← Κύπρος

TOFARCO LTD ν. ΚΥΠΡΟΣ Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 4131/2016, 3/2/2021

TOFARCO LTD ν. ΚΥΠΡΟΣ Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 4131/2016, 3/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4131/2016 Μεταξύ: TOFARCO LTD Ενάγοντες και ΚΥΠΡΟΣ Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2021. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Γ. Παπαθεοδώρου για Γιώργος Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Ιωαννίδου για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Αίτηση ημερομηνίας 02/10/2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την Αίτησή της ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγομένη Εταιρεία από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει το χωράφι με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Φ.Σχ/30/15W2, Τμήμα 2, Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο 1153/4934 διακριτικός αριθμός 12269/3/21, στο όνομα Κύπρος Οικονομίδης Λτδ. Η αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5 (1-5) και 9(1 - 4) του Κεφ.6, στη Δ.48 θ.1 - 3, 8

(1)(ςς), 9 και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 31, 32 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 3
(1)-
(3), 4 και 5 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62, στα άρθρα 3
(1)(α)(ι)(ιι) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου Ν.60(Ι)/2008καθώς και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας - Αιτήτριας κ. XXXXX Τοφαρίδη, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση και γνώριζε καλά και τα γεγονότα. Είναι η θέση του ότι με γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 23/11/2007, η Εναγόμενη Εταιρεία - Καθ΄ ης η Αίτηση συμφώνησε να αγοράσει από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ένα βιομηχανικό τεμάχιο στην τιμή των Λ.Κ.276.
  1. Με την ίδια συμφωνία η Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση συμφώνησε να καταβάλει στην Ενάγουσα - Αιτήτρια τα έξοδα διαχωρισμού του οικοπέδου ήτοι ΛΚ93.000 (€158.899,93) μαζί με την αποπεράτωση των εργασιών διαχωρισμού οι οποίες ολοκληρώθηκαν το
  2. Επί του ποσού των Λ.Κ.93.000 συμφωνήθηκε η καταβολή ΦΠΑ ύψους 19% το οποίο ανέρχεται σε €30.190,98 καθώς επίσης και τόκο 5% επί του ιδίου ποσού από 01/02/
  3. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια ολοκλήρωσε τις συμφωνημένες εργασίες και το οικόπεδο μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη - Καθ' ης Αίτηση, πλην, όμως, παρέμεινε ως οφειλόμενο το ποσό των €158.899,93, πλέον το Φ.Π.Α. ύψους €30.190,
  4. Παρά το ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια κάλεσε επανειλημμένα την Εναγόμενη- Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τα συγκεκριμένα ποσά αυτά εξακολουθούν να οφείλονται. Η Εναγόμενη Εταιρεία - Καθ΄ης η Αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 21/09/2012 απαντώντας την επιστολής της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ημερομηνίας 07/09/2012, απολογείται για την καθυστέρηση πληρωμής και παραδέχεται την οφειλή της προς την Ενάγουσα- Αιτήτρια. Είναι η θέση του ότι στις 29/09/2020 ο ίδιος είχε πληροφορηθεί από αξιόπιστη τραπεζιτική πηγή προερχόμενη από την Τράπεζα Κύπρου ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο υλοποίησης συμφωνίας με την οποία θα μεταβίβαζε το συγκεκριμένο ακίνητο με σκοπό την αντιμετώπιση υποχρεώσεών της προς την τράπεζα, λόγω του ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση είναι εκτεθειμένη σε μεγάλα χρέη και στερείται τόσο περιουσίας καθώς και εισοδημάτων για αντιμετώπισή τους. Προωθεί τη θέση ότι αν η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση αποξενώσει τη συγκεκριμένη περιουσία δεν θα υπάρχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης η οποία θα εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Κατέληξε, ότι ο ίδιος θα μπορούσε να αποδεχθεί εγγύηση σε αντικατάσταση της δέσμευσης του συγκεκριμένου ακινήτου ενόψει του ότι υπάρχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής η Καθ' ης η Αίτηση να αποξενώσει ή και να δεσμεύσει περαιτέρω με υποθήκευση τη συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία. Εισηγείται ότι η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση πλην, όμως, θεωρεί ότι είναι απόλυτα αναγκαίο και επείγον να εκδοθεί για σκοπούς διαφύλαξης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας - Αιτήριας. Το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 05/10/2020 και αντιμετωπίστηκε με ένσταση η οποία καταχωρίστηκε στις 04/11/
  5. Η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση προβάλλει ως λόγους ενστάσεως τους ακόλουθους: Ότι η υπό κρίση αίτηση, είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και στερείται νομικού ερείσματος, ότι στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, ότι η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι αόριστη και ελλιπείς σε καίρια και ουσιαστικά σημεία και συνεπεία αυτού το Δικαστήριο δεν μπορούσε να δώσει την αιτούμενη θεραπεία, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα λόγω του ότι είναι αντίθετα με την υπάρχουσα νομολογία και συγκεκριμένα δεν πληρούνται τα κριτήρια που απαιτεί η νομοθεσία και η νομολογία, ότι η Αίτηση είναι γενική και παντελώς ατεκμηρίωτη και στηρίζεται σε ψευδείς και αναληθείς ισχυρισμούς, ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση ή οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, ότι δεν υπάρχει και ούτε στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε λόγος επείγοντος και/ή οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος, ότι ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκληθεί στην Αιτήτρια και ότι η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι ελλιπής σε βαθμό που να πρέπει το Δικαστήριο να την απορρίψει. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ως λόγος ένστασης η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από το Δικαστήριο καθώς και η προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου με τη χρήση στοιχείων που αποκτήθηκαν παράνομα, για αυτό και η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Η Ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 6 και 8 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στα Άρθρα 15, 23 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 4, 5, 7, 9, 19 - 34 και επόμενα, 73 - 76 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 2, 11, 13, 43, 46 - 49 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 9, 100, 108, 140, 152, 170 - 197 του Ν.31
(1)/1992, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.17, θ.10, Δ.26 θ.14 - 15, Δ.39, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13, Δ.43Α, Δ.40, Δ.55, Δ.57, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της XXXXX Οικονομίδου, μιας εκ των διευθυντριών της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένης στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην αγωγή είναι παντελώς αυθαίρετες, αδικαιολόγητες και παράνομες και η συγκεκριμένη αγωγή είναι αβάσιμη, σκανδαλώδης και ενοχλητική, ενώ, παράλληλα, στερείται νομικής και πραγματικής βάσης. Είναι η θέση της ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας γιατί εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια, είναι ο ισχυρισμός της, ουδέποτε ολοκλήρωσε και/ή αποπεράτωσε τις εργασίες διαχωρισμού του οικοπέδου αφού δεν διαμόρφωσε τους χώρους πρασίνου και δεν υπέβαλε τα απαραίτητα πιστοποιητικά και έγγραφα στις αρμόδιες αρχές για έκδοση των σχετικών αδειών. Ενόψει αυτών των ενεργειών δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για το επίδικο ακίνητο και με αυτή τη συμπεριφορά της η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί ζημιές και βλάβες στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση. Όσον αφορά τις αξιώσεις της Αιτήτριας είναι η δικής της θέση ότι είναι πρόωρες και αντίθετες με τα συμφωνηθέντα γιατί η Καθ' ης η Αίτηση ήταν πάντοτε έτοιμη και πρόθυμη να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, πλην, όμως, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Η Καθ' ης η Αίτηση είχε εγκεκριμένο δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα από το 2007 για εξόφληση της οφειλής της προς την Αιτήτρια, το οποίο όμως θα εκταμιευόταν ταυτόχρονα με τη λήψη τελικής έγκρισης για το ακίνητο. Λόγω μη έκδοσης της τελικής έγκρισης το συγκεκριμένο δάνειο ακυρώθηκε το 2012 προκαλώντας στην Καθ' ης η Αίτηση βλάβες, απώλειες και ζημιές. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οι ζημιές που έχει υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση αφορούν σε έξοδα στα οποία προέβη στο ακίνητο με σκοπό την πώλησή του, όπως έξοδα για την προετοιμασία μελετών, για έκδοση άδειας οικοδομής και πολεοδομική άδεια οι οποίες έχουν λήξει και το παράβολο θα πρέπει να ξανακατατεθεί. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση λόγω παράνομων πράξεων και παραλείψεων της Αιτήτριας έχει διωχθεί ποινικά με αποτέλεσμα όχι μόνο να καταβάλει δικηγορικά έξοδα αλλά να υποστεί τεράστια ταλαιπωρία και βλάβες ενώ απώλεσε και διάφορες ευκαιρίες πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια αποκρύπτει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου προς εξασφάλιση χρέους το οποίο δεν σχετίζεται με την Αιτήτρια και αυτό η Ενάγουσα - Αιτήτρια το απέκρυψε από το Δικαστήριο. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.6 και ότι αποτυγχάνει πλήρως να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του κατεπείγοντος αφού δεν υφίσταται οποιοδήποτε κατεπείγον ζήτημα το οποίο να στοιχειοθετεί και να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν αποκάλυψε τις πηγές από τις οποίες πληροφορήθηκε θέματα που αφορούν το τραπεζικό απόρρητο. Προφανώς παράνομα έλαβε αυτή την πληροφόρηση αφενός, και αφετέρου, κατέγραψε με αόριστο τρόπο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Επίσης, είναι η θέση της ότι δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα και οι ισχυρισμοί περί χρεών και δανείων της Καθ' ης η Αίτηση είναι ατεκμηρίωτοι και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπέρασμα που να επιτρέπει την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 05/10/2020. Καταλήγει, ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος θα προκληθούν ανεπανόρθωτες ζημιές στην Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες δεν θα μπορούν να υπολογιστούν. Στην περίπτωση όμως που απορριφθεί το προσωρινό διάταγμα δεν έχει καταδειχθεί από την Αιτήτρια οποιαδήποτε ζημιά, την οποία να υπάρχει ενδεχόμενο να υποστεί. Και οι δυο συνήγοροι πρόωθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Το Δικαστήριο θα κάνει αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Όπως φαίνεται από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με την αγωγής της η Ενάγουσα - Αιτήτρια αξιώνει την καταβολή του ποσού των €158.899.93, ως το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και αντιστοιχεί στα έξοδα διαχωρισμού βιομηχανικού τεμαχίου το οποίο αγόρασε η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση από την Ενάγουσα - Αιτήτρια καθώς και το ποσό του Φ.Π.Α. ύψους €30.190.98 και τους τόκους. Τα ποσά αυτά θα καταβάλλονταν ταυτόχρονα με την αποπεράτωση των εργασιών διαχωρισμού. Μέχρι αυτού του σημείου των γεγονότων φαίνεται να συμφωνούν και οι δυο πλευρές. Εκεί που διαφωνούν είναι στο κατά πόσο αποπερατώθηκαν οι εργασίες διαχωρισμού του οικοπέδου έτσι ώστε να δικαιούται η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην καταβολή του ποσού και του Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι εργασίες διαχωρισμού έχουν ολοκληρωθεί από τον Ιανουάριο 2012 και ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση μέχρι το 2016 αναγνώριζε το γεγονός αυτό ενώ η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι υπολείπονται εργασίες και δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης με αποτέλεσμα να προκαλείται ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πρώτο ζήτημα το οποίο κρίνεται ορθό όπως εξεταστεί είναι ο λόγος ένστασης που αφορά τον ισχυρισμό περί σκόπιμης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και τούτο διότι η επιδίωξη θεραπείας μονομερώς επιφορτίζει τον αιτητή να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη, αφού η παράλειψη αποκάλυψης είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται ως ένα είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και επιφέρει την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.α, Πολ. Έφεση Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015. Τούτο προκύπτει επίσης ξεκάθαρα και από την απόφαση στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2010)1(B) Α.Α.Δ.1377 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα για ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exlusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.». Όταν ένας αιτητής επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1(A) A.A.Δ. 734 και Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.». Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lariena Investements Ltd κ.α. ν. RFI Consortium Limited Πολ. Εφ. Ε164/19 ημερ. 22/01/21, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd Πολ. Εφ. Ε166/19 ημερ. 15/10/20 επι του θέματος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, πολ.εφ. Ε177/18, 21.5.2019 εξηγείται η πιο πάνω αρχή και συνοψίζεται η προηγούμενη νομολογία, ως εξής: "Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα, το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια εκ της παραβίασης του. «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η πρώτη υπόθεση που κωδικοποίησε τις αρχές για τη χορήγηση διαταγμάτων mareva ήταν η Third Chandris Shipping Corporation ν. Unimarine S.A.[1979]1 Q.B. 645 (εφετειακή απόφαση). Η υποχρέωση αποκάλυψης ήταν η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε. Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων. Είναι χρήσιμη, στο σημείο αυτό, η αναφορά σε σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του Mark S. W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, στη σελ. 71 υπό τον τίτλο "Lack of full disclosure": "There is a powerful argument in the view that if full and frank disclosure has not been made in the ex parte application, the order will be discharged because of the seriousness of the omission. This is because it is up to the judge to consider the importance of the relevant facts, so that he can exercise his discretion in the light of as much information as possible. Consequently, a lack of full and frank disclosure need not be deliberate before the injunction is discharged for that reason, but merely has to be pertinent to the issues involved, even if it does not affect the merits of the claim. At the ex parte stage the only evidence before the court is that provided by the applicant for the injunction. It is an established part of the practice in applications for exparte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible. The judge should be alerted to any particular defences or problems so that his assessment of the situation is as objective as it can be at the early stage of the matter." Έχουμε στην Κύπρο ανάλογη θεώρηση, όπως δείχνει η πλούσια περιπτωσιολογία, που εφαρμόστηκε ο κανόνας. Σχετικές είναι οι παρακάτω αποφάσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή μας η δικηγόρος του εφεσιβλήτου: Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 ΑΑΔ 1791, 1797». Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Fedossova Larissa (Αρ.2)
(1997)1Γ ΑΑΔ 1333, Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1A ΑΑΔ 258, Global Cruises S.A. κ.ά. v. METRO Shipping & TRAVEL Ltd
(1989)1E ΑΑΔ607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co
(2002)1Β A.A.Δ. 938, Rybolovleyv v. Rybolovleva
(2010)1 A AA Δ.82, Interpartemental Concern «Uralmetrom» v. Besuno ltd
(2004)1A ΑΑΔ 557 και Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη Διατάγματα Injunctions).». Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να μην προσδιορίζεται επακριβώς στην Ένσταση, καταγράφονται ως λόγοι 4 και 5 της Ένστασης ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια απέκρυψε βασικά γεγονότα τα οποία είχε καθήκον να αποκαλύψει χωρίς όμως να αναφέρεται οποιοδήποτε από αυτά τα γεγονότα. Όμως, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση καθορίζεται πως το γεγονός που αποκρύβει είναι ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι το ακίνητο, το οποίο αφορά το προσωρινό διάταγμα είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου και εξασφαλίζει χρέος το οποίο δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Αιτήτρια - Ενάγουσα, καθώς επίσης και ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα χρησημοποίησε στοιχεία τα οποία απέκτησε παράνομα, παραβιάζοντας το τραπεζικό απόρρητο, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εξασφαλίσει μονομερώς το διάταγμα χωρίς να αποκαλύψει πως αποκτήθηκαν τα συγκεκριμένα στοιχεία. Όντως είναι άξιο απορίας πως περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας - Αιτήτριας τραπεζική πληροφορία η οποία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί της και αφορούσε αποκλειστικά την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση και την Τράπεζα Κύπρου, η οποία εν πάση περιπτώσει είχε συμφέρον στο επίδικο ακίνητο το οποίο προηγείται οποιουδήποτε άλλου συμφέροντος. Γεννούνται σοβαρά ερωτήματα σε σχέση με αυτή την πληροφόρηση. Αφήνεται η εντύπωση ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια ενήργησε «πονηρά» και με τρόπο που αντιβαίνει τα επιτρεπτά αφού απέκρυψε ουσιώδες γεγονός που αφορά τη νομική υπόσταση του ακινήτου. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου αφού το γεγονός αυτό θα επιδρούσε και θα συνεκτιμάτο στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς αφού το συμφέρον της Τράπεζας Κύπρου προηγείται στη φυσική πορεία των πραγμάτων. Όμως, για να εξυπηρετηθούν οι σκοποί της Ενάγουσας - Αιτήτριας άφησε το Δικαστήριο με την πεπλανημένη εντύπωση ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο από οποιοδήποτε βάρος και ότι το συγκεκριμένο διάταγμα δεν θα επειρέαζε τα δικαιώματα τρίτων παρά μόνο τα δικαιώματα των εμπλεκομένων στην παρούσα. Αποτέλεσμα της παραπλάνησης ήταν να αλλάξει η σειρά των γεγονότων και η Τράπεζα Κύπρου, η οποία έχει εμπράγματο βάρος το οποίο προηγείται, να «παγιδευτεί» χωρίς να ακουστεί. Συνέπεια της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι η ακύρωση του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος. Με βάση τη πιο πάνω κατάληξη το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 05/10/20 δεν μπορεί να συνεχίσει να ισχύει αλλά θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται για αυτό και μόνο το λόγο. Όμως για σκοπούς πληρότητας θα εξεταστούν στην συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος για ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 5 στην Αίτηση η πρώτη αντίδραση της Καθ΄ ης η Αίτηση σε επιστολή που της στάληκε με την οποία της ζητείτο η καταβολή του ποσού των €158.899,
  1. Όπως προκύπτει από το συγκεκριμένο Τεκμήριο, ημερομηνίας 21/09/2012, η Καθ΄ης η Αίτηση αναγνώρισε το συγκεκριμένο υπόλοιπο και εξήγησε γιατί υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή του καθώς και πότε θα γινόταν η αποπληρωμή του. Με αυτή την επιστολή θεωρώ ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι έχει δυνατότητα επιτυχίας στις εγειρόμενες αξιώσεις της, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, ιδιαίτερα ενόψει του ότι έχει αναγνωριστεί από την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση ένα ποσό ως οφειλόμενο. Σύμφωνα με την νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Η Αιτήτρια θεωρώ ότι έχει ικανοποιήσει και τα δυο κριτήρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 αφού το πρώτο κριτήριο που καθορίζεται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 αφορά την καλή βάση αγωγής και το δεύτερον, με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποσδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης. Οι αξιώσεις της Αιτήτριας - Ενάγουσας, ως αυτές εμφανίζονται στο κλητήριο ένταλμα αποτιμώνται σε χρήμα, το οποίο σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη μαρτυρία, η οποία δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €158.899.93 που είναι το ποσό που η Αιτήτρια αξιώνει ως οφειλόμενο πλέον το Φ.Π.Α. και οι τόκοι. Η πραγματική αξία του ακινήτου όπως καθορίζεται στη σύμβαση πώλησης είναι €471.573,
  2. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας - Ενάγουσας πλην, όμως, υπάρχει η ανησυχία ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Η ανησυχία αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι στις 29/09/20 ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας - Ενάγουσας είχε ακούσει από «αξιόπιστη Τραπεζιτική πηγή προερχόμενη από την Τράπεζα Κύπρου» ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση προτίθεται να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ακίνητο στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια διευθέτησης των οφειλών και υποχρεώσεών της. Αυτό από μόνο του όμως δεν σημαίνει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2),
(2008)1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Δεν είναι αρκετός ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου - καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια που να στερήσει τον ενάγοντα - αιτητή της καταβολής αποζημιώσεων εάν επιτύχει στην αγωγή του. Θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας ανικανοποίητη. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών, δεν είναι αρκετοί. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη μου, ικανό έστω να ενισχύσει την θέση της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι δεν θα μπορεί και για ποιο λόγο θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν ήθελε φανεί ότι δικαιούται σε οποιανδήποτε θεραπεία εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της αγωγής. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μου σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και εν γένει τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο θα υποστήριζε τη θέση ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η τελευταία δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω αφερεγγυότητας της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση. Αντίθετα, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως τέθηκε και παρέμεινε μέχρι το τέλος αναμφισβήτητο ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος της Αιτήτριας - Ενάγουσας οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, ικανοποιώντας την πλήρως. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη μου καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αν επιτύχει στην αγωγή της, δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρά την ως άνω αρνητική για την προώθηση της Αίτησης κατάληξη κρίνεται χρήσιμη η περαιτέρω ενασχόληση με το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Το εκδοθέν διάταγμα δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται και για ακόμη ένα λόγο ακόμη και αν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούντο, γιατί, επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Δεν παραβλέπω τις επισημάνσεις από μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, ειδικότερα του ενδεχόμενου στο μεταξύ να επέλθει παραχώρηση του ακινήτου στην Τράπεζα, στην οποία εν πάση περιπτώσει είναι υποθηκευμένο. Ωστόσο, τυχόν τέτοια εξέλιξη παραχώρησης του ακινήτου, όπως την εισηγείται η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν την αποστερεί από του δικαιώματος, σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της, να αποζημιωθεί αφού η αξίωσή της είναι χρηματική. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι συνέπειες οι οποίες δυνατόν να επέλθουν σε περίπτωση οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνονται ως ασυγκρίτως μεγαλύτερες και δυσμενέστερες από τη μη οριστικοποίησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η αίτηση. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτελούν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων, παρέλκει. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και συνεπώς η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας- Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.