VASMICHA ν. GORDIAN HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 2834/2020, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2834/2020 Μεταξύ: VASMICHA NEW GENERATION LIMITED Ενάγουσα -ν- GORDIAN HOLDINGS LTD Εναγομένη Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια- Ενάγουσα: κ. Μ. Σιαηλής. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: . κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Αίτηση ημερομηνίας 07/10/2020 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Aίτησή της η Ενάγουσα Εταιρεία ‑ Αιτήτρια (εφεξής Αιτήτρια) αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Eναγόμενη Εταιρεία ‑ Καθ' ης η Αίτηση (εφεξής Καθ΄ ης η Αίτηση), είτε μέσω των υπαλλήλων της είτε μέσω των υπηρετών ή/και των αντιπροσώπων της από το να χρησιμοποιούν με οποιονδήποτε τρόπο το όνομα της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως απαγορεύσει τη χρήση φωτογραφιών ή/και βίντεο ή/και οποιουδήποτε άλλου υλικού που να δείχνει το ακίνητο στο οποίο εδρεύει και ασκεί εμπορική δραστηριότητα η Αιτήτρια στο διαδίκτυο ή σε άλλο ηλεκτρονικό και έντυπο μέσο ή/και ιστοσελίδα, καθώς, επίσης, και διάταγμα που να διατάσσει την Καθ΄ ης η Αίτηση και οποιονδήποτε λαμβάνει οδηγίες από αυτήν όπως αφαιρέσει από το διαδίκτυο ή/και οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό ή/και έντυπο μέσο ή/και ιστοσελίδα φωτογραφίες που δείχνουν το όνομα της Αιτήτριας ή/και των ακινήτων στα οποία εδρεύει ή/και ασκεί δραστηριότητα μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Η Aίτηση βασίστηκε στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48 θ. 1 ‑ 4 και 7 ‑ 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα Άρθρα 23 και 25 του Συντάγματος και στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, τη νομολογία και την πρακτική. Τα γεγονότα που συνιστούν το υπόβαθρο της Αίτησης τέθηκαν με την ένορκη δήλωση της XXXXX Μιχαηλίδου, διευθύντριας της Αιτήτριας Εταιρείας, η οποία είχε εξουσιοδοτηθεί να προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση, αλλά γνώριζε επίσης και πολύ καλά τα γεγονότα. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, η Αιτήτρια Εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής ΗΕ304931, με έδρα τη Λευκωσία, ασχολείται με την εισαγωγή και εμπόρια ειδών υγιεινής, κεραμικών και άλλων παρεμφερή ειδών και για τον συγκεκριμένο σκοπό διατηρεί κατάστημα, το οποίο ενοικιάζει δυνάμει ενοικιαστήριου έγγραφου ημερομηνίας 20/04/2012 στην Λεωφ. XXXXX 67, στη XXXXX. Στις 02/10/2020 είχε δεχθεί τηλεφωνήματα τόσο από πελάτες, αλλά και από συνεργάτες, με τα οποία τη ρωτούσαν κατά πόσο η Αιτήτρια Εταιρεία προτίθετο να τερματίσει τη λειτουργία της. Κάποιοι δε από αυτούς τους συνεργάτες της επισκέφτηκαν το κατάστημα και ακύρωσαν παραγγελίες ή ζήτησαν επιστροφή της προκαταβολής που είχαν καταβάλει σε σχέση με παραγγελίες. Είναι ο ισχυρισμός προς ότι οι πελάτες προς εξήγησαν ότι στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα προς Καθ΄ ης η Αίτηση Εταιρείας καθώς και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδίδετο αυτή η είδηση. Επισκέφτηκε η ίδια την ιστοσελίδα www.gogordian.com, η οποία ανήκει στην Καθ' ης η Αίτηση Eταιρεία και τότε εντόπισε φωτογραφία του καταστήματος προς Αιτήτριας Εταιρείας, καθώς και στοιχεία του καταστήματος με ενημέρωση ότι είναι προς πώληση με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, ο οποίος θα λάμβανε χώρα προς 04/11/2020, στην τιμή των €875.000. Επιπρόσθετα, στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα υπήρχε χάρτης με ακριβείς οδηγίες για την τοποθεσία του καταστήματος προς Αιτήτριας Εταιρείας. Ισχυρίζεται, η Ομνύουσα, ότι η συγκεκριμένη δυσφημιστική και αναληθής ανάρτηση κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο αλλά και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, από προς αρχές Σεπτεμβρίου του 2020. Το συγκεκριμένο δημοσίευμα προκάλεσε απώλειες στην Αιτήτρια Εταιρεία, λόγω του ότι οι πελάτες που είχαν προβεί σε παραγγελίες αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ ακύρωσαν προς παραγγελίες προς θεωρώντας ότι η Αιτήτρια είναι προς πώληση. Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι πέραν των οικονομικών προβλημάτων που έχουν δημιουργηθεί με τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα, η όλη στάση και συμπεριφορά και/ή οι πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση έχουν δημιουργήσει και πρόβλημα στο προσωπικό της Αιτήτριας που νοιώθει ότι θα βρεθεί χωρίς δουλειά. Η οποιαδήποτε συνέχιση, σύμφωνα με την Ομνύουσα, της συγκεκριμένης δημοσίευσης θα δημιουργήσει σοβαρότατα προβλήματα τόσο οικονομικά καθώς και στην καλή φήμη της και στην αγορά με άμεση επίπτωση στον κύκλο εργασιών της Αιτήτριας, ο οποίος καθημερινά μειώνεται. Προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια Εταιρεία ουδέποτε είχε οποιανδήποτε δοσοληψία ή/και σχέση ή/και οποιανδήποτε συναλλαγή με την Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία και οι συγκεκριμένες ενέργειές της είναι παράνομες αλλά και αυθαίρετες. Καταλήγει, ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να ασκεί τις επαγγελματικές της δραστηριότητες και η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού θα χάσει τους πελάτες της. Η ίδια, ενήργησε άμεσα μόλις αντιλήφθηκε τα δημοσιεύματα, δίδοντας οδηγίες για την καταχώρηση της συγκεκριμένης Αίτησης. Προωθεί την άποψη ότι ενώ η ίδια η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ζημιά εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εκδόθηκε μονομερώς, στις 08/10/2020, διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η Καθ΄ ης η Αίτηση όπως αφαιρέσει από το διαδίκτυο και/ή από οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο ή έντυπο ή/και ιστοσελίδα τις φωτογραφίες που δείχνουν το όνομα της Αιτήτριας ή/και των ακινήτων στα οποία εδρεύει και ασκεί εμπορική δραστηριότητα μέχρι εκδικάσεως της υπό κρίση Αίτησης. Καταχωρίστηκε, με την επίδοση της Αίτησης και του διατάγματος, από την Καθ΄ ης η Αίτηση Ένσταση στην οποία καταγράφηκαν δεκατρείς
(13)λόγοι για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η Αίτηση να απορριφθεί. Είναι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι τα άρθρα 44Ζ και 44Ε του Ν.9/65 επιτάσσουν όπως ο ενυπόθηκος δανειστής δημοσιεύσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μονομερούς έκδοσης διατάγματος ή/και διατήρησής του σε ισχύ γιατί η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι η Ομνύουσα στην Αίτηση παραλείπει να αναφέρει ουσιώδη γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι εκλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος, ότι η εγγύηση ύψους €10.000, η οποία παραχωρήθηκε από την Αιτήτρια είναι ανεπαρκής για να καλύψει τις ζημιές που υπέστη ή θα υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6 ή/και το άρθρο 32 του Ν.14/60, ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ανεπαρκής, ότι δεν πληρούνται σωρρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου αφού η Καθ΄ης η Αίτηση έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και ο πλειστηριασμός ημερομηνίας 04/11/2020 διενεργήθηκε χωρίς επιτυχία, ότι η Καθ' ης η Αίτηση νόμιμα ανάρτησε στο διαδίκτυο το υπό πώληση ακίνητο αφού το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ήταν αληθές γιατί το ακίνητο πράγματι θα πωλείτο στον πλειστηριασμό, ημερομηνίας 04/11/2020, αφού εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ. 5610/12 καθώς και στην Αίτηση ‑ Έφεση 325/19 με τις οποίες αποφάσεις νομιμοποιήθηκε η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι η αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, αντιφατική και ουδόλως παρουσιάζει οποιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι η Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήριχτη. Η Ένσταση βασίστηκε στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 17- 22 και 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 27, 44Α με 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακίνητων Νόμου ως τροποποιήθηκε, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 185/15, στα Άρθρα 19, 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος, στους Γενικούς Κανόνες Επιείκειας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο γεγονότων της Ένστασης παρατέθηκε στην ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου και εργοδοτούμενου στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd από τις 02/01/
- Σύμφωνα με τον Ομνύοντα είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, αλλά γνωρίζει και πολύ καλά τα γεγονότα λόγω των καθηκόντων του. Είναι ο ισχυρισμός του ότι ο XXXXX Μιχαηλίδης και η Εταιρεία VASMICHA SUPPLIERS CO LTD σε διάφορες ημερομηνίες είχαν υπογράψει και παρείχαν προς την Τράπεζα Κύπρου διάφορες εξασφαλίσεις υπό τη μορφή υποθηκών προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί προς αυτούς. Οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνεις ή/και εξ αποφάσεως χρέη συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που είχαν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα Κύπρου στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd. Καταγράφει ότι παραχωρήθηκαν στην Εταιρεία VASMICHA SUPPLIERS CO LTD πιστωτικές διευκολύνσεις προς εξασφάλιση των οποίων είχε εγγραφεί από τον κ. XXXXX Μιχαηλίδη η υποθήκη XXXXX/07, η οποία αφορά το ακίνητο στο οποίο εδρεύει η Αιτήτρια, η οποία υποθήκη στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Η συγκεκριμένη υποθήκη αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4/XXXXX, Φ./Σχ. 21/60Ε2, Τμήμα 4, Τεμάχιο XXXXX, το οποίο συνιστά το επίδικο ακίνητο στην υπό κρίση αγωγή. Το συγκεκριμένο ακίνητο, ιδιοκτησία του XXXXX Μιχαηλίδη, ενοικιάζεται στην Αιτήτρια Εταιρεία, της οποίας διευθύντρια είναι η κόρη του κ. XXXXX Μιχαηλίδη, XXXXX Μιχαηλίδου και γραμματέας η σύζυγός του, XXXXX Μιχαηλίδου. Η Καθ' ης η Αίτηση είχε πληροφορηθεί για τη συγκεκριμένη ενοικίαση για πρώτη φορά με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ένεκα των καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα ασκώντας τα νόμιμα δικαιώματά της τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες δανεισμού, τον Μάιο του 2012 και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό. Στις 26/02/2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην Αγ. Αρ. 5610/12 για την ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών και στο πλαίσιο εκείνης είχε εκδοθεί διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου που επιβαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/
- Σε εκείνη την αγωγή, Eναγόμενη 4 ήταν η XXXXX Μιχαηλίδου, γραμματέας της Αιτήτριας Εταιρείας. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, μετά την έκδοση της απόφασης, η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στην ενεργοποίηση της διαδικασίας πλειστηριασμού για το συγκεκριμένο ακίνητο, αποστέλλοντας στον ενυπόθηκο οφειλέτη καθώς και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τις σχετικές ειδοποιήσεις πλειστηριασμού. Ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης αμφισβήτησε τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης καταχωρώντας την Αίτηση ‑ Έφεση 325/19, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, στις 30/09/2019, μετά από ακρόαση και ως εκ τούτου διενεργήθηκε ο πρώτος πλειστηριασμός του ακινήτου. Λόγω του ότι δεν υπήρξε ενδιαφερόμενος αγοραστής, η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε και όρισε δεύτερο πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 04/11/2020 χωρίς και πάλι να βρεθεί οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος. Ακολούθησε η αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΓ» και του Δελτίου «Α» στον ενυπόθηκο οφειλέτη και καθορίστηκε ως επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ακινήτου το ποσό των €875.
- Οι συγκεκριμένες ειδοποιήσεις είχαν επιδοθεί, μεταξύ άλλων και στις κ.κ. XXXXX και XXXXX Μιχαηλίδου. Στα πλαίσια διενέργειας του πλειστηριασμού στις 04/11/2020, η Καθ' ης η Αίτηση διαφήμισε το ακίνητο στην ιστοσελίδα της. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Σε πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα, η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε και κατέβασε από την ιστοσελίδα της οποιανδήποτε φωτογραφία, η οποία απεικονίζει το ακίνητο. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια Εταιρεία πέτυχε την έκδοση του διατάγματος λόγω παραπλάνησης του Δικαστηρίου και η Καθ' ης η Αίτηση υπέστη ζημιές τουλάχιστον ύψους €875.000 που αντιστοιχεί στην επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ακινήτου. Λόγω της παραπλάνησης και κακόπιστης συμπεριφοράς της Αιτήτριας, η οποία δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο, κατά τη δική του άποψη, δεν δικαιούται η Αιτήτρια σε οποιανδήποτε θεραπεία και είναι η θέση του ότι το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Υποστηρίζει, ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ότι ο λόγος που η Καθ' ης η Αίτηση είχε αναρτήσει στην ιστοσελίδα της τις συγκεκριμένες φωτογραφίες του ακινήτου ήταν λόγω του ότι υπήρχε προγραμματισμένος πλειστηριασμός ημερομηνίας 04/11/
- Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση, ψευδώς αναφέρει ότι με έκπληξή της είχε δει τις φωτογραφίες του ακινήτου στην ιστοσελίδα της Καθ' ης η Αίτηση, καθώς επίσης και ότι το δημοσίευμα ήταν αναληθές. Τόσο η ίδια, καθώς και η κ. XXXXX Μιχαηλίδου γνώριζαν ότι το ακίνητο ήταν ή θα ήταν αντικείμενο πώλησης μέσω πλειστηριασμού, αφού οι ίδιες παραλάμβαναν τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού εκ μέρους του κ. XXXXX Μιχαηλίδη. Επιπρόσθετα, η Ομνύουσα στην Αίτηση δεν αποκάλυψε ότι υπάρχει δικαστική απόφαση στην Αίτηση ‑ Έφεση 325/19 ούτε και ότι υπάρχει δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ. 5610/12 Ε. Δ. Λευκωσίας, η οποία είχε εκδοθεί εκ συμφώνου. Παραπλανητικά παραλείπει να αναφέρει τη σχέση της με τον XXXXX Μιχαηλίδη, ιδιοκτήτη του ακινήτου και δεν αποκαλύπτει την αξία ή την επιφυλαχθείσα τιμή του ακινήτου με αποτέλεσμα να διαταχθεί όπως καταβάλει εγγύηση μόνο €10.
- Λόγω της πρόθεσης της Αιτήτριας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, είναι η εισήγηση του Ομνύοντα ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι υπάρχει επιπρόσθετος λόγος, για τον οποίο θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση, που αφορά την παρασχεθείσα εγγύηση η οποία είναι ανεπαρκής αφού λόγω των όσων η Αιτήτρια παραπλανητικά παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο η Καθ' ης η Αίτηση έχει υποστεί πολλαπλάσια ζημιά. Η αποτυχία του πλειστηριασμού, ημερομηνίας 04/11/2020, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παραπλανητικά εξασφαλισθείσα έκδοση του διατάγματος οδήγησε σε αυξημένη ζημιά στην Καθ΄ης η Αίτηση. Σύμφωνα με το Δελτίο «Α» η επιφυλαχθείσα τιμή του ακινήτου ήταν στις €875.000, ποσό πολλαπλάσιο του ποσού των €10.000 που δόθηκε από την Αιτήτρια ως εγγύηση. Το γεγονός ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε βάσει της ειδοποίησης τύπου «ΙΓ» ηλεκτρονικά καθιστά την αδυναμία διαφήμισης και προβολής του ακινήτου ακόμα πιο σημαντικό παράγοντα στην εξεύρεση προτιθέμενου αγοραστή. Η αδυναμία προβολής και ανάρτησης φωτογραφιών του ακινήτου, λόγω του διατάγματος, έχει προκαλέσει πολλαπλάσια ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση, αφού εξουδετερώνει τη δυνατότητα πώλησής του στο μέλλον και μειώνει την πιθανότητα ανεύρεσης αγοραστή. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας ή της νομολογίας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην υπό κρίση περίπτωση. Δεν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα αγωγή. Επιπρόσθετα, στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης δεν υπάρχει το δικονομικό πλαίσιο εξέτασης οποιονδήποτε ισχυρισμών για τη επιζήμια ψευδολογία. Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο αφορά τη δυσφήμιση της Αιτήτριας Εταιρείας, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πού βασίζονται οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, ούτε μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς επηρεάζεται δυσμενώς η υπόληψη της Αιτήτριας μέσω της δημοσίευσης φωτογραφιών του υπό πώληση ακινήτου. Κατ' ουσία η δημοσίευση ή/και ανάρτηση στο διαδίκτυο δεν αφορά και ούτε σχετίζεται με την Αιτήτρια, αλλά με το ακίνητο το οποίο είναι ιδιοκτησία του κυρίου XXXXX Μιχαηλίδη. Συνεπώς, η Αιτήτρια δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή δικαιολογημένο παράπονο εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, από τη στιγμή που το συγκεκριμένο ακίνητο είναι ιδιοκτησία του XXXXX Μιχαηλίδη, ο οποίος το είχε υποθηκεύσει προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων προς την VASMICHA SUPPLIERS CO LTD. Προκύπτει επίσης ότι η Αιτήτρια γνώριζε, μέσω της διευθύντριας και γραμματέως της, για το ενυπόθηκο καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου καθώς επίσης και ότι υπόκειτο σε πώληση μέσω πλειστηριασμού. Κατά τον Ομνύοντα το συγκεκριμένο δημοσίευμα που αφορά το επίδικο ακίνητο είναι αδιαμφισβήτητα ορθό, αληθές και ακριβές και αυτό συνιστά υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ.
- Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ομνύουσας στην Αίτηση, που σχετίζονται με τη ζημιά στην υπόληψη της Αιτήτριας Εταιρείας είναι η δική του θέση ότι αυτοί δεν τεκμηριώνονται αφού προκύπτει ξεκάθαρα από το δημοσίευμα ότι η πώληση μέσω πλειστηριασμού αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο και όχι την επιχείρηση της Αιτήτριας, οπόταν η Αιτήτρια δεν μπορεί να επιζητεί θεραπεία σε κατ' ισχυρισμό ζημιά, η οποία ζημιά πηγάζει από νόμιμες πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, το άρθρο 44Ζ του Νόμου 9/65 επιτρέπει στην Καθ' ης η Αίτηση τη δημοσίευση σε σχέση με τη διενέργεια πλειστηριασμού. Συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση έχει υποχρέωση δυνάμει του Νόμου να δημοσιεύσει τη διενέργεια πλειστηριασμού με πλήρη περιγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου. Υποστηρίζει ότι αν η Αιτήτρια Εταιρεία έχει οποιοδήποτε παράπονο για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου θα πρέπει να απευθυνθεί στον κ. XXXXX Μιχαηλίδη, από τον οποίο ενοικιάζει το ακίνητο. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 25 του Συντάγματος, αλλά, αντίθετα, τυχόν διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα παραβίαζε το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθώς και το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τη σύμβαση υποθήκης, να πωλήσει το ακίνητο με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμεί. Προωθεί τη θέση ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας για ανεπανόρθωτη βλάβη είναι εντελώς αβάσιμος, γενικός και αόριστος, αφού δεν επισυνάπτει η Ομνύουσα στην Αίτηση οποιανδήποτε αλληλογραφία που να τεκμηριώνει τα όσα καταγράφει. Λόγω της φύσης των αξιώσεων της Αιτήτριας για να δικαιούται σε οποιανδήποτε θεραπεία που να απαγορεύει τη δημοσίευση λόγω δυσφημιστικού περιεχομένου, η Αιτήτρια θα πρέπει να καταδείξει ότι η οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται σε αυτήν πηγάζει από παρανομία της Καθ' ης η Αίτηση. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι η εισήγηση του Ομνύοντα, ότι η οποιαδήποτε ζημιά της Αιτήτριας δεν προκύπτει από ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά από ενέργειες του κ. XXXXX Μιχαηλίδη, ο οποίος υποθήκευσε το ακίνητο στο οποίο εδρεύει η Αιτήτρια και στη συνέχεια παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του έναντι της Καθ' ης η Αίτηση, οδηγώντας το ακίνητο στην πώληση μέσω πλειστηριασμού. Η Καθ' ης η Αίτηση απλώς δημοσίευσε το αληθές αυτό γεγονός, ως είχε υποχρέωση να πράξει, δυνάμει του Νόμου. Κατά τη δική του άποψη, η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά της Αιτήτριας δεν θα προκύψει από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αλλά από τις ενέργειες του XXXXX Μιχαηλίδη και θα συνίσταται σε αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά, η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και την οποία η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει αφού διαθέτει επαρκή αποθέματα, σε περίπτωση που διαφανεί ότι υπήρξε η οποιαδήποτε ζημιά. Καταλήγει, ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί, αφού δεν είναι δίκαιο και εύλογο να αποστερηθεί η Καθ' ης η Αίτηση της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επιφέρει υπέρμετρα και δυσανάλογα αποτελέσματα για την Καθ' ης η Αίτηση. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο θα αναφερθεί όπου το κρίνει απαραίτητο. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πρώτο ζήτημα το οποίο κρίνεται ορθό όπως εξεταστεί είναι ο λόγος ένστασης που αφορά τον ισχυρισμό περί σκόπιμης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και τούτο διότι η επιδίωξη θεραπείας μονομερώς επιφορτίζει τον αιτητή να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη, αφού η παράλειψη αποκάλυψης είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται ως ένα είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και επιφέρει την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.α, Πολ. Έφεση Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/
- Τούτο προκύπτει επίσης ξεκάθαρα και από την απόφαση στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2010)1(B) Α.Α.Δ.1377 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα για ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exlusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.». Όταν ένας αιτητής επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1(A) A.A.Δ. 734 και Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.». Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lariena Investements Ltd κ.α. ν. RFI Consortium Limited Πολ. Εφ. Ε164/19 ημερ. 22/01/21, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd Πολ. Εφ. Ε166/19 ημερ. 15/10/20 επι του θέματος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πολ. Εφ. Ε177/18, 21.5.2019 εξηγείται η πιο πάνω αρχή και συνοψίζεται η προηγούμενη νομολογία, ως εξής: "Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα, το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια εκ της παραβίασης του. «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η πρώτη υπόθεση που κωδικοποίησε τις αρχές για τη χορήγηση διαταγμάτων mareva ήταν η Third Chandris Shipping Corporation ν. Unimarine S.A.[1979]1 Q.B. 645 (εφετειακή απόφαση). Η υποχρέωση αποκάλυψης ήταν η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε. Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων. Είναι χρήσιμη, στο σημείο αυτό, η αναφορά σε σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του Mark S. W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, στη σελ. 71 υπό τον τίτλο "Lack of full disclosure": "There is a powerful argument in the view that if full and frank disclosure has not been made in the ex parte application, the order will be discharged because of the seriousness of the omission. This is because it is up to the judge to consider the importance of the relevant facts, so that he can exercise his discretion in the light of as much information as possible. Consequently, a lack of full and frank disclosure need not be deliberate before the injunction is discharged for that reason, but merely has to be pertinent to the issues involved, even if it does not affect the merits of the claim. At the ex parte stage the only evidence before the court is that provided by the applicant for the injunction. It is an established part of the practice in applications for exparte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible. The judge should be alerted to any particular defences or problems so that his assessment of the situation is as objective as it can be at the early stage of the matter." Έχουμε στην Κύπρο ανάλογη θεώρηση, όπως δείχνει η πλούσια περιπτωσιολογία, που εφαρμόστηκε ο κανόνας. Σχετικές είναι οι παρακάτω αποφάσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή μας η δικηγόρος του εφεσιβλήτου: Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 ΑΑΔ 1791, 1797». Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Fedossova Larissa (Αρ.2)
(1997)1Γ ΑΑΔ 1333, Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1A ΑΑΔ 258, Global Cruises S.A. κ.ά. v. METRO Shipping & TRAVEL Ltd
(1989)1E ΑΑΔ607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co
(2002)1Β A.A.Δ. 938, Rybolovleyv v. Rybolovleva
(2010)1A AAΔ.82, Interpartemental Concern «Uralmetrom» v. Besuno ltd
(2004)1A ΑΑΔ 557 και Σύγγραμμα Γ.Ερωτοκρίτου & Π.Αρτέμη Διατάγματα Injunctions).». Γενικά ο αιτητής οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή και ακριβοδίκαιη παρουσίαση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση του. Παραπέμπω στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ:
- COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G., ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,
- COMMERZBANK AKTIENGESELLSCHAFT, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ v. ADEONA HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ, (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.». Αναφορά γίνεται και στην DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82 όπου αποφασίστηκε ότι τα γεγονότα τα οποία πρέπει να αποκαλύπτονται από τον αιτητή, σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρείας στην προκειμένη περίπτωση προσδιορίζονται επακριβώς, καταγράφονται ως λόγοι Ένστασης 2 και 3, ήτοι ότι η Αιτήτρια Εταιρεία δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψε βασικά γεγονότα τα οποία είχε καθήκον να αποκαλύψει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, στις παραγράφους 22 και 23, καθορίζονται τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Συγκεκριμένα, δεν αποκαλύφθηκε ότι το ακίνητο, το οποίο διαφήμιζε η Καθ΄ης η Αίτηση, είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου και εξασφαλίζει χρέος το οποίο σχετίζεται με την γραμματέα της Αιτήτριας Εταιρείας αφού είναι συνοφειλέτης ως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου, ότι η διευθύντρια και η γραμματέας της Αιτήτριας γνώριζαν πολύ καλά ότι ήταν υποθηκευμένο για σκοπούς παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων στην εταιρεία VASMICHA SUPPLIERS CO LTD, καθώς και ότι θα διενεργείτο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός για την πώλησή του αφού ήταν Εναγόμενη και η γραμματέας της, στην Αγ. Αρ. 5610/12 στην οποία είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση για το ποσό που ξεπερνούσε το €1 εκ.. Όλα αυτά τα γεγονότα δεν αποκαλύφθηκαν από την Αιτήτρια Εταιρεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εξασφαλίσει μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα, είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση όπως επεξηγείται στις σελίδες 5- 7 της γραπτής του αγόρευσης. Εξετάζοντας το συγκεκριμένο ισχυρισμό προκύπτει, από τα Τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην Ένσταση, ότι η Αιτήτρια Εταιρεία πράγματι παραπλάνησε το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αιτήτρια ενήργησε με τρόπο που αντιβαίνει τα επιτρεπτά αφού απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που αφορούν το πώς το συγκεκριμένο ακίνητο οδηγήθηκε στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Η Αιτήτρια όφειλε, ως είχε καθήκον, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου, για τραπεζικές υποχρεώσεις που αφορούσαν την εταιρεία VASMICHA SUPPLIERS CO LTD, τις οποίες είχε αποδεχθεί τόσο ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης καθώς και η XXXXX Μιχαηλίδου, γραμματέας της Αιτήτριας, κατά την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην Αγ. Αρ. 5610/12 ημερ. 26/02/13, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, Τεκμήριο 7 στην Ένσταση, στην οποία είχε εκδοθεί διάταγμα πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Οπόταν, τόσο η Αιτήτρια καθώς και η γραμματέας της γνώριζαν από το 2013 για την ύπαρξη του διατάγματος εκποίησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης, δεν αποκαλύφθηκε η σχέση των αξιωματούχων της Αιτήτριας με τον ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου αφήνοντας το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η Αιτήτρια Εταιρεία ήταν απλή ενοικιαστής του ακινήτου. Τήρηθηκε σιωπή σε σχέση με την αποστολή των νενομισμένων ειδοποιήσεων για την εκποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου οι οποίες παραλαμβάνονταν σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 από τους αξιωματούχους της Αιτήτριας και για την έκδοση απορριπτικής απόφασης στην Αίτηση - Έφεση 325/2019. Όλα αυτά τα γεγονότα η Αιτήτρια Εταιρεία τα γνώριζε, το ίδιο και η διευθύντριά της, η οποία είχε προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης της και είχε υποχρέωση να τα αποκαλύψει αφού ήταν ουσιώδεις και θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά λήψη της απόφασής του κατά πόσο να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς. Όμως, για να εξυπηρετηθούν οι σκοποί της Αιτήτριας Εταιρείας, το Δικαστήριο αφέθηκε στο σκοτάδι σε σχέση με το τι είχε προηγηθεί. Αποτέλεσμα της παραπλάνησης ήταν να αλλάξει η σειρά των γεγονότων. Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση όλων αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του κατά την έκδοση του υπό κρίση απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς (βλ. Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Εlena Rybolovleva ανωτέρω). Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο το ίδιο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους πιστεύουν ή θεωρούν. Από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά (ανωτέρω) και Interparlemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557 προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν ή σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σχετική είναι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Cyprus Trading Corporation Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) ότι «είναι νομολογημένο ότι η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση» και ότι «η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Σίγουρα, το Δικαστήριο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε να παραχωρήσει το συγκεκριμένο διάταγμα μονομερώς αν γνώριζε όλα τα γεγονότα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έγινε πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και τολμώ να πω ότι αυτό έγινε επί σκοπού, αφού όλα τα γεγονότα ήταν σε γνώση της Αιτήτριας. Όφειλε να τα είχε αποκαλύψει, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των διαφορών της με την Καθ΄ης η Αίτηση και να είναι σε θέση να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Αίτηση, στη σωστή τους διάσταση και να αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε το υπό κρίση διάταγμα μονομερώς. Ήταν για το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα γεγονότα θα επηρέαζαν ή όχι την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μονομερώς και όχι για την Αιτήρια Εταιρεία. Με αυτά τα δεδομένα και με βάση τις αρχές της νομολογίας και ειδικότερα τις υποθέσεις Sobolev ν. Weitzer, Πολ. Εφ. Ε177/18, ημερ. 21/05/19 και Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 201, θεωρώ ότι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση περί απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από το Δικαστήριο ή καλύτερα μη ειλικρινούς αποκάλυψης από πλευράς της Αιτήτριας Εταιρείας για το θέμα της ύπαρξης ή μη δικαστικών αποφάσεων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, είναι βάσιμη, και επομένως, το Διάταγμα που έχει εκδοθεί συνεπεία μη αποκάλυψης ουσιωδέστατων στοιχείων στο Δικαστήριο, θα πρέπει αυτόματα να ακυρωθεί. Το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2020, ακυρώνεται για αυτό και μόνο το λόγο. Όμως, παραμένει το θέμα της Αίτησης σε σχέση με την έκδοση των άλλων δυο διαταγμάτων που επιζητεί η Αιτήτρια, το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί. Για σκοπούς πληρότητας, θα συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Θα εξεταστούν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό, με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών βλ. Recnex Trading Ltd κ.α v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) (ανωτέρω). Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας, ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (ανωτέρω), σελ. 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι ζητούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη δυσφήμιση της Αιτήτριας Εταιρείας ή/και για επιζήμια ψευδολογία από την Καθ΄ης η Αίτηση σε βάρος της Αιτήτριας Εταιρείας, λόγω της δημοσίευσης στην ιστοσελίδα της φωτογραφιών του ακινήτου στο οποίο εδρεύει. Η απάντηση στα θέματα που τίθενται προς απόφαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου άπτεται του ερωτήματος κατά πόσο η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα έτσι που να συνιστά επιζήμια ψευδολογία σύμφωνα με το Νόμο και αν ναι τότε κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέραν από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Προωθήθηκε στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η Αιτήτρια δυσφημίστηκε από τις δημοσιεύσεις της Καθ΄ης η Αίτηση και ότι η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να ευσταθίσει γιατί η Αιτήτρια, ως νομικό πρόσωπο, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα. Η Αιτήτρια Εταιρεία δεν έχει ικανοποιήσει κανένα από τα δυο κριτήρια. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις της Αιτήτριας Εταιρείας, οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την Αίτηση. Μπορεί η ίδια η Αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι πρόκειται περί ξεχωριστής οντότητας, πλην, όμως, η επίδικη υποθήκη είναι η ίδια και τα εμπλεκόμενα μέρη, τα οποία είχαν οικειοθελώς υποθηκεύσει το συγκεκριμένο ακίνητο, επίσης, είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια. Επιπρόσθετα, το συγκεκριμένο δημοσίευμα κάνει αναφορά αυτολεξεί σε «plot for sale», Τεκμήριο 2 στην Αίτηση και όχι σε «business for sale» όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην παρούσα υπόθεση η ίδια η Αιτήτρια Εταιρεία επιζητεί αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό απρεπή συμπεριφορά της Καθ΄ ης η Αίτηση με τη δημοσίευση ψευδών και ανυπόστατων πληροφοριών, οπόταν δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα αφού αυτό που ζητείται είναι αποζημιώσεις, δηλαδή η όποια ζημιά της Αιτήτριας Εταιρείας φαίνεται να αποτιμάται σε χρήμα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση και του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Επιπρόσθετα, η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας Εταιρείας δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η εκτροπή αυτή προδιαγράφει, συνεκτιμηθείσα με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις και το αποτέλεσμα της υπό κρίσης Αίτησης. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται και για ακόμη ένα λόγο ακόμη και αν οι τρείς προυποθέσεις του άρθρου 32 πληρούντο γιατί επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/
- Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseo (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπερ της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία έχει εμποδιστεί από το να εφαρμόσει την δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί, με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας, υπέρ της. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η Αιτήτρια Εταιρεία θα μπορεί να ικανοποιηθεί χρηματικά αν πετύχει στην αγωγή της όσον αφορά την επιδίκαση αποζημιώσεων. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση από την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί η Αιτήτρια από την μη έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένη την κατάληξη ότι η απόκρυψη των συγκεκριμένων γεγονότων ήταν τέτοια που να είναι καταλυτική για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η διακριτική ευχέρεια θα ασκηθεί και η Αίτηση θα απορριφθεί στην ολότητά της. Το δε διάταγμα ημερομηνίας 08/10/2020 ακυρώνεται. Παρέλκει η εξέταση του θέματος που αφορά στην παρασχεθείσα εγγύηση αφού το διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης - Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο