Marpapol Management Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων και Υπουργείο Εσωτερικών Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως), Αρ. Αγωγής: 1783/2011, 19/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1783/2011 Μεταξύ: Marpapol Management Ltd Ενάγουσας v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων και Υπουργείο Εσωτερικών Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως) Εναγομένου Αίτηση ημ. 29.10.20 Ενάγουσας για επιθεώρηση εγγράφων Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γ. Λεοντίου για Γ. Λεοντίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Σ. Δαμιανού με κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα για την επιθεώρηση εγγράφων και ειδικότερα όλων των σχετικών φακέλων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών που βρίσκονται ή ευρίσκοντο στην κατοχή ή εξουσία του Εναγομένου και οι οποίοι αναφέρονται σε και ή περιέχουν έγγραφα, σημειώματα, μελέτες, ημερολόγια, συμβόλαια και ή σχέδια για την κατασκευή, ανάπλαση και διαμόρφωση της νέας Λεωφόρου Αρχαγγέλου στη Λευκωσία προς υλοποίηση του ρυθμιστικού σχεδίου και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα Αγωγή, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών φακέλων που αφορούν: (
- i)την προμελέτη και τη μελέτη κατασκευής της Λεωφόρου, (
- ii)τα κατασκευαστικά σχέδια της Λεωφόρου, (iii) όλα τα σημειώματα υπηρεσιακών συσκέψεων και τα σημειώματα των λειτουργών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών, των υπαλλήλων και ή αξιωματούχων, των εργολάβων και ή υπεργολάβων της Λεωφόρου, που σχετίζονται με τη μελέτη και την κατασκευή της, (
- iv)τα τροποποιημένα κατασκευαστικά σχέδια της Λεωφόρου, (
- v)τις σχετικές οδηγίες εργοταξίου («site instructions») της Λεωφόρου, (
- vi)το ημερολόγιο της Λεωφόρου, (vii) τους εργαστηριακούς ελέγχους του εδάφους και τις γεωλογικές και γεωτεχνικές μελέτες της Λεωφόρου, (viii) τα έγγραφα και συμβόλαια προσφορών της Λεωφόρου, και (
- ix)την αλληλογραφία μεταξύ του μελετητή, του υπεύθυνου συντονιστή της Λεωφόρου, του κατασκευαστή και του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών σε σχέση με την κατασκευή της. Περαιτέρω η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα για τη λήψη αντιγράφων των εν λόγω φακέλων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΠ (εφεξής «ο ΠΠ»), διευθυντή της Αιτήτριας. Ο ΠΠ ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω φάκελοι και τα έγγραφα αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και την κατασκευή δημόσιας οδού, ήτοι της Λεωφόρου Αρχαγγέλου, προς εκτέλεση ρυθμιστικού σχεδίου το οποίο αποτελεί πολεοδομικό έργο και εκπονήθηκε και τελούσε υπό την αρμοδιότητα και ευθύνη του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εν λόγω φάκελοι και τα έγγραφα βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή και φύλαξη του Εναγομένου και δεν είναι προσβάσιμοι στο ευρύ κοινό και ότι είναι απολύτως σχετικοί με τα επίδικα θέματα. Ειδικότερα αναφέρει ότι οι φάκελοι και τα έγγραφα είναι απολύτως αναγκαίοι αφενός για την παρουσίαση στο Δικαστήριο της πλήρους εικόνας και αφετέρου για την προσαγωγή μαρτυρίας αναφορικά με τις θέσεις της Αιτήτριας για κατασκευαστική αστοχία και αμέλεια του Καθ΄ ου η Αίτηση αναφορικά με την εκπόνηση του ρυθμιστικού σχεδίου, τη μελέτη, κατασκευή, ανάπλαση και τροποποίηση των σχεδίων κατασκευής της Λεωφόρου, συμπεριλαμβανομένης της βύθισης της κατά περίπου 2 μέτρα και της κατασκευής τοίχου αντιστήριξης. Τέλος, ο ΠΠ σημειώνει ότι η Αίτηση δεν αποτελεί προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, αιτιολογεί τον χρόνο υποβολής της Αίτησης και επικαλείται το συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας στην προσαγωγή μέσων αποδείξεως σχετικά με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση Αγωγής. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίκαιης περάτωσης της υπόθεσης. 2. Δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επιθεώρηση των εν λόγω εγγράφων και ή οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι άσχετοι με το περιεχόμενο των εγγράφων. 3. Τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Το αίτημα της Αιτήτριας είναι υπερβολικά γενικό και η αιτούμενη επιθεώρηση συνιστά προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας». Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ή είναι καταπιεστική. 4. Η Αίτηση είναι παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα πλην των εγγράφων που περιγράφονται στα σημεία (
- ii)και (
- iv)για τα οποία ο Εναγόμενος δεν φέρει ένσταση στην επιθεώρηση τους ενώ τα υπόλοιπα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον κ. ΔΔ (εφεξής «ο ΔΔ») ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του Τμήματος Δημοσίων Έργων από τον Φεβρουάριο του 2007 και στον Τομέα Μελετών από τον Μάρτιο του 2007 μέχρι και τον Ιούνιο του 2008 και ξανά από τον Ιούνιο του 2018 μέχρι σήμερα. Ο ΔΔ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Συγκεκριμένα αναφέρει πως μόνο τα έγγραφα των παρ. (
- ii)και (
- iv)είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και τους ισχυρισμούς περί αμέλειας του Εναγομένου, καθότι αφορούν τα υψόμετρα που υιοθετήθηκαν στο έργο και τη δημιουργία τοίχων αντιστήριξης, διευκρινίζοντας ότι το αποτέλεσμα και ή η κατασκευή του έργου υπό τη σημερινή του πραγματική μορφή αποτυπώνεται στα κατασκευαστικά έργα και στο ρυθμιστικό σχέδιο. Ισχυρίζεται ότι τα υπόλοιπα έγγραφα δεν προσδιορίζονται ούτε στην Αίτηση ούτε και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και ότι δεν αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναφορικά με αυτά. Ο ΔΔ αναφέρεται σε κάθε κατηγορία εγγράφων και επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους το αίτημα για επιθεώρηση είναι γενικό και δεν σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση ή ακόμα ότι πρόκειται για τεράστιο όγκο εγγράφων κάποια εκ των οποίων δεν έχουν εντοπιστεί και πιθανόν να έχουν καταστραφεί. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και κατά τρόπο καταπιεστικό και καταχρηστικό σε μια προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας προς υποστήριξη της υπόθεσης της Αιτήτριας. Η δεύτερη ένορκη δήλωση προέρχεται από την κα ΑΑ (εφεξής «η ΑΑ») η οποία εργάζεται στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και είναι Λειτουργός Πολεοδομίας στον Κλάδο Πολεοδομικών Οδικών Έργων από τον Απρίλιο του 2007. Η ΑΑ αναφέρεται στα έγγραφα υπό τις παρ. (iii) και (ix), επαναλαμβάνοντας ότι το αίτημα είναι πολύ γενικό κατά τρόπο που θα προκαλέσει στο Τμήμα κατασπατάληση πολύτιμου χρόνου και δεν αφορά τα επίδικα θέματα και τονίζοντας ότι όσα εμπίπτουν εντός της αρμοδιότητας του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως αποτυπώνονται στο ρυθμιστικό σχέδιο του δρόμου στο οποίο φαίνονται όλες οι πολεοδομικές και άλλες λεπτομέρειες. Και η ΑΑ ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ένα τεράστιο όγκο εγγράφων και ότι οι φάκελοι περιλαμβάνουν και αλληλογραφία που αφορά άλλα έργα, με τρίτους ιδιώτες και ή σημειώματα για καθαρά εσωτερικούς σκοπούς. Ως εκ τούτου η ΑΑ ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι καταπιεστικά καθότι λειτουργοί του Τμήματος θα πρέπει να ανατρέξουν σε τεράστιο όγκο φακέλων και να απομονώσουν τα έγγραφα που σχετίζονται με το επίδικο έργο, διεργασία η οποία εν πάση περιπτώσει δεν εξυπηρετεί την ουσία της υπόθεσης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Η επιθεώρηση εγγράφων διέπεται από τη Δ.28 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και προνοεί ως ακολούθως: «An application for an order to inspect documents except such as are disclosed in the pleadings, particulars or affidavits of the party against whom the application is made, shall be founded upon an affidavit showing of what documents inspection is sought, that the party applying is entitled to inspect them, and that they are in the possession or power of the other party. The Court or Judge shall not make such order for inspection of such documents when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs.» Σύμφωνα με το λεκτικό της ως άνω Διαταγής και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας), Σ. Α. Λιασίδη, Τόμος 3, σελ.1030, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να διατάξει την επιθεώρηση εγγράφων αφού ικανοποιηθεί ότι καθορίζονται τα έγγραφα για τα οποία ζητείται η επιθεώρηση, ότι ο Αιτητής δικαιούται να τα επιθεωρήσει και ότι αυτά βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του αντιδίκου του. Το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για επιθεώρηση τέτοιων εγγράφων εφόσον κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο είτε για τη δίκαιη αποπεράτωση του ζητήματος είτε για εξοικονόμηση εξόδων. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, αναφορικά με την αντίστοιχη Αγγλική O.31 r.12, στη σελ. 716, είναι αρκετό όπως τα αιτούμενα για επιθεώρηση έγγραφα περιγράφονται με τέτοιον τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η προσαγωγή προς επιθεώρηση. Στη σελ. 719 αναφέρεται ότι τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επιθεώρηση θα πρέπει να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση υπόθεσης. Κρίνεται χρήσιμη η παράθεση αυτούσιων των σχετικών αποσπασμάτων: «It is sufficient if the documents are described in such a manner as to enable production, if ordered, to be enforced (Taylor v. Batten, 4 Q. B. D. pp. 87,88; Budden v. Wilkinson , [1893] 2 Q. B. 432). . Documents are relevant which contain information which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage . that of his adversary, or which may fairly lead him to a train of inquiry which may have either of these two consequences (see Esher, M.R., in Comp. Fin. V. Peruvian Guano Co., 11 Q. B. D. p. 63). They are not confined to such as would be admissible in evidence (see . Jessel, M.R., in Bustros v. White, 1 Q. B. D. p. 425; and Blackburn, J., in Hutchinson v. Glover, 1 Q. B. D. p. 141, and O' Rourke v. Darbishire, [1920] A. C. 581, per Viscount Finlay, L. C., at p. 606, per Lord Summer at p. 516, and per Lord Wrenbury at p. 629). Every document which will throw any light on the case is relevant.» Στη σελ. 713 περιέχεται μια διαφωτιστική ανάλυση του τρόπου απόφασης επί της σχετικότητας των υπό επιθεώρηση εγγράφων, στο ακόλουθο απόσπασμα: «The party's oath that a particular document is irrelevant is conclusive against ordering its production, unless the Court is satisfied from certain sources that in spite of his oath to the contrary the document is relevant; mere suspicion derived from these sources, although sufficient to justify the Court in ordering a further affidavit (see infra), does not entitled the Court to order production ; when, therefore, the further affidavit has been made and the relevancy is clearly denied, the Court can go no further ; it cannot disregard his oath unless reasonably satisfied of its untruth : the affidavit is similarly conclusive in the case of documents admittedly relevant, for which protection is claimed, so far as regards any statement of fact. In Chowood, Ltd. v. Lyall, [1929] 2 Ch. 406, Clauson, J., after referring to the rule enunciated by Knight Bruce, V.-C., in Comb v. Corp. of London
(1842), 1 Y. & C. 631, 651, said (at p. 411) : "I am bound to accept . the plaintiff's averment that the documents do not in any way tend to prove or support the case of the defendant unless . . . it is reasonably certain, upon the affidavit itself, that the plaintiffs erroneously represented or misconceived the nature and effect of those documents". A company brought an action for a declaration that it was entitled to avoid an insurance policy, on the ground that it had been obtained by non-disclosure of material facts. The assured had failed to disclose that he had been convicted of two motoring offences. The defendants denied that this non-disclosure was material, and applied for discovery of documents relating to policies where disclosure of similar convictions had been made. It was held that the discovery sought was not material to the issue raised. A prudent insurer, who might accept a policy where a conviction had been disclosed, might nevertheless refuse to accept one where he subsequently discovered that the conviction had been concealed (Merchants' and Manufacturers' Ins. Co. v. Davis, [1937] 2 All E.R. 767, C. A.).» Το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να σημειώσει εξαρχής πως είναι άξιον απορίας γιατί η Ενάγουσα επέλεξε να προχωρήσει απ΄ ευθείας με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης ζητώντας επιθεώρηση εγγράφων τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται καν στην ένορκη αποκάλυψη του Εναγομένου και δεν καταχώρισε αίτηση για ειδική αποκάλυψη εγγράφων και για επιθεώρηση αυτών σε περίπτωση που θα αποκαλύπτονταν, δυνάμει της Δ.28. Ενόψει της αποδοχής του Εναγομένου για την επιθεώρηση των εγγράφων υπό τις παρ. (
- ii)και (
- iv)ανωτέρω, ως σχετικών με τα επίδικα θέματα της Αγωγής, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του υπόλοιπου μέρους του αιτητικού αυτής. Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί εξαρχής μια σύντομη αναφορά στη φύση της Αγωγής και στο περιεχόμενο των δικογράφων. Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η Ενάγουσα ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα των ζημιογόνων και ή αδικαιολόγητων και ή ανεπίτρεπτων επεμβάσεων στο δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, περιουσίας και επαγγέλματος της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας πρατηρίου βενζίνης και υπεραγοράς στην περιοχή στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου, λόγω των επεμβάσεων από έργα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και ή του Υπουργείου Εσωτερικών και ή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως τα οποία προκάλεσαν ουσιώδη μείωση της αξίας της περιουσίας και ουσιώδη ζημιά στα επαγγελματικά σχέδια της. Ζητά επίσης διάταγμα για τη λήψη διορθωτικών μέτρων και ή προσαρμογών των εν λόγω οδικών κατασκευών ούτως ώστε να τερματιστούν και ή να αποφεύγονται οι συνεπαγόμενες ζημιογόνες και ανεπίτρεπτες επεμβάσεις στα ως άνω αναφερόμενα δικαιώματα της Ενάγουσας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 18.12.15, η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια πρατηρίου βενζίνης και υπεραγοράς τα οποία, πριν τη δημιουργία της νέας Λεωφόρου, βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου και εφάπτονταν με απ΄ ευθείας εισόδους και εξόδους από τη Λεωφόρο και με πρόσβαση από τους οδηγούς που κατευθύνονταν από τη Λευκωσία προς το Τρόοδος και αντίστροφα. Μεταξύ των ετών 1987 και 2011 η Ενάγουσα είχε σειρά επαφών και ανταλλαγές επιστολών με τις αρμόδιες αρχές με εισηγήσεις για μείωση των αρνητικών επιπτώσεων που θα είχε η δημιουργία της νέας Λεωφόρου στην ακίνητη περιουσία και στις επιχειρήσεις της, πλην όμως οι εισηγήσεις της απορρίφθηκαν από τις αρμόδιες αρχές με αποτέλεσμα ο σχεδιασμός και ή η εκτέλεση του έργου να έγινε αμελώς και ή κατά παράβαση των νομίμων και ή συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και τις λεπτομέρειες αμέλειας, ο παλαιός κύριος δρόμος Λεωφόρος Αρχαγγέλου μετατράπηκε σε υπηρεσιακό βοηθητικό δρόμο, η νέα Λεωφόρος βυθίστηκε κατά 2 μέτρα, ανηγέρθη τοίχος αντιστήριξης ύψους 2 μέτρων διαχωρίζοντας τη Λεωφόρο με τον υπηρεσιακό δρόμο και τοποθετήθηκε διαχωριστική νησίδα εμποδίζοντας την πρόσβαση οχημάτων με κατεύθυνση από Τρόοδος προς Λευκωσία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες παράβασης του Νόμου και των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της άδειας διαχωρισμού των οικοπέδων, η κεκτημένη προσβασιμότητα και η ορατότητα των ακινήτων από τη Λεωφόρο και τα συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας δυνάμει των άρθρων 23, 28 και 179 του Συντάγματος. Λόγω της διαμόρφωσης του δρόμου, δύο άλλα παρακείμενα πρατήρια βενζίνης απέκτησαν ευκολότερη πρόσβαση και επιπλέον η Ενάγουσα απώλεσε έσοδα ύψους €20.000 ετησίως από τρεις πινακίδες διαφημίσεων η ύπαρξη των οποίων έχει πλέον καταστεί αδύνατη. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση η οποία καταχωρίστηκε στις 18.12.19, ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγωγή καθότι τα εγειρόμενα σε αυτή ζητήματα αφορούν άμεσα ή έμμεσα σε αναθεώρηση και ή έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων που ανήκει αποκλειστικά στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ανεξαρτήτως της προδικαστικής ένστασης, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι αναπτύξεις στα δύο ακίνητα της Ενάγουσας λειτουργούσαν για χρόνια παράτυπα και ή παράνομα και ότι τα άλλα δύο πρατήρια τυγχάνουν της ίδιας προσβασιμότητας. Ισχυρίζεται επίσης ότι με την υλοποίηση του εγκεκριμένου ρυθμιστικού σχεδίου επιτυγχάνεται ψηλό επίπεδο οδικής ασφάλειας και σημαντική αύξηση της χωρητικότητας του δρόμου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η δημιουργία υπηρεσιακών δρόμων στα τμήματα της Λεωφόρου Αρχαγγέλου προσφέρει καλύτερη και ασφαλέστερη κυκλοφοριακή διαχείριση της περιοχής, ο υπηρεσιακός δρόμος δεν επηρεάζει την προσβασιμότητα και ή δεν εμποδίζει την ορατότητα των αναπτύξεων της Ενάγουσας αλλά αντιθέτως κατασκευάστηκαν επιπρόσθετοι χώροι στάθμευσης και αρνείται οποιαδήποτε αποδιδόμενη σε αυτόν ευθύνη. Επίσης ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα επέδειξε αμέλεια καθότι παρέλειψε να θέσει σήματα εισόδου πέραν από αυτά που τέθηκαν από τους κατασκευαστές του δρόμου, δεν είχε προσφορές για προσέλκυση του καταναλωτικού κοινού, δεν διαφήμιζε προϊόντα ή υπηρεσίες και δεν έλαβε μέτρα για τη μείωση του επιχειρηματικού κινδύνου η οποία εν πάση περιπτώσει δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε πράξη και ή παράλειψη του Εναγομένου. Στην απάντηση στην υπεράσπιση η οποία καταχωρίστηκε στις 16.1.20, η Ενάγουσα αρνείται την προδικαστική ένσταση και όλους τους ισχυρισμούς περί αμέλειας εκ μέρους της και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της όπως περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, υπήρξε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και μεταγενέστερα αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Παρά το παλαιό της Αγωγής, η τροποποιημένη δικογραφία συμπληρώθηκε στις 16.1.20 με την καταχώριση της απάντησης στην τροποποιημένη υπεράσπιση. Στις 17.9.20 έγινε αλλαγή δικηγόρου της Ενάγουσας και στις 18.9.20, ημερομηνία κατά την οποία η Αγωγή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά οδηγίες μετά την συμπλήρωση της τροποποιημένης δικογραφίας, το Δικαστήριο την όρισε ξανά για οδηγίες στις 12.10.20. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 2 και 3.11.20 όταν στο μεταξύ μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης η οποία ορίστηκε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στις 2.11.20. Με δεδομένο τον χρόνο συμπλήρωσης των τροποποιημένων δικογράφων και το μετέπειτα ιστορικό της διαδικασίας, διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα ενήργησε χωρίς καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος της για επιθεώρηση των εγγράφων. Και τούτο, λαμβανομένης υπόψιν και της αρχής πως, εκτός σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο διατάζει την επιθεώρηση εγγράφων από ένα διάδικο μετά την καταχώριση του δικογράφου του αντιδίκου του - βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 683-684. Στην αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας εγείρεται ζήτημα για τη φύση και δεκτότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ΔΔ. Ο κ. Λεοντίου εισηγείται ότι ο ΔΔ δεν εργαζόταν στο Τομέα Μελετών κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του για τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση και επομένως οι ισχυρισμοί του αποτελούν αυθαίρετες εισηγήσεις και την προσωπική του άποψη και όχι μαρτυρία. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, είναι επιτρεπτό όπως η ένορκη δήλωση περιέχει αναφορές βασιζόμενες σε πληροφόρηση, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή αυτής της πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΔΔ από την πρώτη κιόλας παράγραφο της ένορκης του δήλωσης αναφέρει την ιδιότητα, τα ακαδημαϊκά του προσόντα και το ιστορικό της εργασίας του από το 2007 μέχρι και σήμερα. Επίσης δηλώνει εξουσιοδοτημένος από το Τμήμα Δημοσίων Έργων και τον Εναγόμενο να προβεί στην παρούσα και πως γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της πρόσβασης στους σχετικούς φακέλους και λόγω της θέσης και προσωπικής του συμμετοχής στη συμπλήρωση των κατασκευαστικών σχεδίων. Αναφέρει επίσης ότι έλαβε και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του Εναγομένου. Στις επόμενες παραγράφους προβάλλει τους ισχυρισμούς του. Σε κάποιες παραγράφους μάλιστα επανέρχεται και προβαίνει σε ειδική αναφορά στη λήψη ενημέρωσης από τους δικηγόρους για τους εκεί ισχυρισμούς του. Η παράλειψη στις υπόλοιπες παραγράφους να αναφέρει εκ νέου την πηγή της πληροφόρησης του δεν είναι αναγκαία εφόσον την αποκαλύπτει στην αρχή της ένορκης του δήλωσης και συγκεκριμενοποιεί ακολούθως σε ποια ζητήματα έλαβε ενημέρωση και πληροφόρηση από τους δικηγόρους, καθότι φαίνεται ξεκάθαρα στις υπόλοιπες παραγράφους πως οι ισχυρισμοί του βασίζονται στην ιδιότητα, προσόντα και εμπειρία του με βάση το περιεχόμενο των φακέλων και στην προσωπική του ανάμειξη. Όλες αυτές οι αναφορές του είναι επαρκείς για να καταδείξουν την πηγή της γνώσης του για όλα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση προς πλήρη συμμόρφωση με τη σχετική δικονομική πρόνοια. Όπως διαφαίνεται από το αιτητικό, το αρχικό μέρος αυτού αφορά σε επιθεώρηση όλων των σχετικών φακέλων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών που βρίσκονται ή ευρίσκοντο στην κατοχή ή εξουσία του Εναγομένου και οι οποίοι αναφέρονται σε και ή περιέχουν έγγραφα, σημειώματα, μελέτες, ημερολόγια, συμβόλαια και ή σχέδια για την κατασκευή, ανάπλαση και διαμόρφωση της νέας Λεωφόρου Αρχαγγέλου στη Λευκωσία προς υλοποίηση του ρυθμιστικού σχεδίου και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην Αγωγή. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό καταγράφεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία σε βαθμό που δεν ισοδυναμεί με οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση ή προσδιορισμό των εγγράφων των οποίων ζητείται η επιθεώρηση. Αντιθέτως, αυτό το αίτημα αφορά σε ένα πολύ ευρύ φάσμα εγγράφων και απολήγει ουσιαστικά σε οποιοδήποτε έγγραφο αφορά το συγκεκριμένο ρυθμιστικό σχέδιο της Λεωφόρου Αρχαγγέλου. Σαφώς το εν λόγω έργο αποτελεί το αντικείμενο και επίδικο ζήτημα της παρούσας Αγωγής, πλην όμως η φύση και η βάση της απαίτησης της Ενάγουσας στηρίζεται εξολοκλήρου σε αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων και συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας ως προς την κατασκευή και την τελική διαμόρφωση του έργου με συγκεκριμένες ενέργειες όπως περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Με άλλα λόγια, η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται και αφορά σε συγκεκριμένα και περιορισμένα ζητήματα που αφορούν στο έργο, όπως π.χ. την κατασκευή υπηρεσιακού δρόμου, την υψομετρική διαφορά της Λεωφόρου με τον υπηρεσιακό δρόμο, την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης, τη δημιουργία διαχωριστικής νησίδας και τη δυνατότητα ευμενούς πρόσβασης σε παρακείμενα πρατήρια με αποτέλεσμα την άνιση μεταχείριση, την απώλεια εισοδημάτων και τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της Ενάγουσας αναφορικά με την περιουσία και τις επιχειρήσεις της. Έτσι καθίσταται σαφές ότι η Αγωγή αφορά και σχετίζεται άμεσα με το ρυθμιστικό έργο, αλλά περιορίζεται σε ένα φάσμα αυτού. Με το πρώτο αυτό μέρος του αιτητικού η Αιτήτρια επιχειρεί την επιθεώρηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αφορούν στο έργο. Τέτοια γενικότητα και αοριστία δεν δύναται να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση διατάγματος για επιθεώρηση και επιπλέον επεκτείνεται πολύ πέραν των επίδικων θεμάτων της Αγωγής και ξεφεύγει του πλαισίου της σχετικότητας των εγγράφων με τα επίδικα θέματα. Μάλιστα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο τρόπος διατύπωσης αυτού του μέρους του αιτητικού με τόση ευρύτητα δεν καταδεικνύει μια γνήσια προσπάθεια επιθεώρησης εγγράφων για σκοπούς της σχετικής δικονομικής πρόνοιας αλλά μια προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό και ξεφεύγει του πλαισίου και σκοπού της επιθεώρησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Attorney-General v. North Metropolitan Tramways Company
(1892)3 Ch. 70 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «But the Attorney-General, acting for these companies, asks for a general inspection of all the Defendants' books relating to the matters in question in the action, including all their books relating to the traffic they have carried on, and the stock they have manufactured and sold; in short, what is asked for is full information from the Defendant company, carrying on a trade in competition with others - full information to their rivals in trade - of how they are carrying on this business. In my opinion, they are not entitled to anything of the sort;» Ερχόμενη τώρα στο μέρος του αιτητικού με το οποίο περιγράφονται διάφορες κατηγορίες εγγράφων, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΠΠ, προβάλλει και πάλι με πλήρη γενικότητα και αοριστία ότι τα υπό επιθεώρηση έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα επειδή αφορούν στην εκπόνηση του ρυθμιστικού έργου, τη μελέτη, κατασκευή, ανάπλαση και τροποποίηση των σχεδίων κατασκευής της Λεωφόρου. Αυτός ο γενικός ισχυρισμός δεν είναι ικανός να καταδείξει με ποιον τρόπο η κάθε κατηγορία εγγράφων είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, με δεδομένο ότι η Αγωγή δεν αφορά γενικά σε κάθε έκφανση και σε όλο το ιστορικό του ρυθμιστικού έργου αλλά σε συγκεκριμένο φάσμα και πλαίσιο αυτού. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η Ενάγουσα επιχειρεί μέσω της αγόρευσης να συγκεκριμενοποιήσει τους λόγους για τους οποίους η κάθε κατηγορία είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, πλην όμως η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία για σκοπούς της Αίτησης. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας για τη σχετικότητα των εγγράφων αυτών αντικρούεται από την πλευρά του Εναγομένου μέσω των δύο ενόρκως δηλούντων. Αυτοί ασχολούνται με καθεμιά κατηγορία ονομαστικά και ξεχωριστά και επεξηγούν γιατί θεωρούν πως τα έγγραφα που εμπίπτουν σε αυτή δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Σύμφωνα και με τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν τον τρόπο καθορισμού της σχετικότητας των εγγράφων, διαφαίνεται ότι οι ισχυρισμοί των ενόρκως δηλούντων για τον Εναγόμενο πως έγγραφα δεν είναι σχετικά αποτελούν επαρκή και ικανοποιητική περί τούτου, εκτός στις περιπτώσεις στις οποίες διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να δώσει βαρύτητα στις ένορκες δηλώσεις, όπως π.χ. σε περίπτωση που κρίνει ότι σε αυτές δίδεται λανθασμένη ή παραπλανητική περιγραφή της φύσης ή του αποτελέσματος των υπό επιθεώρηση εγγράφων ή ότι το ίδιο είναι σε θέση να αποφασίσει επί της σχετικότητας ανεξαρτήτως της προβαλλόμενης περί του αντιθέτου θέσης. Σχετικά παραπέμπω στο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ. 31, παρ. 44, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «So when inspection is sought, it will only be ordered where the Court is reasonably certain from the affidavit of documents itself, or from the nature of the case, or of the documents in question (j), or from admissions made by the party in his pleadings or in any other affidavit, that he has erroneously represented or misconceived the nature or effect of the documents in question (k). The Court will accept the affidavit as conclusive unless it is made clear that the oath of the party cannot be relied on (l), and, as a rule, before production will be ordered, the party resisting the discovery will be allowed to make a further affidavit to protect the document if he can (m). The party seeking the discovery cannot bring evidence by affidavit or otherwise to show that the statements in the affidavit of documents are untrue (o), nor can he seek to cross-examine the deponent (p).» Ως εκ τούτου, κατά την εξέταση του ζητήματος της σχετικότητας των υπό επιθεώρηση εγγράφων, το Δικαστήριο δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στους ισχυρισμούς του Εναγομένου αλλά και το ίδιο δύναται να διαπιστώσει τη σχετικότητα ή μη αυτών αν τέτοια δυνατότητα του παρέχεται από τα όσα τίθενται ενώπιον του στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Στο σημείο αυτό κρίνεται να λεχθεί ότι η παράλειψη από τον Εναγόμενο αποκάλυψης των κατασκευαστικών και τροποποιημένων κατασκευαστικών σχεδίων, για τα οποία υπενθυμίζεται δεν φέρει ένσταση ως προς την επιθεώρηση, δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τη στάση και γνησιότητα και αλήθεια των ισχυρισμών του Εναγομένου. Και τούτο καθότι ο σκοπός της διαδικασίας αποκάλυψης αφορά στην παρουσίαση των εγγράφων και της μαρτυρίας που η κάθε πλευρά προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη δίκη είτε προς υποστήριξη της υπόθεσης της είτε προς αντίκρουση της υπόθεσης του αντιδίκου και όχι γενικά στην παρουσίαση οποιουδήποτε εγγράφου κρίνεται σχετικό με τα επίδικα θέματα. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271 και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2, παρ. 1. Ειδικότερα, ο ΔΔ ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα υπό την παρ. (
- i)δεν βοηθούν την Ενάγουσα καθότι η πεμπτουσία είναι τα κατασκευαστικά σχέδια τα οποία αποτυπώνουν την τελική εικόνα της κατασκευής του έργου. Το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμη αυτή τη θέση καθότι πράγματι η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στην τελική διαμόρφωση του έργου και τις συνέπειες που αυτή έχει στα δικαιώματα της. Ο ΔΔ ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα υπό την παρ. (iii) αφορούν ένα υπερβολικά μεγάλο όγκο εγγράφων και περιλαμβάνουν αλληλογραφία για το έργο με τρίτα πρόσωπα, ήτοι ιδιώτες και τους αρμόδιους Δήμους, η οποία δεν αφορά ούτε και εξυπηρετεί την υπόθεση της Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει αυτή η θέση κρίνεται βάσιμη και από το Δικαστήριο ως προς το ότι η όποια αλληλογραφία με τρίτα πρόσωπα δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της απαίτησης της Ενάγουσας. Επιπλέον παρέμεινε χωρίς αντίκρουση και ο ισχυρισμός του ΔΔ πως η σχετική αλληλογραφία στους φακέλους μεταξύ του Διευθυντή της Ενάγουσας και ή της Ενάγουσας με το Τμήμα Δημοσίων Έργων και με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως βρίσκεται ήδη στην κατοχή της Ενάγουσας, καθότι περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους της ημ. 22.11.13. Επομένως είναι σαφές και προς το Δικαστήριο ότι η σχετική με τα επίδικα θέματα αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων βρίσκεται στην κατοχή και γνώση της Ενάγουσας και τυχόν επιθεώρηση αυτής δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Οι οδηγίες εργοταξίου, ως η παρ. (v), αφορούν, σύμφωνα με τον ΔΔ, ένα πολύ μεγάλο όγκο εγγράφων με οδηγίες του μηχανικού του έργου προς τον εργολάβο για την ορθή διεκπεραίωση της εργασίας ή διασαφήνιση κάποιας ασάφειας για επίλυση προβλημάτων ή μικρές τροποποιήσεις κατά την εκτέλεση του έργου οι οποίες όμως δεν σχετίζονται με τις ουσιώδεις τροποποιήσεις στα κατασκευαστικά σχέδια. Και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα έγγραφα τα οποία φαίνεται να αφορούν στην καθημερινή πορεία των εργασιών και σε τυχόν μικρές αλλαγές δεν σχετίζονται με την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης αλλά αντιθέτως αφορούν στοιχεία και λεπτομέρειες άσχετες με τη βάση της απαίτησης της Ενάγουσας. Επιπλέον, ο ΔΔ ισχυρίζεται ότι αυτά δεν έχουν εντοπιστεί και πιθανόν να έχουν καταστραφεί, ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων τα οποία δεν είναι διαθέσιμα. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο The Annual Practice 1958, σελ. 718, όπου αναφέρονται τα εξής: «No order for production of a document can be made against a party unless he has directly or indirectly admitted both possession and relevancy : see Bray's Digest, Arts. 31 and 32.» Αναφορικά με τα έγγραφα υπό την παρ. (vi), ο ΔΔ ισχυρίζεται ότι αυτά αφορούν και πάλι ένα υπερβολικά μεγάλο όγκο εγγράφων σχετικά με τον καθημερινό προγραμματισμό του εργολάβου σε χρόνο, φύση εργασίας, μηχανήματα και προσωπικό καθόλη τη διάρκεια του έργου. Ειδικότερα αφορούν την καθημερινή καταγραφή του προσωπικού που απασχολήθηκε, τις διεξαχθείσες ανά σημείο και έργο εργασίες, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν κάθε μέρα της κατασκευής και συναφή θέματα για την καθημερινή διεξαγωγή των εργοταξίων, ενώ τέτοιο ημερολόγιο δεν έχει να κάνει με τον σχεδιασμό. Επομένως, αυτό το ημερολόγιο με την καθημερινή ροή και εξέλιξη του έργου κρίνεται και από το Δικαστήριο παντελώς άσχετο με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Επιπλέον, από τη στιγμή που σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΔΔ, αυτό το ημερολόγιο δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα και πιθανόν να έχει καταστραφεί καθότι αφορά σε διαδικαστικά θέματα, τότε καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να διατάξει επιθεώρηση εγγράφων τα οποία δεν ανευρίσκονται και δεν είναι διαθέσιμα. Αναφορικά με τα έγγραφα της παρ. (vii), ο ΔΔ ισχυρίζεται ότι οι μελέτες δεν σχετίζονται με τα υψόμετρα του έργου, τη θέση του βοηθητικού δρόμου ή τα υψόμετρα του έργου αλλά καθορίζουν το πάχος του οδοστρώματος και τυχόν προβλήματα στο υπέδαφος για να αντέχει τα βαρετά φορτία, χωρίς να προκαλούν αλλοίωση της φυσικής μορφολογίας του εδάφους. Οι ισχυρισμοί του ΔΔ ουδόλως καταδεικνύουν ότι οι μελέτες σχετίζονται με τη βύθιση του δρόμου και την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης ως η θέση του δικηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευση του, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Επομένως, και αυτά δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της Αγωγής, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει βρίσκει σύμφωνο και το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έγγραφα υπό την παρ. (viii), o ΔΔ ισχυρίζεται ότι αυτά δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα ενώ το μέρος των εν λόγω εγγράφων που είναι σχετικό θα επιθεωρηθεί από την Ενάγουσα ως μέρος των κατασκευαστικών σχεδίων του έργου. Και πάλι και το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα έγγραφα και συμβόλαια προσφορών ουδόλως άπτονται της ουσίας των ισχυρισμών της Ενάγουσας για αμέλεια στην κατασκευή και για τις επιπτώσεις του έργου. Τέλος, ο ΔΔ ισχυρίζεται πως τα έγγραφα υπό την παρ. (
- ix)και πάλι δεν είναι σχετικά με επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο συμμερίζεται αυτή την άποψη ενόψει της φύσης της απαίτησης και των ισχυρισμών της Ενάγουσας όπως επεξηγείται και ανωτέρω. Η ΑΑ με τη σειρά της διευκρινίζει ότι τα μόνα έγγραφα που αφορούν το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως είναι οι κατηγορίες υπό τις παρ. (iii) και (ix). Η ΑΑ περιγράφει τον ρόλο του Τμήματος, ότι δηλαδή τα όσα αποτελούν αρμοδιότητα του ως προς τον σχεδιασμό αποτυπώνονται στο ρυθμιστικό σχέδιο, καθότι το Τμήμα αποφασίζει το πλάτος της Λεωφόρου σε συνάρτηση με το κυκλοφοριακό σύστημα και ετοιμάζει το ρυθμιστικό σχέδιο στο οποίο φαίνονται όλες οι πολεοδομικές και άλλες λεπτομέρειες κατά μήκος του δρόμου, όπως π.χ. αριθμός και πλάτος λωρίδων κυκλοφορίας, πεζοδρόμιο, ποδηλατόδρομος, λωρίδες πρασίνου, προσβάσεις των ιδιοκτησιών, συνδέσεις με παρακείμενες παρόδους, αριθμός και τρόπος διάταξης των χώρων στάθμευσης, δημιουργία υπηρεσιακών δρόμων κ.λπ. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΑΑ, η τελική μορφή του έργου όσον αφορά τα υψόμετρα και τους τοίχους αντιστήριξης είναι αρμοδιότητα του Τμήματος Δημοσίων Έργων και αποτυπώνονται στα κατασκευαστικά σχέδια για τα οποία δεν υπάρχει ένσταση για επιθεώρηση. Επίσης, τα έγγραφα που αφορούν το επίδικο έργο φυλάσσονται ανά ημερομηνία σύνταξης στο Τμήμα Πολεοδομίας και όχι ανά θέμα και στους φακέλους περιλαμβάνονται έγγραφα που αφορούν και άλλα παρακείμενα έργα, επιστολογραφία με ιδιώτες που επηρεάζονται από το έργο και τα συναρμόδια τμήματα, έγγραφα που κοινοποιούνται στο Τμήμα για απλή ενημέρωση, απαλλοτριώσεις, αποζημιώσεις-εκτιμήσεις, προσφυγές για τις απαλλοτριώσεις και η σχετική επιστολογραφία και εσωτερικά σημειώματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Σαφώς και το Δικαστήριο υιοθετεί την ίδια άποψη αναφορικά με τα ως άνω έγγραφα τα οποία δεν αφορούν και σχετίζονται με την τελική διαμόρφωση του έργου και τις όποιες συνέπειες αυτού στην Ενάγουσα. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς του Εναγομένου ως προς τη φύση των κατηγοριών των αιτούμενων προς επιθεώρηση εγγράφων, θεωρώ ότι και το ίδιο το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει τη σχετικότητα αυτών σε συνδυασμό με τις δικογραφημένες θέσεις. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι οι κατηγορίες αφορούν ένα πολύ ευρύ φάσμα εγγράφων και η Ενάγουσα δίδει μια πολύ γενική αναφορά ως προς τη σχετικότητα τους εφόσον αφορούν στο σχέδιο. Θεωρώ ότι αυτή η αναφορά δεν αποτελεί επαρκή προσδιορισμό της σχετικότητας. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θωρεί ότι ο Εναγόμενος δίδει ολοκληρωμένες και εύλογες θέσεις για τη μη σχετικότητα των εγγράφων. Όπως άλλωστε μπορεί να διαπιστώσει και το Δικαστήριο, το βασικό αντικείμενο της Αγωγής είναι η αμέλεια που επεδείχθη κατά την κατασκευή του έργου με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της κατάστασης του δρόμου με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργεί ζημιά στα δικαιώματα και απώλεια εισοδημάτων της Ενάγουσας, επομένως όλα τα έγγραφα που αφορούν στην όλη διεξαγωγή του έργου από το στάδιο διαμόρφωσης, τη διαδικασία εκτέλεσης και άλλες παρεμφερείς διαδικασίες και επικοινωνίες που αφορούν και σε τρίτα πρόσωπα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση Αγωγής. Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι η απαίτηση της στηρίζεται σε όλη την έκφανση του έργου αλλά ουσιαστικά απολήγει και περιορίζεται στην τελική κατασκευή του έργου και τις όποιες συνέπειες αυτού στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως τα αιτούμενα προς επιθεώρηση έγγραφα δεν κρίνονται σχετικά με τα επίδικα θέματα και τυχόν επιθεώρηση τους δεν θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Αγωγής. Αντιθέτως, τυχόν έκδοση διατάγματος επιθεώρησης όλων αυτών των εγγράφων θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση και έξοδα και με επιπρόσθετο κίνδυνο την επέκταση και πολυπλοκότητα της όλης διαδικασίας με αχρείαστη μαρτυρία και με καθυστέρηση στην πορεία της ακρόασης της υπόθεσης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η Ενάγουσα στηρίζει το αίτημα της στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος ως προς το συνταγματικό και αναφαίρετο δικαίωμα της στην πρόσβαση υλικού και στην προσαγωγή μέσων αποδείξεως της υπόθεσης της. Μάλιστα ο δικηγόρος της Ενάγουσας επικαλέστηκε δυσανάλογο πλεονέκτημα του Εναγομένου εφόσον αυτός κατέχει και γνωρίζει όλα τα σχετικά έγγραφα, εκφράζοντας τη θέση πως δεν είναι καν θέμα διακριτικής ευχέρειας για τον Εναγόμενο να αποφασίσει σε ποια έγγραφα θα επιτρέψει πρόσβαση και σε ποια όχι με βάση τα άρθρα 34 και 35 του Συντάγματος. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως από τη στιγμή που η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα Αγωγή, εύλογα συνάγεται και αναμένεται πως είχε γνώση των αναγκαίων εκείνων γεγονότων και στοιχείων δυνάμει των οποίων συνέταξε την Αγωγή και στήριξε την απαίτηση της. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει την ανάγκη διασφάλισης και προστασίας του συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας δυνάμει του άρθρου 30.3, πλην όμως θα πρέπει να λεχθεί πως από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αιτούμενα προς επιθεώρηση έγγραφα δεν είναι σχετικά με την υπόθεση και δεν θα εξυπηρετήσουν οποιαδήποτε πλευρά, τότε δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ενδεχόμενης παραβίασης των άρθρων και ανάγκης παρέμβασης του Δικαστηρίου για την ορθή εφαρμογή τους. Άλλωστε και η ίδια η Ενάγουσα αναφέρεται σε σχετικά έγγραφα και συναφή μαρτυρία προς επίκληση των εν λόγω άρθρων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στο σύγγραμμα A Practitioner's Guide to the European Convention on Human Rights, Karen Reid, 6η έκδοση, σελ. 192-193 και 196, με παραπομπή στα αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην Ευρωπαϊκή νομολογία. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας επικαλέστηκε και τον περί του Δικαιώματος Πρόσβασης σε Πληροφορίες του Δημόσιου Τομέα Ν.184(Ι)/17 προς υποστήριξη της θέσης για υποχρέωση πρόσβασης στα έγγραφα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν δύναται να εξετάσει τέτοια θέση καθότι αυτός ο Νόμος δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, αυτός ο Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Αφορά άλλη διαδικασία πληροφόρησης και πρόσβασης σε έγγραφα, ήτοι υποβολή γραπτής αίτησης προς τη δημόσια αρχή (άρθρα 8 και 9), και ρυθμίζει τις υποχρεώσεις της αρχής ως προς τον τρόπο χειρισμού της αίτησης μέχρι και απόρριψης της (άρθρα 10-18), η οποία σαφώς διαχωρίζεται από την υπό κρίση διαδικασία στα πλαίσια της Αγωγής και ουδεμία σχέση έχει με αυτή. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η εισήγηση του δικηγόρου πως στη βάση των συνταγματικών άρθρων και του Νόμου η Ενάγουσα έχει το αναφαίρετο και απόλυτο δικαίωμα στην πρόσβαση στα αιτούμενα έγγραφα δεν κρίνεται βάσιμη. Είναι και οξύμωρη η στάση της να επιμένει και υποστηρίζει αυτή τη θέση από τη μια ενώ ταυτόχρονα να καταχωρεί την υπό κρίση Αίτηση στη βάση της Δ.25 από την άλλη, δηλαδή να υποστηρίζει ταυτόχρονα το απόλυτο της δικαίωμα για πρόσβαση και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την επιθεώρηση. Τέλος, θεωρώ ότι γενικά ο τρόπος διαμόρφωσης και διατύπωσης του αιτητικού στο σύνολο του, οδηγεί στην εύλογη διαπίστωση πως η Αίτηση υποβάλλεται σε μια προσπάθεια επιτυχίας πρόσβασης σε οτιδήποτε σχετικό με το όλο έργο για σκοπούς αλίευσης μαρτυρίας και όχι μόνο για τον σκοπό επιθεώρησης των σχετικών εγγράφων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση στον βαθμό που αφορά στα έγγραφα για τα οποία υπάρχει ένσταση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ενόψει και της φύσης των υπό επιθεώρηση εγγράφων τα οποία είναι κατασκευαστικά σχέδια, θεωρώ πως δικαιολογείται και η δυνατότητα λήψης αντιγράφων. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η επιθεώρηση από την Ενάγουσα των κατασκευαστικών σχεδίων και των τροποποιημένων κατασκευαστικών σχεδίων της Λεωφόρου Αρχαγγέλου στη Λευκωσία, εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος διατάσσεται να επιτρέψει στην Ενάγουσα να επιθεωρήσει τα εν λόγω έγγραφα εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας και να λάβει αντίγραφα αυτών εντός 10 ημερών από την επιθεώρηση. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον του Εναγομένου - Καθ΄ ου η Αίτηση στο ¼ του συνολικού ποσού των εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο