← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΣΑΜΨΩΝ, Αρ. Αγωγής: 4034/2017, 5/2/2021

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΣΑΜΨΩΝ, Αρ. Αγωγής: 4034/2017, 5/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4034/2017 Μεταξύ: XXXXX Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Eνάγων και XXXXX ΣΑΜΨΩΝ Eναγόμενος Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: ο ίδιος προσωπικά. Για την Εναγόμενη: κ. Α. Πλαστήρας. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του Eνάγοντα εναντίον του Εναγόμενου για καταβολή ποσού ύψους €2000 ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής του Ενάγοντα για επαγγελματικές υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο. Αξιώνεται επίσης τόκος προς 6% ετησίως και/ή νόμιμος τόκος από 15/6/2017, ΦΠΑ επί του πιο πάνω ποσού ως επίσης και έξοδα χαρτοσήμανσης. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) ενέκρινε αίτημα για αντεξέταση του Εναγόμενου σε σχέση με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που αυτός προσκόμισε στο Δικαστήριο. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί: Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, αυτός είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος από το 1991 και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Λευκωσία όπου διατηρεί γραφείο. Κατά ή περί τις 15/5/2017 ο Εναγόμενος σε συνάντηση του με τον Ενάγοντα στο γραφείο του τελευταίου, ζήτησε και έλαβε συμβουλές σε σχέση με οικογενειακά θέματα τα οποία προέκυψαν από τη διάσταση του Εναγόμενου με τη σύζυγο του και ανέθεσε στον Ενάγοντα τον χειρισμό της απαίτησης εκ μέρους του για να του αποδοθεί το μερίδιο συνεισφοράς του Εναγόμενου στην απόκτηση των κοινών περιουσιακών στοιχείων. Κατά την ως άνω ημερομηνία, υπογράφηκε έντυπο διορισμού δικηγόρου με τον τίτλο «Τύπος Διορισμού Δικηγόρου υπό του Ενάγοντος» αναγνωρίζοντας ότι ίσχυαν οι πρόνοιες των Κανονισμών περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία σε σχέση με την εξωδικαστηριακή αμοιβή του δικηγόρου για τον χρόνο που θα ανάλωνε. Στις 18/5/2017 ο Εναγόμενος συμφώνησε και υπέγραψε συμφωνία για την πληρωμή αμοιβής του Ενάγοντα στο πλαίσιο της οποίας συμφώνησε να του καταβάλει ποσοστό 12 % πλέον ΦΠΑ επί του ποσού που θα συμφωνηθεί να καταβληθεί από τη σύζυγο του πλέον τόκο προς 6% ετησίως. Στις 15/6/2017 οι διάδικοι αναθεώρησαν τη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/2017 αντικαθιστώντας αυτή με νέα συμφωνία σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος αποδέχτηκε να λάβει το ποσό των €25,000 για πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων του εναντίον της συζύγου του και όπως οποιοδήποτε ποσό πέραν του ως άνω ποσού θα συνιστούσε την αμοιβή του Ενάγοντα. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής της αμοιβής του Ενάγοντα ο Εναγόμενος θα επιβαρύνεται με τόκο προς 6% ετησίως από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας μέχρι εξόφλησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και της συζύγου του ο Εναγόμενος συμφωνήθηκε να λάβει το ποσό των €32,

  1. Ως εκ τούτου με βάση τη συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου το υπόλοιπο ποσό των €7500 αποτελούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα. Από αυτό το ποσό, ποσό ύψους €5,500 καταβλήθηκε σε μετρητά και αυτό το κατακράτησε ο Ενάγων έναντι της αμοιβής του. Το υπόλοιπο ποσό των €27,000 δόθηκε με επιταγή στον Εναγόμενο και αυτός αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του Ενάγοντα, ύψους €2000 το οποίο παραμένει οφειλόμενο. Περαιτέρω, αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το ποσό της αμοιβής του πέραν από συμφωνημένο είναι και εύλογο με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στον Κανονισμό 12 των Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών του 1985-
  2. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος ο οποίος εμφανιζόταν αρχικά χωρίς δικηγόρο, καταχώρησε ο ίδιος έγγραφο με τίτλο Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία αναφέρει ότι είχε αποταθεί στον Ενάγοντα για να αναλάβει την υπεράσπιση του στο πλαίσιο αίτησης διαζυγίου της συζύγου του. Παραδέχεται ότι δέχτηκε και υπέγραψε ότι πάνω στο μερίδιο συνεισφοράς που θα λάμβανε από τη σύζυγο του ο Ενάγων θα δικαιούτο ποσοστό 12% πλέον ΦΠΑ. Στη συνέχεια παραδέχεται ότι ποσό που συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν σε αυτόν από τη σύζυγο του ανερχόταν στο ποσό των €32,
  3. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 15/6/2017 τον κάλεσε ο Ενάγων να επισκεφθεί το γραφείο του για να υπογράψει κάποια έγγραφα λέγοντας του ότι η υπόθεση του βαίνει προς το τέλος όπου εκεί του παρουσίασε με βιασύνη κάποια έγγραφα τα οποία τον παρότρυνε ο Ενάγων να υπογράψει γρήγορα γιατί ο Ενάγων βιαζόταν. Αναφέρει ότι όταν τον ρώτησε ο Εναγόμενος να του εξηγήσει τι ακριβώς υπέγραφε του ανέφερε ότι είναι «για το καλό των κορούων». Ακολούθως, αναφέρει ότι στις 29/9/2017 έγινε συνάντηση μεταξύ των δικηγόρων και της συζύγου του όπου υπογράφηκε η συμφωνία επίλυσης των διαφορών του με τη σύζυγο του και όπου ο ίδιος έλαβε επιταγή ύψους €32,500 και όπου μετέβηκε στην Τράπεζα μαζί με τον Ενάγοντα δίδοντας στον Ενάγοντα σε μετρητά το ποσό των €5,
  4. Αναφέρει ότι ο Ενάγων τότε απαιτούσε επιπλέον €750, ποσό το οποίο του υποσχέθηκε ο Εναγόμενος ότι θα του έδινε περί τα τέλη Δεκεμβρίου. Αναφέρει επίσης ότι τον Οκτώβριο του 2017 έλαβε την παρούσα αγωγή στην οποία πρώτη φορά βλέπει αντίγραφο με την υπογραφή του στις 15/6 όπου ο Ενάγων έκανε αλλαγή της συμφωνίας ώστε να καρπωθεί ο ίδιος το ποσό πέραν των €25,000 που θα κατέβαλλε σε αυτόν η σύζυγος του. Τέλος, αναφέρει ότι θεωρεί ότι ο Ενάγων έχει λάβει ικανοποιητική αμοιβή και ότι το επιπλέον ποσό που απαιτεί ο Ενάγων είναι προϊόν δόλου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι μετά την καταχώριση εκ μέρους του Ενάγοντα Απάντησης στην Υπεράσπιση, στον φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε από την πλευρά του Εναγόμενου νέο έγγραφο με τίτλο «Απάντηση στην Υπεράσπιση» το οποίο, κακώς, φαίνεται να έγινε αποδεκτό προς καταχώριση από τον Πρωτοκολλητή. Ενόψει του ότι δεν υπήρχε τέτοια δικονομική δυνατότητα από την πλευρά του Εναγόμενου το Δικαστήριο δεν έχει λάβει υπόψη του το εν λόγω έγγραφο το οποίο έγινε αποδεκτό προς καταχώριση κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Ενάγων καταχώρησε δύο ένορκες δηλώσεις του ίδιου και της κας XXXXX Γεωργίου, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα. Για την πλευρά του Εναγόμενου καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου ο οποίος, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αντεξετάστηκε από τον Ενάγοντα επί του περιεχόμενου της ένορκης του δήλωσης. Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ρητά δηλώνονται ως τέτοια, είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση.[1] Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων.[2] Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο[3], η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: - Ο Ενάγων είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος από το 1991 και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Λευκωσία όπου διατηρεί γραφείο. - Ο Εναγόμενος τον Μάιο του 2017 διόρισε τον Ενάγοντα για να ενεργήσει ως δικηγόρος του σε σχέση με οικογενειακού περιεχομένου διαφορές που είχε ο Εναγόμενος με τη σύζυγο του. - Ο Εναγόμενος υπέγραψε αρχικά Τύπο διορισμού δικηγόρου και στη συνέχεια συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή του Ενάγοντα ημερομηνίας 18/5/2017 στο πλαίσιο της οποίας συμφώνησε να καταβάλει στον Ενάγοντα ποσοστό 12 % πλέον ΦΠΑ επί του ποσού που θα καταβαλλόταν από τη σύζυγο του στο πλαίσιο επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών πλέον τόκο προς 6% ετησίως. - Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 για την πληρωμή αμοιβής του Ενάγοντα σύμφωνα με τους όρους της οποίας οποιοδήποτε ποσό λάμβανε ο Εναγόμενος από τη σύζυγο του πέραν του ποσού των €25,000 θα συνιστούσε την αμοιβή του Ενάγοντα. - Επήλθε συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ του Εναγόμενου και της συζύγου στο πλαίσιο της οποίας έλαβε ο Εναγόμενος ποσό ύψους €32,
  5. - Από το ποσό των €32,500, το ποσό των €5,500 λήφθηκε σε μετρητά και αυτό το ποσό καταβλήθηκε στον Ενάγοντα. - Ο Ενάγων αφού έλαβε το ποσό των €5,500 υπέγραψε απόδειξη πληρωμής την οποία υπέγραψε και ο Εναγόμενος και στην οποία αναγράφηκε ότι η εν λόγω πληρωμή έγινε έναντι της αμοιβής του Ενάγοντα. - Πέραν του ποσού των €5,500 δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό στον Ενάγοντα. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να συνοψίσω και στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα που παραμένουν να τελούν υπό αμφισβήτηση.[4] Σύνοψη Μαρτυρίας: Μαρτυρία από την πλευρά του Ενάγοντα: Ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως αυτοί έχουν συνοψισθεί ανωτέρω, παρουσιάζοντας αριθμό Τεκμηρίων προς υποστήριξη των θέσεων του. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα ήδη έχουν συνοψισθεί ανωτέρω σε σχέση με τις δικογραφημένες θέσεις του οι οποίες επαναλαμβάνονται στην ένορκη του δήλωση. Συνοπτικά, αναφέρω ότι ο Ενάγων κάνει αναφορά στον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου τον οποίο υπέγραψε ο Εναγόμενος κατά την πρώτη συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο στο γραφείο του και στη συνέχεια στις δύο άλλες συμφωνίες που ακολούθησαν ημερομηνίας 18/5/2017 και 15/6/2017, επισυνάπτοντας το πρωτότυπο των εν λόγω συμφωνιών. Αναφέρεται επίσης στο είδος των υπηρεσιών οι οποίες προσφέρθηκαν στον Εναγόμενο, ήτοι συναντήσεις με τον ίδιο τον Εναγόμενο, με τον δικηγόρο της συζύγου του Εναγομένου, ετοιμασία και αποστολή επιστολών στον δικηγόρο της συζύγου του, συζητήσεις με τον ίδιο και τον δικηγόρο της συζύγου του, διαπραγμάτευση των όρων του προσχεδίου της συμφωνίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών, επεξήγηση της διαδικασίας της αίτησης διαζυγίου. Ανέφερε επίσης ότι η συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 υπογράφηκε από τον Εναγόμενο την ίδια μέρα στο γραφείο του αφού πρώτα τη διάβασε, με μάρτυρες υπογραφών μία γραμματέα και μία δικηγόρο στο γραφείο του Ενάγοντα. Αναφέρει επίσης ότι η εν λόγω συμφωνία «αντικατέστησε/ανακάλεσε» την προηγούμενη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/
  6. Στη συνέχεια αναφέρεται στους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017, σύμφωνα με τους οποίους οποιοδήποτε ποσό λάμβανε ο Εναγόμενος από τη σύζυγο του πέραν των €25,000 θα συνιστούσε την αμοιβή του Ενάγοντα. Ακολούθως, αναφέρει ότι επήλθε συμφωνία με τη σύζυγο του Εναγόμενου όπου στις 29/9/2017 υπογράφηκε στο γραφείο του δικηγόρου της συζύγου του Εναγόμενου συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο και στο πλαίσιο της οποίας είχε συμφωνηθεί η καταβολή στον Εναγόμενο από τη σύζυγο του ποσού ύψους €32,
  7. Αναφέρει ότι το ποσό των €27,000 δόθηκε στον Εναγόμενο σε επιταγή και το ποσό των €5,500 σε μετρητά. Περαιτέρω, αναφέρει ότι κατευθύνθηκαν μαζί με τον Εναγόμενο σε τραπεζικό ίδρυμα που βρισκόταν κοντά στον χώρο της συνάντησης όπου ο Εναγόμενος εξαργύρωσε την επιταγή που είχε λάβει. Τότε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, μεταβλήθηκε η στάση του Εναγόμενου απέναντι στον ίδιο και του ανέφερε ότι δεν θα κατέβαλλε το υπόλοιπο ποσό της οφειλής του γιατί την θεωρούσε ψηλή επικαλούμενος τη συμβουλή κάποιου δικηγόρου που είχε λάβει. Ο Εναγόμενος του έδωσε το ποσό των €5,500 και ο Ενάγων του παρέδωσε απόδειξη για το εν λόγω ποσό στην οποία κατέγραψε «έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν για οικογενειακής φύσης θέματα». Γίνεται στη συνέχεια αναφορά σε προσπάθειες που έγιναν μέσω της γραμματέως του για καταβολή από τον Εναγόμενο του υπόλοιπου ποσού αλλά ο Εναγόμενος είχε προτείνει ένα πολύ πιο μικρό ποσό για διευθέτηση. Ακολούθως, επαναλαμβάνει τη δικογραφημένη θέση του περί του ευλόγου της αμοιβής του αναφερόμενος στις ώρες που έχει αναλώσει στην υπόθεση του εναγόμενου και στην ωριαία του χρέωση για τις υπηρεσίες του εντός και εκτός γραφείου. Καταλήγει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε το περιεχόμενο της Συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 όπως και όλων των εγγράφων που υπέγραψε και δεσμεύεται από αυτά. Για την πλευρά του Ενάγοντα καταχωρίστηκε επίσης ένορκη δήλωση από την κα XXXXX Γεωργίου, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα. Συνοπτικά, αναφέρει ότι είχε δει τον Εναγόμενο που είχε έρθει στο γραφείο του Ενάγοντα για την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2017 την οποία είχε η ίδια συντάξει κατ' εντολή του Ενάγοντα. Αναφέρει ότι η ίδια ήταν παρούσα όταν στις 15/6/2017 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη νέα συμφωνία και αυτή μαζί με δικηγόρο του Ενάγοντα ήταν μάρτυρες υπογραφών. Σύμφωνα με την ίδια, ο Εναγόμενος ήταν σε καλή διάθεση και διάβασε τη συμφωνία πριν την υπογράψει στην παρουσία τους. Αναφέρει επίσης ότι είχε μιλήσει με τον Εναγόμενο με σκοπό να τον πείσει να πληρώσει και ότι αυτός πρότεινε να πληρώσει ένα μικρό ποσό το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από τον Ενάγοντα. Μαρτυρία από την πλευρά του Εναγόμενου: Μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά του Εναγόμενου ήταν ο ίδιος. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που καταχώρησε, διόρισε τον Εναγόμενο ως δικηγόρο του τον Μάιο του 2017 σε σχέση με τις περιουσιακές διαφορές που είχε με τη σύζυγο του. Παραδέχεται ότι αρχικά υπέγραψε τον τύπο διορισμού δικηγόρου και τη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/
  8. Αναφέρει ότι την περισσότερη δουλειά την έκανε ο δικηγόρος της συζύγου του και ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται να αξιώνει το ποσό των €
  9. Στις 15/6/2017 αναφέρει ότι τον κάλεσε ο Ενάγων στο γραφείο του και τον έβαλε να υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 λέγοντας του ότι η άλλη πλευρά είχε συμφωνήσει μαζί του να του δοθεί το ποσό των €27,000 ως η συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου του και με αυτό ως δεδομένο αυτός υπέγραψε ότι ήταν ικανοποιημένος να λάβει το ποσό των €25,000 και ο Ενάγων το υπόλοιπο ποσό. Αφού υπέγραψε τη συμφωνία, τότε ο Ενάγων του αποκάλυψε ότι το ποσό που θα του κατέβαλλε η σύζυγος του ανερχόταν στο ποσό των €32,500 και τότε ο Εναγόμενος θύμωσε και του ζήτησε να καταστραφεί το εν λόγω έγγραφο λέγοντας του ότι το υπέγραψε βασιζόμενος σε αναληθή και παραπλανητικά γεγονότα τα οποία του παρουσίασε ο Ενάγων, ο οποίος αρνήθηκε να το καταστρέψει λέγοντας του ότι αν δεν τηρήσει τα όσα υπέγραψε θα επικοινωνούσε με την άλλη πλευρά και η συμφωνία θα ματαιωνόταν. Αναφέρει επίσης ότι μετά από πολλές συζητήσεις και διαπληκτισμούς με τον Ενάγοντα εν τέλει συμφώνησαν να λάβει ο Εναγόμενος €27,000 και ο Ενάγων το υπόλοιπο ποσό των €5,
  10. Μάλιστα, του ανέφερε ο Εναγόμενος να μην ανησυχεί για τη συμφωνία που υπέγραψε ημερομηνίας 15/6/2017 διαβεβαιώνοντας τον ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ίσχυε αφού πλέον είχαν έρθει σε νέα συμφωνία. Αναφέρει ότι μετά τη συνάντηση που έγινε στις 29/9/2017 στο πλαίσιο της οποίας έλαβε την επιταγή ύψους €27,000 και ο Ενάγων το ποσό των €5,500 σε μετρητά απευθείας από την άλλη πλευρά, ο Ενάγων επανέφερε το θέμα της συμφωνίας λέγοντας του ότι θα έπρεπε να του δώσει ακόμα €2000 αφού είχαν υπογράψει δεσμευτικό έγγραφο. Τότε, κατά τον Εναγόμενο κατόπιν έντονης συζήτησης και αφού του είπε ότι θα προσέφευγε στο Δικαστήριο δέχτηκε να του δώσει χαριστικά €700 για να τελειώνει η όλη ιστορία και τότε του έδωσε την απόδειξη που παρουσίασε ο Ενάγων, υπό τον όρο ότι θα του δινόταν χρόνος μέχρι τον Δεκέμβρη για το ποσό των €
  11. Ενώ ο Ενάγων συμφώνησε με τα πιο πάνω συνεχώς του τηλεφωνούσε αρχικά για να του δώσει το ποσό των €700 και στη συνέχεια ζητούσε €1500 και αργότερα €
  12. Αναφέρει ότι όλα τα πιο πάνω σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Ενάγοντα για να λάβει διπλή αμοιβή ή περισσότερο κέρδος κάτι που δεν δικαιούνταν με βάση το τι συμφώνησε και με βάση τις υπηρεσίες που προσέφερε. Επισημαίνει ότι η υπογραφή της απόδειξης πληρωμής που του έδωσε ο Ενάγων έγινε υπό την αίρεση ότι θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα χαριστικά το ποσό των €750 τον Δεκέμβρη νοουμένου ότι δεν καταχωρούσε αγωγή εναντίον του κάτι που εν τέλει δεν τήρησε ο Ενάγων. Αντεξεταζόμενος ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση λέγοντας ότι ο Ενάγων προσπάθησε να του γελάσει και ότι είπαν άλλα αλλά ο Ενάγων έκανε άλλα. Ως προς το κατά πόσο διάβασε τη συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 ανέφερε ότι δεν τον άφησε ο Ενάγων να την διαβάσει. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι η συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 προέκυψε επειδή ήθελε να ήταν σίγουρος ο Εναγόμενος ότι θα έπαιρνε τουλάχιστον €25,000 και γι' αυτό διαφοροποιήθηκε η συμφωνία απάντησε ότι αυτή διαφοροποιήθηκε επειδή ο Ενάγων ήξερε το τελικό ποσό. Σε σχέση με την απόδειξη πληρωμής ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δέχτηκε και έγραψε ο Ενάγων «έναντι» επειδή είχαν συμφωνήσει να του δώσει τον Δεκέμβρη €750 έξτρα. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ως προς το γιατί να συμφωνούσε ο Ενάγων να λάβει τέτοιο ποσό τον Δεκέμβρη αφού ο Εναγόμενος είχε μετρητά ύψους €27,000 αφού εξαργύρωσε εκείνη τη στιγμή την επιταγή απάντησε ότι επειδή εκ των υστέρων φάνηκε ότι εάν του έδινε το εν λόγω ποσό τότε πάλι θα ενεργοποιούσε το χαρτί που είχε και θα ήθελε και άλλα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5

(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συνοπτική εκδίκαση δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης κάποιων εκ των μαρτύρων, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[5] Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς καθώς και την μαρτυρία που δόθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Εναγόμενου, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αυτό γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης της στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.[6] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[7] Ένα ζήτημα το οποίο θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Εναγόμενου εκφεύγει της πορείας που έχει προδιαγράψει το δικόγραφο του Εναγόμενου, αφού σε μία τέτοια περίπτωση, η μαρτυρία αυτή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατά τη διεργασία αξιολόγησης και εκτίμησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ευρημάτων του από αυτήν, προς διαπίστωση της αλήθειας. Επί του προκειμένου, στην Γεωργία Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σία Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, 11 Ιουλίου, 2017, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 40/2011 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η δίκη σε αστική αγωγή διεξάγεται, αυστηρά, με αναφορά στα θέματα τα οποία καθίστανται επίδικα με τη συμπλήρωση της εκατέρωθεν δικογραφίας, (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Α. 549 και Latifundia Prop. Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670). Οποιαδήποτε μαρτυρία κατατίθεται κατά τη διάρκειά της, ακόμα και χωρίς ένσταση, η οποία εκφεύγει του προκαθορισθέντος, ως άνω, δικονομικού πλαισίου, δε λαμβάνεται υπόψη από το εκδικάζον Δικαστήριο, κατά τη διεργασία αξιολόγησης και εκτίμησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ευρημάτων του από αυτήν, προς διαπίστωση της αλήθειας. (βλ. Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Σε διαφορετική περίπτωση, θα παραβιάζεται ο κανόνας του αντιπαραθετικού συστήματος, ο οποίος υπαγορεύει ότι τα διάδικα μέρη έχουν τον πρώτο λόγο στον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς μεταξύ τους. Το δικάζον δικαστήριο διατηρεί το ρόλο του ανεξάρτητου κριτή, βεβαιούμενο ότι η δίκη διεξάγεται όπως δικονομικά δρομολογείται, για εξασφάλιση, στο πλαίσιο αυτής, των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, προς επίτευξη του απώτερου σκοπού της, ήτοι της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ο οποίος βρίσκει την έκφρασή του στην τελική του απόφαση. Τοιουτοτρόπως, θα παραβιάζεται, συγχρόνως, η αρχή της διαφάνειας, την οποία καθιερώνει η Δ.19, κ. 13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και, ειδικά, η πτυχή αυτής που είναι σχετική, εν προκειμένω, και προβλέπει ότι: "The defendant ..., must raise by his pleading ... all such grounds of defence ... as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, ..." (βλ. Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541, σελίδα 1562).» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Πούρικκος v. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, αναφέρθηκε ότι: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιόν του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δέστε επί του προκειμένου Homeros Th. Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης κ.ά. ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη κ.ά. (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Christakis Loucaides ν. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή κ.ά.
(1958)23 Α.Α.Δ. 22 και A.D. Hotel & Catering Ltd v. Takis Pilava
(1982)1 C.L.R. 81.». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως αναφέρθηκε στη Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Στην Γεώργιος Γ. Παφίτης & Άλλοι ν. Παναγιώτη Κώστα Κουκούρη & Άλλων,
(1992)1 ΑΑΔ 1154, 22 Οκτωβρίου, 1992 επισημάνθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και δεν επιτρέπεται η διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων, ούτε σε περίπτωση που επιτράπηκε η προσαγωγή μαρτυρίας έξω από τα δικόγραφα χωρίς ένσταση. Είναι σαφής η διαχρονική τοποθέτηση της νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα προσδιοριζόμενα στη δικογραφία ώστε να αγνοείται οτιδήποτε εκτός δικογράφων.[8] Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η αναγκαιότητα να παραμείνει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα, έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με ξεκαθαρισμένο πλέον το νομολογιακό πλαίσιο, ως αυτό έχει αναλυθεί ανωτέρω.[9] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αφού η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και μόνο εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία προς απόδειξη.[10] Επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και παρατηρώ ότι από μία απλή αντιπαραβολή του Υπεράσπισης του Εναγόμενου και της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε στο Δικαστήριο, καθίσταται σαφές ότι επιδιώκεται μέσω της μαρτυρίας του να προωθηθεί μία νέα γραμμή υπεράσπισης η οποία με σαφές και ξεκάθαρο τρόπο βρίσκεται εκτός της πορείας που έχει προδιαγράψει το δικόγραφο του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα, με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος το μόνο το οποίο αναφέρει σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής της τελευταίας συμφωνίας μεταξύ αυτού και του Ενάγοντα ημερομηνίας 15/6/2017 ήταν ότι τον κάλεσε ο Ενάγων στο γραφείο για να υπογράψει κάποια έγγραφα και όταν πήγε στο γραφείο του, ο Ενάγων του παρουσίασε με βιασύνη κάποια έγγραφα παροτρύνοντας τον να τα υπογράψει γρήγορα γιατί ο Ενάγων βιαζόταν. Αναφέρει επίσης ότι όταν ζήτησε από τον Ενάγοντα να του εξηγήσει τι υπέγραφε του ανέφερε ότι «είναι για το καλό των κορούων». Στην ένορκη του δήλωση, παρουσιάζει ένα λεπτομερές πλέγμα γεγονότων για να καταλήξει στη θέση ότι εν τέλει καταρτίστηκε μία νέα συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και αυτού η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην βρίσκεται πλέον σε ισχύ η συμφωνία ημερομηνίας 15/6/
  1. Καμία όμως τέτοια αναφορά δεν γίνεται στο δικόγραφο του. Στη μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος αναφέρει ότι ουσιαστικά ο Ενάγων του παρουσίασε αναληθή και παραπλανητικά γεγονότα, ήτοι ότι το συνολικό ποσό της διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών με τη σύζυγο του θα ήταν €27,000, στα οποία αυτός βασίστηκε για να υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 και ότι όταν του αποκαλύφθηκε το πραγματικό ποσό της διευθέτησης τότε ζήτησε την καταστροφή της συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/
  2. Και πάλι καμία περί τούτου αναφορά δεν γίνεται στο δικόγραφο του Εναγόμενου. Στη συνέχεια παραθέτει στη μαρτυρία του γεγονότα που, σύμφωνα με τον ίδιο, ακολούθησαν την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 για να καταλήξει ότι τελικά συμφώνησαν ότι ο Εναγόμενος θα έδινε μόνο το ποσό των €5,500 στον Ενάγοντα και ότι η συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 έπαψε να έχει ισχύ και ως αποτέλεσμα της προφορικής τους συνεννόησης ήρθαν σε νέα συμφωνία για να προσθέσει στο τέλος ότι τελικά ο Ενάγων αποφάσισε να επικαλεστεί εκ νέου τη συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 κάτι που οδήγησε τον Εναγόμενο να αποφασίσει να δώσει στον Ενάγοντα ακόμα €700 χαριστικά. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα τα οποία παρέθεσε για πρώτη φορά στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος και ιδιαίτερα η θέση του περί σύναψης μίας νέας συμφωνίας μεταξύ διαδίκων που είχε ως αποτέλεσμα την παύση της ισχύος της προηγούμενης συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της υπεράσπισης του Εναγόμενου, αλλά για να καθίσταντο εξεταστέα τόσο τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό οδήγησαν στη σύναψη μίας νέας συμφωνίας όσο και αυτή καθ' αυτή νέα συμφωνία στην οποία κατ' ισχυρισμό του Εναγόμενου περιήλθαν οι διάδικοι, έπρεπε να είχαν σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19, θ.4, αλλά και της Δ.19, θ.22 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Πρόκειται συνεπώς για μαρτυρία η οποία κατ' εφαρμογή των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών ως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία προς εξέταση, κατά τη διεργασία διαπίστωσης της αλήθειας, μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η απλή και γενική αναφορά στο δικόγραφο του Εναγόμενου ότι το ποσό το οποίο απαιτεί ο Ενάγων είναι προϊόν δόλου χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε λεπτομέρεια κατ' επιταγή της Δ.19, θ.5[11], σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να καλύψει δικογραφικά τα όσα ο Εναγόμενος παρέθεσε στη μαρτυρία του. Ως εκ των ως άνω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να λάβει υπόψη του αυτή τη μαρτυρία του Εναγόμενου αφού σε μία τέτοια περίπτωση, θα δινόταν η ευκαιρία στον Εναγόμενο να προβάλει τους λόγους της υπεράσπισης του χωρίς να τους έχει προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο αντιπαραθετικό μας σύστημα διεξαγωγής της δίκης. Το γεγονός ότι η εκτός δικογράφων μαρτυρία δόθηκε χωρίς ένσταση καθώς και ότι είχε εν προκειμένω λάβει και διαδικασία αντεξέτασης από τον Ενάγοντα, υπό το φως του ξεκαθαρισμένου νομολογιακού πλαισίου που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, δεν διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου που αφορά το διορισμό του Ενάγοντα, τη φύση των υπηρεσιών που του ανατέθηκαν και το συνολικό ποσό που έλαβε ο Εναγόμενος μετά τη διευθέτηση που επήλθε με τη σύζυγο του καθώς και το ποσό που κατέβαλε στον Ενάγοντα, αυτό ουσιαστικά συνάδει με την μαρτυρία του Ενάγοντα. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα σημειώνω ότι, μελετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η ένορκη του δήλωση έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει αντιφάσεις, συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει. Δεν διαπιστώνεται οποιασδήποτε λόγος που να καθιστά τη μαρτυρία του Ενάγοντα μη αποδεκτή. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά την μαρτυρία από την πλευρά της γραμματέως του Ενάγοντα, δεν παρουσιάζονται οποιεσδήποτε εγγενείς αδυναμίες σε σχέση με αυτή. Πρόκειται για μαρτυρία που ουσιαστικά επιβεβαιώνει και συνάδει με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Η ίδια κατέθεσε τη δική της εμπλοκή κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο και το ουσιαστικότερο μέρος αυτής αφορά το γεγονός της επιβεβαίωσης της παρουσίας της κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας την οποία υπέγραψε και η ίδια ως μάρτυρας υπογραφών. Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο που θα με οδηγούσε στην μη αποδοχή της μαρτυρίας της. Ευρήματα: Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι όπως τα έχει καταθέσει ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της μαρτυρίας του που έχω παραθέσει πιο πάνω συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε αυτά προστίθενται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά προέκυψαν από τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και τα οποία έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω. Παραμένει επομένως να αποφασιστεί κατά πόσο η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα, όπως την έχω συνοψίσει πιο πάνω, είναι επαρκής για να αποδείξει τη βάση της αγωγής του. Νομική Πτυχή και υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο αναφερόμενο νομικό πλαίσιο: Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει ο Ενάγων ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd, Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Η βάση αγωγής του Ενάγοντα συνίσταται σε ισχυριζόμενη προς αυτόν συμφωνημένη οφειλή η οποία προέκυψε μετά από τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 η οποία αφορούσε την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο σε σχέση με οικογενειακού περιεχομένου διαφορές του Εναγόμενου με τη σύζυγο του και τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων από την πλευρά του Εναγόμενου ένεκα της άρνησης του Εναγόμενου να του καταβάλει το υπόλοιπο μέρος της αμοιβής του. Ο Ενάγων πρέπει, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. Ο Ενάγων στη μαρτυρία του προώθησε και τη διαζευκτική βάση της αγωγής του, ήτοι ότι το ποσό που αξιώνει συνιστά και εύλογη αμοιβή. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, εάν δεν υπάρχει συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή για παροχή υπηρεσιών τότε μπορεί να επιδικαστεί εύλογη αποζημίωση για προσφερθείσες υπηρεσίες (quantum meruit). Η απόδοση αποζημιώσεων σε αυτή τη βάση επενεργεί και προκύπτει ως κανόνας δικαίου. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στην Αβίβο Βασιλαράς κ.α. ν Α/φοι Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1 Α.Α.Δ. 1754: «Με δεδομένη τη διαπίστωση ότι δεν έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με την οποία να καθορίζεται το ποσό της αμοιβής για της υπηρεσίες των εφεσίβλητων προς τους εφεσείοντες, θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του δικαστηρίου να υπολογίσει τη λογική αμοιβή με βάση τις ισχύουσες κλίμακες αμοιβών του συνδέσμου Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών.» Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, στη σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Εν προκειμένω, από τη στιγμή που υπάρχει εύρημα για συμφωνία αναφορικά με το ύψος της αμοιβής του Ενάγοντα δεν μπορεί να τίθεται ταυτόχρονα ζήτημα εύλογης αμοιβής η οποία έχει ουσιαστικά ως βάση για την απόδοσή της την μη ύπαρξη συμφωνημένης αμοιβής. Σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης σχετικά είναι τα όσα χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν στην Men Mar Ltd ως εμπορεύεται υπό την Εμπορική Επωνυμία M & M Caterhome v. Clp Catering Ltd, 23 Ιανουαρίου 2018, Πολιτική Έφεση Αρ. 27/2012: «Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ. στο Κεφάλαιο 20, που αφορά τις αποζημιώσεις για διάρρηξη σύμβασης, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του. Τα ίδια στην ουσία λέγονται και στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 547 κ.ε., σε σχέση με το «expectation loss» Είναι φανερό εδώ ότι ο Ενάγων επέλεξε να αξιώσει αποζημίωση στη βάση του «expectation interest». Κρίνω ότι η ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα στοιχειοθετεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου εδράζει την αξίωση του. Τα γεγονότα που παραθέτει αποδεικνύουν επαρκώς τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου στις 15/6/2017 για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών εκ μέρους του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο με συμφωνηθείσα αμοιβή οποιοδήποτε ποσό θα λάμβανε ο Εναγόμενος από τη σύζυγο του πέραν του ποσού των €25,
  1. Όπως προέκυψε από τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία έχουν καταστεί ευρήματα του Δικαστηρίου το συνολικό ποσό που έλαβε ο Εναγόμενος στο πλαίσιο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών του ανήλθε στο ποσό των €32,
  2. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον καθορισμό του ύψους της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων αμοιβής στο ποσό των €7,500 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Τα γεγονότα καταδεικνύουν περαιτέρω ότι ο Ενάγων εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις παρέχοντας τις επαγγελματικές υπηρεσίες στον Εναγόμενο. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο Εναγόμενος υπαναχώρησε και δεν πλήρωσε το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής παρά μόνο το ποσό των €5,500 αφήνοντας υπόλοιπο ύψους €2000 και αυτό παρά το ότι η πληρωμή απαιτήθηκε από τον Ενάγοντα. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου συνιστά παράβαση της συμφωνίας των μερών με αποτέλεσμα να δίδει δικαίωμα στον Ενάγοντα να διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της παράβασης.[12] Η ζημιά αυτή ισούται με το ποσό που ο Ενάγων θα λάμβανε εάν ο Εναγόμενος τηρούσε τις συμβατικές τις δεσμεύσεις, δηλαδή εάν εξοφλούσε το συμφωνημένο αντίτιμο. Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει τόσο τη βάση αγωγής του όσο και το ποσό των €2000 οποίο αξιώνει. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι όπως προκύπτει από την ίδια την μαρτυρία του Ενάγοντα (σχετική είναι η παράγραφος 22 της ένορκης του δήλωσης) στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνεται το ΦΠΑ με αποτέλεσμα ο Ενάγων να μην δικαιούται να αξιώνει ΦΠΑ επί του πιο πάνω ποσού. Περαιτέρω, ο Ενάγων αξιώνει έξοδα χαρτοσήμανσης πλην όμως αυτή η αξίωση δεν εξειδικεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στο δικόγραφο του Ενάγοντα ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη αυτής της αξίωσης η οποία ως τέτοια δεν μπορεί να επιτύχει. Σε ότι αφορά το ζήτημα του τόκου σχετική αναφορά γίνεται στη συνέχεια. Δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά του Εναγόμενου ως προς το ότι αυτός δεν θα έπρεπε να δεσμευθεί από το γεγονός της υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 με τον Ενάγοντα. Υπενθυμίζω εδώ τη γενική αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές (βλ. Γεώργιου Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240, Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419). Στην Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ 1240, λέχθηκαν τα ακόλουθα : «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Επιδίκαση Τόκου: Αξιώνεται περαιτέρω η επιδίκαση τόκου προς 6 % ετησίως από τις 15/6/2017 μέχρι εξόφλησης. Το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960 (14/1960) προνοεί τα ακόλουθα: Τόκoς επί oφειλώv κ.τ.λ. και απoφάσεωv 33.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διαδικασίαv, διά τηv είσπραξιv oιoυδήπoτε χρέoυς διά τo oπoίov τόκoς είvαι πληρωτέoς είτε δυvάμει συμφωvίας ή άλλως ως διά vόμoυ πρoβλέπεται, τo δικαστήριov θα επιδικάζη τόκov συμφώvως πρoς τo συμφωvηθέv ή άλλως διά vόμoυ πρoβλεπόμεvov επιτόκιov, διά τηv περίoδov τηv αρχoμέvηv από της ημέρας καθ' ηv τoιoύτoς τόκoς κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής απoπληρωμής: Νoείται ότι τo τoιoύτov επιτόκιov δεv θα υπερβαίvη τo αvώτατov όριov τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ. Εν προκειμένω, υπήρχε όρος στην επίδικη συμφωνία για επιβάρυνση με τόκο προς 6 % ετησίως από τις 15/6/2017 μέχρι εξόφλησης σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής της συμφωνηθείσας αμοιβής. Επιμέρους ζητήματα: Χαρτοσήμανση επίδικης Συμφωνίας: Τέλος, δεν μου διαφεύγει ότι τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 18/5/2017 (Τεκμήριο 2) όσο και η συμφωνία ημερομηνίας 15/6/2017 (Τεκμήριο 6) δεν είναι χαρτοσημασμένες, ως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 4 του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63. Ο Ενάγων όφειλε να προβεί στη χαρτοσήμανση των εν λόγω συμφωνιών πριν καταθέσει αυτές ως τεκμήρια στην ένορκη του δήλωση. Σε μία τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο έχει κατά πάντα χρόνο, δυνάμει του άρθρου 35
(2)του ίδιου Νόμου, την εξουσία να διατάξει την καταβολή του µη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήµου μαζί με το σχετικό πρόστιμο (βλ. Maximos Court Ltd v. Πιερή κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 875 και Αναφορικά με την Αίτηση της Joint Stock Commercial Bank "Bank of Moscow" (Open Joint Stock Company), Πολ. Αιτ. Αρ. 151/15, ημερ. 23.11.15). Κατάληξη: Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €2000 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, με τόκο προς 6% ετησίως από 15/6/2017 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εξασκώντας δε την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 35
(2)του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63, δίδονται οδηγίες στον Ενάγοντα όπως προβεί στην δέουσα χαρτοσήμανση της συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2017 (Τεκμήριο 2) και της συμφωνίας ημερομηνίας 15/6/2017 (Τεκμήριο 6) καταβάλλοντας τα τέλη χαρτοσήμανσης και το πρόστιμο που προβλέπεται στον ίδιο Νόμο. Η παρούσα απόφαση να μην συνταχθεί παρά μόνο όταν ο Ενάγων συμμορφωθεί πλήρως με τις πιο πάνω οδηγίες. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018 [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [4] ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019 [5] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [7] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [8] Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, [9] Βλ. επίσης Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28 και Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17.10.14 Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422. [10] Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1257, A.M. Stasis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991, Νεοφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25. [11] FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v. ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ,
(2011)1 ΑΑΔ 1422, 18 Iουλίου, 2011 [12] Άρθρο 73, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.