICEWATERHOUSECOOPERS LTD Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 17.4.20 προς έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 16.2.21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χριστοδούλου Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1-4: κ. Χαβιαράς Για Εναγόμενους - Καθ' ων αίτηση 5 : κ. Παπαχριστοδούλου Για Εναγόμενους - Καθ' ων αίτηση 6 : κ. Γιασίτης Για Παρεμβαίνουσες : κ. Καραμανώλης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, αιτήθηκαν μονομερώς διάφορα διατάγματα αποκάλυψης Norwich Pharmacal, εκ των οποίων εκδόθηκε μόνο διάταγμα φίμωσης, ως το Α της αίτησης. Μετά την επίδοση του διατάγματος και της επίδικης αίτησης, όλοι οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση. Κατόπιν αδείας του δικαστηρίου ημερ.3.7.20, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η παρέμβαση των εταιρειών,
  11. Cooperton Management Limited,
  12. Fablink Limited, 3.Waychem Limited,
  13. Standcorp Limited,
  14. Permafast Limited,
  15. Dencora Limited, 7 Unistarel Coorporation Limited και
  16. Pilatus Trustees Ltd, οι οποίες καταχώρισαν ένσταση. Στη συνέχεια η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι τα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, το Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, Ο Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος, Κεφ.193, το Αρ.11 του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου, Ν.69(Ι)/92, η Δ.48 Θ.1-2, 8 και 9, και Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και οι Ε.Ε. 44/01 και 1215/
  17. ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΑΙΤΗΤΩΝ Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου των αιτητών που έχει τον χειρισμό των υποθέσεων τους στην Αγγλία. Η κατά το δυνατόν περίληψη των γεγονότων, είναι ότι την 2.8.13 ξεκίνησαν στην Αγγλία δικαστικές διαδικασίες εναντίον διαφόρων νομικών προσώπων, μεταξύ δε αυτών και εναντίον του Maksat XXXXX XXXXX, στη συνέχεια καλούμενου ως Maksat. Την ίδια ημέρα, εκδόθηκε από το Δικαστήριο απαγορευτικό διάταγμα, για το ποσό των 100.000.000 λιρών Αγγλίας. Στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ.2461/13, το πιο πάνω Αγγλικό διάταγμα αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστό στην Κύπρο. Οι πιο πάνω εναγόμενες 1, 2 και 5 διατάχθηκαν να αποκαλύψουν πληροφορίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον Maksat, είτε άμεσα, είτε έμμεσα μέσω οποιονδήποτε νομικών προσώπων ή εμπιστευμάτων (τεκμ.1 και 2). Στη συνέχεια τα πιο πάνω διατάγματα ακυρώθηκαν, γιατί οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης διαφόρων εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους αναφορικά με εμπιστεύματα, και το διάταγμα για αναγνώριση και εγγραφή κατέστη απόλυτο. Το Αγγλικό διάταγμα διαφοροποιήθηκε την 28.2.18 με την αύξηση του ποσού σε $315,000,000, το οποίο αντικατοπτρίζεται αυτόματα στο διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου. Το πιο πάνω διάταγμα (τεκμ.2) έχει πρόνοια ότι οι αιτητές δεν εμποδίζονται από την υποβολή, αν το επιθυμούν, οποιασδήποτε νέας αίτησης για αποκάλυψη εγγράφων εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Την 28.2.18 εκδόθηκε επακόλουθη απόφαση εναντίον του πιο πάνω Maksat και άλλου προσώπου, για το ποσό των $298,834,593, πληρωτέου την 14.3.
  18. Τα Αγγλικό Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Maksat και ακόμα ένας εναγόμενος, διέπραξαν πολύ εκτενείς απάτες εναντίον των αιτητών και έκλεψαν από αυτούς πολύ μεγάλα ποσά χρημάτων, προκαλώντας σε αυτούς περαιτέρω τεράστιες απώλειες με τη μορφή επιπρόσθετων πληρωμών τόκου και penalties που επιβλήθηκαν από τις τράπεζες. Επίσης, ότι οι πιο πάνω, έδωσαν ανέντιμη μαρτυρία στο Δικαστήριο και κάλεσαν αριθμό ανέντιμων μαρτύρων. Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτητές επιδιώκουν αποκάλυψη εγγράφων από τους πρώην επιτρόπους των εμπιστευμάτων με τα οποία συνδέεται ο Maksat, καθώς και από τους συμβούλους του, τους εναγόμενους
  19. Τα εμπιστεύματα είναι το WS Settlement, το Wycompe Settlement και το Jailau Trust. Οι πληροφορίες που θα ληφθούν, θα χρησιμοποιηθούν σε δικαστικές διαδικασίες που ήδη εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων για την εκτέλεση των αποφάσεων εναντίον του Maksat. Θα μπορέσουν να μάθουν τι χρήματα και περιουσιακά στοιχεία έχουν περάσει μέσω κάθε εμπιστεύματος, από πού προήλθαν και που έχει μεταβιβαστεί οποιαδήποτε τέτοια περιουσία. Θα τους επιτραπεί επίσης να εξασφαλίσουν πληροφορίες ότι τα εμπιστεύματα είναι πράγματι πλαστά και εικονικά, και ότι χρησιμοποιήθηκαν από τον Maksat ως μέσα για την απόκρυψη κλαπέντων χρημάτων, ή απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων. Οι αιτητές πιστεύουν ότι τα εμπιστεύματα είναι εν μέρει ή καθ' ολοκληρία πλαστά και εικονικά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον Maksat, ή μέλη της οικογένειας του, για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν απατηλά, τα οποία δικαιωματικά ανήκαν σε αυτόν. Πιστεύουν επίσης, ότι τα εμπιστεύματα χρησιμοποιούνται ως παράνομα μέσα για παρεμπόδιση της εκτέλεσης των αποφάσεων. Τα αποκαλυφθέντα έγγραφα στην αίτηση 2461/13 δεν είναι χρήσιμα για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, και οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αποκαλύψει τα έγγραφα και τις πληροφορίες που ζητούνται με την παρούσα διαδικασία. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των αποφάσεων, είναι ότι ο Maksat καταχράστηκε από τους αιτητές μεταξύ του 2006 και του 2009 περίπου $142.000.000, τα οποία κατέληξαν παράνομα σε νομικά πρόσωπα που συνδέονται μαζί του. Οι αιτητές, έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η περιουσία που ανήκε σε αυτόν, μεταβιβάστηκε στα εμπιστεύματα. Γίνονται αναφορές για διανομές χρημάτων από WS Settlement προς την σύζυγο του Maksat, και απόκτηση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στα εμπιστεύματα, με πηγές ή κεφάλαια προερχόμενα από το ζεύγος Maksat. Οι αιτητές έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η περιουσία που ανήκε στον Maksat έχει μεταβιβαστεί στα εμπιστεύματα. Οι αιτητές πέτυχαν παρεμπίπτοντα δεσμευτικά διατάγματα επί διαφόρων περιουσιών, ως μέρος των διαδικασιών εκτέλεσης εναντίον του Maksat. Για παράδειγμα, το WS Settlement απέκτησε μετοχές της εταιρείας Exillon, παραχωρηθείσες από τον Maksat, τις οποίες στη συνέχεια πώλησε, και οι αιτητές δεν πιστεύουν ότι το εμπίστευμα κατείχε τις μετοχές εμπιστευματικά. Και αυτό, γιατί οι μετοχές είχαν δικαίωμα ψήφου, τα οποία οι αιτητές αντιλαμβάνονται ότι τα ασκούσε ο Maksat, γεγονός που γνώριζαν οι επίτροποι και δεν μπορούσαν να ψηφίσουν ως επιθυμούσαν, χωρίς την συγκατάθεση του Maksat. Οι μετοχές της Exillon ήταν κάτω από τον έλεγχο του Maksat και οι επίτροποι σίγουρα το γνώριζαν αυτό. Όταν πωλήθηκαν οι μετοχές της Exillon, όπως παραδέχεται και ο Maksat, τα έσοδα διανεμήθηκαν κυρίως προς την σύζυγο του. Οι αιτητές πιστεύουν ότι και οι μετοχές της Exillon αποκτήθηκαν εξ ολοκλήρου ή μερικά από τα κλαπέντα χρήματα. Οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Maksat για την προέλευση των χρημάτων για την αγορά περιουσιακών στοιχείων της Exillon, απορρίφθηκαν από το Αγγλικό Δικαστήριο. Ο Maksat παρέλειψε να αποκαλύψει πολύ μεγάλο αριθμό περιουσιακών στοιχείων που φαίνεται να του ανήκαν και που θα έπρεπε να υπαχθούν στην εκτέλεση. Έτσι καθίσταται αναγκαίο να γίνει αποκάλυψη από τους προηγούμενους επιτρόπους που αναμείχθηκαν και διευκόλυναν την χρήση των εμπιστευμάτων, για να καταστεί αυτός απυρόβλητος έναντι δικαστικών αποφάσεων. Υπάρχουν, σύμφωνα με την ομνύουσα, δυνατά επιχειρήματα ότι το WS είναι και ήταν πλαστό και εικονικό εμπίστευμα, γιατί ο Maksat ποτέ δεν αποποιήθηκε τον έλεγχο επί των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος. Ο Maksat αποκάλυψε μόνο συγκριτικά μέτρια περιουσιακά στοιχεία, εκτός από τα συμφέροντα του, ως κατ' ισχυρισμό διακριτικά, στα εμπιστεύματα WS και Wycombe. Παρόλο που ο Maksat είχε διαταχθεί να επιδώσει ένορκη δήλωση ενημερωμένης κατάστασης των περιουσιακών του στοιχείων δεν το έχει πράξει. Οι δικηγόροι του απέστειλαν προσχέδιο ενημερωμένης κατάστασης περιουσιακών στοιχείων και μερικές πληροφορίες. Στην ουσία ήταν η ίδια που παρουσιάστηκε πριν από αρκετά χρόνια και δεν αποτελούσε ικανοποιητική απάντηση στο διάταγμα του Φεβρουαρίου του
  20. Δόθηκε παράταση από το Δικαστήριο μέχρι και την 16.4.18 και ο Maksat υποτίθεται ότι συμμορφώθηκε, εκθέτοντας ενημερωμένη κατάσταση περιουσιακών στοιχείων. Παρόλα αυτά, τα έγγραφα αποκαλύπτουν πολύ λίγα αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία, και κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη για αποκάλυψη που ζητείται με την παρούσα αίτηση γίνεται ακόμα πιο έντονη. Ο Maksat υπέβαλε αίτηση για αυτοπτώχευση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η οποία και εκκρεμεί. Υπάρχουν ασυμφωνίες μεταξύ εκείνων που αποκαλύφθηκαν στο Αγγλικό Δικαστήριο και όσων αναφέρει στην πιο πάνω αίτηση. Οι διάφορες καταστάσεις περιουσιακών στοιχείων που υπέβαλε δεν είναι πλήρεις και ακριβείς, παραθέτοντας η ομνύουσα ενδεικτικά στοιχεία ως προς το θέμα αυτό. Κακή πίστη επιδεικνύεται επίσης και εκ μέρους της συζύγου του, XXXXX Arip, γιατί παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη σε ενδιάμεσες αιτήσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στα πλαίσια της αγωγής 969/
  21. Το 2018 ο Maksat αντικατέστησε τους επιτρόπους του WS και Wycombe με την Pilatus Ltd. Για δε το Jailau Trust, ο κ. Γεωργίου είναι ο μόνος σύμβουλος της Cooperton. Τον Οκτώβριο του 2018 ανταλλάχτηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των αιτητών και και των νέων επιτρόπων που ενεργούσαν μέσω του κ. Γεωργίου, ο οποίος αρνήθηκε να παράσχει οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με τον προστάτη των εμπιστευμάτων. Η στάση του νέου επιτρόπου συνιστά ξεκάθαρα ακόμα ένα λόγο για να επιδιωχθεί η αίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση, χωρίς την ανάμειξη του Maksat. Η ομνύουσα αναφέρεται αναλυτικά στις εκκρεμούσες διαδικασίες εκτέλεσης στην Αγγλία, δια της εξασφάλισης παρεμπιπτόντων δεσμευτικών διαταγμάτων εναντίον των περιουσιών Burlington και Wycombe. Εξ αυτών προκύπτει, καθ' όσον αφορά την περιουσία Burlington, ότι δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο προς εκδίκαση κατά πόσο ο Maksat έχει δικαιωματικό συμφέρον στις περιουσίες που επιβαρύνθηκαν, και οδηγίες για ανταλλαγή, μεταξύ άλλων, αποκάλυψης και μαρτυρικές δηλώσεις γεγονότων. Επειδή οι καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε αποκάλυψη, την οποία οι αιτητές δεν αποδέχονται, γιατί είναι η θέση τους ότι δεν έχουν συμμορφωθεί πλήρως, προέβησαν σε αίτηση για ειδική αποκάλυψη εγγράφων εναντίον των καθ' ων η αίτηση Burlington, δηλαδή του Jailau Trust, τα οποία θεωρούν ότι θα έπρεπε να αποκαλυφθούν, και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ειδικής αποκάλυψης (τεκμ.53). Ειδικότερα, σύμφωνα με το διάταγμα, οι καθ' ων η αίτηση Burlington, μέσω του δικηγόρου τους, πρέπει να γράψουν στην AJK ζητώντας εξηγήσεις και απαντήσεις αναφορικά με σειρά εγγράφων που έστειλαν στον XXXXX Γεωργίου. Ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση ενώ έχει γράψει σε διάφορα τρίτα μέρη, συμπεριλαμβανομένων της AJK Bureau of Consultants Ltd, Heptagon και Geodac ltd, για να ερωτήσει αν κατέχουν πρόσθετα έγγραφα που δεν είχαν παρασχεθεί στους καθ' ων η αίτηση Burlington, δεν είναι καθαρό αν, και σε ποια έκταση θα παράσχουν οποιαδήποτε από τα έγγραφα αυτά, ειδικότερα υπό το φως του σχολίου του δικηγόρου, ότι κάτω από το δίκαιο της Κύπρου, οι πελάτες του δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε οποιαδήποτε έγγραφα, πέραν των εγγράφων που παρασχέθηκαν μετά την παραίτηση του κ. Βλάχου. Η Cooperton ήταν σχετιζόμενη με την AJK Trustee - εναγόμενη 5 - και οι δυο αυτές εταιρείες ήταν θυγατρικές της AJK Bureau of Consultants Ltd, στην οποία σύμβουλος και εργοδοτούμενος ήταν ο ρηθείς κ. Βλάχου. Σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν πιστεύει ότι το Αγγλικό Δικαστήριο θα είναι σε θέση να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης κατευθείαν εναντίον των πιο πάνω εταιρειών, και συνεπώς απαιτείται η βοήθεια του Κυπριακού Δικαστηρίου. Αναφορικά με παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του Wycombe, έγινε περιορισμένη αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και δόθηκαν οδηγίες για την από κοινού εκδίκαση τους με εκείνο του διατάγματος των περιουσιών Burlington. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης, οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν στο Αγγλικό Δικαστήριο που χειρίζεται την διαδικασία εκτέλεσης, όλες τις πληροφορίες που επιβεβαιώνουν ότι ο Maksat είναι ο δικαιούχος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων των εμπιστευμάτων, και ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποκτήθηκαν με την χρήση των κλαπέντων χρημάτων. Οι αιτητές δεν έχουν άλλο τρόπο να εξασφαλίσουν τις επιζητούμενες πληροφορίες, γιατί δεν γνωρίζουν κατά πόσο οι πληροφορίες κατέχονται από οποιοδήποτε άλλο, πλην των καθ' ων η αίτηση. Παραμένει δε ασαφές κατά πόσο θα δοθούν οι πληροφορίες στους καθ' ων η αίτηση Berlington. Στον βαθμό δε που κατέχονται από την Dencora, δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί ως μέρος της αρχικής της αποκάλυψης και είναι άγνωστο τι θα αποκαλύψει τελικά. Δεν υπάρχουν διαδικασίες στην Αγγλία με τις οποίες οι αιτητές θα μπορούσαν να ζητήσουν αποκάλυψη σε σχέση με το WS, ούτε και οι αιτητές δύνανται να καταχωρίσουν τέτοια διαδικασία, εφόσον το διάταγμα παγοποίησης του Δικαστηρίου Λευκωσίας στην εναρκτήρια κλήση 20/18, ημερ.5.3.18, δύναται να ερμηνευτεί ότι απαγορεύει τέτοια πράξη (τεκμ.60). Οι καθ' ων η αίτηση μόνο με διάταγμα Κυπριακού Δικαστηρίου μπορούν να υποχρεωθούν να αποκαλύψουν τις ζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα, εντός της δικαιοδοσίας του οποίου διαμένουν. Σύμφωνα με την ομνύουσα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι επίτροποι του Wycombe και Jailau, που είναι διάδικοι στην Αγγλία, προέβηκαν σε πλήρη και ορθή αποκάλυψη, τότε, πολλά από τα έγγραφα που ζητούνται με την παρούσα, θα έχουν αποκαλυφθεί. Παρόλα αυτά όμως, τέτοια αποκάλυψη θα ήταν περιορισμένη σε έγγραφα που σχετίζονται μόνο με τα υφιστάμενα αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία, ενώ με την παρούσα αίτηση, το διάταγμα εκτείνεται περαιτέρω, κατά την διάρκεια της θητείας των επιτρόπων. Επίσης, κανένας εκ των καθ' ων η αίτηση δεν είναι διάδικος στην Αγγλία, ενώ με το διάταγμα στην Εναρκτήρια κλήση αρ.20/18, επί του παρόντος δεν υπάρχει πιθανότητα εξασφάλισης στην Αγγλική διαδικασία οποιασδήποτε αποκάλυψης αναφορικά με το το WS. ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι καθ' ων η αίτηση και οι παρεμβαίνουσες, προβάλλουν σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι είναι επάλληλοι και εν πολλοίς συναφείς σε όλες τις ενστάσεις. Θα μπορούσαν δε να συνοψιστούν, ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση γιατί οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση των διαταγμάτων, ότι οι αιτητές έχουν εξασφαλίσει διατάγματα αποκάλυψης στην αγωγή 2461/13 και συνεπώς η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί ψάρεμα μαρτυρίας. Επίσης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων, γιατί οι αιτητές δεν επιδιώκουν να εγείρουν αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου, αλλά ο σκοπός τους είναι η εκτέλεση απόφασης που έχουν ήδη εξασφαλίσει. Ομοίως, ότι δεν έχουν αποδείξει εμπλοκή ή ανάμειξη των καθ' ων η αίτηση και των παρεμβαινουσών, ή και οποιαδήποτε διευκόλυνση αδικοπραξιών εκ μέρους τους. Δεν έχουν εξηγήσει γιατί δεν επιδίωξαν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων εναντίον τρίτων στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένου ότι οι ίδιοι επέλεξαν το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της διαφοράς. Προβάλλουν επίσης ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι ταυτόσημα με εκείνα της αγωγής και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθούν. Επί των γεγονότων, συνοπτικά, οι καθ' ων η αίτηση 1-4 αναφέρουν ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών βασίζονται σε υπόνοιες και πιθανολογήσεις. Οι αιτητές θα πρέπει να αποταθούν στους νυν επιτρόπους των εμπιστευμάτων για τις πληροφορίες που επιζητούν. Είναι επίσης η θέση τους ότι στην παρούσα υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι αρχές των διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Η καθ' ης η αίτηση 5 αναφέρει ότι οι αιτητές δεν ζήτησαν τις πληροφορίες από τα πρόσωπα που κανονικά πρέπει να τις έχουν, γιατί, όπως ισχυρίζονται, αν τις ζητούσαν πιθανόν να μην τις έπαιρναν. Τα γεγονότα που αναφέρουν οι αιτητές είναι μεταγενέστερα της αντικατάστασης της καθ' ης η αίτηση και συνεπώς δεν μπορεί να τοποθετηθεί. Οι αιτητές έχουν ήδη εξασφαλίσει διατάγματα αποκάλυψης στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών. Η παρουσίαση της υπόθεσης στο δικαστήριο μετά από αρκετά χρόνια από την αντικατάσταση της εναγομένης 5, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την προβολή υπεράσπισης, την άντληση πληροφοριών, και την διατήρηση οποιασδήποτε σχέσης με τα εμπιστεύματα. Επί της ουσίας, είναι η θέση της ότι δεν έχει στην κατοχή της στοιχεία και πληροφορίες που να εμπλέκουν τους Arip σε ισχυριζόμενη αδικοπραξία. Το εμπίστευμα Wycombe λειτουργούσε ως γνήσιο καταπίστευμα διακριτικής ευχέρειας, το οποίο ήταν υπό την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια. Δεν έχει δε στην κατοχή της στοιχεία ότι πρόκειται για δόλιο εμπίστευμα. Είναι επίσης η θέση της ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι στις 4.4.19 στα πλαίσια αίτησης των αιτητών για ειδική αποκάλυψη, το Αγγλικό Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία, και αντ' αυτού εξέδωσε το διάταγμα, τεκμ.53 στην αίτηση, με το οποίο περιόρισε σημαντικά το εύρος της αποκάλυψης. Με παραπομπή σε απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν ικανοποιητικό να γίνονταν συγκεκριμένες ερωτήσεις προς την AJK. Δεν αποκάλυψαν ότι με την επιζητούμενη εδώ θεραπεία, ζητείται πολύ πιο ευρεία αποκάλυψη από την Αγγλική αίτηση. Την ίδια ημέρα με την έκδοση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου, οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και αυτό, μετά την αποτυχία εξασφάλισης της αποκάλυψης που αιτήθηκαν στην Αγγλία. Έτσι, καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και αίτηση, ως δεύτερη ευκαιρία, ή εναλλακτικό σχέδιο για να πετύχουν αποκάλυψη. Δεν αποκάλυψαν επίσης το γεγονός ότι, ενώ ισχυρίζονται ότι οι διανομές από το WS οι οποίες πιθανώς να προέρχονται από κλεμμένα χρήματα, διανομή ποσού ύψους $182.000.000 το 2015 στην Arip, θεωρήθηκε νόμιμη. Η ενέργεια των εναγόντων αποτελεί μια πρωτοφανή προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. Οι καθ' ων η αίτηση 6 αναφέρουν ότι η μεταξύ τους σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ήταν εργοδότη και παροχέα υπηρεσιών υποστήριξης, με την έννοια ότι ως επίτροποι του εμπιστεύματος WS διόρισαν τους καθ' ων η αίτηση 6, για να τους παρέχει υπηρεσίες λογιστικές και άλλες υπηρεσίες. Οι καθ' ων η αίτηση 6 δεν είχαν κάποια συμμετοχή, εμπλοκή ή και ανάμειξη στη διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι πολυδιάστατα, γενικά και ασαφή, αόριστα και εκτεταμένα, και δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Οι παρεμβαίνουσες εταιρείες, στην μακροσκελή τους ένορκη δήλωση, αναφέρουν ότι είναι όλες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία, με έδρα την Λάρνακα, πλην των 6 και 7, που είναι εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Η παρούσα διαδικασία συνδέεται με δικαστικές διαδικασίες για έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων εναντίον των ρηθέντων εμπιστευμάτων. Πρόκειται για εμπιστεύματα διακριτικής ευχέρειας και οι προηγούμενοι επίτροποι ήταν οι καθ' ων η αίτηση 1-
  22. Τον Φεβρουάριο του 2018 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην Αγγλία υπέρ των εναγόντων και εναντίον του Maskat, για το ποσό των $298,834,593, πλέον δικηγορικά έξοδα. Επιπλέον εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Sholpan και κάποιας Asilbekova, για ποσό ύψους 8.000 λιρών Αγγλίας, που τις υποχρέωνε να καλύψουν το ποσό των πιο πάνω δικηγορικών εξόδων. Οι παρεμβαίνουσες δεν ήταν μέρος της διαδικασίας, αλλά οι ενάγοντες στα πλαίσια εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, προσπαθούν να κατασχέσουν περιουσιακά στοιχεία των εμπιστευμάτων. Στα πλαίσια των Αγγλικών διαδικασιών, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων εναντίον ακίνητης περιουσίας που κατέχουν τα εμπιστεύματα στο Λονδίνο, ισχυριζόμενοι ότι τα εν λόγω ακίνητα ανήκουν στην πραγματικότητα στον Maskat. Εκδόθηκαν επιβαρυντικά διατάγματα, και η ακρόαση ορίστηκε τον Ιούλιο του
  23. Ο Maskat είναι μόνο εμπιστευματοδόχος και ένας από τους πολλούς δικαιούχους του Wycombe και του WS. Στο Jailau δεν είναι ούτε εμπιστευματοπάροχος, ούτε δικαιούχος. Τα εμπιστεύματα είναι διακριτικής ευχέρειας, και κατά συνέπεια, οι δικαιούχοι των εμπιστευμάτων δεν έχουν κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε σχέση με την περιουσία και τη διαχείριση των εμπιστευμάτων. Είναι η θέση του ομνύοντος, που είναι και ο μοναδικός διευθυντής των παρεμβαινουσών εταιρειών, ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον του Maskat δεν μπορούν να εκτελεστούν επί της περιουσίας των εμπιστευμάτων και παράλληλα, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση ότι τα εμπιστεύματα είναι πλαστά. Οι ισχυρισμοί των εναγουσών ότι οι διανομές στην Sholpan από τα εμπιστεύματα ήταν άγνωστες σε αυτές, και ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο παράνομες, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και αυτό γιατί, ενώ αποκαλύπτουν το διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου, όπως και του Κυπριακού Δικαστηρίου που ενέκρινε την εγγραφή του διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου (τεκμ.1 και 2), εντούτοις απέκρυψαν ότι στο διάταγμα ρητώς αναφερόταν ότι δεν περιορίζονταν διανομές προς την Sholpan και ότι οι επίτροποι μπορούσαν να προχωρήσουν σε διανομή (τεκμ.ΑΓ4 στην ένσταση). Σχετικό επίσης, είναι και το τεκμ.ΑΓ5 του διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο εκδοθέν διάταγμα φίμωσης, όπως παρόμοια αναφορά γίνεται από όλους τους καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, ότι δια του εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης, ενώ βρίσκονταν στην Αγγλία σε εξέλιξη διαδικασίες αποκάλυψης, εξαιτίας του διατάγματος φίμωσης, οι παρεμβαίνουσες, επηρεάστηκαν σοβαρά. Είναι επίσης η θέση τους, ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν τα εμπιστεύματα, τα οποία ζητούνται στην παρούσα διαδικασία, με εξαίρεση το WS αποκαλύφθηκαν ή θα αποκαλυφθούν στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. Σχετικό προς τούτο είναι το τεκμ.ΑΓ8, διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου, αναφορικά με την διαδικασία που θα ακολουθηθεί, και περιλαμβάνει και τις διαδικασίες αποκάλυψης μεταξύ των μερών. Αναφορικά με το WS, σύμφωνα με τον ομνύοντα, πριν την έκδοση του διατάγματος φίμωσης, ήταν σε εκτεταμένη επικοινωνία με τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για την παραλαβή των εγγράφων, αλλά ξαφνικά οι δικηγόροι τους σταμάτησαν να επικοινωνούν μαζί του, λόγω προφανώς του διατάγματος φίμωσης. Η πρόθεση του ήταν να λάβει τα έγγραφα αυτά και να τα αποκαλύψει στην Αγγλική διαδικασία. Οι ενάγοντες πέτυχαν στην Αγγλία διάταγμα εναντίον των παρεμβαινουσών για παροχή περαιτέρω πληροφοριών, με «ποινή» για μη συμμόρφωση, τη διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης, και τα ενδιάμεσα επιβαρυντικά διατάγματα θα καθίσταντο απόλυτα. Για να μπορούσαν να συμμορφωθούν, οι παρεμβαίνουσες, θα έπρεπε να λάβουν τις πληροφορίες από τους προηγούμενους επιτρόπους, αλλά υπήρχε το διάταγμα φίμωσης, για το οποίο οι παρεμβαίνουσες δεν είχαν τότε γνώση της ύπαρξης του. Εξήγησαν στο Αγγλικό Δικαστήριο ότι ο λόγος που δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα, ήταν γιατί οι προηγούμενοι επίτροποι διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί του. Το Δικαστήριο απέρριψε μεν το αίτημα των εναγόντων να καταστούν τελικά τα επιβαρυντικά διατάγματα, αλλά διέγραψε μέρος της υπεράσπισης των παρεμβαινουσών. Είναι επίσης η θέση τους, ότι οι ενάγοντες αρνούνταν την ύπαρξη του διατάγματος φίμωσης, και πίεζαν την διαγραφή της υπεράσπισης τους. Την ίδια στιγμή, φρόντιζαν με το διάταγμα φίμωσης εναντίον των προηγούμενων επιτρόπων, να μην υπάρχει δυνατότητα συμμόρφωσης με τα διατάγματα αποκάλυψης. Πρόκειται, σύμφωνα με τον ομνύοντα, περί καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγόντων, και προσπάθεια να στερήσουν τα δικαιώματα των παρεμβαινουσών στην Αγγλική διαδικασία. Έγινε, στην βάση των πιο πάνω, αίτηση εκ μέρους των παρεμβαινουσών για επαναφορά του διαγραφέντος μέρους της υπεράσπισης τους, η οποία απερρίφθη, γιατί το Δικαστήριο έκρινε ότι το διάταγμα φίμωσης του Κυπριακού Δικαστηρίου, δεν εμπόδιζε τους προηγούμενους επιτρόπους από του να συνομιλούν μαζί του. Εκκρεμεί, στα πλαίσια των Αγγλικών διαδικασιών, υποχρέωση των παρεμβαινουσών να αποκαλύψουν έγγραφα σε σχέση με τα ρηθέντα εμπιστεύματα. Οι ενάγοντες φαίνεται να θεωρούν ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα έγγραφα από τους προηγούμενους επιτρόπους και πέτυχαν την διαγραφή μέρους της υπεράσπισης, λόγω μη συμμόρφωσης με το διάταγμα αποκάλυψης, και ζητούν έγγραφα από τους προηγούμενους επιτρόπους, οι οποίοι όμως οφείλουν να τα παραδώσουν σε αυτόν. Η παρούσα διαδικασία αποτελεί παράκαμψη των νυν επιτρόπων, αλλά και παράκαμψη της διαδικασίας αποκάλυψης στα πλαίσια της Αγγλικής διαδικασίας, και να τον παρουσιάσουν ως μη συμμορφούμενο με τις υποχρεώσεις του. Κατά τον ομνύοντα, οι ενάγοντες προδήλως επιδιώκουν με τις παράλληλες διαδικασίες και την χορήγηση των ίδιων εγγράφων, να πετύχουν την μη συμμόρφωση του με το διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου, και από την άλλη, να υποχρεώσουν τους προηγούμενους επιτρόπους να τους δώσουν απευθείας προνομιούχα και εμπιστευτικά έγγραφα. Η θέση των εναγόντων ότι δεν μπορούν να λάβουν τα απαραίτητα έγγραφα μέσω διαταγμάτων του Αγγλικού Δικαστηρίου είναι απολύτως αναληθής. Είναι επίσης η θέση του, ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι υπέβαλαν αίτηση ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος ειδικής αποκάλυψης εναντίον των παρεμβαινουσών, ζητώντας επί της ουσίας τα ίδια έγγραφα που ζητούνται στην παρούσα διαδικασία, η οποία απορρίφθηκε την 4.4.19 (τεκμ.ΑΓ9). Την ίδια ημέρα της απόρριψης της εν λόγω αίτησης, οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι ενάγοντες δεν ζήτησαν την βοήθεια του Κυπριακού Δικαστηρίου επειδή δήθεν υπήρχε δυσκολία στην εκτέλεση των Αγγλικών διαταγμάτων, αλλά αντιθέτως παραπλάνησαν το Κυπριακό Δικαστήριο, για να λάβουν θεραπεία που το Αγγλικό Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν δικαιούνται. Το Αγγλικό Δικαστήριο ανέφερε ότι σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο θα μπορέσουν να προχωρήσουν οι παρεμβαίνουσες με την διαδικασία αποκάλυψης στην Αγγλική διαδικασία, θα εξαρτηθεί από τη συνεργασία με τους προηγούμενους επιτρόπους. Την ίδια ημέρα καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και στη συνέχεια την υπό κρίση αίτηση και πέτυχαν μονομερώς διάταγμα φίμωσης. Κατά την γνώμη του, είναι σαφές ότι όλα τα έγγραφα που μπορούν να αποκαλυφθούν έχουν ήδη αποκαλυφθεί, ή θα αποκαλυφθούν στα πλαίσια αποκάλυψης στην Αγγλική διαδικασία, και η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική και αποτελεί απαράδεκτο ψάρεμα μαρτυρίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών, όσο και προφορικών αγορεύσεων-διευκρινίσεων εκ μέρους των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει ενδελεχώς όσα διεξοδικά καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο τους, καθώς και των συνημμένων τεκμηρίων, δεδομένου ότι είναι τελείως αδύνατον, αν όχι και αδόκιμο, να μεταφερθούν στο κείμενο της απόφασης, όσα αναλυτικά καταγράφονται σε αυτές. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις όλων των πλευρών, και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Πλείστες απαντήσεις θα δοθούν από το σκεπτικό της απόφασης. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα φίμωσης απεσύρθη την 23.10.20, κατόπιν σχετικής δήλωσης του συνηγόρου των αιτητών. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Μια σύντομη επισκόπηση της νομολογίας, ως προς την φύση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται σκόπιμη, ώστε να είναι ευχερής η παρακολούθηση όσων θα εξηγηθούν και αναλυθούν στη συνέχεια. Όλα τα επιζητούμενα διατάγματα διέρχονται δια του Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  24. Όπως και τα επιζητούμενα διατάγματα Norwich Pharmacal, αφού ως υπεδείχθη στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Κλουκίνα

(2014)1 Α.Α.Δ, 118: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση εμπλέκονται σ΄ αυτήν - είτε αθώα είτε όχι». Τα διατάγματα αποκάλυψης, στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών προς έγερση αγωγής εκ μέρους προτιθέμενου ενάγοντα, εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου. Πολύ συνοπτικά, ο προτιθέμενος ενάγων έχει τη δυνατότητα να κινηθεί πρώτα με αγωγή εναντίον εμπλεκόμενων προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες ή έγγραφα που θα τον βοηθήσουν να εξακριβώσει την ταυτότητα του κύριου αίτιου που διέπραξε την αδικοπραγία σε βάρος του. Πρόκειται για δικαιοδοσία που μπορεί να ασκηθεί και πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο, με την έγερση αγωγής εναντίον των εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων, μπορεί να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα, δυνάμει των προνοιών του Αρ.32 του Νόμου 14/60, για αποκάλυψη πληροφοριών, στην βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του πραγματικού αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Avila Management Ltd κ.ά ν. Frantisek Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1403, γίνεται εκτεταμένη ανάλυση και επεξήγηση τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Ομοίως χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Penderhill ανωτέρω, καθώς και στις εκεί αποφάσεις που παραπέμπουν οι πιο πάνω υποθέσεις. Στην Avila ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι: «Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Κατά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως παγίως και διαχρονικά η νομολογία υποδεικνύει, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δες μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν είναι: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, (γ) ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κρίνεται μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια, ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα στοιχεία αυτά, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο αυτό θεωρείται ότι ικανοποιείται. Στην υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.Ε14/2017, ημερ.16.7.19, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β' προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015).Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. » Το τρίτο κριτήριο ή προϋπόθεση, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα, αφού αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια της υλικής αποτίμησης, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κυρίσαββα και άλλος ν. Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει το ενώπιον του υλικό κατά την εξέταση έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος, στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 AAΔ 1513: «Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 AAΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Kυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (Η έμφαση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων.» ( ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Στην υπόθεση Trafalgar Developments Ltd κ.ά ν. Uralchem Holdings Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.331/2017, ημερ.21.2.19, υπεδείχθη ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Και αυτό, στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης, ώστε, αν ικανοποιείται η προϋπόθεση αυτή, τότε το Δικαστήριο προχωρά και εξετάζει την δεύτερη προϋπόθεση, υπό το φως της προσκομισθείσης, δια της ενόρκου δηλώσεως μαρτυρίας, ως προς την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία, αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις, ή με οποιονδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Σχετική ομοίως είναι και η υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476, ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V. v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ
  1. Είναι κοινώς παραδεχτό, ότι η παρούσα διαδικασία ενέχει μια ιδιαίτερη υφή αναφορικά με τη φύση των αιτουμένων διαταγμάτων. Επιζητούνται διατάγματα αποκάλυψης που δεν στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών προς έγερση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου, αλλά επιζητούνται στα πλαίσια υποβοήθησης εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον τρίτου προσώπου στο Ηνωμένο Βασίλειο, μη διαδίκου στην παρούσα διαδικασία. Το στοιχείο αυτό ως δεδομένο είναι κοινώς παραδεκτό. Τα μέτρα εκτέλεσης στην Αγγλία, αφορούν ακίνητη περιουσία των πιο πάνω εμπιστευμάτων. Όλοι οι εναγόμενοι, πλην των εναγομένων 6, είναι οι προηγούμενοι επίτροποι των εμπιστευμάτων, ενώ οι παρεμβαίνουσες εταιρείες, με τον τρόπο και την έκταση που έχουν οι ίδιες αναφέρει στην ένσταση τους, ως έχει αναφερθεί, είναι οι νέοι επίτροποι αυτών. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι σαφές ότι είναι επί περιουσίας των εμπιστευμάτων που εκκρεμούν οι διαδικασίες εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Ένα ερώτημα που αναφύεται, είναι αν οι αρχές που εφαρμόζονται στα διατάγματα Norwich Pharmacal, ως έχουν εκτεθεί, είναι οι ίδιες και στην περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, που επιζητούνται τέτοιας φύσης διατάγματα, προς υποβοήθηση εκτέλεσης εκδοθείσης δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Disclosure Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, 2η Έκδοση, σελ.69, υπό τον τίτλο Post-Judgment Orders, εξηγείται ότι το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία προς υποβοήθηση εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Παρόλα αυτά, ως υποδεικνύεται, στην υπόθεση Mercantile Group (Europe) AG v Aiyela [1994] QB, 366, σύμφωνα με το Αγγλικό Εφετείο, φαίνεται να απαιτείται εμπλοκή (involvement) αναφορικά με τις προσπάθειες ματαίωσης (defeat) της εκτέλεσης. Υποδεικνύεται περαιτέρω, ότι ο καθ' ου η αίτηση (respondent) θα πρέπει κατ' ελάχιστο να είναι αναμεμειγμένος σε ανέντιμες προσπάθειες για να ματαιώσει την εκτέλεση (mixed up at the very least in dishonest attempts to defeat execution). Ειδικότερα, αναφέρεται ότι: «It would seem, therefore, that there is a need to show something more than that a judgment has been entered: the respondent must be involved in defeating execution, a 'wrong' in addition to the fact of judgment». Στη συνέχεια, με αναφορά στην υπόθεση NML Capital v Chapman Freeborn [2013] EWCA Civ 589, 30.1.15, υποδεικνύεται ότι: «The court emphasized the need for involvement in the wrong of wilful evasion, not merely involvement in trade with the judgment debtor» Επεξηγηματικά των πιο πάνω, οι συγγραφείς στην σελ.70, αναφέρουν τα εξής κατατοπιστικά: « . Norwich Pharmacal relief is not available merely because judgment has been entered but only where there is an additional wrong of seeking to avoid judgment and the respondent is in some way involved in that wrong» Περαιτέρω, στη σελ.71, ως προς την έννοια της αδικοπραξίας, υπό τον τίτλο, The meaning of "Wrongdoing", επεξηγείται ότι: «There is a line of authority suggesting that an actionable cause of action is required». Οι πιο πάνω αναφορές συνάδουν, και καθ' όσον αφορά εμπιστεύματα, αφού στην υπόθεση Alliance Bank JSC v Zhunus & Others [2015] EWHC 309 (comm), που παραπέμπει ο συνήγορος των παρεμβαινουσών, αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα υπεδείχθη ότι: «The further problem, which it seems to me was not confronted at all in the evidence adduced to support the application for a freezing order, is that, in order to show that the trust arrangement was a sham, Alliance Bank needs to show that not only Mr Arip but the professional trustees were parties to a dishonest arrangement. but if a party comes to court inviting that inference, it is necessary to put forward evidence to support it. It falls well short of the necessary threshold simply to say that, because the settlor is alleged on the basis of evidence to have been someone who has dishonesty obtained money, that provides some footing for inferring that the trustees have been a party to a dishonest arrangement». Στο σύγγραμμα Thomas Grant and David Mumford, Civil Fraud, Law, Practice & Procedure, 1η εκδ. σελ.1133-1136, που ομοίως παραπέμπουν οι συνήγοροι των παρεμβαινουσών, αναφέρεται ότι: «This is primarily because the "shaming intent that is the intent not in reality to give effect to the terms of the trust but to give a false impression of doing so, must be shared by both settlor and trustee. There must be "common intention" on the part of both settlor and trustee, albeit "reckless indifference" as to the genuineness of the trust documents on the part of the trustee will suffice to constitute intention. The task is made more difficult still because the "shamming intent" must generally be proved at the time that the trust was created and trust documents entered to». ΑΝΑΛΥΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ Οι πιο πάνω αρχές φέρουν στο προσκήνιο τις νομολογιακές αρχές σε σχέση με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Έχει διαχρονικά διασαφηνιστεί από την νομολογία, ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Και τούτο γιατί τελεσίδικα ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Ούτε, περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ.32 Ν.14/60 Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές αναφορικά με την εφαρμογή διαταγμάτων Norwich Pharmacal προς υποβοήθηση εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, συνάδουν πλήρως, ως προς την ανάλυση και εφαρμογή της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, ως έχει ήδη εκτεθεί. Από τον φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (0.2,1). Δεδομένου ότι δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαιτήσεως, εκείνο που μπορεί να αντληθεί, ώστε να διαπιστωθεί η νομική βάση αλλά και η θεμελίωση της αγωγής, είναι εκ της γενικής οπισθογράφησης της απαιτήσεως. Ως διαπιστώνεται, επιζητούνται τα ίδια ακριβώς διατάγματα, εξαιρουμένου του διατάγματος φίμωσης, που επιζητούνται με την επίδικη αίτηση. Πέραν αυτού, ουδέν άλλο αναφέρεται ή και καταγράφεται. Στην πραγματικότητα, η οπισθογράφηση της απαιτήσεως δεν περιλαμβάνει, ούτε και περιέχει οτιδήποτε άλλο αποκαλυπτικό της απαίτησης, ή της νομικής βάσης της αγωγής των εναγόντων, ή ποια είναι σε τελική ανάλυση η βάση της αγωγής εναντίον των εναγομένων. Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο υπόβαθρο, ή στοιχείο ή κάποια άλλη επεξήγηση και ανάλυση ως προς το θέμα αυτό. Το γεγονός ότι πρόκειται για γενική οπισθογράφηση, αυτό δεν σημαίνει, αλλά ούτε και ισοδυναμεί με ανυπαρξία συγκεκριμένης νομικής βάσης, ή και θεμελίωση της αγωγής. Η νομική θεμελίωση της αγωγής είναι προσδιοριστική της αξίωσης ή και της απαίτησης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων και αν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Είναι δε επ' αυτής που θα κριθεί, σύμφωνα με τη νομολογία που έχει παρατεθεί, η δεύτερη προϋπόθεση, στη βάση της προσφερόμενης δια της ενόρκου δηλώσεως μαρτυρίας, της ορατής δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Η απουσία, ουσιαστικά η ανυπαρξία συγκεκριμένης, σαφούς και ξεκάθαρης νομικής βάσης της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, ή κάποιων επί τούτου ισχυρισμών, πέραν της καταγραφής των αιτούμενων διαταγμάτων, καθιστά δυσχερές, αν όχι και αδύνατο να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση. Κρίνεται συνεπώς, στην απουσία συγκεκριμένης νομικής βάσης της αξίωσης των εναγόντων στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως, ότι δεν παρέχεται πεδίο περαιτέρω εξέτασης και κρίσης επί του θέματος. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Hellenic Bank ανωτέρω, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης, ενώ σύμφωνα με την Trafalgar ανωτέρω, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Εκείνο που συνεπώς εξάγεται, και αυτή είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι ότι εκ της γενικής οπισθογράφησης της απαιτήσεως, δεν διαφαίνεται κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, και ως εκ τούτου, αναπόφευκτα, δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ.32 Ν.14/60 Παρά την πιο πάνω κατάληξη, και αν αυτή κριθεί εσφαλμένη, για να υπάρχει πλήρης εικόνα ως προς τα επιζητούμενα διατάγματα, καθ' όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, αλληλένδετη σε κάποιο βαθμό με την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να την εξετάσει στη βάση όσων αναφέρονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, με έμφαση σε αυτά που προβάλλουν οι αιτητές. Και αυτό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποτελεί, ως λέχθηκε, την προσφερόμενη μαρτυρία, και είναι εκ της αποδεικτικής της δύναμης που θα διαφανεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». Θα πρέπει εδώ, υπό τύπο υπενθύμισης, να αναφερθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση, πλην των καθ' ων η αίτηση 6, είναι οι προηγούμενοι επίτροποι των πιο πάνω εμπιστευμάτων. Στην αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών, σελ.43-44, αναφέρεται, με αναφορά στις αρχές επί διαταγμάτων Norwich Pharmacal, ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι αθώα μέρη, αλλά εμπλέκονται στην αδικοπραξία, καθώς ήταν οι τότε οι επίτροποι των εμπιστευμάτων, και αυτό από μόνο του, αποτελεί καλή αιτία αγωγής. Επειδή στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως δεν αναφέρεται οτιδήποτε, η θέση αυτή θα εξεταστεί στα πλαίσια της δεύτερης προϋπόθεσης, και στη βάση των ισχυρισμών των αιτητών. Οι κύριοι ισχυρισμοί των αιτητών έχουν ήδη παρατεθεί. Θα εξεταστούν στη βάση των αρχών που έχουν εκτεθεί, που αφορούν διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ως είναι η παρούσα αίτηση. Σε συντομία και υπό τύπον επανάληψης, είναι η θέση τους ότι τα επίδικα εμπιστεύματα είναι πλαστά και εικονικά και χρησιμοποιούνται από τον Maksat, ως μέσα για απόκρυψη χρημάτων. Ειδικότερα, ότι τα κλαπέντα ποσά μεταβιβάστηκαν στα εμπιστεύματα. Με αναφορά για παράδειγμα στις μετοχές Exilon, με βάση τους διάφορους ισχυρισμούς που προβάλλουν, είναι η θέση τους ότι οι επίτροποι, καθ' ων η αίτηση, σίγουρα ήξεραν ότι δεν ήταν ελεύθεροι να διαθέσουν τις μετοχές όπως ήθελαν, ή να ψηφίσουν ως μέτοχοι όπως επιθυμούσαν, και οι μετοχές ήταν κάτω από τον έλεγχο του Maksat (παρα.4.12 επ. ενόρκου δηλώσεως). Είναι επίσης η θέση τους ότι υπάρχουν δυνατά επιχειρήματα ότι το εμπίστευμα WS είναι και ήταν πλαστό. Η αποκάλυψη των επιζητούμενων εγγράφων είναι αναγκαία προς υποβοήθηση της εκτέλεσης των Αγγλικών αποφάσεων, με σκοπό την ανάκτηση των κλαπέντων χρημάτων, τα οποία ο Maskat και η σύζυγος του, σύμφωνα με την συμπληρωματική αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών, με κάθε δυνατό τρόπο, μέσω προσώπων που ενεργούν εκ μέρους τους, προσπαθούν να θέσουν εκτός των διαδικασιών εκτέλεσης. Ένα ερώτημα που αναδύεται, καθ' όσον αφορά τους διάφορους ισχυρισμούς των αιτητών είναι που ακριβώς εδράζεται, ή ποια είναι σε τελική ανάλυση η αξίωση τους εναντίον των εναγομένων. Είναι, οι εναγόμενοι, αθώα εμπλεκόμενα μέρη σε όσα καταλογίζουν στον Maksat, ή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφού γνώριζαν τις ενέργειες του, συμμετείχαν από κοινού μαζί του, ή είχαν κοινή πρόθεση, common intention, ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, για τη δημιουργία ενός εικονικού εμπιστεύματος κατά τον ουσιώδη χρόνο σύστασης ενός εκάστου εξ αυτών. Ούτε και στην υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση το τοπίο είναι σαφές και ξεκάθαρο. Καταλογίζονται και καταγράφονται πολλά και διάφορα εναντίον του Maksat, όχι όμως συγκεκριμένες ενέργειες σε βάρος, ή εναντίον των εναγομένων, πέραν του γεγονότος ότι ήταν επίτροποι των εμπιστευμάτων. Για παράδειγμα, αναφέρουν ότι πιστεύουν ότι τα εμπιστεύματα είναι εικονικά και χρησιμοποιούνται από τον Maksat ως παράνομα μέσα για την παρεμπόδιση εκτέλεσης της απόφασης, και ότι οι προηγούμενοι επίτροποι αναμείχθηκαν και διευκόλυναν την χρήση των εμπιστευμάτων για τον πιο πάνω σκοπό, παρουσιαζόμενοι όμως ως αθώα μέρη. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζονται ή και παρουσιάζονται οι εναγόμενοι από τους αιτητές, σχετίζεται, αφορά ή και στοχεύει περισσότερο σε ψάρεμα μαρτυρίας, παρά με την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος εναντίον τους, ως άμεσα εμπλεκόμενοι στην προσπάθεια αποφυγής εκτέλεσης της απόφασης κατά τον χρόνο σύστασης των εμπιστευμάτων. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει εδώ αν τα εμπιστεύματα ήταν πλαστά ή εικονικά, ούτε και αυτό είναι το ζητούμενο, αλλά αναζητά, μέσα από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των αιτητών, ποιο είναι το ουσιαστικό δικαίωμα που προβάλλουν εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Ποια δηλαδή είναι η βάση της αγωγής των εναγόντων, έστω και δια των προβαλλόμενων δια της ενόρκου δηλώσεως ισχυρισμών, ως έχουν ήδη εκτεθεί, αφού με την γενική οπισθογράφηση της απαιτήσεως, δεν προβάλλεται οτιδήποτε. Ο Maksat δεν είναι διάδικος, δεδομένου μάλιστα ότι σε αυτόν καταλογίζουν όλες τις ενέργειες και πράξεις καθ' όσον αφορά την αποφυγή εκτέλεση της Αγγλικής δικαστικής απόφασης, χωρίς όμως από την άλλη να είναι ευκρινής η βάση της αγωγής εναντίον των εναγομένων, πέραν της ιδιότητας τους ως οι προηγούμενοι επίτροποι και σύμβουλοι των εμπιστευμάτων. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το θέμα δεν είναι θεωρητικό, γιατί αν ο ισχυρισμός των αιτητών είναι ότι οι αρχικοί επίτροποι, δηλαδή οι εναγόμενοι 1-5, εν γνώσει τους συμμετείχαν στο ισχυριζόμενο σχέδιο δράσης του Maksat για αποξένωση περιουσίας προς αποφυγή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, είναι ένα θέμα. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό, στη βάση των αρχών που έχουν εκτεθεί, να είναι αθώα μέρη που εμπλέκονται στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία και διευκόλυναν άθελα τους την άδικη πράξη απόκρυψης ή και συγκάλυψης, δια των εμπιστευμάτων, περιουσιακών στοιχείων του Maksat. Οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν βεβαίως ευρήματα, αλλά καταγράφονται στα πλαίσια συνεξέτασης των διαφόρων ισχυρισμών των αιτητών, υπό το πρίσμα των δυο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32, αλλά και των αρχών που έχουν εξηγηθεί. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, εγείρεται εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, εν όψει του διατάγματος του Δικαστηρίου στην υπόθεση 2461/13, αλλά και της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου, ημερ.4.419, που απέρριψε αίτημα των αιτητών για ειδική αποκάλυψη εγγράφων. Για να μπορεί να εξεταστεί η ένσταση, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό των επιτρόπων των τριών εμπιστευμάτων, όπως αυτό αναδύεται από τις εκατέρωθεν, παραδεκτές επί τούτου θέσεις και κυρίως, όπως αυτό καταγράφεται από τους καθ' ων η αίτηση 1-
  1. Για το WS, επίτροπος την 26.12.08 ήταν η Rysaffe Fiduciaries Sarl, η οποία, στις 14.10.20 αντικαταστάθηκε από την Cyproserve Ltd, εναγόμενη 2, η οποία, την 31.5.13, αντικαταστάθηκε από την Geoglopal Ltd, εναγόμενη 1, η οποία στη συνέχεια, την 12.8.18, αντικαταστάθηκε από την Pilatus Ltd, παρεμβαίνουσα αρ.
  2. Για το Wycombe, στις 29.4.09 επίτροπος ήταν η Rysaffe Fiduciaries Sarl, η οποία, την 8.9.20, αντικαταστάθηκε από την Cyproserve Ltd, εναγόμενη 2, η οποία, την 11.2.13, αντικαταστάθηκε από την A.J.K Trustee Services Ltd, εναγόμενη 5, η οποία στη συνέχεια, την 11.5.18, αντικαταστάθηκε από την Pilatus Ltd, παρεμβαίνουσα αρ.
  3. Για το Jailau την 3.4.14 επίτροπος ήταν η Heptagon, εναγόμενη 4, η οποία, στις 27.3.15, αντικαταστάθηκε από την από την Geodac Ltd, εναγόμενη 3, η οποία, την 28.7.15, αντικαταστάθηκε από την Cooperton Management Ltd, παρεμβαίνουσα αρ.
  4. Και τα τρία εμπιστεύματα είναι διακριτικής ευχέρειας. Οι μετοχές της παρεμβαίνουσας 6 κατέχονται από την Carabello Holdings Inc, εκ Παρθένων Νήσων και ανήκει στο Wycombe. Η Cooperton Management Ltd, παρεμβαίνουσα 1, σύμφωνα με τους αιτητές, σχετιζόταν με την A.J.K Trustee Services Ltd, εναγόμενη 5, οι οποίες ήταν θυγατρικές της A.J.K Bureau of Consultants Ltd. Στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.6.12.13 (τεκμ.1), αιτητές είναι πέντε εταιρείες, μεταξύ αυτών, οι εδώ ενάγουσες 1, 2 και
  5. Εκ των έξη καθ' ων η αίτηση, μεταξύ αυτών, καθ ου η αίτηση 1 είναι ο Maksat, και οι εδώ εναγόμενες 1, 2 και
  6. Με την πιο πάνω απόφαση, συνοπτικά μεταφέρεται εδώ, εκδόθηκε διάταγμα, όπως το διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου, ημερ.20.11.13, εναντίον των καθ' ων η αίτηση αναγνωριστεί, εγγραφεί και εκτελεστεί. Εκδόθηκε επίσης, εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-6, απαγορευτικό διάταγμα αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα στον καθ' ου η αίτηση 1 (Maksat), μέσω οποιασδήποτε εταιρείας και/ή μέσω οποιουδήποτε κατεπιστεύματος και/ή μέσω των κατεπιστευμάτων με την ονομασία WS, Wycombe και Oreo και/ή μέσω οποιασδήποτε νομικής οντότητας, μέχρι του ποσού των 72 εκατομμυρίων Στερλινών. Περαιτέρω, και για ότι αφορά εδώ, εκδόθηκε διάταγμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-6 να καταθέσουν και να παραδώσουν στους δικηγόρους των αιτητών ένορκη δήλωση που να αποκαλύπτουν διάφορες πληροφορίες αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία που έχουν για λογαριασμό του Maksat μέσω οποιουδήποτε νομικού προσώπου και/ή κατεπιστεύματος, πληροφορίες για επί τούτου τραπεζικούς λογαριασμούς, και υπό στοιχείο (iii), οποιεσδήποτε πληροφορίες, έγγραφα που είναι στην κατοχή τους τα οποία αφορούν ή έχουν σχέση με ιδιοκτησιακό καθεστώς οποιουδήποτε κατεπιστεύματος έχει συσταθεί και αφορά και/ή στο οποίο ο Maksat έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον και/ή στο οποίο είναι πραγματικός και/ή τελικός δικαιούχος, συμπεριλαμβανομένων των κατεπιστευμάτων WS, Wycombe και Oreo. Στη συνέχεια, το πιο πάνω διάταγμα τροποποιήθηκε, και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώθηκαν. Οι αιτητές, σύμφωνα με το διάταγμα, δεν εμποδίζονταν να καταχωρίσουν οποιαδήποτε νέα αίτηση επιθυμούν για αποκάλυψη εγγράφων εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-6, ή να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση 2-
  7. Σύμφωνα με τους αιτητές, ο Maksat στις Αγγλικές διαδικασίες, παρέλειψε να αποκαλύψει μεγάλο αριθμό περιουσιακών στοιχείων τα οποία φαίνεται να του ανήκουν και θα έπρεπε να υπαχθούν στην εκτέλεση, και για αυτό είναι αναγκαίο να ζητηθεί αποκάλυψη από τρίτα πρόσωπα. Οι πληροφορίες που δόθηκαν δεν αποτελούσαν ορθή απάντηση στο διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου και οι αιτητές δεν πιστεύουν ότι ο Maksat προέβη σε οποιαδήποτε γνήσια προσπάθεια να συμμορφωθεί με το διάταγμα (παράγ.4.17, 4.22 και 4.23 ενόρκου δηλώσεως των αιτητών). Στη συνέχεια αναφέρουν ότι ο Maksat, μετά το διάταγμα του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου αποκάλυψης εκ μέρους του, υποτίθεται ότι συμμορφώθηκε. Τα έγγραφα όμως αποκαλύπτουν πολύ λίγα αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία, γεγονός που καθιστά την παρούσα αίτηση πιο έντονη. Οι αιτητές πιστεύουν ότι ο ρηθείς δεν ήταν ειλικρινής αναφορικά με την έκταση των περιουσιακών του στοιχείων, και η συνολική της αξία ξεπερνά κατά πολύ εκείνη που έχει αποκαλύψει, οι δε καταστάσεις των περιουσιακών του στοιχείων δεν είναι πλήρεις και ακριβείς (παράγ. 4.25-26 και 29). Τα πιο πάνω που αναφέρουν οι αιτητές, αφορούν βέβαια τις δικαστικές διαδικασίες στο Αγγλικό Δικαστήριο αναφορικά με τον Maksat, και οι πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμοί τους αφορούν τις εκεί διαδικασίες, με όποιες θεραπείες μπορούν να επιδιώξουν και να αιτηθούν, στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών τους, από το Αγγλικό Δικαστήριο. Δεν αφορούν, ούτε και εμπλέκουν οι αιτητές με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο τους καθ' ων η αίτηση. Στα πλαίσια των επιβαρυντικών διαταγμάτων στην Αγγλία, οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση για ειδική αποκάλυψη, και το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Πρόκειται για το τεκμ.53 στην αίτηση και τεκμ.ΑΓ9 στην ένσταση των παρεμβαινουσών. Είναι επίσης η θέση τους, με αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, ότι δεν πιστεύουν ότι το Αγγλικό Δικαστήριο θα είναι σε θέση να εκδώσει αποτελεσματικό διάταγμα αποκάλυψης κατευθείαν εναντίον των Ajk, Heptagon και Geodac, δηλαδή των εναγόμενων 3, 4 και 5, και απαιτείται συνεπώς η βοήθεια του Κυπριακού Δικαστηρίου. Αναφέρουν επίσης ότι, επί του παρόντος δεν υπάρχουν διαδικασίες στην Αγγλία, ή σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία, με την οποία οι αιτητές θα μπορούσαν να ζητήσουν διάταγμα αποκάλυψης εναντίον του WS, ούτε και μπορούν να καταχωρίσουν τέτοια διαδικασία, εφόσον το διάταγμα παγοποίησης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση 20/18, σύμφωνα με το ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερ.5.3.18 (τεκμ.60), δύναται να ερμηνευτεί ότι απαγορεύει τέτοια πράξη (παράγ.8.2(στ). Αναφέρουν επίσης, ότι θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι επίτροποι του Wycombe και Jailau, προέβησαν σε πλήρη και ορθή αποκάλυψη στα πλαίσια της Αγγλικής διαδικασίας. Τέτοια όμως αποκάλυψη θα ήταν περιορισμένη μόνο με τα υφιστάμενα αναγνωρισμένα περιουσιακά στοιχεία, ενώ το αιτούμενο διάταγμα εκτείνεται περαιτέρω σε «όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατέχονται από το κάθε ένα από τα πιο πάνω αναφερόμενα εμπιστεύματα κατά τη διάρκεια της θητείας τους ως επίτροποι». Κανένας δε εκ των εδώ καθ' ων η αίτηση, δεν ήταν διάδικος σε οποιαδήποτε διαδικασία στην Αγγλία. Η θέση των καθ' ων η αίτηση 5 επί της πιο πάνω απόφασης, είναι ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση του ημερ.4.4.19 (τεκμ.53), αρνήθηκε να εκδώσει την αιτούμενη αποκάλυψη και περιόρισε σημαντικά το εύρος της, παραπέμποντας σε διάφορα μέρη από την πιο πάνω απόφαση, κρίνοντας τελικά το Δικαστήριο, ότι θα πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες ερωτήσεις προς την AJK. Οι παρεμβαίνουσες από την πλευρά τους, σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφέρουν ότι με την πιο πάνω αίτηση για ειδική αποκάλυψη, οι αιτητές επιζήτησαν επί της ουσίας τα ίδια έγγραφα που ζητούνται με την παρούσα αίτηση, η οποία και απερρίφθη από το Αγγλικό Δικαστήριο. Προσθέτουν, τόσο οι παρεμβαίνουσες, όσο και η καθ' ης η αίτηση 5, ότι οι ενάγοντες, με την απόρριψη του αιτήματος τους για ειδική αποκάλυψη από το Αγγλικό Δικαστήριο, την 4.4.19, την ίδια ημέρα καταχώρισαν την παρούσα αγωγή. Κατά την θέση τους, οι αιτητές δεν ζήτησαν την βοήθεια του Κυπριακού Δικαστηρίου γιατί υπήρχε δυσκολία στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, αλλά για να λάβουν θεραπεία που το Αγγλικό Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν δικαιούνται. Αντιπροβάλλουν οι αιτητές, ότι επειδή ακριβώς οι προσπάθειες τους δεν καρποφόρησαν, σύμφωνα με την Avila ανωτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναχαίτισης του διατάγματος, αλλά ένδειξη της καλόπιστης προσπάθειας τους να εξασφαλίσουν τις αιτούμενες θεραπείες. Θα πρέπει όμως εδώ να σημειωθεί, ότι η Avila αφορούσε την αναζήτηση στοιχείων και πληροφοριών προς έγερση αγωγής και όχι προς εκτέλεση δικαστικής απόφασης, ως είναι η παρούσα υπόθεση, όπου εφαρμόζονται, ως προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές που έγινε ήδη αναφορά, διαφορετική προσέγγιση. Ούτε και εξετάστηκε το θέμα που εγείρεται εδώ, με την έννοια της επιδίωξης ίδιας θεραπείας που απορρίφθηκε στην ξένη δικαιοδοσία, στα πλαίσια εκτέλεσης της ίδιας δικαστικής απόφασης. Εκείνο που σε τελική ανάλυση διαπιστώνεται, είναι οι αιτητές, με τις δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία προς εκτέλεση της εκδοθείσης δικαστικής απόφασης εναντίον του Maskat, πέτυχαν επιβαρυντικά διατάγματα σε βάρος περιουσιακών στοιχείων των εμπιστευμάτων, στα οποία διάδικοι είναι όλες οι παρεμβαίνουσες εταιρείες, οι οποίες είναι οι τελευταίοι επίτροποι αυτών. Με δικαστικά διατάγματα πέτυχαν εναντίον τους διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων αναφορικά με αυτά και βρίσκονται σε εξέλιξη οι αποκαλύψεις εκ μέρους τους. Τελικός στόχος των αιτητών, υπό όποια σκοπιά και αν αντικριστούν οι εκκρεμούσες διαδικασίες εκτέλεσης, είναι έγγραφα των τριών επιδίκων εμπιστευμάτων, από τη σύσταση τους, που αφορούν ή και σχετίζονται με τον Maksat. Οι εδώ ενάγοντες, με την Γεν. Αίτηση αρ.2361/13 (τεκμ.1 και 2), ενέγραψαν για σκοπούς εκτέλεσης την πιο πάνω απόφαση εναντίον, μεταξύ άλλων, και των εδώ εναγομένων 1, 2 και
  8. Περαιτέρω, ως λέχθηκε, εκδόθηκε διάταγμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-6 να καταθέσουν και να παραδώσουν στους δικηγόρους των αιτητών ένορκη δήλωση που να αποκαλύπτουν διάφορες πληροφορίες αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία που έχουν για λογαριασμό του Maksat μέσω οποιουδήποτε νομικού προσώπου και/ή κατεπιστεύματος, πληροφορίες για επί τούτου τραπεζικούς λογαριασμούς και υπό στοιχείο (iii), οποιεσδήποτε πληροφορίες, έγγραφα που είναι στην κατοχή τους τα οποία αφορούν ή έχουν σχέση με ιδιοκτησιακό καθεστώς οποιουδήποτε κατεπιστεύματος έχει συσταθεί και αφορά και/ή στο οποίο ο Maksat έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον και/ή στο οποίο είναι πραγματικός και/ή τελικός δικαιούχος, συμπεριλαμβανομένων των κατεπιστευμάτων WS, Wycombe και Oreo. Η θέση των αιτητών, ότι τα έγραφα που αποκαλύφθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση στην πιο πάνω υπόθεση δεν είναι χρήσιμα για τους σκοπούς που ζητείται η αποκάλυψη με την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητούνται εντελώς διαφορετικά έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί στην πιο πάνω Γενική αίτηση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί επαρκή απάντηση, ούτε και εξήγηση, δοθέντος μάλιστα, ότι αν έτσι έχουν τα πράγματα, οι αιτητές είχαν το δικαίωμα, ή δεν εμποδίζονταν, σύμφωνα με το τεκμ.2, να υποβάλουν νέα αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-6 στην πιο πάνω αίτηση. Αν συνεπώς τα αποκαλυφθέντα έγγραφα δεν τους ήταν χρήσιμα, και αυτό το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί εδώ, οι αιτητές μπορούσαν και όφειλαν να επανέλθουν με νέα αίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2-
  9. Περαιτέρω και ως προκύπτει εκ της διατύπωσης των πιο πάνω διαταγμάτων, αυτά ήταν γενικά και κάλυπταν, πέραν των κατονομαζόμενων, όλα τα εμπιστεύματα στα οποία ο Maksat είχε άμεσα ή έμμεσα κινητή και ακίνητη περιουσία, χωρίς κάποιο χρονικό προσδιορισμό ή και περιορισμό. Τα πιο πάνω διατάγματα, υπερκάλυπταν και τα αιτούμενα δια της παρούσας αίτησης διατάγματα. Μάλιστα και αυτό κρίνεται ως σημαντικό, ήταν στα πλαίσια εγγραφής και εκτέλεσης της ρηθείσας Αγγλικής δικαστικής απόφασης για το απαγορευτικό διάταγμα. Στην Avila ανωτέρω, υπεδείχθη ότι: «Τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης δεν εντάσσουν την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην κατηγορία της κατάχρησης της δικαιοδοσίας, εφόσον η κλασσική τοποθέτηση για την απόδειξη τέτοιας κατάχρησης συναρτάται από την επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, (δέστε Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176).» Προκύπτει συνεπώς, ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Επί του θέματος αυτού, το Δικαστήριο θα επανέλθει υπό κάποια άλλη σκοπιά. Υπάρχει όμως ακόμα μια διάσταση, σχετική με την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου, ημερ.4.4.19, τεκμΑΓ9 στην ένσταση των παρεμβαινουσών. Το διάταγμα του Δικαστηρίου στην πιο πάνω γενική αίτηση είναι ημερομηνίας 6.12.13, προηγηθέν κατά πολύ σε σχέση με την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου. Ως λέχθηκε εναγόμενες είναι οι παρεμβαίνουσες. Το τεκμ.ΑΓ8, είναι διάταγμα Αγγλικού Δικαστηρίου, ημερ.20.4.20, σε δυο, εξ όσων εξάγεται συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, με ενάγοντες, τους εδώ ενάγοντες και εναγόμενους, μεταξύ άλλων, όλες τις εδώ παρεμβαίνουσες εταιρείες. Δίδονται, μεταξύ άλλων και οδηγίες αναφορικά με specific disclosure application και για αποκάλυψη για το tracing claim. Το τεκμ.ΑΓ9 αναφέρεται σε specific disclosure application στη διαδικασία εκτέλεσης της περιουσίας Burlington, δηλαδή σύμφωνα με τους αιτητές, το Jailau trust, και είναι στα πλαίσια αυτά που δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την εδώ εναγόμενη 5, AJK Trustees, το Δικαστήριο, παράγραφος 7, αναφέρθηκε στις πρακτικές δυσκολίες ως προς το πόσο μακριά μπορούσε να εκδώσει διάταγμα εναντίον της, «there is my judgment a real difficulty in how far the court can practically go in making the order», γιατί ως συνάγεται στη συνέχεια, στη παράγραφο 10, αναφέρει ότι πρακτικά δεν βοηθά το γεγονός ότι η εταιρεία αυτή δεν ήταν στην σκηνή, ως ο προηγούμενος επίτροπος, «it would not assist, in any event, with the practical reality that they are not, today, on the scene.» Προκύπτει ότι οι αιτητές επέλεξαν να μην εγείρουν διαδικασία εναντίον της AJK, αλλά και εναντίον όλων των προηγούμενων επιτρόπων των εμπιστευμάτων, ήτοι των εδώ εναγομένων, στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης στο Αγγλικό Δικαστήριο. Αυτός είναι και ο λόγος, εξ όσων τουλάχιστον γίνεται αντιληπτό, που το Δικαστήριο στην παράγραφο 13, αναφέρει ότι παρόλο που θα ήθελε να εκδώσει διάταγμα εναντίον της AJK για να συμμορφωθεί, δεν είναι σε θέση να το πράξει. Η ουσία όμως παραμένει, ότι δηλαδή υπήρχε το προγενέστερο διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου εναντίον της AJK, με δικαίωμα εκ μέρους των αιτητών να καταχωρίσουν νέα αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων εναντίον της. Όπως και εναντίον των εναγομένων 1 και
  1. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι οι αιτητές, στα πλαίσια εκτέλεσης της Αγγλικής δικαστικής απόφασης εναντίον περιουσιακών στοιχείων των ρηθέντων εμπιστευμάτων, επέλεξαν να κινηθούν εναντίον μόνο των νυν επιτρόπων των εμπιστευμάτων και όχι εναντίον όλων, ή και των αρχικών επιτρόπων, και να ζητήσουν αποκάλυψη εγγράφων στα πλαίσια των Αγγλικών διαδικασιών. Το γεγονός ότι οι εδώ εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι στις Αγγλικές διαδικασίες, οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι αιτητές δεν το έπραξαν, ενώ μπορούσαν να το πράξουν. Οι προσπάθειες εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης είναι εναντίον περιουσιακών στοιχείων των πιο πάνω εμπιστευμάτων, και οι εκεί εναγόμενοι, μεταξύ αυτών και οι παρεμβαίνουσες, ενάγονται υπό την ιδιότητα των επιτρόπων αυτών. Αυτό τουλάχιστον εξάγεται από τον τίτλο των υποθέσεων στις Αγγλικές διαδικασίες, τεκμ.ΑΓ8 και ΑΓ
  2. Αφορά δε αποκλειστικά, περιουσιακά στοιχεία των εμπιστευμάτων. Ο στόχος των αιτητών προς εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης είναι η περιουσία των εμπιστευμάτων, ισχυριζόμενοι ότι αυτή ανήκε, ή προέρχεται από τα κλαπέντα υπό του Maskat χρήματα. Οι διάδικοι όμως, σε κάθε περίπτωση παραμένουν οι ίδιοι, δηλαδή τα εμπιστεύματα, ή καλύτερα η περιουσία των εμπιστευμάτων, δια των επιτρόπων ή και διαχειριστών τους. Η θεραπεία που επιζητείται είναι η ίδια, ήτοι η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης εναντίον περιουσιακών στοιχείων των εμπιστευμάτων, όπως και η αναζήτηση μαρτυρίας προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών τους. Η θέση των αιτητών ότι οι προσπάθειες τους στις Αγγλικές διαδικασίες δεν απέφεραν καρπούς, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ενέπλεξαν τους αρχικούς επίτροπους των εμπιστευμάτων στις Αγγλικές διαδικασίες, σε αντίθεση με την διαδικασία στην Κύπρο, που κατά το στάδιο της εγγραφής των επιβαρυντικών διαταγμάτων, ενέπλεξαν ορισμένους εκ των προηγούμενων επιτρόπων και πέτυχαν την έκδοση εναντίον τους διαταγμάτων αποκάλυψης. Σημειώνεται επίσης, ότι οι εναγόμενες εταιρείες στις Αγγλικές διαδικασίες, και εδώ παρεμβαίνουσες, είναι εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία, με έδρα την Λάρνακα, πλην των 6 και 7, που είναι εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, δηλαδή εκτός δικαιοδοσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου, με την έκδοση όμως εναντίον τους σχετικών διαταγμάτων αποκάλυψης από το Αγγλικό Δικαστήριο. Γίνεται αναφορά εκ μέρους των συνηγόρων των αιτητών, αλλά και των παρεμβαινουσών στις αρχές του κανόνα «mere witness». Από την πλευρά των αιτητών γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Disclosure, Matthews & Malek, 2012, σελ.77-78, με την εισήγηση ότι εφαρμόζονται οι αρχές που αναλύονται στο ρηθέν σύγγραμμα, επειδή οι καθ' ων η αίτηση δεν θα δώσουν μαρτυρία στις διαδικασίες στην Αγγλία. Στην αντίπερα όχθη, η θέση του συνηγόρου των παρεμβαινουσών, είναι ότι ο κανόνας αυτός στην παρούσα υπόθεση δεν εφαρμόζεται, γιατί δεν είναι εναντίον των καθ' ων η αίτηση που επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης και ότι οι καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τη θέση των αιτητών, είναι αθώα και καλόπιστα μέρη. Στο πιο πάνω σύγγραμμα εξηγείται ότι ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται εναντίον προσώπου που στην πορεία θα είναι εξαναγκάσιμος (compellable) να δώσει πληροφορίες, είτε με προφορική μαρτυρία ως μάρτυρας στην δίκη, ή να κλητευθεί ως μάρτυρας για να παρουσιάσει έγγραφα. Ομοίως στην σημείωση 84, σελ.78 αναφέρεται ότι: «This is the usual meaning of the "mere witness" rule. However, some judges have used this phrase to denote the situation of a person who may have information, but who has not mixed up in the wrongdoing at all. In such a case the Norwich Pharmacal jurisdiction does not apply at all» Στη συνέχεια αναφέρεται ότι η εφαρμογή του κανόνα δεν είναι πλατιά, και ποτέ δεν εφαρμόζεται για να αποκλείσει αποκάλυψη στα πλαίσια υποβοήθησης εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Εξηγείται περαιτέρω, ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται όταν
  3. Είναι άγνωστος ο αδικοπραγήσας
  4. Όταν υπάρχει απαίτηση επί περιουσίας εμπιστεύματος η οποία μπορεί να έχει διασκορπιστεί (dissipated), κυρίως σε απαιτήσεις επί υποθέσεων ιχνηλάτησης και απάτης
  5. Σε σχέση με διατάγματα παγοποίησης μετά την έκδοση απόφασης και
  6. Όπου ο εναγόμενος είναι ο αδικοπραγήσας. Αναφορικά με το υπό στοιχείο 2, δεν υπάρχει τέτοια απαίτηση ή αξίωση εναντίον των εμπιστευμάτων, αλλά πρόκειται για εκτέλεση δικαστικής απόφασης εναντίον τρίτου προσώπου, του Maksat. Σε σχέση με το υπό στοιχείο 4, αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal εναντίον τρίτου, παραπέμπει το σύγγραμμα στις πιο πάνω υποθέσεις Aiyela και NML Capital, στις οποίες έγινε ήδη σχετική αναφορά και είναι υπό το πρίσμα των αποφάσεων αυτών που εξετάζεται η αποκάλυψη στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης (δες σημείωση 87 και 90, σελ.78). Προβάλλουν επίσης οι αιτητές την ύπαρξη του διατάγματος στην Γεν. Αίτηση αρ.20/18 (τεκμ.60), που φέρει ημερομηνία 5.3.
  7. Είναι η θέση τους ότι «δύναται να ερμηνευτεί ότι δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν διάταγμα αποκάλυψης, ούτε και να καταχωρίσουν τέτοια διαδικασία, είτε στην Αγγλία, είτε αλλού». Εκ του πιο πάνω διατάγματος προκύπτει ότι αυτό απαγορεύει την έναρξη δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους των εδώ εναγόντων εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, εναντίον της Sholpan και των εναγομένων 1 και 2 αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές των εμπιστευμάτων. Το πιο πάνω διάταγμα αφορά περιουσιακά στοιχεία της Sholpan σε σχέση με τα εμπιστεύματα και όχι του Maksat, ο οποίος να σημειωθεί ότι είναι ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση 3 στην πιο πάνω Γενική αίτηση. Η Δικαστική απόφαση την οποία οι αιτητές επιδιώκουν να εκτελέσουν είναι εναντίον του Maksat και όχι της συζύγου του. Σχετική είναι η παράγραφος 2.1 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, αλλά και τα τεκμ.1 και 2 που ενεγράφη το διάταγμα παγοποίησης του Αγγλικού Δικαστηρίου. Άμεσα σχετικό επίσης είναι το τεκμ.3, διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου και το τεκμ.4, που είναι η τελική δικαστική απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση. Εξ αυτών προκύπτει ότι η σύζυγος του Maksat, η Sholpan, δεν ήταν διάδικος στην πιο πάνω Αγγλική υπόθεση και δικαστική απόφαση. Εν πάση όμως περιπτώσει, προϋπήρχε το διάταγμα αποκάλυψης εκ μέρους των εδώ εναγομένων 1, 2 και
  8. Συνοψίζοντας, η έγερση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, προς υποβοήθηση εκτέλεσης της Αγγλικής δικαστικής απόφασης, χωρίς ουσιαστική ή και ευκρινή βάση αγωγής εναντίον τους προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης, δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο και συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών, και συνιστά ψάρεμα μαρτυρίας, αφού αυτό θα μπορούσε να ζητηθεί στις Αγγλικές διαδικασίες, αλλά και στην υφιστάμενη Κυπριακή διαδικασία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι πιο πάνω λόγοι οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν ικανοποιείται ούτε η δεύτερη προϋπόθεση του Αρ.
  9. ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Οι παρεμβαίνουσες, αναφέρουν ότι στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης, θα έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή ο μηχανισμός του Κανονισμού Ε.Κ. 1260/
  10. Σύμφωνα με τους αιτητές, στην Avila υπεδείχθη ότι ο Κανονισμός αυτός δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, αφού άλλος είναι ο σκοπός του. Προβάλλουν επίσης οι παρεμβαίνουσες, θέση που υιοθέτησαν και οι καθ' ων η αίτηση, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης, όταν η αίτηση αφορά υποβοήθηση διαδικασίας στο εξωτερικό, εν όψει της εφαρμογής των διατάξεων του Περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμου, (Κεφ.12), παραπέμποντας προς τούτο στην υπόθεση Ramilos Trading Ltd v. Buyanovsky [2016] EWHC 3175 (Comm). Να σημειωθεί ότι ο πιο πάνω Νόμος καταγράφεται στο νομικό βάθρο της ένστασης, χωρίς αναφορά στο Κεφ.
  11. Μπορεί συνεπώς να εξεταστεί ο λόγος αυτός της ένστασης. Άλλωστε, ζήτημα δικαιοδοσίας εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο. Πριν την εξέταση όμως των πιο πάνω εισηγήσεων, κρίνεται σκόπιμο αλλά και αναγκαίο να γίνει αναφορά τι ακριβώς επιζητούν οι αιτητές δια των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα αιτούμενα διατάγματα, όπως αυτά καταγράφονται στην αίτηση, συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: Β. Ένορκη δήλωση σε σχέση με τα επίδικα εμπιστεύματα, στην οποία θα: (i) περιλάβουν και επισυνάψουν κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων που το κάθε εμπίστευμα κατείχε κατά την διάρκεια που οι εναγόμενοι ενεργούσαν ως επίτροποι, αναφέροντας όλους του προηγούμενους ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και όπου αυτοί ήταν νομικά πρόσωπα, να αναφέρουν τα πρόσωπα που πιστεύουν ότι είχαν την ιδιοκτησία ή έλεγχο του νομικού προσώπου και/ή τα πρόσωπα που μερίμνησαν για την μεταφορά των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στα εμπιστεύματα, (ii) να επισυνάψουν οικονομικές καταστάσεις, καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, αποδείξεις πληρωμών και μεταφοράς χρημάτων από και προς τους λογαριασμούς των εμπιστευμάτων, κατά τον χρόνο που ενεργούσαν ως επίτροποι και, (iii) να επισυνάψουν όλη την αλληλογραφία και/ή σημειώσεις από συναντήσεις που είχαν με τον Maksat, την σύζυγο του και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργούσε εκ μέρους τους, άμεσα ή έμμεσα σε σχέση με την διαχείριση των εμπιστευμάτων ή που λάμβανε αποφάσεις σε σχέση με τα εμπιστεύματα. Σύμφωνα με τους αιτητές, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν στο Αγγλικό Δικαστήριο που χειρίζεται την διαδικασία εκτέλεσης, όλες τις πληροφορίες και έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι ο Maksat είναι ο δικαιούχος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων των εμπιστευμάτων και ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποκτήθηκαν με την χρήση των κλαπέντων χρημάτων. Είναι προφανές, ότι οι αιτητές δια των ως άνω διαταγμάτων, στην ουσία, εκείνο που επιζητούν είναι μαρτυρία και όχι πληροφορίες, ανεξάρτητα αν αναφέρονται και σε πληροφορίες. Δεν αναζητούν για παράδειγμα πληροφορίες για την ταυτότητα ή την διεύθυνση των αδικοπραγούντων ή άλλων προσώπων που συνέβαλαν στην αδικοπραξία, άλλωστε υπάρχει επί τούτου δικαστική απόφαση. Εκείνο που επιζητούν είναι μαρτυρία, κατά το πλείστον, αν όχι αποκλειστικά, έγγραφη, την οποία θα χρησιμοποιήσουν στην διαδικασία εκτέλεσης της Αγγλικής δικαστικής απόφασης. Αυτό άλλωστε δηλώθηκε στην πιο πάνω απόφαση τεκμ.2, ότι οι αιτητές θα έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα που αποκάλυψαν οι καθ' ων η αίτηση 2-6, σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή άλλη διαδικασία. Αυτό είναι επίσης ξεκάθαρο αλλά και διάχυτο στην υποστηρίζουσα το αίτημα ένορκη δήλωση. Ενδεικτικά ως προς το τι ακριβώς επιζητούν οι αιτητές, είναι οι παράγραφοι 3.4 της ενόρκου δηλώσεως, όπως και η παράγραφος 8, εκ των οποίων ευθέως εξάγεται ότι αναζητούν έγγραφη μαρτυρία από τους εναγόμενους. Όπως αναφέρουν στην παράγραφο 3.4, επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν στις Αγγλικές δικαστικές διαδικασίες. Ομοίως στην παράγραφο 3.6 αναφέρονται στα έγγραφα που έλαβαν στην αγωγή 2461/17, επισυνάπτοντας δέσμη ευρετηρίων των εγγράφων, που ως αναφέρουν αποκαλύφθηκαν στην πιο πάνω Γενική αίτηση. Πρόκειται για το τεκμ.7, το οποίο αποτελεί κατάλογο των εγγράφων, ή όπως το θέτουν οι αιτητές, δέσμη των ευρετηρίων των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση. Η Ramilos ανωτέρω, στην ουσία πραγματεύεται δυο κύρια ζητήματα. Το ένα, με αναφορά σε πληθώρα αποφάσεων, αφορά τις αρχές και τα κριτήρια που εφαρμόζονται επί διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Δεν θα γίνει εδώ ανάλυση των αρχών αφού αυτό έχει γίνει σε άλλο μέρος της απόφασης. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι, ως εξηγείται (παράγραφος 46), ο σκοπός των διαταγμάτων αυτών δεν είναι να χρησιμοποιούνται για ευρείας έκτασης αποκάλυψη (wide- ranging discovery), ή για συλλογή μαρτυρίας (gathering evidence), αλλά περιορίζεται αυστηρά σε αναγκαίες πληροφορίες. Ο σκοπός τους είναι περιορισμένος. Στην παρούσα υπόθεση, η έκταση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως έχει εκτεθεί, δεν περιορίζεται σε πληροφορίες, αλλά είναι τόσο ευρεία, που εκφεύγει από τα όρια και τους σκοπούς τέτοιων διαταγμάτων και απολήγει, τελικά, να συνιστά και να αποτελεί ψάρεμα μαρτυρίας. Είναι ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο που εξετάστηκε το δεύτερο θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα για την παροχή προφορικής ή έγγραφης μαρτυρίας (oral or documentary evidence), προς υποβοήθηση δικαστικών διαδικασιών σε ξένη διαδικασία. Υπεδείχθη ότι η δικαιοδοσία αυτή πάντα ήταν αποκλειστικά νομοθετική. Σχετική για παράδειγμα είναι η υπόθεση Rio Tinto Zinc Corporation v. Westinghouse Electric Corporation [1978] AC, 547, που μνημονεύεται, μεταξύ πολλών άλλων, στην πιο πάνω υπόθεση. Εκείνο που υποδεικνύεται είναι ότι τα διατάγματα Norwich Pharmacal μπορούν να δοθούν όταν ζητούνται πληροφορίες που θα χρησιμοποιηθούν σε ξένες δικαιοδοσίες, όχι όμως μαρτυρία, η οποία, μόνο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου Evidence (Proceedings In Other Jurisdictions) Act 1975 μπορεί να δοθεί. Παρόλο που δεν παραγνωρίζεται ότι τα όρια μεταξύ πληροφοριών και μαρτυρίας δεν είναι ξεκάθαρα, και η διάκριση είναι εφήμερη, αφού η πληροφορία μπορεί να μετατραπεί σε μαρτυρία, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για τη λήψη μαρτυρίας που θα χρησιμοποιηθεί σε ξένες διαδικασίες, έξω από το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο. Όπως εξηγείται, η εξουσία που παρέχεται από το κοινοδίκαιο προς έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal για την παροχή πληροφοριών αναφορικά με την ταυτότητα του αδικοπραγούντος, εκεί που ο εναγόμενος εμπλέκεται, έστω και αθώα στην αδικοπραξία, στηρίζεται στο ότι ο εναγόμενος έχει καθήκον να βοηθήσει τον ενάγοντα δια της παροχής όλων των πληροφοριών και να αποκαλύψει την ταυτότητα του αδικοπραγούντος. Δεν είναι όμως διαθέσιμη προς εξαναγκασμό (compel) για την παροχή μαρτυρίας. Και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη τι ακριβώς επιδιώκουν οι αιτητές δια των αιτουμένων διαταγμάτων, ως έχει αναλυθεί και εξηγηθεί, είναι σαφές ότι επιδιώκεται η λήψη έγγραφης μαρτυρίας και όχι πληροφοριών για την ταυτότητα των αδικοπραγούντων. Στην παρούσα υπόθεση, λόγω της μη εμπλοκής των εναγομένων στις Αγγλικές διαδικασίες, οι ενάγοντες επιθυμούν να λάβουν έγγραφη μαρτυρία εκ μέρους τους για να την χρησιμοποιήσουν στις Αγγλικές διαδικασίες. Ο διαχωρισμός μεταξύ μαρτυρίας και πληροφοριών, έστω και θεωρητικός, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει σημασία, αφού ως προκύπτει, επιζητείται η έκδοση διαταγής για την παροχή έγγραφης μαρτυρίας. Και σύμφωνα με την Ramilos, η δικαιοδοσία προς έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση μαρτυρίας, ή λήψη μαρτυρίας, εάν υπάρχει και εφαρμόζεται νομοθετικό πλαίσιο, ήτοι ο πιο πάνω Νόμος. Στη συνέχεια, με αναφορά σε σχετικές πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου και παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογία, εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, με αίτημα προερχόμενο από το αλλοδαπό Δικαστήριο ως προς το ποια ακριβώς έγγραφα απαιτούνται, γιατί δεν μπορεί να δοθεί διάταγμα σε γενικούς όρους. Η εισήγηση των παρεμβαινουσών και των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι ο πιο πάνω Αγγλικός Νόμος περιέχει παρόμοιες διατάξεις που έτυχαν ερμηνείας στην πιο πάνω υπόθεση, με τον Περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμο, (Κεφ.12). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την εισήγηση, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο αυτό, αφού τίθεται σε εφαρμογή ο πιο πάνω Νόμος. Το Κεφ.12, στα σχετικά άρθρα προνοεί ότι: «3.-
(1)Όταv κατά τηv υπoβoλή αίτησης για τo σκoπό αυτό, καταστεί φαvερό στo Δικαστήριo, με Έγγραφo Εξoυσιoδότηση ή Επιστoλή Παράκλησης ή με oπoιαδήπoτε άλλη μαρτυρία, όπως πρovoείται πιo κάτω, ότι αρμόδιo Δικαστήριo σε αλλoδαπή χώρα εvώπιov τoυ oπoίoυ εκκρεμεί oπoιoδήπoτε αστικό, εμπoρικό ή πoιvικό θέμα, πoυ δεv έχει πoλιτικό χαρακτήρα, επιθυμεί vα λάβει μαρτυρία σχετικά με τo θέμα αυτό oπoιoυδήπoτε μάρτυρα ή μαρτύρωv εvτός της δικαιoδoσίας τoυ Δικαστηρίoυ, τo Δικαστήριo δύvαται, με ex parte αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ δείχvει ότι είvαι πλήρως εξoυσιoδoτημέvo vα υπoβάλει τηv αίτηση εκ μέρoυς τoυ αλλoδαπoύ αυτoύ Δικαστηρίoυ και με τηv πρoσαγωγή τoυ Εγγράφoυ Εξoυσιoδότησης ή της Επιστoλής Παράκλησης ή τέτoιας άλλης μαρτυρίας όπως τo Δικαστήριo ήθελε απαιτήσει, vα διατάξει τηv έvoρκη εξέταση πάvω σε ερωτήματα ή διαφoρετικά εvώπιov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ ή πρoσώπωv πoυ κατovoμάζovται στo διάταγμα αυτό, τoυ μάρτυρα αυτoύ ή τωv μαρτύρωv αυτώv σχετικά, και δύvαται vα εκδώσει τέτoιo διάταγμα ή τέτoια διατάγματα όπως ήθελε είvαι αvαγκαίo για τη λήψη της μαρτυρίας αυτής.
(2)Διάταγμα εξέτασης δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαται vα εκδoθεί αvεξάρτητα τoυ αv η μαρτυρία τoυ πρoσώπoυ πoυ πρόκειται vα εξεταστεί απαιτείται για τo σκoπό διαδικασίας πoυ εκκρεμεί ή διαδικασίας πoυ σκoπεύεται vα εγερθεί εvαvτίov αυτoύ ή στηv oπoία αυτός είvαι διάδικoς: Νoείται ότι όταv η μαρτυρία αυτή απαιτείται για τo σκoπό πoιvικής διαδικασίας εvαvτίov τoυ πρoσώπoυ αυτoύ, τo πρόσωπo εvώπιov τoυ oπoίoυ γίvεται η εξέταση πρoειδoπoιεί αυτό ότι δύvαται vα αρvηθεί vα απαvτήσει σε oπoιαδήπoτε ερώτηση η oπoία τείvει vα εvoχoπoιήσει αυτό.
  1. Με διάταγμα πoυ εκδίδεται δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 3, τo Δικαστήριo δύvαται, με τo διάταγμα αυτό ή με oπoιoδήπoτε μεταγεvέστερo διάταγμα, vα διατάξει τηv πρoσέλευση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, πoυ κατovoμάζεται στo διάταγμα αυτό, με σκoπό τηv εξέταση τoυ ή τηv πρoσαγωγή oπoιωvδήπoτε γραπτώv κειμέvωv ή άλλωv εγγράφωv, τα oπoία πρέπει vα αvαφέρovται στo διάταγμα, και vα δώσει όλες τις oδηγίες ως πρoς τo χρόvo, τov τόπo και τov τρόπo της εξέτασης αυτής και κάθε άλλo συvαφές θέμα ως ήθελε είvαι εύλoγo και δίκαιo, και κάθε τέτoιo διάταγμα δύvαται vα εκτελεστεί κατά τov ίδιo τρόπo όπως διάταγμα πoυ εκδόθηκε από τo Δικαστήριo αυτό σε υπόθεση πoυ εκκρεμεί εvώπιov τoυ.
  2. Είvαι vόμιμo για κάθε πρόσωπo πoυ εξoυσιoδoτείται vα διεξάγει τηv εξέταση μαρτύρωv δυvάμει διατάγματoς πoυ εκδόθηκε σύμφωvα με τo Νόμo αυτό, vα διεξάγει όλες αυτές τις εξετάσεις εvόρκως ή με διαβεβαίωση σε περιπτώσεις κατά τις oπoίες η διαβεβαίωση επιτρέπεται από τo Νόμo αvτί όρκoυ, πoυ επάγovται από τo πρόσωπo πoυ εξoυσιoδoτείται με τov τρόπo αυτό, και, αv, με τov όρκo αυτό ή τη διαβεβαίωση αυτή, oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ oρκίζεται ή διαβεβαιώvει με τov τρόπo αυτό, εκoύσια και με τρόπo πoυ υπoδηλώvει διαφθoρά δώσει oπoιαδήπoτε ψευδή μαρτυρία, κάθε πρόσωπo πoυ αδικoπραγεί με τov τρόπo αυτό θεωρείται και εκλαμβάvεται ως έvoχo ψευδoρκίας: Νoείται πάvτoτε ότι- (α) κάθε πρόσωπo τoυ oπoίoυ η παρoυσία απαιτείται με τov τρόπo αυτό δικαιoύται στηv αυτή συμπεριφoρά, χρήματα και πληρωμή για έξoδα και απώλεια χρόvoυ όπως στηv περίπτωση πρoσέλευσης σε δίκη· (β) κάθε πρόσωπo πoυ εξετάζεται δυvάμει oπoιoυδήπoτε διατάγματoς πoυ εκδίδεται δυvάμει τoυ Νόμoυ αυτoύ, έχει τo αυτό δικαίωμα vα αρvηθεί vα απαvτήσει σε ερωτήσεις πoυ τείvoυv vα εvoχoπoιήσoυv αυτό και άλλες ερωτήσεις, όπως o μάρτυρας, σε oπoιαδήπoτε υπόθεση, πoυ εκκρεμεί στo Δικαστήριo από τo oπoίo εκδόθηκε τo διάταγμα για εξέταση, θα εδικαιoύτo, και καvέvα πρόσωπo δεv είvαι υπoχρεωμέvo vα παρoυσιάσει δυvάμει oπoιoυδήπoτε τέτoιoυ διατάγματoς όπως πρoαvαφέρθηκε, oπoιoδήπoτε γραπτό κείμεvo ή άλλo έγγραφo τo oπoίo δεv θα υπoχρεωvόταv vα παρoυσιάσει κατά τηv εκδίκαση μιας τέτoιας υπόθεσης.» Ο πιο πάνω Αγγλικός Νόμος, καθ' όσον αφορά τα επίδικα θέματα προνοεί ότι: «
  3. Application to United Kingdom court for assistance in obtaining evidence for civil proceedings in other court. U.K. Where an application is made to the High Court, the Court of Session or the High Court of Justice in Northern Ireland for an order for evidence to be obtained in the part of the United Kingdom in which it exercises jurisdiction, and the court is satisfied— (a)that the application is made in pursuance of a request issued by or on behalf of a court or tribunal ("the requesting court") exercising jurisdiction in any other part of the United Kingdom or in a country or territory outside the United Kingdom; and (b)that the evidence to which the application relates is to be obtained for the purposes of civil proceedings which either have been instituted before the requesting court or whose institution before that court is contemplated, the High Court, Court of Session or High Court of Justice in Northern Ireland, as the case may be, shall have the powers conferred on it by the following provisions of this Act. 2.Power of United Kingdom court to give effect to application for assistance. U.K.
(1)Subject to the provisions of this section, the High Court, the Court of Session and the High Court of Justice in Northern Ireland shall each have power, on any such application as is mentioned in section 1 above, by order to make such provision for obtaining evidence in the part of the United Kingdom in which it exercises jurisdiction as may appear to the court to be appropriate for the purpose of giving effect to the request in pursuance of which the application is made; and any such order may require a person specified therein to take such steps as the court may consider appropriate for that purpose.
(2)Without prejudice to the generality of subsection
(1)above but subject to the provisions of this section, an order under this section may, in particular, make provision— (a)for the examination of witnesses, either orally or in writing; (b)for the production of documents; (c)for the inspection, photographing, preservation, custody or detention of any property; (d)for the taking of samples of any property and the carrying out of any experiments on or with any property; (e)for the medical examination of any person; (f)without prejudice to paragraph (e) above, for the taking and testing of samples of blood from any person.
(3)An order under this section shall not require any particular steps to be taken unless they are steps which can be required to be taken by way of obtaining evidence for the purposes of civil proceedings in the court making the order (whether or not proceedings of the same description as those to which the application for the order relates); but this subsection shall not preclude the making of an order requiring a person to give testimony (either orally or in writing) otherwise than on oath where this is asked for by the requesting court.
(4)An order under this section shall not require a person— (a)to state what documents relevant to the proceedings to which the application for the order relates are or have been in his possession, custody or power; or (b)to produce any documents other than particular documents specified in the order as being documents appearing to the court making the order to be, or to be likely to be, in his possession, custody or power.
(5)A person who, by virtue of an order under this section, is required to attend at any place shall be entitled to the like conduct money and payment for expenses and loss of time as on attendance as a witness in civil proceedings before the court making the order.» 3.Privilege of witnesses. U.K.
(1)A person shall not be compelled by virtue of an order under section 2 above to give any evidence which he could not be compelled to give— (a)in civil proceedings in the part of the United Kingdom in which the court that made the order exercises jurisdiction; or (b)subject to subsection
(2)below, in civil proceedings in the country or territory in which the requesting court exercises jurisdiction.
(2)Subsection
(1)(b) above shall not apply unless the claim of the person in question to be exempt from giving the evidence is either— (a)supported by a statement contained in the request (whether it is so supported unconditionally or subject to conditions that are fulfilled); or (b)conceded by the applicant for the order; and where such a claim made by any person is not supported or conceded as aforesaid he may (subject to the other provisions of this section) be required to give the evidence to which the claim relates but that evidence shall not be transmitted to the requesting court if that court, on the matter being referred to it, upholds the claim.
(3).............
(4)In this section references to giving evidence include references to answering any question and to producing any document and the reference in subsection
(2)above to the transmission of evidence given by a person shall be construed accordingly» Από την αντιπαραβολή των δυο Νόμων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι πραγματεύονται τα ίδια ζητήματα, ανεξάρτητα από επί κάποιες μέρους διαφορετικές ρυθμίσεις. Στην ουσία, και αυτό είναι το κρίσιμα ζητούμενο εδώ, είναι ότι υπάρχει ο αντίστοιχος Νόμος, Κεφ.12, και μόνο μέσω του Νόμου αυτού θα μπορούσε να γίνει λήψη μαρτυρίας και εγγράφων, αποκλειόμενης, σύμφωνα με την Ramilos, της δικαιοδοσίας και εξουσίας προς έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal, εκεί που υπάρχει και εφαρμόζεται νομοθετικό πλαίσιο. Ως μάλιστα υπεδείχθη: « If, as I have held, the 1975 Act is engaged in respect of any attempt to obtain information or evidence, but the claimant is unable to obtain an order of the foreign court or letter of request, that unavailability of relief from the foreign court is no answer to the argument that the statutory regime is engaged and precludes any common law remedies under Norwich Pharmacal jurisdiction. . The jurisdiction of the court is confined to the statutory regime». Το Κεφ.12 εξομοιώνει τέτοια μαρτυρία, όπως κάθε άλλη μαρτυρία κατά την εκδίκαση υπόθεσης, και παρέχει όλα τα εχέγγυα και ασφαλιστικές δικλείδες, όπως σε κάθε μάρτυρα κατά την εκδίκαση κάθε υπόθεσης. Ενδεικτική του τρόπου και της διαδικασίας, καθ' όσον αφορά το Κεφ.12, παρέχει η υπόθεση Εμπεδοκλής κ.ά (Αρ.1)
(2009)1 Α.Α.Δ 122. Πρόκειται για δικαστική συνδρομή προς παροχή βοήθειας προς λήψη μαρτυρίας από τη δικαστική αρχή μιας χώρας προς μια άλλη δικαστική αρχή. Καταληκτικά, η παρούσα αίτηση προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν μπορεί, και δεν προσφέρεται προς λήψη μαρτυρίας και εγγράφων για χρήση σε εκκρεμούσες διαδικασίες ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου. ΤΑΥΤΟΣΗΜΙΑ Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, ως προς ακόμα ένα θέμα που εγείρεται, ήτοι της ταυτοσημίας των εκδοθέντων διαταγμάτων με εκείνα που επιζητούνται με την αγωγή, στην υπόθεση Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά,
(2013)1 Α.Α.Δ. 222, υπεδείχθη ότι: «Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149». Στην υπόθεση Zena Co. Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848, υπεδείχθη ότι: «Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (δέστε Κυρίσαββα ν. Κύζη - ανωτέρω -σελ. 1256-1257)». Στην προκειμένη όμως υπόθεση, στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως, ως λέχθηκε, δεν αναφέρεται, ούτε και καταγράφεται η βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, ή και υπάρχει κάποιος επί τούτου ισχυρισμός, ή και επιζητούνται έστω κάποιου είδους θεραπείες άλλες από τα επιζητούμενα διατάγματα, ώστε να μπορούσε να εξεταστεί τα θέμα της ταυτοσημίας, στα πιο πάνω πλαίσια. Από όσα επίσης έχουν αναφερθεί, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, ούτε και με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα, είναι ευδιάκριτο ποια είναι η βάση της αγωγής των εναγόντων, ώστε να μπορούσαν οι διάφοροι ισχυρισμοί να συσχετισθούν με κάποια βάση αγωγής, ή με αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, ή έστω με κάποιου είδους αποζημιώσεις. Ομοίως στην υπόθεση Σταυράκης κ.ά Δήμος Λευκωσίας Πολ. Έφεση Αρ. Ε 68/2013, ημερ.24.3.2015, υπεδείχθη ότι: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει» Η ανυπαρξία νομικού βάθρου της αγωγής, ή του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων, δεν παρέχει πεδίο εξέτασης της φύσης, αλλά και της ανάγκης της υπόθεσης, ώστε να διαφανεί αν, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η έκδοση διαταγμάτων ταυτόσημων με εκείνα που επιζητούνται στην αγωγή. Προκύπτει συνεπώς, ότι και η επί τούτου ένσταση ευσταθεί. Εν όψει του αποτελέσματος στο οποίο έχει αχθεί το Δικαστήριο, η εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων του Αρ.32, κρίνεται ότι μόνο θεωρητική σημασία θα έχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται. Επίσης, διάφορα άλλα θέματα που ηγέρθηκαν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, αλλά και των παρεμβαινουσών, εν όψει του αποτελέσματος, κρίνεται ότι ομοίως δεν απαιτείται να εξεταστούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση και των παρεμβαινουσών. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.