← Κύπρος

Κατσαντώνη ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2983/16, 26/2/2021

Κατσαντώνη ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2983/16, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2983/16 Μεταξύ: XXXXX Κατσαντώνη Ενάγοντα -και- 1.Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2021 Αίτηση ημερ. 20 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: LEFKOS CLERIDES & SONS LLC Για τους Εναγομένους: Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την υπεράσπιση τους στις 24 Ιανουαρίου
  2. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 10 Ιουνίου
  3. Ακολούθησαν εκατέρωθεν αιτήσεις για την έκδοση οδηγιών στην αγωγή. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2019 για εκατέρωθεν καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων και τα μέρη συμμορφώθηκαν με αυτές τις υποδείξεις στις 16.10.2019 και 25.10.19 αντίστοιχα. Στην συνέχεια δόθηκαν επιπρόσθετες οδηγίες του Δικαστηρίου για την ετοιμασία και την καταχώρηση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας οδηγία με την οποία συμμορφώθηκαν ο ενάγοντας στις 26 Νοεμβρίου 2019 και οι εναγόμενοι στις 20 Ιανουαρίου
  4. Στο πλαίσιο αυτό οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 20.1.2020 με την οποία έχουν ζητήσει να γίνουν οι ακόλουθες τροποποιήσεις στην υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Υπεράσπιση των εναγομένων ως εξής:
  5. Με την προσθήκη μετά την τελευταία λέξη της παραγράφου 3 της Υπεράσπισης της ακόλουθης παραγράφου: «Ο ενάγοντας προέβαλε λανθασμένους και/ή ψευδείς ισχυρισμούς ότι κατά το έτος 1999 ενήργησε εκ μέρους τρίτου προσώπου, δυνάμει Πληρεξουσίου Εγγράφου, για την αγορά μετοχών της εναγομένης 2 μέσω της εναγομένης 1 εταιρείας. Η αγοραπωλησία μετοχών ισχυρίζονται οι εναγόμενοι έγινε για τον ίδιο και για κανένα τρίτο πρόσωπο και οι τίτλοι των μετοχών ενεγράφονταν πάντοτε το όνομα του ιδίου και όχι οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Από την αγοραπωλησία μετοχών ο ενάγων δημιούργησε χρεωστικό υπόλοιπο με την εναγομένη 1 εταιρεία το οποίο διεκδικήθηκε με την αγωγή 4711/
  6. Πλήρης αναφορά στην εν λόγω αγωγή θα γίνει κατά την δικάσιμο. Το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 1.10.1999 κατατέθηκε ως Τεκμήριο μέσα στα πλαίσια της αγωγής 4711/03 και παρουσιάζει τον ενάγοντα ότι ενεργούσε για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων προς όφελος και για λογαριασμό της XXXXX Καλλιάδου με αρ. δελτίου ταυτότητας XXXXX
  7. Ο Π. Κατσαντώνης στην κυρίως εξέταση του μέσα στα πλαίσια της αγωγής 4711/2003 κατέγραψε στην δήλωση του ότι «παρέδωσε στην Cisco πιστό αντίγραφο του πληρεξουσίου ημερ. 1.10.1999 με το οποίο η θεία του XXXXX Καλλιάδου, τον διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και κατεπιστευματοδόχο (trustee) της». 2.Με την προσθήκη νέας παραγράφου μετά το τέλος της παραγράφου 3, με την απαρίθμηση 3Α. «Οι εναγόμενοι συμφωνούν με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι μέσα στα πλαίσια της αγωγής 4711/03 ο ενάγων στην παρουσία του δικηγόρου του αποδέχτηκε την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης εναντίον του. Συγκεκριμένα ο ενάγων είχε προωθήσει την Υπεράσπιση του μέσα στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και μόλις τρεις μέρες μετά το κλείσιμο αυτής ήτοι την 6.6.2008 η πλευρά των εναγόντων πληροφορήθηκε ότι η XXXXXX Καλλιάδου ήταν αδύνατο να παραχώρησε στον Π. Κατσαντώνη πληρεξούσιο καθότι είχε αποβιώσει από το 1998 η δε ταφή της έγινε την 12.8.
  8. Η Cisco καταχώρησε αίτηση για αντικρουστική μαρτυρία και ο εκδικάζων δικαστής ο κ. Ν. Σάντης εξέδωσε διάταγμα την 10.7.2008 και «επέτρεψε την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας από τον Υπεύθυνο των αποθηκών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, τον Υπεύθυνο του κοιμητηρίου Κωνσταντίνου και Ελένης και τον Γενικό Διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ώστε αυτοί να τοποθετηθούν επί της μαρτυρίας του εναγομένου σε σχέση με την ένορκη μαρτυρία του, αναφορικά με την ημερομηνία θανάτου της XXXXX Καλλιάδου, η οποία είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο έγγραφο στον εναγόμενο». Πλήρης αναφορά στην αίτηση και στο Διάταγμα ημερ. 10.7.2008 θα γίνει κατά την δικάσιμο. Η αγωγή 4711/03 μετά την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 10.7.2008 ορίστηκε για συνέχιση την 23 και 24.9.
  9. Την 23.9.2008 η πλευρά του Π. Κατσαντώνη μέσω του Δικηγόρου του ζήτησε αναβολή με σκοπό την έκδοση απόφασης και η υπόθεση ορίστηκε την 2.10.2008 κατά την οποία αποδέχτηκε την έκδοση εναντίον του εκ συμφώνου απόφασης». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ως προς τους λόγους για τους οποίους επιχειρείται η τροποποίηση έχει καταχωρηθεί ένορκη δήλωση της XXXXX Ανδρέα δικηγόρος στο Δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους εναγόμενους. Είναι θέση τους ότι δεν καταγράφηκαν ρητώς όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί στα πλαίσια της διαδικασίας στην αγωγή 4711/03 και αυτό έγινε από λάθος. Είναι θέση τους ότι αυτά τα γεγονότα στην περίπτωση που προστεθούν δεν θα αλλοιώσουν τις θέσεις που έχουν ήδη προβληθεί με την υφιστάμενη έκθεση Υπεράσπισης. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του ενάγοντα αλλά θα έχει ως αποτέλεσμα να ξεκαθαρίσει την ήδη υποβληθείσα θέση των εναγόμενων με εμπεριστατωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο. Αντίθετη ήταν θέση του ενάγοντα η οποία έχει καταγραφεί με την ένσταση που έχει καταχωρήσει ήτοι, ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και καθυστερημένα και αφορά την τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης με την προσθήκη νέων ισχυρισμών. Είναι θέση του ενάγοντα ότι τα γεγονότα που επιχειρούν να προσθέσουν με την προτεινόμενη τροποποίηση σε σχέση με την εκδίκαση της αγωγής 4711/2003 ήταν ήδη γνωστά στους εναγόμενους διότι είχαν συμβεί προηγουμένως κατά τον χρόνο αποπεράτωσης της ακροαματικής διαδικασίας εκείνης της αγωγής. Επιπρόσθετα, προβάλλουν τα ακόλουθα επιχειρήματα: Α. Επιπλέον, αποτελεί θέση των εναγομένων ότι το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί στο παρόν στάδιο, χωρίς να προκληθεί πολυπλοκότητα στην διαδικασία. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα. Αντιθέτως, ξεκαθαρίζει την ήδη υποβληθείσα θέση των εναγομένων με ένα πιο εμπεριστατωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο και με μοναδικό σκοπό να έχει το Δικαστήριο στη διάθεση του όλα τα στοιχεία τα οποία θα υποβοηθήσουν την δίκαιη διεκπεραίωση της υπό κρίση υπόθεσης. Β. Η ως άνω τροποποίηση πρέπει να τεθεί ενώπιον και υπόψη του Δικαστηρίου, με σκοπό την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Πιστεύω ειλικρινά ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν παραβλάπτει και δεν εμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εναγόντων, παρά μόνο αποσκοπεί στην ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Μόλις η αναγκαιότητα της σκοπούμενης τροποποίησης περιήλθε στην προσοχή των δικηγόρων των εναγομένων, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαττάτεται ο παραμερισμός της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 4711/03 βάσει της οποίας ο ενάγοντας διατάχθηκε να καταβάλει στην εναγόμενη 1 το ποσό των €36.5054,67 πλέον τόκο και έξοδα καθ' ότι ήταν το προϊόν ψυχικής πίεσης δόλου και εξαπάτησης του ενάγοντα κατά παράβαση των Αρχών της καλής πίστης από τους εναγόμενους 1 και
  10. Με την προτεινόμενη υπεράσπιση επιδιώκεται η τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και η προσθήκη νέας παραγράφου 3Α που θα ακολουθεί αριθμητικά την παράγραφο
  11. Η υφιστάμενη παράγραφος 3 είναι ως ακολούθως: «Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων και των υποπαραγράφων 3.1 -3.5 της Έκθεσης Απαίτησης, και καλούν τον Ενάγοντα προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι ο ενάγοντας κωλύεται να εγείρει τους εν λόγω ισχυρισμούς, λόγω δεδικασμένου και/ή παραγραφής.» Είναι κατανοητό ότι αυτό που εγείρεται με την υφιστάμενη παράγραφο 3 είναι προδικαστικό ζήτημα, ήτοι ότι επειδή η αγωγή 4711/13 έχει καταλήξει με την έκδοση απόφασης εκ συμφώνου δημιουργείται ζήτημα δεδικασμένου. Ως εκ τούτου δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο ο ενάγοντας θα μπορούσε να διεκδικήσει με την έγερση της μεταγενέστερης αγωγής στην οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης στην αγωγή 4711/
  12. Κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης η μορφή της Διαταγής 25 που είναι η νομική βάση της παρούσα αίτησης ήταν η ακόλουθη. 1.

(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Προκύπτει από την πιο πάνω δικονομική διάταξη ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας περιορίζεται η δυνατότητα και οι λόγοι για τους οποίους διάδικοι μπορούν να ζητήσουν τροποποίηση της δικογραφίας. Με βάση το πραγματικό θεμέλιο που στηρίζει την αίτηση προκύπτει ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν ως καθορισμένο και επιτρεπόμενο λόγο για την προτεινόμενη τροποποίηση το καλόπιστο λάθος. Το καλόπιστο λάθος ως διατείνονται είναι ότι δεν αναφέρθηκαν ρητώς με την υπεράσπιση τους στις συνθήκες έκδοσης της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης στην αγωγή 4711/
  1. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι με αυτά που έχουν αναφέρει πείθουν ότι η μη συμπερίληψη στην αγωγή των γεγονότων που περιστρέφονται γύρω από τις συνθήκες έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 4711/03 οφείλεται σε καλόπιστο λάθος; Η θέση του καθ' ου η αίτηση είναι ότι οι εναγόμενοι επενεργούν υστερόβουλα και όχι καλή τι πίστη και μάλιστα σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Το κατά πόσο το λάθος των εναγόμενων μπορεί να εκληφθεί ως καλόπιστο λάθος εξαρτάται εν μέρει από τον χαρακτήρα και την έκταση των τροποποιήσεων που επιδιώκουν να καταχωρήσουν με την προτεινόμενη τροποποίηση. Με την παράγραφο 1 του αιτητικού της αίτησης οι εναγόμενοι επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της υπόθεσης 4711/03 καθώς και να επεξηγήσουν τα επίδικα θέματα σε εκείνη την αγωγή. Με την παράγραφο 2 επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που προκύπτουν από τον δικονομικό φάκελο της υπόθεσης 4711/
  2. Αξιολογώντας τα δεδομένα , πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης στις υπερασπιστικές θέσεις των εναγόμενων αλλά ο εμπλουτισμός υφιστάμενων υπερασπίσεων με επιπρόσθετα γεγονότα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν μία λιτή υπεράσπιση που εμπεριέχει γενικές αρνήσεις εις απάντηση των θέσεων του ενάγοντα και εις την οποία οι εναγόμενοι καλούν τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης οι εναγόμενοι ήδη επικαλούνται την υπεράσπιση του δεδικασμένου και της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα. Στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνούνται την θέση του ενάγοντα ότι υπήρξε ψυχική πίεση και εξαναγκασμό του ενάγοντα και του δικηγόρου του προκειμένου να εκδοθεί η απόφαση ημερομηνίας 2 Οκτωβρίου 2008 στα πλαίσια της αγωγής 4711/
  3. Στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης προβάλλεται θετικός ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας είχε αποδεχθεί και/ή συμφωνήσει στην έκδοση της απόφασης, πιο πάνω, κατά βούληση. Συνεπώς, τα γεγονότα που καταγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 του αιτητικού της αίτησης είναι γεγονότα που υποστηρίζουν την ήδη εκφρασθείσα υπεράσπιση ότι υπάρχει μία απόφαση στα πλαίσια της αγωγής 4711/03 που δημιουργεί δεδικασμένο σε σχέση με τις αξιώσεις του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και ότι η απόφαση αυτή η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου δεν ήταν το προϊόν ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού του ενάγοντα και του Δικηγόρου του. Παρόλο ότι οι εναγόμενοι έχουν ισχυριστεί τα ελάχιστα γεγονότα για να θεωρηθεί ότι έχουν εκφράσει τις τρεις πιο πάνω υπερασπίσεις ολοκληρωμένα δεν είναι περίπτωση ελαττωματικής διατύπωσης των εν λόγω υπερασπίσεων λόγω απουσίας ουσιωδών γεγονότων. Σύμφωνα με την Δ.19 κ. 4 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας πιο κάτω κάθε διάδικος είναι υποχρεωμένος να προβεί σε καθαρή συνοπτική έκθεση της απαίτησης του με την παράθεση κάθε ουσιώδης γεγονότος που είναι αναγκαίο ώστε να εκφρασθεί ολοκληρωμένα και με σαφήνεια η απαίτηση του καθώς και η βάση της απαίτησης του.
  4. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα 1 ΑΑΔ 1422
(2011)το Εφετείο επεξήγησε ότι σύμφωνα με τη Δ.19, θ.4 κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να εκθέτει στο δικόγραφο του σε συνοπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπόθεσή του, όχι όμως και τη μαρτυρία. Σε περίπτωση που ο διάδικος στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο αγώγιμο δικαίωμα της απάτης, θα πρέπει να δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες στο δικόγραφο και να δηλώνεται ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με δόλο. Η Δ.19 προβλέπει ότι ο εναγόμενος ή ο ενάγων, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα ζητήματα που δείχνουν, ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει, ή ότι η συναλλαγή είναι είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη σε νομικό σημείο. Θα πρέπει να αναφερθεί σε όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απαίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, οι οποίοι εάν δεν εγείρονταν, πιθανόν να καταλάμβαναν την αντίθετη πλευρά εξ απροόπτου, ή θα ήγειραν επίδικα ζητήματα για γεγονότα, τα οποία δεν προκύπτουν από προηγούμενα δικόγραφα, όπως για παράδειγμα απάτη, παραγραφή, απαλλαγή, πληρωμή, εκτέλεση πραγματικών γεγονότων, τα οποία δείχνουν παρανομία οποιουδήποτε είδους, ή καθιστούν την απαίτηση ή την ανταπαίτηση ανεκτέλεστη. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίσθηκε ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα της αγωγής είναι υποχρέωση που οφείλει ο διάδικος στον αντίδικο του ώστε αυτός να είναι σε θέση να απαντήσει τους ισχυρισμούς καθώς και υποχρέωση προς στο Δικαστήριο ώστε να μην σπαταληθεί ο χρόνος του Δικαστηρίου επί άσχετων θεμάτων που δεν θα βοηθήσουν στην δίκαια επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Με την ίδια σαφήνεια θα πρέπει να εκφρασθεί η υπεράσπιση. Δεν είναι αρκετό οι εναγόμενοι να αρνηθούν τις θέσεις του ενάγοντα. Οφείλουν να προβάλουν τις δικές τους θέσεις ειδικά και συγκεκριμένα ώστε να είναι κατανοητό για ποιους λόγους ευσταθεί η προβαλλόμενη υπεράσπιση. Οι κανονισμοί 15 και 16 της Διαταγής 19 καταπιάνονται ειδικά με τον σωστό τρόπο παράθεσης της υπερασπιστικής γραμμής των εναγόμενων ως ακολούθως:
  1. It shall not be sufficient for a defendant in his defence to deny generally the grounds alleged by the statement of claim, or for a plaintiff in his defence to a counter-claim to deny generally the grounds alleged in a defence by way of counter-claim, but each party must deal specifically with each allegation of fact of which he does not admit the truth, except damages.
  2. When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances. Εφαρμόζοντας τους πιο πάνω δικονομικούς κανόνες στην δική μας την περίπτωση θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι εναγόμενοι με την αρχική τους υπεράσπιση απέφυγαν να δεσμευθούν σε μία συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων για να καταδείξουν ότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα στην αγωγή 4711/03 δημιούργησε δεδικάσμενο σε σχέση με την απαίτηση του. Περαιτέρω, δεν παρατίθεται κανένα γεγονός στο σώμα της υπεράσπισης που να εκφράζει τους λόγους για τους οποίους εκείνη η απόφαση λήφθηκε κατά βούληση του ενάγοντα και όχι ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης του ιδίου και του δικηγόρου του. Θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργηθεί προβληματισμός από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι με την αρχική τους υπεράσπιση δεν είχαν δεσμευθεί σε μία συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων που κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δυνατόν να προκαλούσε προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς την αποδοχή μαρτυρίας σχετική με την συγκεκριμένη εκδοχή που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι. Στην υπόθεση Βαριάνου ν Βορκά 1 ΑΑΔ 1541
(2010)το Εφετείο καταπιάστηκε με αυτό το ζήτημα και εξήγησε τους λόγους που μία πρόχειρη και όχι ειδικά συντεταγμένη υπεράσπιση ως προς τα γεγονότα της μπορεί να οδηγήσει εν τέλει σε αδικία για την άλλη πλευρά. Ανεξάρτητα από τα όσα περιγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με τις αλλαγές που επήλθαν στους Αγγλικούς Θεσμούς, εκείνο που είναι σίγουρο και ξεκάθαρο, είναι ότι οι πρόνοιες των δικών μας Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι επαρκείς και ως δικονομικά εργαλεία διασφαλίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό την τήρηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης. Το ότι στην Αγγλία ενδεχομένως οι Θεσμοί να έγιναν πιο λεπτομερείς και πιο διευκρινιστικοί ως προς το τι απαιτείται, με κανένα τρόπο δεν αλλοιώνει τις σαφείς πρόνοιες των δικών μας Θεσμών. Ας δούμε λοιπόν, τι προβλέπουν οι δικοί μας Θεσμοί για την ορθή δικογράφηση ισχυρισμών. Κατ' αρχάς, η Δ.19, θ.2 συνδέει τα δικόγραφα με τις ανάγκες της υπόθεσης. Προβλέπει ότι τόσο η Έκθεση Απαίτησης όσο και η Έκθεση Υπεράσπισης «θα πρέπει να είναι τόσο σύντομες, όσο θα το επιτρέπει η φύση της υπόθεσης». Η Δ.19, θ.4 προβλέπει ότι:- «
  1. Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιέχει μόνο, μια συνοπτικής μορφής έκθεση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος που καταθέτει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση ή την υπεράσπισή του, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά όχι τη μαρτυρία την οποία πρόκειται να αποδειχτούν ....».* Περαιτέρω, η Δ.19, θ.13 προβλέπει ότι:- «
  2. Ο εναγόμενος ή ο ενάγων, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα ζητήματα που δείχνουν, ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει, ή ότι η συναλλαγή είναι είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη σε νομικό σημείο, και σε όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απαίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, οι οποίοι εάν δεν εγείρονταν, πιθανόν να καταλάμβαναν την αντίθετη πλευρά εξ απροόπτου, ή θα ήγειραν επίδικα ζητήματα για γεγονότα, τα οποία δεν προκύπτουν από προηγούμενα δικόγραφα ....»* Πιο σημαντικές είναι ίσως οι πρόνοιες της Δ.19, θ.15 οι οποίες δεν αφήνουν αμφιβολία για τις υποχρεώσεις ενός εναγόμενου:- «
  3. Δεν θα είναι αρκετό για ένα εναγόμενο στην υπεράσπισή του να αρνηθεί γενικά τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως, .... αλλά κάθε διάδικος πρέπει να ασχοληθεί ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος, του οποίου την αλήθεια δεν παραδέχεται, εκτός από αποζημιώσεις.»* Τέλος, η Δ.19, θ.16, αποθαρρύνει τη γενική άρνηση ως τρόπο δικογράφησης:- «
  4. Όταν ένας διάδικος σε οποιοδήποτε δικόγραφο αρνείται ένα ισχυρισμό γεγονότος, ο οποίος υπάρχει στο προηγούμενο δικόγραφο του αντιδίκου, δεν πρέπει να πράττει τούτο με υπεκφυγές αλλά να απαντά στην ουσία του θέματος. .... Και εάν γίνεται ισχυρισμός με διάφορες περιστάσεις, δεν θα είναι αρκετό να τον αρνηθεί με εκείνες τις περιστάσεις.»* Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνονται μαζικές παραβιάσεις της Δ.19 οι οποίες αναπόφευκτα είχαν αντίκτυπο στον τρόπο που διεξήχθη η δίκη. Κατ' αρχάς, υπάρχει παράβαση της Δ.19, θ.
  5. Η υπόθεση αφορούσε ιατρική αμέλεια. Τέτοιες υποθέσεις συνήθως δεν είναι απλές, αλλά αντίθετα είναι περίπλοκες και το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί λεπτών θεμάτων. Επομένως, η φύση της υπόθεσης με κανένα τρόπο δεν επέτρεπε την καταχώρηση του λακωνικού δικογράφου που τελικά καταχώρησε ο Εφεσίβλητος, στο οποίο πέραν της γενικής άρνησης δεν προβάλλεται κανένας απολύτως ισχυρισμός και καμία θέση από πλευράς Εφεσίβλητου. Περαιτέρω, κατά παράβαση των προνοιών της Δ.19, θ.4 και 13, από την Έκθεση Υπεράσπισης απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα, τα οποία ο Εφεσίβλητος στήριζε στην υπεράσπισή του. Περαιτέρω, κατά παράβαση της Δ.19, θ.15 παρέλειψε να ασχοληθεί ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος, την αλήθεια του οποίου δεν παραδεχόταν. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εφεσείουσα έπασχε από κερατόκωνο «γεγονός το οποίο ο εναγόμενος αντιλήφθηκε και/ή όφειλε να είχε αντιληφθεί». Περαιτέρω, ότι λόγω της ύπαρξης κερατόκωνου, σε συνδυασμό με την ψηλή μυωπία, αντενδείκνυτο η επέμβαση με λέιζερ ή δημιουργούσε αυξημένους κινδύνους για επιπλοκές, για τους οποίους θα έπρεπε να είχε προειδοποιηθεί η Εφεσείουσα. Ο Εφεσίβλητος απάντησε σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς, με γενική άρνηση. Ενώ είχε θέσεις, δεν τις δικογράφησε ώστε να γνωρίζει η Εφεσείουσα, αλλά τις πρόβαλε για πρώτη φορά κατά τη δίκη. Κατά την άποψή μας, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στον Εφεσίβλητο κατά τη δίκη να προβάλει ζητήματα και θέσεις που δεν είχε προηγουμένως δικογραφήσει. Δε συμφωνούμε με το σχόλιο του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι επειδή δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας, αυτό μπορεί να δικαιολογήσει τις μαζικές παραβάσεις των Θεσμών. Ούτε είμαστε βέβαιοι ότι δεν υπήρξε αδικία στην πλευρά της Εφεσείουσας, όπως αναφέρει το πρωτόδικο δικαστήριο, επειδή έλαβε γνώση της θέσης του Εφεσίβλητου κατά την αντεξέταση. Είναι γεγονός ότι πολλές φορές η θέση της υπεράσπισης αποκαλύπτεται σταδιακά κατά την αντεξέταση. Όμως, μέχρι να καταθέσουν οι μάρτυρες υπεράσπισης, η ακριβής θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να είναι γνωστή. Ένας εναγόμενος που υπερασπίζεται με γενική άρνηση, αν δεν εμποδιστεί, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία ή ελισσόμενος να προβάλει οποιαδήποτε θέση επιθυμεί, εφόσον δεν περιορίζεται από τα δικόγραφά του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εφεσίβλητος δεν δεσμεύτηκε για οτιδήποτε. Για παράδειγμα, δεν τοποθετήθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης του, στο κρίσιμο θέμα κατά πόσο διαπίστωσε αν η Εφεσείουσα έπασχε ή όχι από κερατόκωνο. Ως αποτέλεσμα, είχε το ελεύθερο, κατά τη δίκη, να ελίσσεται κατά το δοκούν. Για παράδειγμα, κατατέθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε, Τεκμήριο 1, στο οποίο αναφέρεται ότι η Εφεσείουσα δεν έπασχε από κερατόκωνο. Όμως, κατά την αντεξέτασή του, άρχισε να διαφοροποιείται. Το απόσπασμα από την αντεξέτασή του, στο οποίο μας παρέπεμψε ο δικηγόρος της Εφεσείουσας, είναι χαρακτηριστικό του τρόπου που ο Εφεσίβλητος ελισσόταν, χωρίς κανένα περιορισμό από τα δικόγραφά του. Εφαρμόζοντας το πιο πάνω σκεπτικό στα δικά μας τα γεγονότα προκρίνεται ότι θα ήταν πολύ εύκολο να γίνονταν τακτικοί ελιγμοί στην παρουσίαση της υπόθεσης αφ' ης στιγμής η υπεράσπιση συντάχθηκε με γενικότητα χωρίς να αποσαφηνίζονται τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν το συμπέρασμα ότι η δημιουργείται δεδικασμένο βάση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε με την συμφωνία του ενάγοντα σε σχέση με το περιεχόμενο της απαίτησης. Επομένως, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν έχουν ως αποτέλεσμα την προσθήκη νέας βάσης αγωγής και έτσι τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της. Αντίθετα, οι υφιστάμενες υπερασπίσεις αποκρυσταλλώνονται διά της προσθήκης των συγκεκριμένων γεγονότων επειδή θα δεσμεύουν την εκδοχή της υπεράσπισης και θα περιορίζουν αυτά που θα μπορέσουν οι εναγόμενοι να παρουσιάσουν ως μαρτυρία για να προωθήσουν τις υπερασπίσεις τους: Εκείνο που επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση Ikos Cif Ltd. v Coward Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερομηνίας 20 Μαρτίου 2014 είναι ότι: Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Κριτήριο κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή ήταν εμφανής. Περαιτέρω, δεν επιτράπηκε η τροποποίηση επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγόμενης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037. Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι: 'η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707 ). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του αρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα καταχώρισε πολύ καθυστερημένα την έκθεση υπεράσπισης της - 14 μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και αφού είχε προηγηθεί αίτηση των εφεσιβλήτων για απόφαση λόγω παράλειψης της Αποζημιούσης Αρχής να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Πρόσθετα με την πλήρη συγκατάθεση της εφεσείουσας η αίτηση της για να προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της αναβλήθηκε 12 φορές για μνεία και οι αναβολές κράτησαν από τις 11.11.97 μέχρι τις 18.5.99. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της εφεσείουσας κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσιβλήτων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι υπάρχει καθυστερημένη υποβολή της αίτησης αλλά παρόλο τούτο επιμένουν στο αίτημα τους επειδή θεωρούν ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση θα παρουσιαστούν όλα τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. Θεωρούν ότι οι τροποποίησης είναι αναγκαίες για σκοπούς επίλυσης των πραγματικών ζητημάτων της αγωγής με στόχο την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης. Δεν νομίζω ότι οι εναγόμενοι παραπλανούν το Δικαστήριο ότι είναι εκ παραδρομής που δεν συμπεριέλαβαν αρχικά τα συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούν την πορεία της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή 4711/
  1. Είναι γεγονός ότι σε εκείνη την δικαστική διαδικασία η οποία αποπερατώθηκε με τελική απόφαση, στηρίζονται οι εναγόμενοι για να θίξουν την υπεράσπιση του δεδικασμένου. Αυτή η αγωγή ολοκληρώθηκε το 2008 και έτσι τα γεγονότα της διαδικασίας αυτής ήταν γνωστά στους εναγόμενους κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Είναι λογικό ότι οι εναγόμενοι το γνώριζαν αυτό κατά την ημέρα καταχώρησης της αρχικής υπεράσπισης διαφορετικά δεν θα πρόβαλαν το δεδικασμένο με την υπεράσπιση τους. Οι εναγόμενοι γνώριζαν για την ύπαρξη της παλαιότερης αγωγής και ότι αυτή επιδρούσε καταλυτικά στην διαφορά τους με τον ενάγοντα ως αυτή διαμορφώνεται με την απαίτηση του. Γνώριζαν εξ' αρχής ότι τα γεγονότα της αγωγής 4711/03 ήταν σημαντικά για την προβολή της υπεράσπισης τους. Παρόλο τούτο, δεν φαίνεται να είχαν καταπιαστεί σε εκείνο το αρχικό στάδιο με τις λεπτομέρειες του φακέλου στην αγωγή 4711/
  2. Δεν καταπιάστηκαν με τις λεπτομέρειες της διαδικασίας μέχρι και που υποχρεώθηκαν να ασχοληθούν με τις λεπτομέρειες αυτών των γεγονότων και αυτό έγινε κατ' ανάγκη όταν έπρεπε να ετοιμάσουν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, τον κατάλογο μαρτύρων και την σύνοψη μαρτυρίας. Φαίνεται να είναι σε εκείνο το στάδιο που αποφασίσθηκε ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης θα έπρεπε να εκτεθούν στο σώμα της υπεράσπισης. Προκύπτει ότι είναι σε εκείνο το στάδιο που λήφθηκε τελική κρίση ως προς την έκταση των λεπτομερειών αναγκαίων και απαραίτητων να δικογραφηθούν προκειμένου να εκφρασθεί ορθά και ολοκληρωμένα η υφιστάμενη υπεράσπιση του δεδικασμένου. Είναι κατανοητό ότι σε κάθε περίπτωση σύνταξης ενός δικόγραφου χρειάζεται κρίση να αποφασιστεί ως προς την έκταση των λεπτομερειών που πρέπει να δικογραφηθούν. Συνήθως, αποφασίζεται να περιληφθούν μόνο τα ουσιαστικά και απαραίτητα στοιχεία ώστε ο διάδικος να μην εγκλωβίσει τον εαυτό του σε μία κατάσταση που θα πρέπει να αποδείξει κάθε λεπτομέρεια που δικογραφείται προκειμένου να πετύχει η υπεράσπιση του. Αυτός είναι και ο λόγος που θα πρέπει να δοθεί στους εναγόμενους το ευεργέτημα της αμφιβολίας ως προς τον καλόπιστο των προθέσεων τους παρόλο ότι αυτά τα γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτούς με την καταχώρηση της αγωγής. Στην υπόθεση Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays 1 ΑΑΔ 607
(1995)η εξήγηση για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορούσε την αλλαγή του δικηγόρου των εναγόμενων. Όμως τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης όπως και της δικής μας υπόθεσης, τα οποία θεμελιώνουν την προτεινόμενη τροποποίηση, ήταν γνωστά ή εύλογα, θα μπορούσαν γίνουν γνωστά και να εντοπισθούν από την ενάγουσα από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Και έτσι το ζήτημα της καθυστέρησης είναι σημαντικός παράγοντας ώστε εν τέλει να κριθεί το καλόπιστο των προθέσεων των εναγόμενων. Τι δηλαδή εμπόδιζε την τροποποίηση σε προγενέστερο στάδιο; Μήπως ήταν η συλλογή των εγγράφων της υπόθεσης και η εξοικείωση με τα έγγραφα της υπόθεσης αυτών που χειρίζονται την υπόθεση για λογαριασμό των εναγόμενων καθώς και η νομική μελέτη του ζητήματος; Εάν ιδωθεί το ζήτημα υπό αυτό το πρίσμα η καθυστέρηση δεν είναι ασυγχώρητη ενόψει του γεγονότος ότι η αίτηση καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα που οι εναγόμενοι καταχώρησαν τον κατάλογο μαρτύρων και την σύνοψη της μαρτυρίας. Υπό το πλέγμα των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση έχω πεισθεί ότι το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης γίνεται καλόπιστα και όχι για λόγους κωλυσιεργίας εφόσον αυτό δεν γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης. Με την προτεινόμενη τροποποίηση προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς των μερών και δεσμεύονται οι εναγόμενοι στην προβολή συγκεκριμένης εκδοχής των γεγονότων με τρόπο που δεν δημιουργηθεί σύγχυση. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα του ενάγοντα να ανταποκριθεί και να απαντήσει. Ως εκ τούτου οι αιτητές έχουν αποσείσει το αποδεικτικό βάρος αναγκαίο για να αποδείξουν ότι επιθυμούν να προβούν στην προτεινόμενη τροποποίηση ώστε να προσθέσουν γεγονότα που να προσδιορίζουν καλύτερα την βάση της αγωγής διότι αυτά δεν συμπεριλήφθηκαν στην αγωγή αρχικά εκ παραδρομής και/ή από καλόπιστο λάθος. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης υπεράσπισης ως οι παράγραφος Α (1και 2) της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 20 ημέρων από σήμερα. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί ως συνέπεια της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον των εναγόμενων και υπέρ του ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από το πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.