CORAL GROUP FINANCE S.A. ν. NUMITORA HOLDINGS GMBH κ.α., Γενική Αίτηση Αρ.: 283/2017, 8/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 283/2017 Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν. 121(Ι)/2000) -και- Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/1979) -και- Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/1987) -και- Αναφορικά με τη μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 2/6/2016 και τη μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11/1/2017 που εκδόθηκε στη διαιτησία υπ' αρ. 142601 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) που διεξήχθη μεταξύ της NUMITORA HOLDINGS GMBH από Suite 1, 2ος όροφος, Sound & Vision House, Οδός Francis Rachel, Βικτώρια, Μάχε, Σεϋχέλλες, ως Αιτήτρια, την CORAL GROUP FINANCE S.A., από Salduba Building, 3ος όροφος, Οδός East 53rd, Marbella, Παναμά, Δημοκρατία του Παναμά, ως Καθ' ης η Αίτηση 1, την REGALIT SERVICES LTD, από Suite 1, 2ος όροφος, Sound & Vision House, Οδός Francis Rachel, Βικτώρια, Μάχε, Σεϋχέλλες, ως Καθ' ης η Αίτηση 2, και την R-STYLE HOLDINGS LIMITED, από Βασιλέως Κωνσταντίνου, 9,Άγιος Ανδρέας 1105, Λευκωσία, Κύπρος, ως Καθ' ης η Αίτηση
- Μεταξύ: CORAL GROUP FINANCE S.A., από τον Παναμά Αιτήτριας -και-
- NUMITORA HOLDINGS GMBH, από τις Σεϋχέλλες
- REGALIT SERVICES LTD, από τις Σεϋχέλλες
- R-STYLE HOLDINGS LIMITED, από την Λευκωσία ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 08.02.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Κυπριανού με κ. Χρ. Γαλανό για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ. Για την Καθ΄ ης η αίτηση 1: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρη Πίττα & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την προώθηση της παρούσας αίτησης, η εταιρεία Coral Group Finance S.A., από τον Παναμά, (στο εξής «η αιτήτρια»), αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο η μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 2/6/2016 και/ή η μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11/1/2017 που εκδόθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας υπ' αρ. 142601 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) η οποία διεξήχθη σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαιτησίας του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου μεταξύ της NUMITORA HOLDINGS GMBH ως Αιτήτριας και την CORAL GROUP FINANCE S.A., την REGALIT SERVICES LTD και την R-STYLE HOLDINGS LIMITED ως Καθ' ων η Αίτηση, να αναγνωρισθεί και/ή να εγγράφει και/ή να κηρυχθεί ως εκτελεστή. Β. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει κατάλληλο να εκδώσει. Γ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η αίτηση εδράζεται στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/2000), στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Διαιτητικών Αποφάσεων, ημερ. 10.06.1958 και στο σχετικό κυρωτικό της Νόμο του 1979 (Ν. 84/1979), στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν.101/1987), στον Περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικό) Νόμο του 1972 (Ν.50/1972), στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις της XXXXX Δημητρίου, συνεργαζόμενης δικηγόρου με το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Η πρώτη, ημερ. 03.11.2017, συνοδεύει την ως άνω αίτηση, ενώ η δεύτερη, συμπληρωματική όπως τιτλοφορείται, καταχωρίστηκε στις 03.11.2017, έχοντας εξασφαλιστεί προς τούτο σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Η ως άνω ομνύουσα, αφού αναφέρεται στα μέρη της παρούσας διαδικασίας και στο ιστορικό της μεταξύ τους συνεργασίας η οποία ξεκίνησε κατά ή περί το 2010, εξηγεί ότι κατά ή περί το 2013 προέκυψαν μεταξύ τους διαφορές, με αποτέλεσμα, πέραν από τη δρομολόγηση διαδικασιών στα Ρωσικά Δικαστήρια, η καθ' ης η αίτηση 1 να καταχωρίσει στις 15.01.2014 αίτημα για διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο Λονδίνου, προβάλλοντας αξιώσεις τόσο εναντίον της αιτήτριας στην παρούσα, όσο και σε βάρος των Regalit Services Ltd (καθ΄ ης η αίτηση 2 στην παρούσα) και R-Style Holdings Limited (καθ΄ ης η αίτηση 3 στην παρούσα). Το αίτημα για διαιτησία όπως και η διαιτησία που ακολούθησε, διεξήχθη βάσει συμφωνητικών διαιτησίας που περιλαμβάνονταν στις σχετικές συμφωνίες συνεργασίας των μερών. Σε γενικές γραμμές η καθ΄ ης η αίτηση 1 προέβαλε τη θέση ότι: (α) η αιτήτρια παραβίασε διάφορες υποχρεώσεις που απέρρεαν από συμφωνίες (αρ. 1 και 2) μετόχων και συμφωνίες (αρ. 1 και 2) αγοραπωλησιών, παραβάσεις για τις οποίες η καθ΄ ης η αίτηση 1 διεκδικούσε αποζημιώσεις, ως επίσης διάταγμα όπως η αιτήτρια πληρώσει το εναπομείναν ποσό υπόλοιπου αντιπαροχής, (β) ότι υπήρξε συνομωσία μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ ης η αίτηση 2, ενέργεια για την οποία η καθ΄ ης η αίτηση 1 διεκδικούσε αποζημιώσεις και (γ) ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν το θύμα άδικης μεταχείρισης (σε περίπτωση που εφαρμόζεται το Αγγλικό Δίκαιο) ή καταπιεστικής συμπεριφοράς (σε περίπτωση που εφαρμόζεται το Κυπριακό Δίκαιο) από την αιτήτρια και την καθ΄ ης η αίτηση 2 αναφορικά με την οποία η καθ΄ ης η αίτηση 1 διεκδικούσε εξαγορά των μετοχών της στην καθ' ης η αίτηση
- Στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας διαιτησίας, η αιτήτρια στην παρούσα ήγειρε ανταπαίτηση, επιζητώντας θεραπεία αναφορικά με την αφαίρεση των εμπορικών σημάτων από την καθ΄ ης η αίτηση
- Τον Μάρτιο του 2005 συμφωνήθηκε μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ ης η αίτηση 1 η διχάλωση της διαιτησίας σε δύο ξεχωριστές φάσεις. Η πρώτη θα αφορούσε το ζήτημα της αποζημίωσης και η δεύτερη το ύψος των αποζημιώσεων. Σε σχέση με την πρώτη φάση της Διαιτησίας, έχοντας προηγηθεί η παραίτηση της καθ΄ ης η αίτηση 1 από αρκετές από τις αξιώσεις της, το Διαιτητικό Δικαστήριο με την απόφασή του, ημερ. 02.06.2016, απέρριψε τις εναπομείνασες απαιτήσεις της τελευταίας, ενώ η αιτήτρια πέτυχε στην ανταπαίτηση της, στην έκταση που αφορούσε αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας αγοραπωλησίας
- Σε σχέση με τη δεύτερη φάση και τα ζητήματα τα οποία παρέμειναν να αποφασιστούν σε αυτήν, το Διαιτητικό Δικαστήριο με την απόφασή του, ημερ. 11.01.2017, κατέληξε ότι το υπόλοιπο αντιπαροχής είχε μειωθεί στο μηδέν ενώ αναφορικά με την ανταπαίτηση της αιτήτριας επιδίκασε προς όφελος της τελευταίας αποζημιώσεις ύψους $11.000.000 (Δολάρια ΗΠΑ), επιφυλάσσοντας την απόφασή του ως προς το ποσό των τόκων και των εξόδων που είναι πληρωτέα επιπλέον του πιο πάνω ποσού. Η ως άνω μερική τελική απόφαση για τη φάση 2, υπέδειξε η ομνύουσα, παραμένει μέχρι και σήμερα ανικανοποίητη. Θέτοντας η ομνύουσα υπόψη του Δικαστηρίου, ανάμεσα σε άλλα, τις σχετικές συμφωνίες μεταξύ των μερών, ως επίσης τις σχετικές Διαιτητικές Αποφάσεις για τις δύο φάσεις της διαιτησίας, μέσω της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης προσκόμισε επίσης στο Δικαστήριο πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας, με το οποίο πιστοποιείται ότι τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενα μέρη και έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων η οποία έχει υπογραφεί στη Νέα Υόρκη την 10.06.1958 (Σύμβαση της Νέας Υόρκης), ως επίσης στη Σύμβαση περί Κατάργησης Υποχρεώσεων προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Σύμβαση Apostille), η οποία συνομολογήθηκε στη Χάγη την 05.10.
- Η Κύπρος, υποδεικνύει, είναι το κατάλληλο μέρος για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων, αφού περιουσιακά στοιχεία της καθ΄ ης η αίτηση 1, στα οποία και αναφέρεται, βρίσκονται στην Κύπρο, σημειώνοντας παράλληλα ότι ένα από τα μέρη της διαιτησίας, ήτοι η καθ΄ ης η αίτηση 3, αποτελεί Κυπριακή εταιρεία. Η ως άνω αίτηση συνάντησε την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση
- Η τελευταία, εδράζεται στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο ως και η αίτηση, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας, ως επίσης στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στο σώμα της, ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί προβλέπουν, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων αυτή στηρίζεται. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθόλου δικαιοδοσία και/ή δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/2000)να εγγράψει, αναγνωρίσει και εκτελέσει τη μερικής τελική διαιτητική απόφαση ημερ. 2/6/2016 ως και τη μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11/01/2017, που εκδόθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας υπ' αριθμό 142601 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (London Court of International Arbitration). To γεγονός ότι η Αιτήτρια πιστεύει πως τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση Αρ.1 τα οποία έχουν αξία βρίσκονται στην Κύπρο, δηλαδή στην R-STYLE HOLDINGS LIMITED, από την Λευκωσία («Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 3») δεν παρέχει έδαφος και/ή βάση που να προσδίδει δικαιοδοσία στο Κυπριακό Δικαστήριο.
- Η Αιτήτρια δεν έχει τηρήσει τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και/ή η νομολογία για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων.
- Τόσο η μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερ. 2/6/2016 ως και η μερική τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11/01/2017, δεν πληρούν και/ή ικανοποιούν όλες τις υπό του Νόμου και/ή του Άρθρου IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης -(που κυρώθει με τον Νόμο 84/79)- και/ή της σχετικής νομολογίας προϋποθέσεις και/ή η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει και/ή προσκομίσει στο Δικαστήριο όλα τα υπό του Νόμου απαραίτητα έγγραφα υπό την σωστή μορφή ως προνοεί η Σύμβαση της Νέας Υόρκης προς υποστήριξη της Αίτησης Εκτέλεσης.
- Η Αιτήτρια παρέλειψε κατά παράβαση του Άρθρου IV
(2)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης να παρουσιάσει ή προσκομίσει κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Εκτέλεσης, Ελληνικές μεταφράσεις που να πιστοποιούνται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο των ακόλουθων εγγράφων: 4.1 Της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας 1 που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην Ένορκη Δήλωση κας XXXXX Δημητρίου («η ΕΔ Δημητρίου») , που υποστηρίζει την Αίτηση Εκτέλεσης. 4.2 Της Συμφωνίας Μετόχων 1 που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην ΕΔ Δημητρίου. 4.3 Της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας 2 που είναι ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 στην ΕΔ Δημητρίου. 4.4 Της Συμφωνίας Μετόχων 2 που είναι ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 στην ΕΔ Δημητρίου. 4.5 Της Μερικής Τελικής Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 2/6/2016 που είναι ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20 στην ΕΔ Δημητρίου. 4.6 Της Μερικής Τελικής Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 11/1/2017 που είναι ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21 στην ΕΔ Δημητρίου.
- Η Αιτήτρια έχει αποτύχει να προσκομίσει ως απαιτείται από τον Νόμο 103(Ι)/2002, αντίγραφο του Πιστοποιητικού από το Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου αποδεικνύοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Σύμβαση της Νέας Υόρκης και στη Σύμβαση της Χάγης περί επισημείωση (Σφραγίδα Apostil) και ότι και οι δυο πιο πάνω συμβάσεις είναι ακόμη έγκυρες και σε ισχύ.
- Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκτέλεσης και/ή δικαστική διαδικασία θα πρέπει να απορριφθεί και/ή ανασταλεί για τους ακόλουθους λόγους: 6.1 Η παράλληλη προώθηση της παρούσας Αίτησης Εκτέλεσης ως και της αγωγής υπ' αριθμόν 5038/14 Ε.Δ Λευκωσίας που ήγειρε η Αιτήτρια εναντίον του κ. Vladyslav Rudnikov που είναι ο ιδιοκτήτης της Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 1 στην παρούσα συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (ABUSE OF COURT PROCESS) και/ή συνιστά ενοχλητική καταπιεστική και εκδικητική (FRIVOLOUS, VEXATIONS AND OPPRESIVE) δικαστική διαδικασία που γίνεται από την Αιτήτρια και τους ιδιοκτήτες αυτής για να καταδολιεύσουν τους Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 1 και τον κ. Rudnikov. 6.2 Η έγερση και/ή συνέχιση της διαδικασίας της παρούσας Αίτησης Εκτέλεσης και της Αγωγής υπ' αριθμό 5038/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης ανάκτησης αντανακλούμενης ζημιάς (REFLECTIVE LOSS PRINCIPLE). 6.3 Τόσο με την παρούσα Αίτηση Εκτέλεσης όσο και με την Αγωγή Αρ. 5038/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, η Αιτήτρια επιδιώκει να αποζημιωθεί άμεσα ή έμμεσα διπλά για την ίδια ισχυριζόμενη ζημιά που προήλθε κατ' ισχυρισμό της από τις πράξεις ή παραλείψεις της Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 1 και/ή του ιδιοκτήτη αυτής κ. Rudnikov XXXXX, πράγμα ανεπίτρεπτο. » Η Εύη Λάμπρου, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την καθ΄ ης η αίτηση 1, με την ένορκη δήλωσή της, ημερ. 07.09.2017, που συνοδεύει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Με δεδομένη την αυτούσια μεταφορά τους αμέσως ποιο πάνω, παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης της στα πλαίσια της παρούσας. Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας, σημειώνεται ότι στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης που προώθησε η αιτήτρια, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 05.04.2017, μονομερώς, απαγορευτικά διατάγματα με τα οποία διέτασσε την επιβάρυνση μετοχών που η καθ΄ ης η αίτηση 1 κατέχει στην καθ΄ ης η αίτηση 3, ως επίσης απαγόρευσε την αποξένωση των κεφαλαίων της καθ΄ ης η αίτηση 1 που βρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, διατάγματα τα οποία εξακολουθούν να είναι σε ισχύ, αφού μετά την καταχώριση ένστασης από την καθ΄ ης η αίτηση 1, το Δικαστήριο με απόφασή του, ημερ. 30.09.2019, κατέστησε τα πιο πάνω διατάγματα απόλυτα, εκδίδοντας ταυτόχρονα και ζητούμενο διάταγμα αποκάλυψης. Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι στην εξέλιξη της διαδικασίας η υπό συζήτηση αίτηση, στο βαθμό που αφορά την καθ΄ ης η αίτηση 2 αποσύρθηκε από τους αιτητές, ενώ η καθ΄ ης η αίτηση 3, παρά το γεγονός ότι επιδόθηκε σε αυτήν, δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(I)/2000), προνοείται, μεταξύ άλλων, η ακολουθητέα διαδικασία σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση. Παράλληλα, είναι καλά νομολογημένο ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται προσπάθεια για αναγνώριση και εγγραφή μιας απόφασης ως η υπό συζήτηση, έχει περιορισμένο, εποπτικό έλεγχο, αφού ως προνοείται στα άρθρα IV και V της Σύμβασης της Ρώμης του 1958, περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με Νόμο το 1979 (Ν. 84/1979), επί του οποίου επίσης εδράζεται το αίτημα, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε και στη σοφία της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV
(1)της ως άνω Σύμβασης της Νέας Υόρκης, προς επίτευξη του στόχου της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης ως το άρθρο III της ως άνω σύμβασης, οι αιτητές, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης τους οφείλουν να προσκομίσουν: «(α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής». Ταυτόχρονα, στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, προνοείται πως αν η διαιτητική απόφαση ή η συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία δεν συντάχθηκαν στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία γίνεται επίκληση της διαιτητικής απόφασης, οι αιτούμενοι την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης θα πρέπει να προσκομίσουν μετάφραση των εγγράφων αυτών στην επίσημη γλώσσα της χώρας. Η μετάφραση, πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Είναι προφανές ότι οι πρόνοιες του άρθρου IV, εδάφια
(1)και
(2)της ως άνω Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958, αποτελούν επιτακτικές και ουσιαστικά, δικαιοδοτικής φύσης διατάξεις. Ως νομοθετική δε απαίτηση, οι προϋποθέσεις που τίθενται και υιοθετούνται από την ως άνω Διεθνή σύμβαση πρέπει να ικανοποιούνται αυστηρά και κατά γράμμα. (βλ. Bristol Business Corporation v. Besuno Ltd
(2011)1(B) ΑΑΔ 934) Το ίδιο «πνεύμα» διακατέχει και τις σχετικές πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας νόμου (Ν.101/87), ο οποίος ουσιαστικά βασίζεται και αντανακλά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του Πρότυπου Νόμου - Κώδικα της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration), όπου στο άρθρο 35 του εν λόγω νομοθετήματος, παρατίθενται τα στοιχεία που πρέπει να προσκομίσει στο Δικαστήριο το μέρος που επιζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, ενώ στο άρθρο 36 του ίδιου νόμου, καταγράφονται οι λόγοι που είναι δυνατόν να προβληθούν, δυνάμενοι να δικαιολογήσουν απόρριψη αίτησης ως η πιο πάνω. Χρήσιμη κρίνεται η υπόμνηση του λόγου της απόφασης στην Intersputnik v Alrena Investements Limited, ECLI:CY:AD:2017:A122, Πολιτική Έφεση 298/2013 ημερ. 04.04.2017, παραπέμποντάς σε σχετική νομολογία και συγγράμματα, ότι η φιλοσοφία των Διεθνών Συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο χωρίς να τίθενται αχρείαστα εμπόδια. Είναι άλλωστε σημαντικό να σημειωθεί η σαφής και κατηγορηματική υπόδειξη της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης, η οποία έχει κυρωθεί από τη Δημοκρατία με τον κυρωτικό νόμο 84/1987, ως καταγράφεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου III, ότι σε διαδικασίες του είδους: «∆έον όπως µη επιβάλλωνται ουσιωδώς επαχθέστεροι όροι ή υψηλότερα τέλη ή δικαιώµατα ως προς την αναγνώρισιν ή εκτέλεσιν διαιτητικών αποφάσεων επί των οποίων εφαρµόζεται η παρούσα Σύµβασις από εκείνα τα οποία επιβάλλονται ως προς την αναγνώρισιν εκτέλεσιν ηµεδαπών διαιτητικών αποφάσεων.» Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών, κατά το στάδιο καταχώρισης αίτησης ως η υπό συζήτηση, η πλευρά των αιτητών, εκ του νόμου και ως αναγκαία προϋπόθεση έχει το βάρος να προσκομίσει τα έγγραφα που προσδιορίζονται στα σχετικά άρθρα της νομοθεσίας. Στην περίπτωση δε που οι αιτητές συμμορφωθούν με αυτή τους την υποχρέωση, οι καθ' ων η αίτηση για να επιτύχουν απόρριψη της αίτησης θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι συντρέχει ένας από τους λόγους που ρητά αναγνωρίζονται και περιοριστικά προσδιορίζονται επίσης στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υιοθέτηση της θέσης της καθ' ης η αίτηση 1 σε σχέση με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό συζήτηση αίτησης, με δεδομένο, ως προκρίνει, ότι τόσο η αιτήτρια όσο και η καθ' ης η αίτηση 1 την οποία αφορούν οι σχετικές αποφάσεις κατοικοεδρεύουν εκτός Κύπρου, είναι δυνατόν να έχει καταλυτική επίδραση στην περαιτέρω προώθηση της αίτησης, σφραγίζοντας εκ των πραγμάτων την τύχη της. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην VTB BANK (OPEN JOINT STORE COMPANY) v TARUTA κ.α. Πολιτική Έφεση 206/2014, ημερ, 12.07.2021, «Η ανυπαρξία δικαιοδοσίας εκθεμελιώνει εξ υπαρχής τη νόμιμη ανάμιξη του Δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς.» Αποτελεί τούτο παράμετρο που επιβάλλει κατά την αντίληψή μου την ενασχόληση με το ζήτημα κατά προτεραιότητα. Άλλωστε, γεγονός παραμένει ότι ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης, το οποίο ούτως ή άλλως μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ως γίνεται κατανοητό, δεν αμφισβητεί η πλευρά της αιτήτριας το δραστικό αποτέλεσμα που δύναται να έχει στην πορεία της υπό συζήτηση αίτησης τυχόν έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ωστόσο, προκαταρτικά προτάσσει ότι το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως και άλλα που εγείρονται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, έχουν ήδη τεθεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης που έχει ήδη μεσολαβήσει. Εν πάση περιπτώσει, υποδεικνύει, το γεγονός ότι μία εκ των καθ' ων η αίτηση, ειδικότερα η καθ' ης η αίτηση 3 έχει την έδρα της στη Λευκωσία ενώ η καθ' ης αίτηση 1 έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της επαρχίας του παρόντος Δικαστηρίου, ως επίσης το γεγονός ότι η υπό συζήτηση αίτηση εδράζεται και στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79)αλλά και στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87), καταδεικνύουν τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στο αντικείμενο της υπό συζήτηση Αίτησης. Κώλυμα λόγω δεδικασμένου είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Το κώλυμα του Δεδικασμένου είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian και τώρα Παναγιώτου, Π.Ε. 151/10, ημερ. 07.03.2014, Θεοδώρου ν. Μάντη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1036 και Halsbury' s Laws of England, 5th Edition, Vol. 12, par. 1169). Είναι άλλωστε χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα - είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας της αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επί επίδικου θέματος - αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ουσιαστικά η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί ενός επίδικου ζητήματος, εμποδίζει τους διαδίκους από το να επαναφέρουν τούτο προς εξέταση. (Βλ. Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100). Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β΄ Έκδοση, σελ. 914, ειδικότερα στην παράγραφο υπό τον τίτλο «Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου»: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση ασχέτως αν είναι δίκαιη ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να την αποδέχεται αφού το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με αυτή, είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που άλλως θα κυριαρχούσε στη δίκαιη κρίση (Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608), με αποτέλεσμα σε αντιδικίες των διαδίκων ουδέποτε να ευοδώνονται (Γρηγορίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 7). Η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι, κατά συνέπειαν, συμβατή και με το δημόσιο συμφέρον (interest rei publicae ut sit finis litium) (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1298)» Ζήτημα κωλύματος λόγω δεδικασμένου, μπορεί να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή να αναφέρεται μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1843-60) All E.R. Rep. 378, Jhoday ν. Jhoday
(1964)1 All ER 341, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Περαιτέρω, μπορεί να αφορά επίδικα θέματα που όχι μόνον ηγέρθηκαν σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία, αλλά και όσα θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εγερθούν σε αυτήν (βλ. Κατσελλή ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 585, Theori (ανωτέρω) και Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58). Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και κατ' επέκταση η διαιώνισή τους, πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. 131/03 Αναφορικά με την Αίτηση του Rafaat Barqwi
(2004)1 Α.Α.Δ. 1, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Henderson v. Henderson : «.... Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου ....» Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι υπάρχει προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητάς τους και ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης τέτοιου κωλύματος όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει, ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης, δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι γεγονός ότι το ζήτημα της ανάληψης δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά τον τρόπο που προκρίνεται από την καθ' ης η αίτηση 1 και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας - όπως και το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας αλλά και της μη παρουσίασης δεόντως πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών Διαιτητικών αποφάσεων - έχει ήδη προκριθεί από μέρους της τελευταίας σε προγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο έχει ήδη τοποθετηθεί επί τούτου με την ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 30.09.2019. Δεν παραβλέπω την υπόδειξη στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Π.Ε. 71/11, ημερομηνίας 16.04.2014, ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Ωστόσο, στην ίδια απόφαση υποδείχτηκε πως το ζήτημα εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί τους ουσίας και κατά πόσο το Δικαστήριο μόρφωσε και εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Η ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος, ως υπεδείχθη μεταξύ άλλων και στην K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Στην υπόθεση Μούρτζινος v Global Cruises S.A.
(1992)1 ΑΑΔ 1160, μεταξύ άλλων σημειώθηκε ότι η τοποθέτηση του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης του, μόρφωσε άποψη επί του συγκεκριμένου εγειρόμενου ζητήματος της δικαιοδοσίας, αφού το πραγματεύτηκε επί της ουσίας ακούοντας και τις δύο πλευρές. Η Δικαστική του κρίση και η τελική του τοποθέτηση επί τούτου εκφράστηκε κατά τρόπο καθοριστικό, χωρίς έκτοτε να έχει ανατραπεί. Παρεμβάλλεται δε πως κανένα νέο στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμενα να επιτρέψουν την εκ νέου εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Ουσιαστικά, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα, η καθ' ης η αίτηση 1 φαίνεται να επιδιώκει μια ακόμα ευκαιρία να ακουστεί σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, για το οποίο το Δικαστήριο έχοντας ήδη ακούσει τις πλευρές, ανάλογα τοποθετήθηκε (βλ. κατ' αναλογίαν Αναφορικά με την αίτηση της Μ.Α. Κτήμα Μακένζυ Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A359, Πολ. Έφ. 297/18, ημερ. 11.9.2019). Συνακόλουθα, η ως άνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου για το ζήτημα, όπως εκφράστηκε στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 30.09.2019, η ύπαρξης και η ισχύς της οποίας δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα. Υπό τις περιστάσεις, τυχόν παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου κατά τρόπο που θα αγνοούσε ή θα παράκαμπτε την υφιστάμενη ως άνω απόφαση, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική, κινούμενη κατά παράβαση της πάγιας αρχής που θέλει ένα δικαστή να μην ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Ματθαίου v. Σολομώντος κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1201 και Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση αρ. 32/2019, ημερ. 17.04.2019, Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari σε σχέση με αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 2928/2017 Ε.Δ. Λ/σου). Το γεγονός ότι η ως άνω ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30.09.2019 στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης δόθηκε υπό άλλη σύνθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς την κατάσταση πραγμάτων. Παρά τις ως άνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, πολύ συνοπτικά και εκ του περισσού ίσως, σημειώνεται πως εν πάση περιπτώσει υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η ως άνω εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση 1 όσον αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να υιοθετηθεί. Πέραν του γεγονότος ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ανάμεσα στους καθ' ων η αίτηση συγκαταλέγεται και η καθ' ης η αίτηση 3, Κυπριακή εταιρεία η οποία αποτέλεσε μέρος της Διεθνούς Διαιτησίας, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, η οποία έχει εισαχθεί στην Κυπριακή έννομη τάξη μέσω του κυρωτικού Νόμου 84/1979, έχουσα αυξημένη ισχύ έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας, δεν τίθεται οποιαδήποτε προϋπόθεση διαμονής του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση στη Δημοκρατία. Ως προβλέπει το άρθρο ΙΙΙ της σχετικής Σύμβασης: «Έκαστον Συµβαλλόµενον Κράτος θα αναγνωρίζη τας διαιτητικάς αποφάσεις ως δεσµευτικάς και θα εκτελή αυτάς συµφώνως προς τους κανόνας διαδικασίας της εδαφικής επικρατείας ένθα λαµβάνει χώραν ή επίκλησις της αποφάσεως και υπό τους εν τοις ακολούθοις άρθροις καθοριζοµένους όρους. ∆έον όπως µη επιβάλλωνται ουσιωδώς επαχθέστεροι όροι ή υψηλότερα τέλη ή δικαιώµατα ως προς την αναγνώρισιν ή εκτέλεσιν διαιτητικών αποφάσεων επί των οποίων εφαρµόζεται η παρούσα Σύµβασις από εκείνα τα οποία επιβάλλονται ως προς την αναγνώρισιν εκτέλεσιν ηµεδαπών διαιτητικών αποφάσεων.» Τι απαιτείται να γίνει προς αναγνώριση διαιτητικών αποφάσεων του είδους, προβλέπεται στο αμέσως επόμενο άρθρο της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, ήτοι στο άρθρο IV, όπου ειδικότερα ορίζεται πως: «1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουµένω άρθρω αναφεροµένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν µέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκοµίση: (α) το δεόντως κεκυρωµένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιηµένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφεροµένης συµφωνίας ή δεόντως πιστοποιηµένον αντίγραφον αυτής. 2. Εάν η ειρηµένη απόφασις ή συµφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσηµον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως µέρος δέον να προσκοµίση µετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η µετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήµου ή ορκωτού µεταφραστού ή υπό διπλωµατικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Ομοίως, ο Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν.101/1987), επί του οποίου εδράζεται επίσης η υπό συζήτηση αίτηση, δεν φαίνεται να επιβάλλει οποιοδήποτε όρο περί κατοικίας του αιτητή ή του καθ΄ ου η αίτηση στην Δημοκρατία, για να καταστεί δυνατή η αναγνώριση μιας διαιτητικής απόφασης και η εκτέλεσης της. Στο άρθρο 35 του σχετικού νόμου προβλέπεται πως: «
(1)Η διαιτητική απόφαση, αvεξάρτητα από τη χώρα στηv oπoία εξεδόθη, αvαγvωρίζεται ως δεσμευτική. Τo Δικαστήριo, μετά από γραπτή αίτηση oπoιoυδήπoτε τωv μερώv, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό τηv επιφύλαξη τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς ή τoυ επόμεvoυ άρθρoυ.
(2)Τo μέρoς πoυ στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή πoυ επιζητεί τηv εκτέλεση της oφείλει vα πρoσκoμίσει δεόvτως θεωρημέvo τo πρωτότυπo ή δεόvτως κεκυρωμέvo αvτίγραφo της διαιτητικής απόφασης και της συμφωvίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo 7. Αv η διαιτητική απόφαση και η συμφωvία περί διαιτησίας δεv είvαι διατυπωμέvες στηv επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημoκρατίας, τo Δικαστήριo δύvαται vα ζητήσει και τηv πρoσκόμιση δεόvτως κεκυρωμέvης μετάφρασης αυτώv στηv επίσημη γλώσσα της Δημoκρατίας.» Παρεμβάλλεται δε πως τόσο στη Σύμβαση της Ρώμης του 1958 όσο και στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, προβλέπονται αντίστοιχα οι λόγοι για τους οποίους είναι δυνατό να απορριφθεί ένα τέτοιο αίτημα (βλ. άρθρο V της Σύμβασης της Ρώμης και άρθρο 36 του Ν.101/1987), χωρίς και πάλι να προκρίνεται ζήτημα διαμονής του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση. Δεν παραβλέπω ασφαλώς την παραπομπή του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση 1 στον λόγο της υπόθεσης VTB BANK (OPEN JOINT STORE COMPANY) v. TARUTA κ.α. (ανωτέρω), όπου αναδεικνύεται ο κομβικός ρόλος της διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία (άρθρο 27
(2)του κυρωτικού Νόμου Ν.172/86της Συνθήκης που υπογράφτηκε μεταξύ της Δημοκρατίας και της τότε Σοβιετικής Ένωσης στις 18.01.1974). Η εν λόγω όμως περίπτωση αφορούσε προσπάθεια αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης απόφασης Ρωσικού Δικαστηρίου, διαδικασία που ειδικά ρυθμιζόταν με την ως άνω διακρατική Συνθήκη μεταξύ της Δημοκρατίας και της τότε Σοβιετικής Ένωσης, η οποία εξακολουθεί να ισχύει. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ότι επιδιώκεται «να αναγνωριστεί και/ή εγγραφεί και/ή κηρυχθεί εκτελεστή» είναι διαιτητικές αποφάσεις του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου, με την αίτηση να εδράζεται τόσο στον Ν.101/1987, όσο και στην Διεθνή Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958, νομοθετικά πλαίσια στα οποία, αντίθετα με τον ως άνω κυρωτικό νόμο 176/1986, δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός για την προώθηση αίτησης του είδους, ο οποίος να συνδέεται με τη διαμονή στη Δημοκρατία είτε του αιτητή είτε του καθ' ου η αίτηση. Είναι γεγονός ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου (Ν.121(Ι)/2000)- νομοθέτημα που περιλαμβάνεται επίσης στη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται το αίτημα, το οποίο ως προβλέπεται στο άρθρο 4 εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου (έννοια στην οποία περιλαμβάνει και διαιτητικές αποφάσεις) - υποδεικνύεται ότι: ««δικαστήριο» σηµαίνει το Επαρχιακό ∆ικαστήριο της επαρχίας όπου ο καθ' ου η αίτηση διαµένει και προκειµένου για διαφορές σε οικογενειακές σχέσεις, το Οικογενειακό ∆ικαστήριο της Επαρχίας όπου διαµένει ο καθ' ου η αίτηση. Σε περίπτωση διαµονής του καθ' ου η αίτηση στο εξωτερικό ή σε περίπτωση όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, «δικαστήριο» σηµαίνει το Επαρχιακό ∆ικαστήριο ή το Οικογενειακό ∆ικαστήριο της επαρχίας όπου διαµένει ο αιτητής·» Ωστόσο, με δεδομένες τις δυνατότητες που παρέχονται για τη διασφάλιση της δυνατότητας αναγνώρισης και εγγραφής αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, τόσο με το Ν.101/1997όσο και από τη Διεθνή Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, στα οποία ως έχει ήδη σημειωθεί δεν τίθεται οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός και επί των οποίων εδράζεται επίσης το αίτημα, κρίνεται ότι ο Ν. 121(Ι)/2000, νομοθέτημα που «έπεται» στην ιεραρχία της σχετικής Διεθνούς Σύμβασης που η Δημοκρατία έχει ήδη κυρώσει για το ζήτημα της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, δεν μπορεί να αποτελέσει απροσπέλαστο ανάχωμα για την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ως έχει ήδη σημειωθεί, τόσο το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας όσο και το ζήτημα της παρουσίασης ή μη πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών διαιτητικών αποφάσεων, κατά τον ίδιο τρόπο που προκρίνεται σε αυτό το στάδιο, έχουν ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο. Το τελευταίο, στο πλαίσιο της απόφασης του ημερ. 30.09.2019, έχοντας εξετάσει επί της ουσίας τα πιο πάνω ζητήματα, ανάλογα τοποθετήθηκε και επί τούτων. Με δεδομένο ότι η σχετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου εξακολουθεί να ισχύει, ελλείψει οποιουδήποτε νέου στοιχείου ή μαρτυρίας, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η ως άνω εισήγηση δεν θα μπορούσε να υιοθετηθεί. Είναι προφανές ότι το αντικείμενο των δύο διαδικασιών, ήτοι της υπό συζήτηση αίτησης και της αγωγής Αρ. 5038/2014, είναι διαφορετικό. Διαφορετικά είναι εξ' άλλου τα μέρη της προηγηθείσας Διαιτησίας με αυτά της αγωγής Αρ. 5038/
- Με δεδομένο άλλωστε ότι δεν έχει καταβληθεί έκτοτε οποιοδήποτε ποσό προς ικανοποίηση της Διαιτητικής απόφασης, οποιαδήποτε συζήτηση περί «διπλής ανάκτησης» κρίνεται υπό τις περιστάσεις πρόωρη. Εστιάζοντας στους λόγους ένστασης που προκρίνονται από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση 1 σε σχέση με την παρουσίαση στο Δικαστήριο συγκεκριμένων εγγράφων που η σχετική νομοθεσία απαιτεί όπως τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου ως προϋπόθεση για την προώθηση αίτησης του είδους, όσον αφορά τα πιστοποιημένα αντίγραφα των σχετικών διαιτητικών αποφάσεων, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα, τοποθετούμενο επι της ουσίας του με την απόφαση του ημερ. 30.09.
- Η παραπομπή άλλωστε στα Τεκμήρια 20 και 21, στα οποία παραπέμπει η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, σε συνδυασμό θεωρούμενα με καλά εδραιωμένη νομολογία επι του ζητήματος (βλ. Nimegan Trading Ltd v Wigram Inc
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 825), καταδεικνύουν το ατελέσφορο του επιχειρήματος σε σχέση με την παρουσίαση δεόντως πιστοποιημένων αντιγράφων των σχετικών διαιτητικών αποφάσεων. Παράλληλα, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, φαίνεται ότι έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα αναγκαία για την περίπτωση έγγραφα στη βάση των οποίων οι σχετικές διαφορές παραπέμφθηκαν σε διαιτησία (Τεκμήρια 2, 3, 6 και 7), δεόντως πιστοποιημένα από αρμόδιο υπάλληλο κατ' εφαρμογή των προνοιών της Σύμβασης περί Κατάργησης Υποχρεώσεων προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων η οποία συνομολογήθηκε στη Χάγη το 1961 (Σύμβαση Apostille), την οποία, ως επιβεβαιώνει μεταξύ άλλων σχετικό πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών - Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Δημητρίου, ημερ. 03.11.2017 - το Ηνωμένο Βασίλειο επικύρωσε στις 05.10.1961 και η Δημοκρατία προσχώρησε στις 30.04.1973. Είναι παράλληλα σημαντικό να σημειωθεί ότι τα έγγραφα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου συνοδεύονται από μετάφραση στην Ελληνική η οποία πιστοποιείται από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Υπηρεσία η οποία με την υπ' αριθμό 33.581 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 24.05.1990, ορίστηκε ως η αρμόδια υπηρεσία για πιστοποιημένες μεταφράσεις. Σημειώνεται ότι η υπό συζήτηση αίτηση προηγήθηκε της ψήφισης της σχετικής νομοθεσίας Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου του 2019 (Ν.45(Ι)/2019), οι πρόνοιες του οποίου ούτως ή άλλως ουσιαστικά επιβεβαιώνουν (άρθρο 34) ότι το προηγούμενο σύστημα παροχής πιστοποιημένο μεταφράσεων από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ήταν το ενδεδειγμένο. Τελευταίο ζήτημα που απασχολεί, αποτελεί το αίτημα της πλευράς της αιτήτριας για συνέχιση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 05.04.2017 και έγινε απόλυτο με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30.09.2019, μέχρι την πλήρη ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, το Δικαστήριο κατ' ενάσκηση της σύμφυτης και συμφυούς εξουσίας του, έχει την δυνατότητα να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος ενδιάμεσου διατάγματος που εξέδωσε και μετά την έκδοση τελικής απόφασης. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee, 5η έκδ., παρ. 3.023: «Furthermore, the court has jurisdiction to extend a Μareva injunction which has been granted initially "to judgment or further order", to cover the period between judgment and satisfaction of the judgment.». Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε και από την Κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Linmare Shipping v. Boustani
(1981)1 C.L.R. 386, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας στον λόγο της Αγγλικής υπόθεσης Stewart Chartering v. C. & O. Managements
(1980)1 All E.R. 718, προχώρησε στην παράταση της ισχύος απαγορευτικού διατάγματος μετά την έκδοση της απόφασης, για σκοπούς εκτέλεσης. Σε κάθε περίπτωση εάν το Δικαστήριο έχει πρόθεση να συνεχίσει η ισχύς των απαγορευτικών διαταγμάτων και μετά την έκδοση της απόφασης, θα πρέπει να αναφέρει τούτο ρητά στην τελική του απόφαση (Ιωάννου ν. Μανώλη κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1423). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση έχοντας κατά νουν τις περιστάσεις που την περιβάλλουν, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι ενδείκνυται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για συνέχιση του ενδιάμεσου διατάγματος και μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης, κατά τρόπο που θα υποβοηθηθεί η εκτέλεση των υπό συζήτηση διαιτητικών αποφάσεων που θα εγγραφούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Με δεδομένο ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα ισχύουν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, εκτός αν γίνει διαφορετική πρόνοια, είναι φανερό ότι και στην παρούσα περίπτωση αν δεν επεκταθεί η ισχύς τους, κατ' ουσία θα εξουδετερωθεί βασικός σκοπός της έκδοσης τους, ήτοι η υποβοήθηση της αιτήτριας στην εκτέλεση των υπό συζήτηση διαιτητικών αποφάσεων. Για τους λόγους που πιο πάνω έχουν παρατεθεί, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η καθ' ης η αίτηση 1 απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους λόγους που προσδιορίζονται στη σχετική νομοθεσία ήτοι στο άρθρο V του Ν.84/1979 ή στο άρθρο 36 του Ν.101/1987, οδηγώντας κατ' επέκταση στην άρνηση του Δικαστηρίου να παραχωρήσει την αιτούμενη θεραπεία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης στην Κύπρο της μερικής τελικής διαιτητικής απόφασης ημερ. 02.06.2016 και της μερικής τελικής διαιτητικής απόφασης ημερ. 11.01.2017 που εκδόθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας υπ' αριθμό 142601 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Περαιτέρω, το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης στις 05.04.2017 και κατέστη απόλυτο στις 30.09.2019, παραμένει σε ισχύ μέχρι την πλήρη εκτέλεση των πιο πάνω διαιτητικών αποφάσεων και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Κρίνοντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει πως τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury' s Law of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος της καθ΄ ης η αίτηση 1, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο