Αναστασιάδη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αναστασιάδη ν. Αναστασιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1837/14, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1837/14 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Αναστασιάδη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αναστασιάδη τέως από την Αγλαντζιά, Λευκωσία Ενάγοντα και
- XXXXX Αναστασιάδη
- XXXXX Αναστασιάδη
- XXXXX Αναστασιάδη
- XXXXX Αναστασιάδη Εναγόμενων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: O κ. Δ. Μιχαηλίδης για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Π. Αγγελίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η O ενάγων αξιώνει από τους εναγόμενους «. ομού και/ή κεχωρισμένως.»: «............................................ (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η δια δωρεάς μεταβίβαση των πιο κάτω αναφερομένων ακινήτων του XXXXX Αναστασιάδη, αποβιώσαντα εις τα Πάνω Λεύκαρα και το Κάτω Δρύ επ'ονόματι του Εναγομένου 1 η οποία έλαβε χώρα κατά ή περί την 26/2/2009 έλαβε χώρα υπό συνθήκας που ο ρηθείς XXXXX Αναστασιάδης δεν αντιλαμβάνετο τι έπραττε και/η δεν ασκούσε ελεύθερη και/η απερίσπαστη βούληση και/η επιθυμία και/η έλαβε χώρα υπό συνθήκας που συνιστούν δόλο και/η αποτελούν το αποτέλεσμα άσκησης αθέμιτης πίεσης και/η επηρεασμού επί του ρηθέντος XXXXX Αναστασιάδη και/η έλαβε χώρα υπό συνθήκας που τη καθιστούν παράνομη και/η άκυρη εξ' υπαρχής. α) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, β) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, γ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, δ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ε) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, στ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ζ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, η) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, θ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ι) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, κ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, λ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, μ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ν) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ξ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, (ο) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, (π) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, (ρ) Χωρίο Πάνω Λεύκαρα, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, (σ) Χωρίο Κάτω Δρυς, Τεμάχιο XXXXX, Αριθμός Εγγραφής XXXXX, ΚΑΙ/Η (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άνευ νομίμου ανταλλάγματος και/η αντιπαροχής μεταφορά κατά ή περί την 23/4/2009, 3/11/2009 και 9/3/2010 των ποσών των Δολαρίων ΗΠΑ 57,470.00 σεντ, Ευρώ 234.768,00 σεντ και Ευρώ 872.854,00 σεντ και Ευρώ 872.854,00 σεντ, αντίστοιχα, από τον XXXXX Αναστασιάδη και προς τους Εναγομένους και/η και προς οιονδήποτε εξ' αυτών έλαβε χώρα υπό συνθήκας ως εκείναι που αναφέρονται εις τη παράγραφο (Α) ανωτέρω και/η είναι παράνομη και/η άκυρη εξ' υπαρχής, ΚΑΙ/Η (Γ) Απόφαση και/η Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση εξ' υπαρχής της μεταβίβασης των ακινήτων που αναφέρονται εις τη παράγραφο (Α) ανωτέρω και/η την ακύρωση εξ' υπαρχής της μεταφοράς των χρημάτων που αναφέρονται εις τη παράγραφο (Β) ανωτέρω και/η την μεταβίβαση και/η εγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του Ενάγοντος και/η τη μεταφορά των χρημάτων επ' ονόματι του Ενάγοντος αποκλειστικά, ΚΑΙ/Η (Δ) Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/η ορθή υπό τας περιστάσεις, ΚΑΙ/Η (Ε) Αποζημιώσεις ...........................................». Συνθέτει εκδοχή του ενάγοντα - που παραδεκτώς είναι αδελφός του εναγόμενου 1 και του αποβιώσαντος την 5.3.13 XXXXX Αναστασιάδη (του οποίου η σύζυγος είναι η εναγόμενη 2 και τα τέκνα οι εναγόμενοι 3 και 4) - ότι περί την 26.2.09 και ενώ ο XXXXX Αναστασιάδης βρισκόταν σε κατάσταση υγείας που δεν του επέτρεπε να ασκήσει «. ελεύθερη και/η απερίσπαστη βούληση και/η επιθυμία και/η δεν του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τι έπραττε, μεταβίβασε δια δωρεάς επ' ονόματι του Εναγομένου 1.» τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο (Α) της αξίωσης (πιο πάνω). Επιπλέον, περί την 23.4.09, 3.11.09 και 9.3.10, ο XXXXX Αναστασιάδης ευρισκόμενος «. υπό τας ίδιας συνθήκας ως εκείναι αι οποίαι αναφέρονται εις τη παράγραφο 4 ανωτέρω αναφορικά με τη κατάσταση της υγείας του και ευρίσκετο εις Γηροκομείο.» μεταβίβασε άνευ όρων και/ή νομίμου ανταλλάγματος τα ποσά που απογράφονται στην αξίωση (στην παράγραφο (Β), παραπάνω). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι μεταβιβάσεις ή και δωρεές αυτές, έγιναν από τον XXXXX Αναστασιάδη κατόπιν πιέσεων, αθέμιτου επηρεασμού, απειλών ή και υποσχέσεων από τους εναγόμενους (ή οιουδήποτε εξ αυτών) προς το πρόσωπο του, υπό συνθήκες που δεν συνάδουν με τη νομιμότητα και που καθιστούν τις πράξεις ως παράνομες και στερημένες νομικής ισχύος. Είναι θέση των εναγόμενων πως τα όσα τους καταμαρτυρούνται από τον ενάγοντα είναι αβάσιμα και ότι ενόσω ο XXXXX Αναστασιάδης ζούσε, βρισκόταν σε καλή ψυχική και φυσική κατάσταση και πως οι επίδικες μεταβιβάσεις προς τον εναγόμενο 1 πραγματοποιήθηκαν νομίμως έπειτα από προσωπική επιθυμία του XXXXX Αναστασιάδη. Για τα περί μεταβίβασης των χρημάτων μεταξύ 2009 και 2010, οι εναγόμενοι (απορρίπτοντας αντίστοιχους ισχυρισμούς του ενάγοντα), προτάσσουν πως «. σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι . δικαιούνται και/ή είναι κάτοχοι οποιωνδήποτε λογαριασμών που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, αυτοί απέκτησαν δικαίωμα και/ή κατοχή των εν λόγω λογαριασμών κατόπιν εντολής και/ή προσωπικής επιθυμίας του XXXXX». O ενάγων προσέφερε προς απόδειξη της αξίωσης, τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1), καθώς και εκείνη των XXXXX Μιχαηλίδη (ΜΕ2), XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3), XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4), XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), XXXXX Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6), XXXXX -Χρυστάλλας Αναστασιάδου (ΜΕ7) και XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8), ενώ οι εναγόμενοι, προς επίρρωση της Υπεράσπισης, παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Αναστασιάδη [ΜΥ1] (εναγόμενου1), XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2) και XXXXX Ζινιέρη (ΜΥ3). Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, εγκρίθηκαν ως παραδεκτά κάποια γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Οι αναφορές των μαρτύρων (και τα τεκμήρια), αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν αποτυπώνονται εδώ ρητώς, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους εκτός μιας πολύ σύντομης περίληψης για πρακτικούς κυρίως σκοπούς (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές μεταφέρθηκαν ανεπάφως στο ανά χείρας κείμενο από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Στα πρακτικά τής διαδικασίας παρατηρείται κάποια ασυμφωνία στον αριθμητικό χαρακτηρισμό τεκμηρίων (και μαρτύρων) - οφειλόμενη σε παραδρομή τού επικουρικού δικαστικού προσωπικού κατά τη δίκη - που εντοπίστηκε από εμένα κατά τη μελέτη των αγορεύσεων και τη διεργασία απόφανσης. Περιπλέον, κάποια έγγραφα κατατέθηκαν δυο φορές ως τεκμήρια με διαφορετική αρίθμηση (όπως λόγου χάριν η κατάσταση λογαριασμού/Τεκμήριο 41 που συνιστά αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού/Τεκμήριο 28). Θα αναφερθώ και σε πρόσθετα παραδείγματα, όπου χρειαστεί. Σημασία έχει πως αξιολογώντας την έγγραφη και προφορική μαρτυρία, κατείχα την καθεμιά τέτοια περίπτωση. Παραθέτω πολύ συνοπτικώς τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ1), στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Α (αλλά και προφορικώς), παρέθεσε όσα κατά την άποψη του αποδεικνύουν την απαίτηση. Ο XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ2), γιατρός-νευρολόγος, έδωσε μαρτυρία περί της νοητικής κατάστασης του XXXXX Αναστασιάδη, επεξηγώντας συνάμα ιατρική έκθεση ημερομηνίας 15.7.11 που είχε ετοιμάσει σχετικώς προς το άτομο αυτό (βλ. Τεκμήριο 4). Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ3), κατέθεσε ως γιος του ενάγοντα XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1), μιλώντας (με παραπομπή στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Β), για γεγονότα ή και συνθήκες που καταδεικνύουν (στη δική του σκέψη) «. το μέγεθος της δολιότητας, υποκρισίας και υπουλότητας .» με την οποία ενήργησαν οι εναγόμενοι στην επίμαχη περίπτωση. Η XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4), υπάλληλος στο ιατρικό αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, κατέθεσε τον ιατρικό φάκελο του XXXXX Αναστασιάδη (βλ. Τεκμήριο 22), επί του περιεχομένου του οποίου δεν μπορούσε να τοποθετηθεί (όπως ούτε και για την ουσία που τούτο εκφράζει). Η XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), έδωσε μαρτυρία ως γιατρός στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, διευκρινίζοντας έντυπο που συμπλήρωσε την 11.3.09, αναφορικώς προς τον XXXXX Αναστασιάδη (βλ. Τεκμήριο 22). Η XXXXX Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6), τραπεζική υπάλληλος στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα, αναφέρθηκε (και διά της γραπτής κατάθεσης/Έγγραφο Γ), σε κοινούς λογαριασμούς του XXXXX Αναστασιάδη στην Λαϊκή Τράπεζα (μαζί και με τον XXXXX Αναστασιάδη [ΜΥ1]). Η XXXXX -Χρυστάλλα Αναστασιάδου (ΜΕ7), με αφετηρία τη γραπτή κατάθεση/Έγγραφο Δ, κατέθεσε ως θυγατέρα του ενάγοντα, περιγράφοντας παρατηρήσεις της για τη συμπεριφορά του XXXXX Αναστασιάδη. Ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8), κλήθηκε για να δώσει αντικρουστική μαρτυρία για ισχυρισμό του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) ότι ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8) εκφράστηκε εναντίον τού ενάγοντα και των παιδιών του «. περί τζόγου και άλλων δραστηριοτήτων τους .». Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), με βάθρο γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Ε, παρουσίασε τις θέσεις του περί των επίδικων πραγμάτων, παραπέμποντας και σε σειρά εγγράφων τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια στη διαδικασία. Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2), πρώην υποδιευθυντής σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στην Λευκωσία, έδωσε μαρτυρία για κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του XXXXX Αναστασιάδη μαζί με τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), παραθέτοντας τη διά παρατήρησης άποψη του για τη νοητική αντίληψη του XXXXX Αναστασιάδη κατά τις επισκέψεις του στο υποκατάστημα. Η XXXXX Ζινιέρη (ΜΥ3), υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας (στον Κλάδο Μεταβιβάσεων και Υποθηκών), κατέθεσε γενικώς περί των διαδικασιών μεταβίβασης ακινήτων. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει να οδηγήσουν σε αποδοχή των θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο έπραξα με τη δικογραφία και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων μιλούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ κατέθεταν και άλλα. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Nikolay
(2011)1(Α) ΑΑΔ 55, 64, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, ΓΙ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/19, ημ. 18.9.20, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Αχιλλέως ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 327/18, ημ. 29.9.20, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Προσθέτως, τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία των μαρτύρων με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Παυλίδης ν Depfa Bank Public Limited Company και Άλλων, ΠΕ 198/14, ημ. 18.11.20, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθύμισα εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς σε μη αποδοχή της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Για τους (παραδεκτώς) πραγματογνώμονες μάρτυρες XXXXX Μιχαηλίδη (ΜΕ2) και XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), υπογραμμίζω ότι δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τους πραγματογνώμονες εκτός των καθιερωμένων αρχών, ή ότι τους είδα αλλιώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, αφού τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Δαμιανού ν White Knight Holdings Ltd και Άλλων
(2012)1(Α) ΑΑΔ 699, 704, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Για λόγους που θα αναλύσω, οι XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ1), XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4), XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), XXXXX Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6), XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8), XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2) και XXXXX Ζινιέρη (ΜΥ3), μου δημιούργησαν αρκετά καλή εντύπωση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας/καθεμιά), ενώ οι XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ2), XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ3) και XXXXX -Χρυστάλλα Αναστασιάδου (ΜΕ7), δεν μου δημιούργησαν θετική εντύπωση (πάλι σε διαφορετική κλίμακα έκαστος/εκάστη). Προτού προχωρήσω αναλυτικώς στην αξιολόγηση των μαρτύρων, τονίζω πως, ως θέμα αρχής, το ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντα με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Αποσαφηνίζω αμέσως την αξιολογική μου κρίση για τους μάρτυρες. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ1), ήταν σταθερός στη μαρτυρία και εκδοχή του χωρίς να περιπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακολουθίες. Είναι γεγονός πως μερικές φορές έδινε απαντήσεις τις οποίες σε κατοπινό στάδιο φαίνεται να διαφοροποιούσε, ενώ το τι έπραττε βασικώς ήταν να τις αποσαφηνίζει, έχοντας (προφανώς) κατανοήσει καλύτερα τις ενίοτε πολυσύνθετες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Για παράδειγμα, ρωτήθηκε στην αντεξέταση, αν γνώριζε ότι «. ο αδελφός σας το 2008 έβαλε πάνω σε joint account "either all" που σημαίνει να τα εισπράττει είτε ο ίδιος ο μακαρίτης, είτε ο αδελφός σας, €201.000.», με τον μάρτυρα να απαντά αποφατικώς («Όχι»). Σε επακόλουθη ερώτηση, ο μάρτυς είπε πως «. προς διευκόλυνση του XXXXX να διευκολύνει τον αδελφό μου στις πληρωμές του, έβαλε joint account τον λογαριασμό στον οποίο κατατίθετο η σύνταξη του». Δεν είναι θεωρώ δυσεπίτευκτο να διακρίνει κανείς ότι η απόλυτη απάντηση που είχε δώσει αρχικώς ο μάρτυς (για το αν ήξερε πως ο XXXXX Αναστασιάδης προσέθεσε τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό), μετατράπηκε σε διαλλακτικότερη, με τον μάρτυρα να δηλώνει πως ήξευρε για τον τραπεζικό λογαριασμό. Μα δεν υπήρξε ανακολουθία ή αντίφαση. Το εξακρίβωσα βλέποντας τον μάρτυρα να δίνει μαρτυρία διά ζώσης. Η αρχική αντεξεταστική ερώτηση που του υποβλήθηκε («Ε. Γνωρίζετε ότι ο αδελφός σας το 2008 έβαλε πάνω σε joint account "either all" που σημαίνει να τα εισπράττει είτε ο ίδιος ο μακαρίτης, είτε ο αδελφός σας, €201.000;»), ήταν ανεπιτρέπτως πολυσύνθετη (αν και δεν υπήρξε σχετική ένσταση), με αντικειμενικώς διακριτή τη δυσχέρεια κατανόησης σε ποιο μέρος της ερώτησης είναι που καλούνταν να απαντήσει και που στο τέλος απάντησε (βλ. κατ' αναλογίαν, Libke v The Queen
(2007)HCA 30 [127]). Ο μάρτυς ήξερε για τον τραπεζικό λογαριασμό και τους μηχανισμούς που ακολουθήθηκαν για να διευκολυνθεί, ως είπε, ο XXXXX Αναστασιάδης (διά του XXXXX Αναστασιάδη [ΜΥ1]) στις διάφορες πληρωμές που έπρεπε να καταβάλλει, με δοσμένο (κατά τον μάρτυρα) και το ότι σε εκείνο τον λογαριασμό κατατίθετο και η σύνταξη του XXXXX Αναστασιάδη. Έγινε λόγος και για την αναφορά του μάρτυρα πως είχε καταχωρίσει την αγωγή 5606/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας - ως το Τεκμήριο 36 («η αγωγή 5606/11») - ζώντος του XXXXX Αναστασιάδη αφού ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του. Ήταν θέση του κ. Αγγελίδη στη γραπτή του αγόρευση (αλλά και αντεξεταστικώς), πως η τοποθέτηση του μάρτυρα (ως την ερμήνευσε ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος λέγοντας ότι ο μάρτυς καταχώρισε την αγωγή εκείνη «. για να προστατέψει τη διαχείριση της περιουσίας του τότε ζώντος αδελφού του XXXXX.»), αντιτίθεται ουσιωδώς στα όσα εμπεριέχονται στην εν λόγω αγωγή, η οποία (κατά τον κ. Αγγελίδη) «. αναφέρει τα προσωπικά κέρδη που επιζητούσε ο ενάγων.». Δεν έχουν έτσι τα πράγματα, με κάθε σεβασμό. Ο μάρτυς απάντησε πως καταχώρισε την αγωγή 5606/11 μετά από νομική συμβουλή αλλά και γιατί ο XXXXX Αναστασιάδης «. δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του.». Το ότι ο μάρτυς επιζήτησε να προστατεύσει και τα όποια μελλοντικά κληρονομικά του δικαιώματα ως νόμιμος κληρονόμος του XXXXX Αναστασιάδη (κάτι που σύμφωνα με όσα είπε ο μάρτυς και στην παράγραφο 13 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Α αποτελεί και αίτιο για την καταχώριση της παρούσας αγωγής), δεν καταργεί απαρεγκλίτως το εκ πρώτης όψεως προτασσόμενο ως καλόπιστο των ελατηρίων του για την αγωγή 5606/
- Σε εκείνη την αγωγή, γράφονται οι λόγοι που (κατά την άποψη του μάρτυρα), δικαιολογούσαν καταφυγή του στο Δικαστήριο εξαιτίας της φερόμενης αδυναμίας ή και ανικανότητας του XXXXX Αναστασιάδη να διαχειριστεί την περιουσία του. Τούτη η εικόνα, δεν αντιμάχεται των όσων άλλων είπε ο μάρτυς, αν και αυτός ήταν σχεδόν πάντα αόριστος κατά την περιγραφή της διανοητικής και παθολογικής κατάστασης του XXXXX Αναστασιάδη (και τα διαβητολογικά του προβλήματα), πολλώ δε μάλλον σε θέση να τα παραβάλει με την όποια δικαιοπρακτική ικανότητα του XXXXX Αναστασιάδη κατά τους κρίσιμους χρόνους. Παρ' όλα αυτά, ο μάρτυς ήταν αταλάντευτος στις αναφορές του για την εξέταση τού XXXXX Αναστασιάδη από τον ιατρό-νευρολόγο XXXXX Μιχαηλίδη (ΜΕ2). Θέση του ήταν πως η σκέψη του δεν εμφορείτο από χρηματικά κίνητρα και ότι ενήργησε έτσι όταν είχε μάθει πως ο XXXXX Αναστασιάδης «. μεταβίβασε την περιουσία του ενώ μου αρνείτο ότι το έκαμε, αναγκάστηκα να πάρω κάποιον, ο οποίος να διαπιστώσει αν πράγματι ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του και αυτό έπραξα». Η απάντηση τού μάρτυρα ήταν ανυστερόβουλη και ευθυγραμμισμένη με προγενέστερες επί του θέματος τοποθετήσεις του για τους λόγους που επιχείρησε να διασφαλίσει την ορθή (κατά τον ίδιον) διαχείριση της περιουσίας του XXXXX Αναστασιάδη και τα δικαιώματα του ως πιθανού του κληρονόμου. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1), υπό τις αιρέσεις που κατέγραψα. Ο XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ2), είχε πει στην κυρίως εξέταση ότι κλήθηκε από την οικογένεια του XXXXX Αναστασιάδη και συγκεκριμένως «. από τον ανηψιό του ασθενή.» (XXXXX Αναστασιάδη [ΜΕ3]), να μεταβεί στον χώρο όπου διέμενε ο XXXXX Αναστασιάδης για να εξετάσει «. τη νοητική κατάσταση του». Όπερ και εγένετο. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ3), είχε αναφέρει στον μάρτυρα (πριν από την ιατρική εξέταση) και κάποιες «. λεπτομέρειες σχετικά με τις περιουσιακές διαμάχες που είχε η οικογένεια .». Είπε προσέτι πως η από μέρους του εξέταση τού XXXXX Αναστασιάδη (με κατά νουν και όσα του είχε αναφέρει πρωτύτερα ο XXXXX Αναστασιάδης [ΜΕ3]) «.ήταν στοχευμένη και οι ερωτήσεις που έκανα στον ασθενή ήταν στοχευμένες για να αποφανθώ κατά πόσο ήταν στη σωστή νοητική κατάσταση για να προβεί στις αποφάσεις στις οποίες και είχε προβεί πριν πήγα να τον εξετάσω εγώ». Αργότερα, ο μάρτυς (στην αντεξέταση), είπε ότι δεν «. μου ζητήθηκε να μπορώ να πω τι ήταν η νοητική κατάσταση του ασθενή πριν τόσα χρόνια. Εμένα μου ζητήθηκε να τον εξετάσω τη δεδομένη στιγμή». Η αντίφαση στην τοποθέτηση ήταν, πράγματι, έκδηλη και δεν απαιτείται επί αυτής ιδιαίτερη εντρύφηση πέραν, ίσως, από την υπενθύμιση πως η συζητούμενη αντίφαση εντοπίζεται σε μια σημαίνουσα για την εκδοχή του ενάγοντα πτυχή, μια και αφορά στη γνώμη του μάρτυρα για τη διανοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη στους κρίσιμους για την αγωγή χρόνους. Παρενθέτεται, ότι είναι κατ' ουσίαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων πως οι επίμαχες μεταβιβάσεις ακινήτων (χωρίς παραδοχή των συνθηκών που τις περιστοίχισαν), έγιναν την 26.2.09 (βλ. Τεκμήριο 43), ενώ η ιατρική εξέταση του XXXXX Αναστασιάδη από τον μάρτυρα διενεργήθηκε την 7.7.
- Περαιτέρω, στην ιατρική έκθεση/Τεκμήριο 4 ο μάρτυς (αποτυπώνοντας ό,τι του είχε υποτίθεται πει ο XXXXX Αναστασιάδης για «. το περιουσιακό ζήτημα .»), κατέγραψε ότι (ο XXXXX Αναστασιάδης) δεν θυμόταν να είχε παράσχει συναφώς «. τη συγκατάθεση .» και πως «. "τούτες οι κουβέντες τις τελευταίες 5-6 μέρες πρέπει να έγιναν" .», ενώ (ως απέγραψε ο μάρτυς και στην ιατρική έκθεση/Τεκμήριο 4) «. στην πραγματικότητα το θέμα είχε προκύψει πριν αρκετούς μήνες». Δεν διερευνήθηκε ο χρονικός προσδιορισμός τού μάρτυρα από τους δικηγόρους (και προπάντων από τον δικηγόρο του ενάγοντα που τον κάλεσε). Η όποια σημασία της διαπίστωσης, σύγκειται και στο ότι αποτελούσε διαχύτως ζητούμενο κατά τη μαρτυρία του, ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός τού χρόνου που ο XXXXX Αναστασιάδης παρουσίαζε (ως διέγνωσε ο μάρτυς) την «. κλινική εικόνα άνοιας που . τον καθιστά ανίκανο να λάβει υπεύθυνες και ανεξάρτητες αποφάσεις σε σχέση με σημαντικά θέματα όπως η διαχείριση της περιουσίας του .», όπως και το ότι τούτη (ως κατάσταση) «. θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη» (με αξιοπαρατήρητη την αναφορά του σε ενεστώτα και όχι σε, ή και σε, παρελθοντικό χρόνο). Πέραν αυτού, ο μάρτυς - με βάση την κρίση του πως ο XXXXX Αναστασιάδης, τη μέρα που τον εξέτασε, παρουσίαζε κλινική εικόνα άνοιας που τον καθιστούσε ανίκανο να παίρνει υπεύθυνες και ανεξάρτητες αποφάσεις για σημαντικά θέματα (με αντικειμενικώς λογικό πλέον το ερώτημα αν τα όσα έλεγε τη στιγμή εκείνη συνέθεταν απόρροια τής υφιστάμενης νοητικής του κατάστασης) - δεν διασάφησε τα περί της όποιας αυτής σημασίας θα μπορούσε να αποδοθεί στα παρουσιαζόμενα στην ιατρική έκθεση/Τεκμήριο 4 ως αναφερθέντα του XXXXX Αναστασιάδη προς τον μάρτυρα, αλλά και στις συνδεδεμένες με αυτά παρατηρήσεις τού τελευταίου πως «. σε σχέση με το περιουσιακό ζήτημα ο ασθενής εκπλάγηκε όταν άκουσε ότι ορισμένα από τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας είχαν μεταφερθεί σε ορισμένα άλλα άτομα της οικογένειας με τη δική του συγκατάθεση. Είπε "Εγώ δεν θυμούμαι να έδωσα τη συγκατάθεση". Είπε επίσης ότι "Τούτες οι κουβέντες τες τελευταίες 5-6 μέρες πρέπει να έγιναν" ενώ στην πραγματικότητα το θέμα είχε προκύψει πριν αρκετούς μήνες. Γενικά ο ασθενής δεν παρουσίαζε επαρκή κατανόηση περί του θέματος και έλεγε συνεχώς ότι δεν είχε δώσει την συγκατάθεση του για οποιαδήποτε περιουσιακή μεταβίβαση. Υπέθεσε επίσης ότι η υποτιθέμενη μεταβίβαση ήταν πλαστή και συνεπώς απείλησε ότι θα μεταβεί στο δικαστήριο για καταγγελία». Απαιτείται μια υποσημείωση. Είπε ο μάρτυς (κατά την τελευταία απάντηση στην κυρίως εξέταση) πως το πρόβλημα με τη νοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη για να καταλήξει στο σημείο που βρισκόταν όταν τον είχε εξετάσει («. το οποίο ήταν όταν τον είδα εγώ .»), θα πρέπει να είχε ξεκινήσει από καιρό. Μολαταύτα - και αυτό είναι το σημαίνων - ο μάρτυς δεν μπορούσε «. δυστυχώς .» (ως είπε), να ορίσει το χρονικό βάθος στο οποίο αναφερόταν, παρά μόνον να δηλώσει ότι «. δεν μιλούμε ούτε για εβδομάδες, ούτε για μήνες. Μιλούμε για χρόνια». Η αναφορά δεν συνταιριάζεται με όσα κατέγραψε o μάρτυς στην ιατρική έκθεση/Τεκμήριο 4, όπου δηλώνει πως «. στην πραγματικότητα .» το (ούτω καλούμενο) περιουσιακό ζήτημα, είχε προκύψει αρκετούς μήνες πριν από την ιατρική εξέταση του XXXXX Αναστασιάδη την 7.7.
- Μέσα και από αυτή την παρατήρηση φύεται θεωρώ το ομιχλώδες τής εικόνας που, ως ευλόγως συνάγεται, πρέπει να είχε στη σκέψη ο μάρτυς για την κρισιμότητα της εξέτασης του XXXXX Αναστασιάδη για τον ενάγοντα και την οικογένεια του. Τούτο, όμως, δεν απαρτίζει αξιολογικό κριτήριο της γνώμης του μάρτυρα. Η γνώμη του ως πραγματογνώμονα αναμένεται (όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις) να είναι αντικειμενική και αποστασιοποιημένη από συμφέροντα, βλέψεις και επιθυμίες των διαδίκων (βλ. Tristram Hodgkinson, Mark James, Expert Evidence: Law and Practice, Sweet and Maxwell, 5η έκδ., 2020, παρ. 6-003 μέχρι 6-006). Αν και ο μάρτυς προέβη στην υπό πραγμάτευση δήλωση (και σε άλλες παρόμοιες κατά τη μαρτυρία του), άρχισε υστερότερα να τάσσεται με τρόπο που συχνώς αντιμαχόταν την προειρημένη άποψη του (για το αν μπορούσε να διαγράψει με συνετή πιστότητα το χρονικό περιθώριο της κατ' ισχυρισμόν άνοιας του XXXXX Αναστασιάδη, ή ακόμη, την κλίμακα της άνοιας του κατά τους αφορώντες χρόνους. Ο μάρτυς, έχοντας πρότερα δηλώσει ότι η νοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη υφίστατο έτη πριν από την ιατρική εξέταση στην οποία τον υπέβαλε, είπε (απαντώντας σε ερωτήσεις του κ. Αγγελίδη), πως δεν μπορούσε να απολήξει σε «. οποιοδήποτε συμπέρασμα για τις 26/2/9.» (εννοώντας την 26.2.09), που ήταν ο χρόνος εκτέλεσης των επίδικων μεταβιβάσεων στο Κτηματολόγιο, δυόμιση τόσα έτη πριν από την ιατρική εξέταση/Τεκμήριο
- Αλλού στην αντεξέταση, ο μάρτυς είπε πως τα νοητικά προβλήματα του XXXXX Αναστασιάδη «. είχαν ξεκινήσει 2 3 χρόνια πριν». Ούτε η θέση αυτή περιβλήθηκε από καθαρότητα και λεπτομέρεια τέτοια που να μπορούσε να βοηθήσει το Δικαστήριο να την εργαλειοποιήσει πρεπόντως. Υπάρχει και κάτι άλλο. Ο μάρτυς είπε στην κυρίως εξέταση (επεξηγώντας με πλατύτερους όρους την άνοια ως μια «. προοδευτική πάθηση η οποία ξεκινά και εξελίσσεται σιγά σιγά .»), πως τούτη η πάθηση «... ξεκινά με προβλήματα πρόσφατης μνήμης, ανάκληση προσφάτων γεγονότων αλλά προοδευτικά αρχίζουν να επηρεάζονται και άλλοι τομείς της νοητική δυσλειτουργίας όπως π.χ η ικανότητα να λάβει κάποιες αποφάσεις, το λεξιλόγιο. Η ικανότητα αυτοσυντήρησης. Και όταν λέω προοδευτική εννοώ με το πέρασμα του χρόνου ο ασθενής γίνεται πλέον εξαρτώμενος πάνω σε τρίτους για την προσωπική του φροντίδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εντύπωση μου ήταν ότι ο ασθενής έπασχε από άνοια και από τις απαντήσεις που έδιδε έκρινα ότι έπασχε από μέτριου βαθμού άνοιας. Διαχωρίζω μεταξύ ήπιας, μέτριας και σοβαρής. Η ήπια είναι τα εντελώς αρχικά στάδια στα οποία επηρεάζεται μόνο η πρόσφατη μνήμη. Αλλά στην περίπτωση του κυρίου Αναστασιάδη διαπίστωσα ότι τα προβλήματα ήταν πολύ περισσότερα από απλώς προβλήματα πρόσφατης μνήμης. Και ήταν προβλήματα που αφορούσαν και την ικανότητα να λάβει αποφάσεις ανεξάρτητα. Εάν και τον εξέτασα μια φορά, αυτή η άνοια την οποία διαπίστωσα μάλλον εμπερικλείεται στο φάσμα της νόσου Alzheimer αλλά για να διαπιστωθεί αυτό χρειάζονται περαιτέρω εξετάσεις. Εν πάση περιπτώσει η διάγνωση ήταν άνοια. Η λέξη "άνοια" είναι ένας γενικός όρος που εμπερικλείει διαφορετικά είδη, αλλά η oυσία είναι μια, ότι πρόκειται για έκπτωση της νοητικής δυσλειτουργίας του ασθενή». Ο μάρτυς, δεν κλήθηκε (ιδίως από τον δικηγόρο του ενάγοντα), να επεξηγήσει τι είναι που εννοούσε με την αναφορά σε επηρεασμό της πρόσφατης μνήμης. Ούτε και να ξεκαθαρίσει σε τι συνίσταται η πρόσφατη μνήμη, για να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει ευχερέστερα τη σημασία τής όποιας απώλειας της. Μήτε και ρωτήθηκε να επεκταθεί, να διασαφηνίσει, ή να εντάξει, το στάδιο της ήπιας άνοιας (ως το χαρακτήρισε ο μάρτυς), στις παραμέτρους που καθόρισε ο ενάγων (ως εκδοχή) στην Έκθεση Απαιτήσεως και ειδικότερα στο πώς (επί παραδείγματι) η ήπια άνοια (ή η μέτριου βαθμού άνοια ως το επόμενο στάδιο) θα μπορούσε να επηρεάσει τη διανοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη κατά τους ενδιαφέροντες χρόνους και να τον αποτρέψει από το να ασκήσει «. ελεύθερη και/η απερίσπαστη βούληση και/η επιθυμία .» κατά τις μεταβιβάσεις των ακινήτων την 26.2.09, ή ακόμη και τις μεταβιβάσεις λεφτών (ή λογαριασμών) την 23.4.09, την 3.11.09 και την 9.3.
- Παρομοίως, δεν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναπτύξει, στο επίπεδο που τον αφορούσε, το αν η ήπια άνοια (ή η μέτριας μορφής άνοια), θα μπορούσε να συνδέεται με τις πιέσεις, αθέμιτο επηρεασμό, απειλές και υποσχέσεις των εναγόμενων «. επί του XXXXX υπό των Εναγομένων και/η οιουδήποτε εξ' αυτών και/η εγένοντο υπό του XXXXX υπό συνθήκας αι οποίαι δε συνάδουν με τη νομιμότητα και/η αι οποίαι καθιστούν τας ρηθείσας μεταβιβάσεις και/η δωρεάς παράνομας και/η άνευ ουδεμίας νομικής ισχύος» (ως αποτυπώνεται φερ' ειπείν στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως). Επιπροσθέτως - και ουχί ασύνδετο με όλα αυτά - είναι και το ότι ο μάρτυς δεν κατόρθωσε να καθορίσει με κάποια ακρίβεια έστω, το πότε άρχισε η ήπια άνοια και πότε η μέτριου βαθμού άνοια (η οποία, ως συνάγεται από εκείνα που είπε), επηρέασε ή μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητα του XXXXX Αναστασιάδη να λαμβάνει «. αποφάσεις ανεξάρτητα .» (κατάσταση την οποία δεν περιέγραψε επαρκώς ο μάρτυς). Αυτό που εξέθεσε με βεβαιότητα είναι πως ο XXXXX Αναστασιάδης «. πέραν πάσης αμφιβολίας . είχε άνοια .», μολονότι, ως παραδέχθηκε, δεν ήταν σε θέση να πει επακριβώς για την απαρχή της άνοιας («. αυτό που δεν μπορώ να σας πω είναι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η άνοια»). Εκείνο που είπε (στην αντεξέταση) είναι ότι μπορούσε να πει πως «. ενός μέτριου βαθμού άνοια κατά μέσο όρο ξεκινά 2 με 3 χρόνια πριν να φτάσει στον μέτριο βαθμό άνοιας». Τόσον από την απάντηση του μάρτυρα (που ήταν και η τελευταία κατά την αντεξέταση) όσον και από άλλες απαντήσεις που έδωσε σε όλο το μήκος και πλάτος της μαρτυρίας του, εξάγεται πως τούτος δεν κατάφερε να συνδυάσει με επάρκεια τα κατ' ισχυρισμόν πραγματικά γεγονότα που του είχαν τεθεί ως δεδομένα από τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3), με τα όποια γεγονότα ή και απευθείας παρατηρήσεις του κατά την εξέταση του XXXXX Αναστασιάδη την 7.7.11, και μετέπειτα, όλα αυτά, με τη διανοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη και τα συνακόλουθα της κατά τους κρίσιμους χρόνους. Έχει σημασία να τονιστεί και το ότι, το γεγονός πως ο μάρτυς δεν είχε αυθεντική γνώση τής κατάστασης υγείας του XXXXX Αναστασιάδη πριν από την ιατρική εξέταση στην οποία τον υπέβαλε, δεν θα μπορούσε, ευνοήτως, να προκαταλάβει ή να καταργήσει ως θέμα αρχής την ευχέρεια του να τοποθετούνταν ως πραγματογνώμονας επί των ζητημάτων που κλήθηκε να ερευνήσει (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Τσιλίδη
(2011)1(Α) ΑΑΔ 301, 309). Αλλού είναι που εστιάσθηκε η μαρτυριακή του αξιολόγηση και όσα προηγήθηκαν ως ανάλυση αφορούν ακριβώς σε αυτό. Ο μάρτυς δεν πέτυχε να προσφέρει προς το Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ούτως ώστε τούτο (υιοθετώντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης), να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση για όσα ο μάρτυς συζήτησε (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντάς ν Διέτης και Άλλου, ΠΕ 289/13, ημ. 6.11.20, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 1554/17, ημ. 27.11.19, Μελικίδης ν Παπαγεωργίου και Άλλων
(2013)1(Α) ΑΑΔ 832, 844). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μιχαηλίδη (ΜΕ2). Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ3), ήταν απόλυτος πάνω σε κάποιες πτυχές -βασικές για την εκδοχή που προωθούσε ο ενάγων και ο ίδιος - εκλαμβάνοντας ως δοσμένη, καμιά φορά, το ευσταθές γεγονότων που προέτασσε για να ενισχύει ό,τι είναι που ήθελε να επιρρώσει. Παραδείγματος χάριν, επαναλάμβανε (ή άφηνε τακτικώς να νοηθεί), πως ο XXXXX Αναστασιάδης «. έπασχε και από άνοια .» και ότι «. το γνωρίζαμε όλοι .» (εκτός από τον διαβήτη ως συχνά πυκνά έλεγε ο μάρτυς). Ό μάρτυς δεν παρέθεσε καθαρώς και περιγραφικώς, τις πρωτογενείς του εμπειρίες σε σχέση προς τον XXXXX Αναστασιάδη ώστε να αιτιολογήσει (για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει), τα συμπεράσματα του. Είχε πει κατά την αντεξέταση πως «. αποδεικνύεται από τα γεγονότα τα ίδια, ότι και ο θείος μου το γνώριζε και φαίνεται και από το Τεκμήριο που το αμφισβητεί ο κύριος Αγγελίδης. Το γνώριζε, διότι ο ίδιος το δήλωσε στο νοσοκομείο ότι έπασχε από άνοια ο άνθρωπος». Ανάμεσα σε αυτά που θα μπορούσαν να λεχθούν για το ορθολογικό της τοποθέτησης του μάρτυρα, επισημαίνονται δύο τινά που καθάπτονται τού αρραγούς της εκδοχής του ενάγοντα (και του μάρτυρα). Πρώτον, ο μάρτυς δεν προσδιόρισε σε ποιο τεκμήριο είναι που αναφερόταν, κάτι που προσέθεσε στο πρόβλημα της γενικότητας τής τοποθέτησης του αφαιρώντας συν τω χρόνω και από την αντικειμενική δυνατότητα αξιολόγησης τού ευσταθούς της εκδοχής του. Δεύτερον - με αναφορά στο Τεκμήριο 22 - ο XXXXX Αναστασιάδης δεν παρουσιάζεται να είχε δηλώσει ο ίδιος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών) ότι έπασχε από άνοια. Εκείνο που αποτυπώνεται στο τεκμήριο ως καταγραφή, είναι η «Ήπια γεροντική άνοια». Συνεπώς, αποτέλεσε ερμηνευτική του μάρτυρα, η απόδοση της αναφοράς «Ήπια γεροντική άνοια» στον XXXXX Αναστασιάδη, την οποία ο μάρτυς διάλεξε να παραθέσει ως αναντίρρητο γεγονός. Πέραν τούτου - κάτι που δεν γνώριζε κατά λογική υπόθεση ο μάρτυς ενώ έδινε τη μαρτυρία του - η XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5) είπε στη δική της μαρτυρία (και δεν αποφαίνομαι περί της αξιοπιστίας της σε αυτό το στάδιο), πως το Τεκμήριο 22 είχε συμπληρωθεί από εκείνην διότι ήταν «. η γιατρός των Πρώτων Βοηθειών που εξέτασε το συγκεκριμένο άτομο» (την 11.3.09) και πως (αυτή την αναφορά) θα πρέπει να της την είχε μεταφέρει «. σίγουρα οικείο πρόσωπο .», το οποίο η μάρτυς υπέθεσε ότι θα πρέπει να ήταν εκείνο που η ίδια κατέγραψε ως άτομο επικοινωνίας επί του Τεκμηρίου 22 (πρώτη σελίδα), αφού ο XXXXX Αναστασιάδης «. [π]ροφανώς δεν θα ήταν σε θέση να μου αναφέρει κάτι από μόνος του .». Επομένως, ο μάρτυς όταν κατέθετε παρουσίασε ως γεγονός, κάτι που δεν δικαιολογούνταν να καταταχθεί ως τέτοιο τη στιγμή εκείνη. Ο μάρτυς ήταν και άκαμπτος, εκφράζοντας γνώμη δίκην πραγματογνώμονα ότι «. κάποιος που έχει αυτήν την ασθένεια, είναι όπως ένα switch, κάποτε είναι on, κάποτε είναι off, κάποτε αντιλαμβάνεται λίγο τα πράγματα, ύστερα σβήνει, είναι εκτός τόπου και χρόνου». Καίτοι ο μάρτυς επεξήγησε (σε κάποια στιγμή) πως δεν είναι ειδικός, εξέφρασε τη θέση αυτή (σημαντική ως τη θεώρησε) για να δικαιολογήσει στιχομυθία που υποτίθεται ότι είχε στο γηροκομείο/Στέγη Ηλικιωμένων Τιμόθειο («το Τιμόθειο») με τον XXXXX Αναστασιάδη) ο πραγματογνώμονας μάρτυς που κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία επί των ζητημάτων αυτών (ο XXXXX Μιχαηλίδης [ΜΕ2]), ο τελευταίος δεν αναφέρθηκε στη θεωρία που ξεδίπλωσε ο μάρτυς. Ο μάρτυς απείχε πολύ από το να μπορούσε να ταξινομηθεί ως άτομο που στόχο είχε την παρουσίαση όλης της αλήθειας. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3). Η XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4), κατέθεσε τον ιατρικό φάκελο του XXXXX Αναστασιάδη (βλ. Τεκμήριο 22), δεχόμενη πως ουδέν κατέχει περί της ουσίας όσων περικλείονται εκεί. Η μάρτυς δεν αμφισβητήθηκε ή αντεξετάσθηκε επί άλλης πτυχής. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4). Η XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), ειδική παθολόγος, κατέθεσε ως η ιατρός που εξέτασε τον XXXXX Μιχαηλίδη την 11.3.09 στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Διέγνωσε απορρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη, με συνοδό γαστροπληγία και επίσχεση ούρων (κατακράτηση). Προσπάθησε να ανακαλέσει στη μνήμη (μετά από αρκετά έτη είπε) ό,τι είναι που διαδραματίστηκε τη μέρα εκείνη σε σχέση προς τον XXXXX Αναστασιάδη, παραδεχόμενη πως αμυδρώς και μόνον είναι που μπορούσε να ενθυμηθεί τον συγκεκριμένο ασθενή (ή γενικότερα άλλα γεγονότα για την περίπτωση του). Είναι χαρακτηριστικό - ένδειξη και τούτο της επαγγελματικής συναίσθησης με την οποία κατέθεσε η μάρτυς - ότι θεωρούσε παρακινδυνευμένο να προβεί, με απόλυτο τρόπο, σε μνεία περί των πεπραγμένων λόγω, ακριβώς, του παρελεύσαντος χρόνου, λέγοντας χαρακτηριστικώς «. κοιτάξετε, βασικά βασίζομαι στα γραφόμενα, εντάξει μπορεί να έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, αλλά δεν θέλω να δώσω βάση σ' αυτό που έχω στο μυαλό μου, πέρασαν 7 χρόνια, γι' αυτό δεν θέλω να στηριχθώ με όρκο». Έτσι, ένεκεν αυτών των δεδομένων, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με την αναμενόμενη ακρίβεια, την πηγή των πληροφοριών της - γιατί περί πληροφοριών ο λόγος και όχι περί πρωτότυπων παρατηρήσεων - για τα αφορώντα στις «. άθλιες .» συνθήκες διαβίωσης του XXXXX Αναστασιάδη και στα περί γεροντικής του άνοιας. Η δυσκολία της να θυμηθεί λεπτομέρειες τού τι γίνηκε τη μέρα εκείνη, αναδείχθηκε με ενάργεια όταν κατά την αντεξέταση επιχείρησε να ανακαλέσει στη μνήμη την προέλευση τής αναφοράς «ήπια γεροντική άνοια» που εντυπώθηκε στο ιστορικό/κλινική εικόνα (την οποία κατέγραψε η μάρτυς στο έντυπο/Τεκμήριο 22). Δήλωσε πως «. αυτά θα μου τα ανέφερε σίγουρα οικείο πρόσωπο». Σαφώς, η μάρτυς δεν μπορούσε να μιλήσει με βεβαιότητα για το ζήτημα. Το είχε ήδη αναφέρει και από πριν στη μαρτυρία της, παραδεχόμενη ότι για τα όσα μιλούσε λάμβανε πληροφόρηση από τα «. γραφόμενα .» στο έντυπο/Τεκμήριο 22 αλλά και από τις εικόνες που είχε στον νου, στις οποίες όμως δεν ήθελε να δώσει βάση αφού «. πέρασαν 7 χρόνια, γι' αυτό δεν θέλω να στηριχτώ με όρκο». Επειδή, μάλλον, ήταν σημαντικό για τον αντεξετάζοντα να τοποθετούνταν η μάρτυς ακριβώς ως προς την πηγή προέλευσης τής αναφοράς ήπια γεροντική άνοια, τούτη κλήθηκε να πει «. με βεβαιότητα, όχι τι υποθέτετε. Στα δικαστήρια δεν μιλούμε με υποθέσεις». Η απάντηση που έδωσε («... Μιλώ με σιγουριά νομίζω») - και κυρίως ο τρόπος που την έδωσε - ανέδειξε όχι μόνον το αλληλοαναιρούμενο της θέσης αλλά και την αβεβαιότητα των όσων η μάρτυς προσπαθούσε να εκφράσει. Τα ίδια, αφορούν και στις υπόλοιπες απαντήσεις της επί της ίδιας θεματολογίας, με κάποιες από αυτές να καταπιάνονται και με την αναγνώριση τού ατόμου (κάποιου XXXXX) που κατά τον ισχυρισμό της πρέπει να ήταν εκείνος που της μίλησε για την ήπια γεροντική άνοια, λέγοντας η μάρτυς ότι «. δεν έβαλα επίθετο και σε παρένθεση έγγραψα αδελφός. Εάν έχει XXXXX ο αποθανών και είναι αδελφός, τότε είναι αυτός». Όμως, δεν υποβλήθηκε στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) κατά την αντεξέταση πως εκείνος θα πρέπει να ήταν (ή ήταν) ο συγγενής που είχε πει στην μάρτυρα τη φράση (ήπια γεροντική άνοια) ούτως ώστε να διαλευκανθεί (πιθανόν) το πράγμα εκ του δικού του λόγου (ή και ως εκ του δικού του λόγου). Επί του ζητήματος, προβαίνω σε πρόσθετες αναφορές πιο κάτω, στην αξιολόγηση του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1). Κατά τα άλλα, η μάρτυς παρέσχε, ικανώς, γενική και ειδική πληροφόρηση περί των διαβητικών και άλλων προβλημάτων υγείας του XXXXX Αναστασιάδη, στην έκταση που μπορούσε να τα περιγράψει και αναλύσει, με σημείο αναφοράς (κατά κύριον λόγο) το έντυπο/Τεκμήριο 22. Κρίνω την μάρτυρα αξιόπιστη. Έδωσε αντικειμενική και σαφή υπό τις περιστάσεις μαρτυρία ως πραγματογνώμονας για τα θέματα που αφορούσαν στον διαβήτη και άλλα παθολογικά ευρήματα για τον XXXXX Αναστασιάδη. Απορρίπτω όμως τη μαρτυρία της ως μη αξιόπιστη για τα άλλα ζητήματα περί των οποίων μίλησε και που άπτονται της κατάστασης του XXXXX Αναστασιάδη αμέσως πριν από τη μεταφορά του στο νοσοκομείο αλλά και της αλήθειας τού περιεχομένου των όσων ειπώθηκαν σε αυτήν από τρίτους ως ιστορικό/κλινική περιγραφή στο έντυπο/Τεκμήριο 22. Είναι, παρεμπιπτόντως, εμπεδωμένη η ευχέρεια δικαστικής αποδοχής (διά κατάλληλης αιτιολογίας), μέρους της μαρτυρίας ενός αξιόπιστου μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους αυτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Φανάρας ν Κυπριανίδη, ΠΕ 136/10, ημ. 25.4.15, Μελικίδης ν Παπαγεωργίου και Άλλων
(2013)1(Α) ΑΑΔ 832, 844, Φάρμα Ρένος Χ"Iωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, 1333-1334). Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), υπό τις αιρέσεις που προείπα. Η XXXXX Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6), εξήγησε τα τραπεζικά έγγραφα (βλ. Τεκμήρια 23-31), αποσαφηνίζοντας στην πορεία πως, ό,τι μπορούσε να πει με αυθεντικότητα, ήταν για τα τραπεζικά υπόλοιπα και το άνοιγμα/κλείσιμο των κοινών λογαριασμών των XXXXX Αναστασιάδη και XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) στη Λαϊκή Τράπεζα, ή και με τους άλλους εναγόμενους. Τίποτα δεν προέκυψε από αξιολογικής απόψεως που να προξενεί, έστω κατά το έλασσον, κάτι που να επισκιάζει την αξιοπιστία της μάρτυρος και την προθυμία της να πει την αλήθεια. Δέχομαι τη μαρτυρία της Βασιλικής Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6). Η XXXXX -Χρυστάλλα Αναστασιάδου (ΜΕ7), μίλησε (αναφερόμενη στη χρονική περίοδο 2005-2008) για την ραγδαία επιδείνωση (ως είπε) «. της πνευματικής διαύγειας του θείου XXXXX, σε σημείο που ορισμένες φορές να μην μας αναγνωρίζει .» αλλά και για το ότι «. το σπίτι του βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και η ποιότητα ζωής του δεν ανταποκρινόταν ούτε κατά το ελάχιστο στην οικονομική του κατάσταση». Πιο συγκεκριμένα, η μάρτυς δήλωσε πως περί τον Σεπτέμβριο 2006, σε μια από τις επισκέψεις της στην οικία του XXXXX Αναστασιάδη, τούτος τής είχε πει ότι προσπάθησε να μεταβεί από την οικία του σε φούρνο της γειτονιάς και πως βάδισε μέχρι το τέλος του δρόμου απ' όπου έβλεπε την οικία, αλλά επέστρεψε γιατί φοβήθηκε να απομακρυνθεί μήπως και δεν βρει τον δρόμο τού γυρισμού. Είπε ότι ο XXXXX Αναστασιάδης τής είχε πει πως λίγες μέρες πριν, είχε χαθεί με το αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα κάποιος να τον οδηγήσει πίσω στην οικία του. Η μάρτυς επεκτάθηκε (κυρίως κατά την αντεξέταση) και στο ότι όσον περνούσε ο καιρός (με απαρχή περίπου το 2006) καταλάβαινε πως ο XXXXX Αναστασιάδης δεν ανταποκρινόταν «. ούτε ήταν ενημερωμένος, φαινόταν ότι ήταν πολύ έτσι περιορισμένες οι κουβέντες του, επαναλαμβανόμενες, τυπικές, γι΄ αυτό και περιορίζονταν οι κουβέντες μας στα πολύ τυπικά, οικογενειακά θέματα». Παρ' όλες τις εξακριβώσεις, η μάρτυς δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες για βελτίωση τής κατάστασης, πέραν τού να διαμηνύσει την ανησυχία στον πατέρα της, XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1), χωρίς να μάθει (από το 2006) αν ο XXXXX Αναστασιάδης επισκέφθηκε ιατρό ή έλαβε θεραπεία. Αν και δεν εψεύσθη, η μαρτυρία της (για το τι η ίδια εξέλαβε ως προβλήματα διαύγειας πνεύματος του XXXXX Αναστασιάδη), ήταν αόριστη. Αυτό, αναμφισβητήτως, αφορά στην αποδεικτική βαρύτητα των όσων είπε και όχι στη μαρτυριακή της αξιοπιστία. Ωστόσο, το αδιάσπαστο της εκδοχής της μάρτυρος, ετρώθη από την αδυναμία (ή την παράλειψη της) να συνεκτιμήσει (και όχι ασφαλώς ως πραγματογνώμονας), τον βαθμό και σημασία τής διακρίβωσης της πως ο XXXXX Αναστασιάδης (σε κάποιο σημείο εντός της περιόδου για την οποία μιλούσε η μάρτυς), τούτος έπαυσε να ανταποκρίνεται ή να είναι το ίδιο ενημερωμένος όσον παλαιότερα, ή ότι ήταν ολιγόλογος (και ούτω καθεξής). Η μάρτυς ήταν και γενικόλογη ως προς το αν τα όσα αφηγήθηκε σχετικώς, οφείλονταν στον διαβήτη από τον οποίο υπέφερε ο XXXXX Αναστασιάδης ή σε κατιτί άλλο. Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX -Χρυστάλλας Αναστασιάδου (ΜΕ7). Ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8), είπε (παραμένοντας άσειστος), πως ποτέ δεν μίλησε στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) για οτιδήποτε αφορούσε σε τζόγο ή άλλες αποδιδόμενες από τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) δραστηριότητες στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1) και ότι ποτέ δεν είχε εκπροσωπήσει τον τελευταίον ενώπιον Δικαστηρίου. Υπήρξε ωστόσο μια περίπτωση που αφορούσε, ως δήλωσε ο μάρτυς, σε αγωγή του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3) κατά του πρώην εργοδότη του στην Μάλτα, στην οποία αντιπροσώπευσε τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3), με επιτυχή κατάληξη και που είχε ως αποτέλεσμα να πληρωθεί ο μάρτυς με ποσό €15.000,00. Δεν τέθηκε στον μάρτυρα ευθέως κατά την αντεξέταση η θέση του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) - ως την απέδωσε ο τελευταίος στη δική του αντεξέταση - πως ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ3) και ο αδελφός του (XXXXX Αναστασιάδης) «. ήταν νονοί του τζόγου στην Κύπρο και ήθελαν να γίνουν και νονοί του τζόγου στην Ευρώπη .» και πως του το είχε πει ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8), όπως και το ότι «. τον έβαλαν και δικηγόρο, πλήρωσε και από την τσέπη του και αφήκαν τον και με χρέος, δεν τον πλήρωσαν .». Το γεγονός πως ο μάρτυς είναι σύγαμπρος με τον ενάγοντα και προσωπικός του φίλος (με τις οικογενειακές τους σχέσεις να εξακολουθούν να είναι στενές), δεν θα μπορούσε - παρά την περί του αντιθέτου νύξη τού κ. Αγγελίδη στην αγόρευση του - να αποτελέσει λόγο για άνευ ετέρου απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής του μάρτυρα ως μιασμένης και αναξιόπιστης, και αυτό το εφάρμοσα και στις άλλες περιπτώσεις μαρτύρων στην παρούσα υπόθεση που διασυνδέονται μεταξύ τους (ή με τους διαδίκους), με κάποιας μορφής προσωπική φιλία ή και συγγένεια (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8). Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) υπήρξε (σε γενικές γραμμές) γνήσιος στις τοποθετήσεις του. Ήταν συγκεκριμένος και αρκούντως περιγραφικός για τις επαφές που είχε με τον XXXXX Αναστασιάδη καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους, περί των διαβημάτων που προέβαινε για την ιατρική παρακολούθηση του XXXXX Αναστασιάδη, για τους ευρύτερους χειρισμούς του για το άνοιγμα και διαχείριση κοινών τραπεζικών λογαριασμών τού XXXXX Αναστασιάδη (και για το ότι εκπλάγηκε όταν ο XXXXX Αναστασιάδης τού είπε πως θα τον έβαζε συνιδιοκτήτη στους τραπεζικούς λογαριασμούς), για τα όσα περιέβαλαν τις επίδικες μεταβιβάσεις ή και τη διαχείριση των χρημάτων του XXXXX Αναστασιάδη, αλλά και για ό,τι άλλο αφορούσε στα πράγματα αυτά. Έστρεψα την προσοχή και σε κάποιες άλλες εκφάνσεις της μαρτυρίας του μάρτυρα οι οποίες αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση. Σε μια περίπτωση, του υποβλήθηκε ότι στην Υπεράσπιση που είχε καταχωρίσει «.το 2011.» (στην αγωγή 5606/11), ισχυρίστηκε πως ανέλαβε την φροντίδα του XXXXX Αναστασιάδη το 2003 ενώ στην παρούσα αγωγή προτάσσει πως αυτό συνέβη «. από το 1998 .». Κατ' αρχάς, η υποβολή δεν υποστηρίζεται από τη Γενική Οπισθογράφηση στην αγωγή/Τεκμήριο 36, μηδέ και από την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ημερομηνίας 29.11.13) στην ίδια αγωγή για «. προδικαστική εκδίκαση ημερομηνίας 25/11/13» (βλ. Τεκμήριο 37). Ασχέτως τούτου, ο μάρτυς ήταν σαφής ότι κατά το 1998 ο XXXXX Αναστασιάδης «. ήταν σε καλή κατάσταση .» πλην όμως μοναξιασμένος (για τους λόγους που εξήγησε) και πως η φροντίδα που του παρείχε τότε (συντροφιά, φαγητό και άλλες κοινωνικές επαφές) διέφεραν κατά βάσιν από τη φροντίδα που άρχισε να του δίνει με το πέρασμα των ετών όταν ο XXXXX Αναστασιάδης άρχισε πλέον να αντιμετωπίζει διαφόρων εντάσεων προβλήματα υγείας. Καμία αντίφαση προκύπτει από τις τοποθετήσεις του μάρτυρα, τοσούτω δε μάλλον ψεύδος (ως η αιχμή που εννοήθηκε κατά την αντεξέταση του). Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι «. τη μόνη απόφαση που πήρε και εκτέλεσε ο XXXXXX [Αναστασιάδης] το 2001 ήταν να σε καταστήσει συνιδιοκτήτη μόνο σε αυτό το λογαριασμό του Τεκμηρίου 33 που είχε συγκεκριμένο υπόλοιπο και για συγκεκριμένο σκοπό». Ο μάρτυς έδωσε μεμιάς και απεριφράστως την απάντηση του και επί αυτής της πτυχής. Εκείνο που ανακύπτει ως αξιομνημόνευτο - εξ απόψεως στερεότητας εκδοχής τού ενάγοντα επί του ζητήματος - είναι ότι η αναλυόμενη θέση δεν διερευνήθηκε κατά τη μαρτυρία της XXXXX Ευθυμίου-Δημητριάδη (ΜΕ6), ή υποβλήθηκε στον XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2). Τέθηκε στον μάρτυρα πως με τους χειρισμούς του μπόρεσε να πετύχει μια «. πολύπλοκη πλύση εγκεφάλου του αδελφού σας [XXXXX Αναστασιάδη] . και να μεταβιβάσει την περιουσία του σε σας .». Η θέση επαναλήφθηκε και αλλού στην αντεξέταση του μάρτυρα (παρ' όλες τις συγκροτημένες απαντήσεις που είχε δώσει σχετικώς), υπό την έννοια πως το ίδιο σκόπιμα και προγραμματισμένα έπραξε και για την κινητή περιουσία του XXXXX Αναστασιάδη. Ο μάρτυς - δίχως να αντικρουστεί επί της κάθετης και ευθύβολης απάντησης που έδωσε - είπε ότι αν «. ήταν έτσι δεν θα πήγαινα να πιάσουμε το 1/3 των χωραφιών που ούτε ξέρουμε και είναι αμελητέας αξίας, ήταν να πάω να πιάσω την κατοικία. Αφού είχα τόση επίδραση και του επέβαλλα εγώ τι θα κάνει, γιατί να μην μου μεταβιβάσει την περιουσία εκείνη που είχε αξία; Αλλά και ένα ερώτημα, εφόσον εγώ είμαι ο δόλιος, ο ψεύτης κατά τον Ενάγοντα, εμένα το όνομα μου στην κοινωνία είναι ψηλά, τι είχε παράπονο που τον αδελφό του και να μην έρθει να τον δει τελευταίες ώρες; Να μην έρθει να πιεί έναν καφέ στη μνήμη του, να μην του κάμει ένα μνημόσυνο, να τον αποκαλέσει γάιδαρο η γυναίκα του, να του πει να βγει και το άλλο του το μάτι. Γιατί είχε τόσο μένος εναντίον του;.». Η απάντηση - αν και τούτο δεν παρατίθεται για να δείξει ότι το γεγονός πως ο μάρτυς (κατά την εκδοχή του) επέλεξε να μην παρανομήσει θα πρέπει να τού πιστωθεί ως απόλυτος γνώμονας αξιοπιστίας - έχει τη σημασία της αφού συναποτελεί μια λογικοφανή θέση η οποία όμως έμεινε αναπάντητη από τον ενάγοντα (για σκοπούς αποτίμησης της αξιοπιστίας του και μόνον). O μάρτυς - αν και κατέθεσε μετά από την XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5) - δεν αντεξετάστηκε επί της θέσης της μάρτυρος πως, απ' ό,τι τούτη θυμόταν, εκείνος που έδωσε την πληροφορία ότι ο XXXXX Αναστασιάδης έπασχε από ήπια γεροντική άνοια ήταν ο μάρτυς. Ούτε και αντεξετάστηκε ο μάρτυς για το κατά πόσον είχαν συνοδεύσει τον XXXXX Αναστασιάδη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και άλλα πρόσωπα εκτός του μάρτυρα. Η σημασία έγκειται στο ότι η αναλυόμενη θέση της XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5), πιθανώς να απέδιδε γνώση στον μάρτυρα για το ότι την 11.3.09 αυτός γνώριζε, υπολόγιζε ή πιθανολογούσε πως ο XXXXX Αναστασιάδης έπασχε ή πρέπει να έπασχε από ήπια γεροντική άνοια. Η αξιολογική αυτή αναδίφηση - μ' όλο που δεν προωθήθηκε με κάποια επάρκεια από τον δικηγόρο του ενάγοντα - είχε ως εκ τούτου σημασία, δυνητική αν μη τι άλλο, για τα επίδικα θέματα και έτσι, θα αναμενόταν να τίθετο στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση ώστε να του δινόταν η αφορμή να απαντήσει. Η παράλειψη αντεξέτασης επί αυτού του σημείου δεν μπορεί να παραβλεφθεί για ό,τι ενεστώτως μέλει (βλ. κατ' αναλογίαν, ΣΑΧ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/20, ημ. 28.1.21). Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς προέβαινε πότε πότε σε κάποιες δευτερευούσης σημασίας γενικεύσεις. Ως παράδειγμα, ταύτισε δίχως άλλο το ενδιαφέρον ή και την ενασχόληση τού ενάγοντα ή και των παιδιών του με ιπποδρομιακά άλογα, με τα ιπποδρομιακά στοιχήματα, αποδίνοντας στα στοιχήματα αυτά απαξία και μομφή στον ενάγοντα και στα παιδιά του. Η στάση του μάρτυρα, που φαίνεται να μορφώθηκε από πληροφορίες που λάμβανε από δημοσιεύματα στον Τύπο ή από ψιθυρολογία, ανέδειξε μια ευκολία από μέρους του στην εξαγωγή αρνητικών συμπερασμάτων για τους αντιδίκους του. Κατά συνέπειαν, προσέγγισα τη μαρτυρία του με εξειδικευμένη προσοχή ώστε να αντιληφθώ εάν διακατεχόταν από αλλότρια κίνητρα και αν τα όσα είπε για τον χαρακτήρα τού ενάγοντα και του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3) στόχευαν σε (ανεπίτρεπτη) θεμελίωση τής αρνητικής εικόνας που ήθελε να αποδώσει σε αυτούς (περί των αντιδικούμενων). Δεν βρήκα τέτοια επιλήψιμα ελατήρια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δέχομαι την ουσία όσων είπε ο μάρτυς για τον (κακό υποτίθεται) χαρακτήρα των ατόμων αυτών. Ο μάρτυς (ως παρατήρησα ενώ κατέθετε), ήταν θυμωμένος με τον ενάγοντα και μέλη της οικογένειας τού τελευταίου αφού για πολλά έτη, ως είπε, ο ενάγων δεν ενδιαφέρονταν για τον XXXXX Αναστασιάδη παρ' όλα τα καλά που έπραξε για την οικογένεια του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό, όπως και το ότι, χωρίς δεύτερη σκέψη, ο μάρτυς διάλεγε να πιστεύει τα σχόλια για τον ενάγοντα ή για τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3), ή να συναγάγει συμπεράσματα επί αντικειμενικώς ισχνής πραγματικής βάσης (με άλλο παράδειγμα να αφορά στην υποτιθέμενη σύλληψη των υιών του ενάγοντα για ηλεκτρονικό τζόγο και άλλα συναφή), δεν υποδηλοί αναγκαστικώς (και έτσι κρίνω) - πρόθεση ψεύδους του μάρτυρα με βλέψη την προώθηση προκατασκευασμένων εκδοχών ή και μαρτυρίας κατά του ενάγοντα (ως φαίνεται να υπονοείται στην αγόρευση τού δικηγόρου του). Ο μάρτυς περιέπεσε σε κάποιες μικροαντιφάσεις ή ανακολουθίες σε ελάσσονος σημασίας ζητήματα - όπως στα περί συνεισφοράς του XXXXX Αναστασιάδη στις σπουδές των παιδιών του ενάγοντα, στην εργασιακή σύνδεση των παιδιών του ενάγοντα με την εταιρεία Victor Chandler International στο Γιβραλτάρ, ή ακόμη και στη φερόμενη σχέση του ενάγοντα με την Megabet Ltd - τα οποία δεν θα μπορούσαν (αντικειμενικώς) να εξανδραποδίσουν το συμπαγές τού πυρήνα των θέσεων και εκδοχών που ανέπτυξε. Απεναντίας, οι ασυνέπειες αυτές, περιθωριακές ως ήσαν - και θεμιτώς αποτυπώνεται τούτο ως δικαστική παρατήρηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Erbekcy v Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 308/11, ημ. 6.10.17, Σιβιτανίδης και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 166, 187-188) - ενδυνάμωσαν τον ανυπόκριτο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε ο μάρτυς. Δεν παραβλέπω πως τούτος προέβη σε κάποιες αστήρικτες τοποθετήσεις για δήθεν εμπλοκή του XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8) σε ζητήματα που αφορούσαν σε νομικούς χειρισμούς υποθέσεων τού ενάγοντα ή και των παιδιών του αλλά και σε μη πληρωμή του XXXXX Νεοκλέους (ΜΕ8) για τις υπηρεσίες του αυτές. Ο μάρτυς τα είπε τούτα, όχι γιατί ήθελε να σκιάσει τη δικαστική κρίση ή να ξεγελάσει τους διαδίκους, αλλά γιατί (ως είδα τη στιγμή που μιλούσε ιστάμενος στο εδώλιο), εκτόξευσε τον λόγο μάλλον αβασάνιστα και επιπόλαια. Η περί ης ο λόγος τοποθέτηση του μάρτυρα, αναξιόπιστη ως ήταν, δεν μόλυνε τη συνολικώς θετική εικόνα που εξέπεμψε, με αμεταβλήτως διακριτή την αυθόρμητη ειλικρίνεια του στα όσα δήλωσε για την επί της ουσίας σχέση του με τον XXXXX Αναστασιάδη και τις συνθήκες και περιστάσεις που (διαχρονικώς) οδήγησαν τα πράγματα (κατά την εκδοχή του) σε μια στενότερη σχέση αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης μεταξύ των δύο ανδρών (αλλά και με την σύζυγο του μάρτυρα) και κατοπινά στα όσα εδώ ενδιαφέρουν ως εκ της αξίωσης του ενάγοντα. Ας μην λησμονείται, πως η δυνατότητα του Δικαστηρίου να δέχεται εν μέρει μαρτυρία (αξιόπιστου μάρτυρα), απορρίπτοντας την υπόλοιπη (ή άλλα μέρη αυτής), ως αναξιόπιστα ή και απαράδεκτα, έχει ήδη καταγραφθεί κατά την αξιολόγηση τής XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), υπό την οπτική που παρέθεσα. Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2), κατέθεσε αντικειμενικώς, χωρίς κατακριτέα συμφέροντα. Μέρος της μαρτυρίας του, πήγασε από ανάλυση τής τραπεζικής κατάστασης λογαριασμού ημερομηνίας 30.11.15, ως το Τεκμήριο 41 (όπου περιλαμβάνονται συναλλαγές για την περίοδο 1.3.03-31.3.13), καθώς και του πιστοποιητικού κατάθεσης τακτής προθεσμίας ημερομηνίας 9.3.10, με ημερομηνία αξίας την 9.3.09 και ημερομηνία λήξης την 9.3.10 (βλ. Τεκμήριο 42). Παρεμβάλλω - και έχει την πρακτική σημασία του (ως υπέδειξα και ανωτέρω) - πως η αρίθμηση των υπό συζήτησιν τεκμηρίων είναι λανθασμένη αφού ως Τεκμήριο 41 βρισκόταν ήδη κατατεθειμένη η επιστολή ημερομηνίας 27.7.11 και ως Τεκμήριο 42 το αντίγραφο κατάστασης των Εξωτερικών Ιατρείων του Κέντρου Υγείας Αγλαντζιάς για την περίοδο 23.11.01-7.12.12 (που κατατέθηκε για περιορισμένο σκοπό την 25.7.19). Ο μάρτυς παρέθεσε με ανθεκτικότητα και σιγουριά τα περί της αντίληψης και των παρατηρήσεων του για τη συμπεριφορά και φαινόμενη διανοητική κατάσταση του XXXXX Αναστασιάδη κατά τις επαγγελματικές συναντήσεις τους στη Λαϊκή Τράπεζα. Δεν διέλαθε την προσοχή πως σε κάποιες περιπτώσεις δεν μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς κάποιες των ημερομηνιών που (κατά τα λεγόμενα του μάρτυρα) ο XXXXX Αναστασιάδης τον είχε επισκεφθεί στο υποκατάστημα για ζητήματα που αφορούσαν στους λογαριασμούς και στα γραμμάτια του. Αυτό (σε ό,τι αφορά στην αξιοπιστία του μάρτυρα), το πραγματεύθηκα με τη δέουσα επιφύλαξη και αυτοπροειδοποίηση, ταξινομώντας εντέλει την περίπτωση σε εκείνες που η νομολογία εννοεί όταν ορίζει πως είναι ανθρωπίνως αδύνατον - χωρίς υπαινιγμό ότι δεν υπάρχουν άτομα με εξαιρετικό μνημονικό ή πρόσωπα που ψεύδονται - οι μάρτυρες να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο εκάστοτε επίδικο περιστατικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωσηφίδης ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 307, 314-315, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, 28). Ως υπεδείχθη από το Εφετείο και στην Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16 (διά της Ψαρά-Μιλτιάδους Δ.), το ότι «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του ...». Ο μάρτυς υπήρξε απροσχημάτιστος. Εκεί πάντως που μπορούσε να πει με σχετική βεβαιότητα περί του χρόνου κατά τον οποίο είχε προσωπική επαφή με τον XXXXX Αναστασιάδη, ήταν για ανανέωση του πιστοποιητικού κατάθεσης τακτής προθεσμίας/Τεκμήριο 42, επί του οποίου και αναγράφονται ως δικαιούχοι οι XXXXX Αναστασιάδης και XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), με τον XXXXX Αναστασιάδη να περιγράφεται ως XXXXX Ξενοφώντος (Xenofontos XXXXX) και τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) ως Anastasiades XXXXX, με τον μάρτυρα μάλιστα να θέτει και την υπογραφή του στο έγγραφο (ως XXXXX Ch S). Είχε πει ο μάρτυς ότι κατά το 2010 (ως υποδιευθυντής του υποκαταστήματος), βοήθησε διαδικαστικώς τον XXXXX Αναστασιάδη να φέρει από την Αγγλία κάποιο μεγάλο χρηματικό ποσό και να κατατεθεί στον λογαριασμό του στην Κύπρο. Ο μάρτυς είπε πως το ποσό εμφαίνεται στο Τεκμήριο 42 (πιστοποιητικό κατάθεσης τακτής προθεσμίας), με την αδυναμία μνήμης του να ταυτίσει το ποσό τού Τεκμηρίου 42 με «. αυτό που ήρθε από την Αγγλία .», να μην αμβλύνει την ουσία των όσων είπε για τις συνθήκες και χρόνο προέλευσης του τεκμηρίου. Η ακριβής μαρτυριακή αναφορά του για το έμβασμα από την Αγγλία αφορούσε «. στο τέλος της δεκαετίας του 2010 .». Ο μάρτυς ουδέποτε ανίχνευσε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας (στα δικά του μάτια και «. σαν κοινός θνητός .») στον XXXXX Αναστασιάδη. Ως είπε, όταν ο XXXXX Αναστασιάδης «. έρχετουν στο γραφείο μου γνώριζε τι έκαμε και ήταν εντάξει στην υγεία του .». Ανέφερε ότι ο XXXXX Αναστασιάδης είχε εκφράσει επιθυμία, στην παρουσία του μάρτυρα να «. μπουν πάνω και τα παιδιά του κυρίου XXXXX μαζί με τη γυναίκα του» (αναφερόμενος στην προαίρεση του XXXXX Αναστασιάδη να προσθέσει στο πιστοποιητικό κατάθεσης τακτής προθεσμίας/Τεκμήριο 42, ως δικαιούχους τον XXXXX Αναστασιάδη [ΜΥ1], τα παιδιά και την σύζυγο του [εναγόμενους 2-4]). Ο XXXXX Αναστασιάδης είχε εκφραστεί μπροστά στον μάρτυρα «. για τη σύζυγο του κυρίου XXXXX . με τα καλύτερα λόγια, ότι είναι αυτή που τον προσέχει, αυτή που του μαγειρεύει .». Οι δηλώσεις του μάρτυρα δεν έτυχαν αμφισβήτησης στην αντεξέταση. Ο μάρτυς ήταν και παρέμεινε άτεγκτος στο ότι ο XXXXX Αναστασιάδης γνώριζε καλώς τι έπραττε όταν συναντιόταν μαζί του και με τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) στην Λαϊκή Τράπεζα για τα τραπεζικά θέματα που απασχολούσαν. Είναι αξιοσημείωτη και η απάντηση του μάρτυρα σε μια από τις υποβολές του κ. Μιχαηλίδη, πως «. ο λόγος που ο XXXXX έβαλε συνιδιοκτήτες στους λογαριασμούς του τον αδελφό του και την οικογένεια του αδελφού του ήταν λόγω του ότι έπασχε από γεροντική άνοια, κάτι που εσείς δεν το γνωρίζετε .», ότι «.Επαναλαμβάνω για ακόμη μια φορά, όσες φορές ήρθαν στο γραφείο μου ήταν ένας άνθρωπος φυσιολογικότατος, γνώριζε τι έκαμνε και ήταν με τη θέληση του που έκαμε αυτό, αλλά έτσι και αλλιώς είτε έβαζε συνιδιοκτήτες τη γυναίκα και τα παιδιά του κυρίου XXXXX, τα χρήματα πάλι θα ήταν στον κύριο XXXXX, ήταν joint ένας εκ των δύο». Πέραν της όποιας αποδεικτικής βαρύτητας θα μπορούσε να αποδοθεί στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του μάρτυρα - και είπα γιατί (με μνεία στο χρονικό πλαίσιο που καθόρισε) - τούτος παρέμεινε απαρασάλευτος και ως προς τον πυρήνα της διαπίστωσης κατά την περίοδο 2009-2010. Ξεψαχνίζοντας τη μαρτυρία του, δεν αγνόησα πως απαντώντας κατά την αντεξέταση ότι δεν είχε ιατρικές γνώσεις, δήλωσε πως μπορούσε να ξεχωρίσει «. κάποιον άνθρωπο αν είναι φυσιολογικός ή αν γνωρίζει τι κάνει και νομίζω ότι ο κύριος XXXXX Αναστασιάδης γνώριζε τι έκαμε» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Ο δικηγόρος του ενάγοντα δεν κατεύθυνε την προσοχή σε αυτό (και για το αν η απάντηση εξέφραζε αβεβαιότητα ή κάτι άλλο). Ο μάρτυς τη στιγμή της εκφοράς της μαρτυρίας και της λέξης νομίζω, δεν υπονοούσε αβεβαιότητα για τη δήλωση του αλλά αντιθέτως επιβεβαίωση (ως παρατήρησα), ότι κατά την αντίληψη του (ως ατόμου άνευ ιατρικών γνώσεων), ο XXXXX Αναστασιάδης ήξερε τι έπραττε (θέση που προέταξε με εντυπωσιακή ευστάθεια και πλειστάκις ο μάρτυς χωρίς να αμφισβητηθεί). Για το ζήτημα της χρονικής ταύτισης τού πιστοποιητικού κατάθεσης τακτής προθεσμίας/Τεκμήριο 42 με την παρουσία του XXXXX Αναστασιάδη στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας (ενώπιον του μάρτυρα) - και ως ενισχυτικό τού ότι μάρτυς και αντεξετάζων δικηγόρος βρίσκονταν, ως φαίνεται τελικώς, σε συναντίληψη ως προς τον χρόνο που αφορούσε στο τεκμήριο - δεν μπορεί να μη μνημονευθεί και η υποβολή του κ. Μιχαηλίδη προς τον μάρτυρα πως «. τρεις μέρες μετά που έγινε αυτό το γραμμάτιο, το τεκμήριο 42 που καταθέσατε, ο κύριος XXXXX Αναστασιάδης εισήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας .» και ότι «. μεταξύ των προβλημάτων που είχε, όπως αναγράφονται στα πιστοποιητικά, ήταν και γεροντική άνοια». Μια πρόσθετη κατάδειξη ανακολουθίας εκδοχής, εκπηγάζει και από την υποβολή του δικηγόρου τού ενάγοντα προς τον μάρτυρα πως τις μέρες που ο τελευταίος ισχυρίστηκε πως διαβουλευόταν με τον XXXXX Αναστασιάδη στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας (για τους λογαριασμούς, τα γραμμάτια και άλλα) «. μπορεί . ο άνθρωπος να ήταν καλά και μετά που έφευγε ή προηγουμένως να μην αντιλαμβανόταν τι έκανε». Καθίσταται αντιληπτό ότι διά της υποβολής, ο ενάγων (διά του δικηγόρου του) προώθησε μια διάφορη εκδοχή από εκείνη που επιχείρησε να θέσει μέσω της μαρτυρίας του XXXXX Μιχαηλίδη (ΜΕ2) αλλά και (εν πολλοίς) διά των υπολοίπων μαρτύρων που κάλεσε, προωθώντας ότι ο XXXXX Αναστασιάδης δεν στερούνταν αδιαλείπτως την προσήκουσα διανοητική και δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά είχε εκλάμψεις ορθολογισμού και πλήρους αντίληψης τής πραγματικότητας. Η εκδοχή φαίνεται να ανατρέπει συθέμελα το μεδούλι των όσων δομούν την αξίωση (πως ο XXXXX Αναστασιάδης από το 2006 και εντεύθεν και σίγουρα κατά το 2009-2010 και μεταγενέστερα) δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει αυτοβούλως, πόσω δε μάλλον με δικαιοπρακτική ικανότητα ώστε να προβεί νομίμως στις επίδικες μεταβιβάσεις ακίνητης ή και κινητής περιουσίας. Μετά από την υπό ανάλυσιν υποβολή, ο δικηγόρος του ενάγοντα υπέβαλε προς τον μάρτυρα (επί ενός γενικότερου επιπέδου) «. ότι η ασθένεια που έπαθε ο κύριος XXXXX, δηλαδή η άνοια τον εμπόδιζε να λάβει αποφάσεις από μόνος του και εξαρτάτουν από τρίτα άτομα, τα οποία τον επηρέαζαν», για να λάβει κάθετη και όμοιας οξύτητας απάντηση από τον μάρτυρα πως «. επαναλαμβάνω ακόμη μια φορά ότι όταν ερχόταν στο γραφείο μου μαζί με τον κύριο XXXXX ήταν μια χαρά άνθρωπος, γνώριζε τι έκανε». Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2). Η XXXXX Ζινιέρη (ΜΥ3), ήταν εναργής και λεπτομερής στις απαντήσεις της, σε κάθε πτυχή που ρωτήθηκε. Με αναφορά και στις επίδικες μεταβιβάσεις (βλ. Τεκμήριο 43) - στις οποίες όμως δεν παρέστη - είπε ότι η διαδικασία μεταβίβασης που ακολουθήθηκε ήταν η τυπική και συνήθης, με αυτή να λαμβάνει χώραν στον «. πάγκο αποδοχής .» (στο Κτηματολόγιο). Τα όσα αφορούσαν στη μεταβίβαση είχαν αναγνωσθεί δεόντως και επιτόπου από κτηματολογικό λειτουργό προς τον δικαιοδόχο και τον δικαιοπάροχο, με τα συμβαλλόμενα μέρη να προχωρούν αμέσως μετά στις επίδικες πράξεις. Η μάρτυς δεν αμφισβητήθηκε επί της πτυχής ρητώς και εναργώς, όπως ούτε για το ότι δεν εντόπισε κάτι στη μεταβιβαστική διαδικασία που να δείχνει πως κάποιος εκ των συμβαλλομένων - XXXXX Αναστασιάδη και XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) - δεν κατάλαβε αυτό που του είχε αναγνωστεί για τη μεταβίβαση. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Ζινιέρη (ΜΥ3). Περνώ στην εξέταση των τεσσάρων προδικαστικών ενστάσεων (παράγραφοι 1-4 τής Υπεράσπισης). Η πρώτη προδικαστική ένσταση, προτάσσει ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει ή στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόμενων «. και ως εκ τούτου προωθείται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή αυτή είναι ενοχλητική και/ή έκθετη σε απόρριψη καθότι ελλείπει παντελώς η βάση για την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής με την παράλειψη καταγραφής λεπτομερειών δόλου και/ή απάτης». Αποκλίνω. Η Έκθεση Απαιτήσεως δεν περιορίζει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αποκλειστικώς στον δόλο. Κάθε άλλο. Το αγώγιμο δικαίωμα του περιγράφεται στην Έκθεση Απαιτήσεως ως αφορών και σε κατ' ισχυρισμόν άσκηση αθέμιτης πίεσης και/ή επηρεασμού του XXXXX Αναστασιάδη, υπό συνθήκες που καθιστούν τις επίδικες μεταβιβάσεις κινητών και ακινήτων παράνομες ή και άκυρες εξ υπαρχής, μια που ο XXXXX Αναστασιάδης κατά τους επίδικους χρόνους δεν αντιλαμβανόταν τι έπραττε «. και/η δεν ασκούσε ελεύθερη και/η απερίσπαστη βούληση και/η επιθυμία .». Το ότι ο ενάγων δεν παραθέτει στην Έκθεση Απαιτήσεως λεπτομέρειες δόλου, δεν καταρρίπτει ή ακυρώνει αυτομάτως το προτασσόμενο αγώγιμο δικαίωμα αφού το ζήτημα των λεπτομερειών δόλου διασυνδέεται και με την πληροφόρηση που οφείλεται να δίδεται στον αντίδικο ως προς τις συνιστώσες του δόλου ώστε ο αντίδικος να μην αιφνιδιάζεται στη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, Φακοντή ν Βρυώνη
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1404, 1416-1420). Η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση, αφορά στη θέση ότι ο ενάγων εμποδίζεται («.estopped .») από το να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου («. res judicata .») «. στην αγωγή 5606/2011, μεταξύ των ίδιων διαδίκων και/ή ότι όλες οι διαφορές των διαδίκων στη παρούσα αγωγή είναι οι ίδιες και/ή ταυτόσημες με την αγωγή 5606/2011 η οποία απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 29.11.2013, και/ή λύθηκαν και/ή μπορούσαν να λυθούν με την αγωγή 5606/2011, έτσι ώστε η παρούσα διαδικασία να καθίσταται εκ των πραγμάτων καταπιεστική και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή αχρείαστη και/ή άκυρη και/ή παράνομη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court)». Διαφωνώ. Η αγωγή 5606/11 - όσον το περιεχόμενο αυτής είναι γνωστό στο Δικαστήριο διά του Τεκμηρίου 36 - δεν κρίθηκε στην ουσία της και τελεσιδίκως στην ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 29.11.13 (βλ. Τεκμήριο 37). Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ήταν, ορθώς, πολύ προσεκτικό και φειδωλό στην απόληξη του (την οποία χαρακτήρισε ως «. μια αμιγώς νομική διαπίστωση επί των κοινώς αποδεκτών γεγονότων .»), ότι η αγωγή, βάσει των όσων ίσχυαν τότε ως εκ της προσωπικής ιδιότητας με την οποία επέλεξε ο ενάγων να την εγείρει (ενώ ο XXXXX Αναστασιάδης βρισκόταν εν ζωή), δεν μπορούσε να συνεχίσει ως εκ του (μεταγενέστερου) θανάτου του XXXXX Αναστασιάδη γιατί «. μόνο αχρείαστη διαδικασία και έξοδα θα προκαλέσει .». Με αυτά τα δεδομένα - και πέραν τού ότι δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τής ιδιότητας των διαδίκων στην αγωγή 5606/11 και στην κείμενη, αφού πλέον ο ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή «. υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αναστασιάδη .» (βλ. κατ' αναλογίαν, Γαβριήλ και Άλλων ν Αγαπίου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1868) - η ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή 5606/11 δεν αποφάσισε επί της ουσίας (και σε βαθμό κωλύματος) τα δικαιώματα των διαδίκων (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΟΠ ν Κρένκα, ΠΕ 205/14, ημ. 6.10.20, Delincyp Company Ltd v Αναφορικά με την Εταιρεία First Ukranian Development Limited, ΠΕ 140/14 ημ. 2.6.20, R v Mahaligan
(2008)3 SCC 316, Κανάρης ν Λοΐζου και Άλλων
(2006)1(Α) ΑΑΔ 599, 603-604). Η δεύτερη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Οι εναπομείνασες προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να πετύχουν αφού καμιά σχετική μαρτυρία δόθηκε ώστε τα πράγματα να μπορούσαν να τεθούν προς συζήτησιν υπό τον φακό που προτείνουν οι εναγόμενοι. Η τρίτη και τέταρτη προδικαστική ένσταση απορρίπτονται. Πριν από τα τελικά ευρήματα επιβάλλονται τέσσερεις επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, σχετίζεται με δηλώσεις του XXXXX Αναστασιάδη προς κάποιους των μαρτύρων, τις οποίες (παρ' όλη τη μη αμφισβήτηση τους από τους διαδίκους), δεν τις αποδέχομαι για την αλήθεια του περιεχομένου τους αφού προέρχονται από άτομο που στο μεταξύ απεβίωσε και δεν κλήθηκε (αυτονοήτως) να δώσει μαρτυρία στη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγρότου και Άλλης ν Αγρότου, ΠΕ 288/10, ημ. 31.5.16, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλων ν Alsako Aluminium Ltd και Άλλων
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1481, 1504-1505). Μολοντούτο, τις αποδέχομαι ως πραγματική μαρτυρία, υπό τη μορφή υπαρκτών δηλώσεων του XXXXX Αναστασιάδη προς τους όποιους αυτούς μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, VB and Others v Westminster Magistrates' Court
(2014)UKSC 59, R v Doyle
(2017)EWCA Crim 340, R v Khan and Others
(2013)EWCA Crim 2230, R v Mateza
(2011)EWCA Crim 2587, R v Twist and Others
(2011)2 Cr App R 17, 189). Η δεύτερη επισήμανση, αφορά το γεγονός ότι μόνον ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) έδωσε μαρτυρία από τους εναγόμενους. Τούτο δεν επηρέασε την εκδοχή του αφού τα όσα όφειλε να δείξει και αποδείξει (όπως και οι υπόλοιποι εναγόμενοι), φύονται από το σύνολο της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Η τρίτη επισήμανση, αφορά στο ότι κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων - και κατεξοχήν των XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1), XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ3) και XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) - αγνόησα συμπεριφορές τους κατά τη δίκη (και ενώ βρισκόντουσαν στη δικαστική αίθουσα εκτός εδωλίου μάρτυρος), όπως μορφασμών, ειρωνικών μειδιαμάτων προς μάρτυρες που κατέθεταν ή ακόμη και αντεγκλήσεων μεταξύ τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκοτεινιώτης ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 194, 199, Ντάγκλας ν Ντάγκλας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 375, 379). Η τέταρτη επισήμανση, αφορά στο ότι είχα συνεχώς στο μυαλό τις υποδείξεις τής νομολογίας πως δεν πρέπει να υπερεκτιμάται η ιατρική μαρτυρία ως προς τη δυνητική κατά τον ουσιώδη χρόνο (της όποιας επίδικης πράξης) διανοητική ικανότητα κάποιου προσώπου (εδώ του XXXXX Αναστασιάδη), έναντι μιας άμεσης και θετικής μαρτυρίας που προέρχεται από μη ειδικούς, που αναφέρεται στην πραγματική διανοητική ικανότητα του αφορώντος προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. κατ' αναλογίαν, Σεργίδη ν Χατζηπαύλου, ΠΕ 317/10 ημ. 16.5.16, Κοροπούλης ν Πηλίδη και Άλλης
(2014)1(Γ) ΑΑΔ 2483, 2494, Antoniades and Another v Solomonidou
(1980)1 CLR 441, 462, Moumdjis v Michaelidou and Others
(1974)1 CLR 226, 236-237, Karaolis v Karaolis
(1965)1 CLR 24, 33-34). Περνώ στα (πρόσθετα) ευρήματα και συμπεράσματα μου, με κάποιες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες λόγω και της αλληλουχίας των γεγονότων και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου είναι και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως αξιολογική περιγραφή και ανάλυση (υπό τις ανά περίπτωσιν στοχεύσεις), χωρίς κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Ο XXXXX Αναστασιάδης - ο οποίος γεννήθηκε την 23.3.31 (βλ. Τεκμήριο 3) - απεβίωσε την 5.3.13 (βλ. Τεκμήριο 2), εξ αδιαθέτου κληρονομούμενος (βλ. Τεκμήριο 1). Ο ενάγων XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ1), όπως και ο εναγόμενος 1 XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), είναι αδέλφια του XXXXX Αναστασιάδη. Η εναγόμενη 2 είναι η σύζυγος του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), οι δε εναγόμενοι 3 και 4, τέκνα του ζεύγους XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) και XXXXX Αναστασιάδη. Οι XXXXX Αναστασιάδης (ΜΕ1) και XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), είναι οι μόνοι κληρονόμοι του XXXXX Αναστασιάδη (υπό την ιδιότητα τους ως αδελφών του), δεδομένου και του ότι ο XXXXX Αναστασιάδης πέθανε άτεκνος (όπως και η σύζυγος του η οποία απεβίωσε την 7.8.03). Οι γονείς των XXXXX Αναστασιάδη (ΜΕ1) και XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) δεν βρίσκονται εν ζωή. Από το 1998, όταν είχε αρρωστήσει η σύζυγος του XXXXX Αναστασιάδη (και μετακομίσει στην αδελφή της αφού ο XXXXX Αναστασιάδης δεν μπορούσε να τη φροντίζει), ο XXXXX Αναστασιάδης ζούσε μόνος σε ιδιόκτητη οικία του στην οδό XXXXX 4, ΤΤ XXXXX XXXXX, Λευκωσία (η οποία εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, ως το Τεκμήριο 40). Ο XXXXX Αναστασιάδης είχε καθημερινή επαφή με την σύζυγο του και ενδιαφερόταν για αυτήν μέχρι του θανάτου της. Από το 1998 (που ζούσε μονάχος ο XXXXX Αναστασιάδης), την τακτική του φροντίδα ανέλαβε η οικογένεια τού XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1). Το 1998 ο XXXXX Αναστασιάδης βρισκόταν γενικώς σε καλή κατάσταση υγείας, ήταν όμως μόνος. Έτσι, ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) και η οικογένεια του, τον περιποιούνταν, του έπαιρναν φαγητό, τον καλούσαν στην οικία τους για πρόγευμα και τα συναφή. Σε αντίθεση προς το ενδιαφέρον του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) και της οικογένειας του (ιδιαίτερα τής συζύγου του XXXXX Αναστασιάδη), η επαφή και το ενδιαφέρον τού ενάγοντα (και της δικής του οικογένειας), υπήρξε ήσσον σε έκταση και ποιότητα. Την 10.12.01 ο XXXXX Αναστασιάδης, με πλήρη συνείδηση των πράξεων του (και με την αρμόζουσα δικαιοπρακτική ικανότητα), αποφάσισε εκουσίως - και για δικούς του λόγους (ως είχε δικαίωμα) - να προτείνει στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) όπως ο τελευταίος προστεθεί ως συνιδιοκτήτης στους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) αποδέχτηκε, με συνεπακόλουθο η επιθυμία του XXXXX Αναστασιάδη να υλοποιηθεί κατά τους τεθέντες από τα αφορώντα τραπεζικά ιδρύματα όρους (βλ. ενδεικτικώς, Τεκμήρια 13 και 33). Περί το δεύτερο εξάμηνο 2005, ο ενάγων εκδήλωσε επιθυμία να πουλήσει το μερίδιο του (1/3) επί της πατρικής οικίας στα Λεύκαρα, ζητώντας ποσό ύψους ΛΚ15.000,00. Μετά από εισήγηση του XXXXX Αναστασιάδη, ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) πλήρωσε στον ενάγοντα το ποσό αυτό και έτσι ο τελευταίος μεταβίβασε το μερίδιο του στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1). Το ίδιο (διά δωρεάς), έπραξε για το μερίδιο του (1/3) και ο XXXXX Αναστασιάδης, με τον όρο ότι ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), ως αποδέκτης της δωρεάς, θα αναλάμβανε να διορθώσει την οικία. Η μεταβίβαση συντελέστηκε νομίμως από τους δύο αδελφούς προς τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) την 10.11.05 (βλ. Τεκμήριο 4). Ο XXXXX Αναστασιάδης είχε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), ήτοι (ως απογράφεται και στα Τεκμήρια 23-25), τους λογαριασμούς με αριθμούς XXXXX6890 (που ανοίχθηκε την 3.11.08 και έκλεισε την 3.11.09 με υπόλοιπο €221.956,48), XXXXX8989 (που ανοίχθηκε την 21.1.09 και έκλεισε την 23.4.09 με υπόλοιπο US$56.136,76) και XXXXX5449 (που ανοίχθηκε την 7.3.07 και έκλεισε την 9.3.10 με υπόλοιπο €901.920,72). Όταν έκλεισαν οι λογαριασμοί, ανοίχθηκαν αντίστοιχοι λογαριασμοί, από κοινού με τους XXXXX Αναστασιάδη, XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), XXXXX Αναστασιάδη (εναγόμενη 2), XXXXX (XXXXX) Αναστασιάδη (εναγόμενο 3) και XXXXX Αναστασιάδη (εναγόμενο 4). Οι λογαριασμοί (ως και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 26-28 αντιστοίχως, είχαν αριθμούς XXXXX5229 (ανοίχθηκε την 3.11.09), XXXXX9179 (ανοίχθηκε την 23.4.09) και XXXXX7329 (ανοίχθηκε την 9.3.10). Οι λογαριασμοί έκλεισαν κατ' αντιστοιχίαν την 12.3.13 (με υπόλοιπο €195.692,02), την 27.4.12 (με υπόλοιπο US$58.113,74) και την 11.3.13 (με υπόλοιπο €910.154,25). Δικαίωμα υπογραφής στους λογαριασμούς είχαν τρεις εκ των πέντε δικαιούχων, με τους λογαριασμούς (βλ. και τα Τεκμήρια 29-31) να κλείνουν με τις υπογραφές των XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), XXXXX Αναστασιάδη (εναγόμενης 2) και XXXXX Αναστασιάδη (εναγόμενου 3). Την 30.10.08 ο XXXXX Αναστασιάδης (μέσω της Λαϊκής Τράπεζας), έφερε από την Αγγλία κάποιο ποσό σε στερλίνες το οποίο μετέτρεψε σε ευρώ και ακολούθως (την 3.11.08) σε γραμμάτιο ύψους €209.689,63 (βλ. Τεκμήριο 23), με συνιδιοκτήτη (έπειτα από καθόλα νόμιμη και συνειδητή απόφαση του XXXXX Αναστασιάδη), τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1). Η διαδικασία έγινε στην παρουσία και πλήρη γνώση και διανοητική διαύγεια του XXXXX Αναστασιάδη, που έδρασε ως είχε κάθε δικαίωμα, με την καλόπιστη επικουρία του XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ2), υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, υπό περιστάσεις που καθόλου δεν θα μπορούσαν - παρ' όλη την αστοχία των αναγκαίων λεπτομερειών δόλου στην Έκθεση Απαιτήσεως (βλ. κατ' αναλογίαν, Φακοντή ν Βρυώνη
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1404, 1416-1420) - να οδηγήσουν σε λελογισμένο συμπέρασμα δόλου των εναγόμενων ή οιουδήποτε εξ αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Omex Enterprises Ltd και Άλλων ν Elia, ΠΕ 469/12, ημ. 20.9.19, Hazlewood Investment & Finance Ltd v Manuel και Άλλων, ΠΕ 14/17, ημ. 16.7.19, Κουτάλης ν Hellenic Bank Public Company Ltd, ΠΕ 36/11, ημ. 19.5.16, , Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539, Χριστοφόρου και Άλλων ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) AAΔ.25, 30-31). Απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε στέρεα και ουσιαστική βάση για εξαγωγή συμπεράσματος δόλου των εναγόμενων, τον οποίο και όφειλε να αποδείξει ο ενάγων (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18). Την περίοδο εκείνη (περί το 2006 και εντεύθεν), ο XXXXX Αναστασιάδης αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας (και σε κάποια στιγμή και διαβήτη) που ήλεγχε όμως με φαρμακευτική αγωγή (βλ. Τεκμήρια 35 και 42). Η κατάσταση τούτη, διόλου δεν επηρέασε τον XXXXX Αναστασιάδη από το να αντιλαμβάνεται απολύτως το τι έπραττε καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους (όπου η βούληση και διανοητική του ικανότητα ήταν ελεύθερη και απερίσπαστη). Ομοίως, την 26.2.09 ο XXXXX Αναστασιάδης, έχοντας (και πάλι) πλήρη έλεγχο και επίγνωση των αποφάσεων του (ως και διανοητική διαύγεια και δικαιοπρακτική του ικανότητα), μεταβίβασε διά δωρεάς στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) - ως είχε απόλυτο δικαίωμα να πράξει - το μερίδιο του επί της επίμαχης ακίνητης περιουσίας (βλ. Τεκμήριο 43). Είναι σημαντική εδώ μια παρένθεση. Η σχέση ανάμεσα στον XXXXX Αναστασιάδη και στον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους, δεν ήταν τέτοια (βάσει του άρθρου 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ως συζήτησαν οι δικηγόροι του ενάγοντα) που να κατατάσσεται (κατά τεκμήριον ή υπό άλλη νομική ή πραγματική διάσταση) ως σχέση εμπιστοσύνης και εξάρτησης, διά της οποίας η εξάρτηση τού XXXXX Αναστασιάδη να θέτει τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) σε πλεονεκτική θέση ώστε να ενασκεί επιρροή επί του πρώτου, τέτοιας φύσης μάλιστα που να δύναται να ταξινομηθεί ως απολύτως φυσική και ικανή να χρησιμοποιηθεί αδίκως (βλ. κατ' αναλογίαν, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν Πούλλα και Άλλων
(2004)1(Β) ΑΑΔ 961, 968-973). Ακόμη όμως και να θεωρούνταν (τεκμαρτώς) η σχέση αυτή XXXXX Αναστασιάδη και XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) ως σχέση εμπιστοσύνης και εξάρτησης, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) και κατ' επέκτασιν από τους υπόλοιπους εναγόμενους, ήταν τέτοια που να αποδεικνύει, στο κατάλληλο αποδεικτικό μέτρο, πως οι επίδικες συναλλαγές ή και συμβατικές πράξεις δεν είχαν συναφθεί συνεπεία ψυχικής πίεσης από μέρους τού XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1), ή και των υπόλοιπων εναγόμενων προς τον XXXXX Αναστασιάδη (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζηπαύλου ν Χατζηπαύλου, ΠΕ 317/10, ημ. 16.5.16). Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονταν εγγεγραμμένα στο όνομα του XXXXX Αναστασιάδη από την 15.3.
- Η μεταβίβαση έγινε με πιστή και νόμιμη τήρηση των προβλεπόμενων κτηματολογικών διαδικασιών τη παρουσία του XXXXX Αναστασιάδη ως δικαιοπάροχου και του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) ως δικαιοδόχου ενώπιον των αρμοδίως εντεταλμένου κτηματολογικού λειτουργού. Την 11.3.09, ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) - ο οποίος περνούσε κάθε πρωί από την οικία του XXXXX Αναστασιάδη για να δει αν είναι καλά και αν ήθελε κάποια εξυπηρέτηση - εισήλθε εκεί βρήκε τον XXXXX Αναστασιάδη πεσμένο στο πάτωμα. Ο XXXXX Αναστασιάδης δεν κατάφερε να κρατήσει ρυθμισμένη την ινσουλίνη του ως ινσουλοεξαρτώμενος, αφού αν γινόταν αυτό, τη μέρα εκείνη, η λειτουργία του θα παρέμενε σε κανονικά επίπεδα (ακόμη και στα 77 έτη ηλικίας που βρισκόταν). Εξού και τα καθέκαστα. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) τηλεφώνησε αυθωρεί στις Ιατρικές Υπηρεσίες για ασθενοφόρο (βλ. Τεκμήριο 11). Κατ' ακολουθίαν, ο XXXXX Αναστασιάδης εισήχθη εσπευσμένως στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (βλ. Τεκμήριο 22). Η γενική κατάσταση της υγείας του (κατά την εισαγωγή) ήταν πτωχική. Είχε γαστρορραγία. Ήταν κατά διαστήματα συγχυσμένος (βλ. Τεκμήριο 12). Του είχε χορηγηθεί ορός ενδοφλεβίως και φάρμακο για το στομάχι, καθώς και ινσουλίνη υποδορίως. Όλα έγιναν για να σταθεροποιηθεί η άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν τη στιγμή εκείνη. Ο XXXXX Αναστασιάδης νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι την 17.3.
- Μετά από ιατρική συμβουλή, ο XXXXX Αναστασιάδης εισήχθη (την 17.3.09) στο Τιμόθειο για να λαμβάνει κατάλληλη φροντίδα. Η κατάσταση της υγείας του που τον οδήγησε στην εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν ευθυγραμμίστηκε με την κατ' ισχυρισμόν κακή διανοητική του κατάσταση κατά τους κρίσιμους χρόνους. Το διαβητικό πρόβλημα που προκάλεσε το συμβάν στις 11.3.09 απέρρευσε από την αποτυχία του XXXXX Αναστασιάδη να ρυθμίσει την ινσουλίνη του στα αποδεκτά επίπεδα. Η απορρύθμιση και της πτώση του XXXXX Αναστασιάδη στο δάπεδο της οικίας του, δεν οφειλόταν σε ανεπαρκή φροντίδα του XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1). Απλώς συνέβη, κατά τον τρόπο που αφηγήθηκε ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), αλλά και αναπτύχθηκε (επί μιας πλατύτερης βάσης) από την XXXXX Αντωνίου-Χίνη (ΜΕ5). Το ότι η μάρτυς αυτή είπε πως ο XXXXX Αναστασιάδης «. [π]ροφανώς δεν λάμβανε καμιά ιατρική φροντίδα και περιποίηση, πρέπει να ήταν μηδενική», αποτελούσε αναφορά που δεν αποτμήθηκε από την κατάσταση υγείας που βρέθηκε ο XXXXX Αναστασιάδης την 11.3.09 στην οικία του και δεν καθορίστηκε ως ισχύουσα για μακρύ χρονικό διάστημα πριν από το γεγονός αυτό. Δεν αποδείχθηκε, ή έστω καταδείχθηκε, αξιοπίστως, πως ο XXXXX Αναστασιάδης έπασχε από οιασδήποτε μορφής άνοια κατά τους επίμαχους χρόνους. Ούτε και αποδείχθηκε (ή καταδείχθηκε), ότι, κατά τους ίδιους χρόνους, ο XXXXX Αναστασιάδης δεν είχε επαρκή έλεγχο των πράξεων και της νόησης του (και δικαιοπρακτική ικανότητα) να ενεργεί ως ενήργησε ως εκ των διαβητολογικών του προβλημάτων και των όποιων προσωρινών ή μόνιμων επιπτώσεων τους. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) δεν προσπορίσθηκε λεφτά από τους κοινούς λογαριασμούς του με τον XXXXX Αναστασιάδη. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1), διαχειριζόταν τα χρήματα νομίμως, δαπανώντας τα απαραίτητα για τη διαμονή του XXXXX Αναστασιάδη στο Τιμόθειο, για τα φάρμακα και την ιατρική του θεραπεία (βλ. για παράδειγμα τις αποδείξεις είσπραξης/Τεκμήριο 14). Την 11.3.13, μετά από τον θάνατο του XXXXX Αναστασιάδη (5.3.13), ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ1) προσκόμισε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου στη Λαϊκή Τράπεζα, θεωρώντας πως είχε προς τούτο νομική υποχρέωση να πράξει τοιουτοτρόπως ένεκα των κοινών τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούνταν στο όνομα των δύο αδελφών (και άλλων συγγενικών προσώπων του XXXXX Αναστασιάδη [ΜΥ1]). Οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί του XXXXX Αναστασιάδη με τον XXXXX Αναστασιάδη (ΜΥ1) και τους άλλους εναγόμενους, υπέστησαν απομείωση (κούρεμα) την 29.3.13 (βλ. Τεκμήριο 38), με αποτέλεσμα να παραμείνουν εκεί κατατεθειμένα €400.000,
- Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα (πλέον ο ΦΠΑ αν υπάρχει), επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγόμενων, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν.Γ. Σάντης, ΠΕΔ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο