← Κύπρος

Προδρόμου κ.α. ν. ΣΥΝΥΚΑ (ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ), μέσω του Γενικού Συμβουλίου και/ή της Διοικούσας Επιτροπής και/ή υπό την ιδιότητ

Προδρόμου κ.α. ν. ΣΥΝΥΚΑ (ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ), μέσω του Γενικού Συμβουλίου και/ή της Διοικούσας Επιτροπής και/ή υπό την ιδιότητα των ως διαχειριστές και/ή καταπιστευματοδόχοι, Αρ. Αγωγής: 2934/19, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2934/19 Μεταξύ:

  1. XXXXX Προδρόμου και άλλοι Ενάγοντες τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στον ΠΙΝΑΚΑ Α ο οποίος επισυνάπτεται στην παρούσα αγωγή Εναγόντων και ΣΥΝΥΚΑ (ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ), μέσω του Γενικού Συμβουλίου και/ή της Διοικούσας Επιτροπής και/ή υπό την ιδιότητα των ως διαχειριστές και/ή καταπιστευματοδόχοι Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Δ. Κούτρας, για Δημήτρης Κούτρας και Σία Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Καρακασίδου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. ------------ Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση των Εναγόντων ‑ Αιτητών για έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων ημερομηνίας 12/08/
  2. Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε σε Κλητήριο Γενικά Οπισθογραφημένο από 33 συνολικά Ενάγοντες, ως ο σχετικός πίνακας Α που επισυνάπτεται στο Κλητήριο Ένταλμα, στις 20/09/
  3. Με αυτήν, οι Ενάγοντες ζητούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν υπό την ιδιότητά τους ως συνεισφορείς και πιστωτές των Eναγόμενων, οι οποίοι εισέπρατταν διάφορα χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες και/ή διάφορα χρηματικά ποσά καταβάλλονταν μηνιαίως σε αυτούς από τους Ενάγοντες για την αγορά του κτήματος υπ' αριθμό Τεμαχίου XXXXX Φύλλο/Σχέδιο 21/54.05.02, Τμήμα XXXXX, Άγιοι Ομολογητές, επί του οποίου ανεγέρθη οικοδομικό συγκρότημα μεγάλης αξίας. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν συνεισφέρει τα ανωτέρω ποσά όχι χαριστικά, αλλά με την προοπτική της επένδυσης και του κέρδους. Διαζευκτικά ζητούν την επιστροφή σε αυτούς των αξιούμενων ποσών με απώλεια κέρδους, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως και των αρχών της σύστασης και λειτουργίας της Συντεχνίας των Eναγόμενων. Αξιώνουν επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει τους Eναγόμενους ή τους αντιπρόσωπούς τους όπως εναποδώσουν στους Ενάγοντες το μερίδιο που αναλογεί στον κάθε ένα τους σε σχέση με τη συνεισφορά τους και τα δικαιώματά τους επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των Eναγόμενων. Άλλη αξίωσή τους είναι η Δήλωση και/ή έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του Καταστατικού των Εναγομένων, η οποία έλαβε χώρα υπό των Eναγόμενων, είναι άκυρη και έγινε με μοναδικό σκοπό τον αποκλεισμό των Εναγόντων από οποιαδήποτε δικαιώματα και/ή ωφελήματα τα οποία είχαν οι Ενάγοντες, είτε ως συνεισφορείς είτε ως πιστωτές των Eναγόμενων, και/ή ότι αυτή έλαβε χώρα συνεπεία δόλου και ψευδών παραστάσεων. Ζητούν επίσης την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Eναγόμενοι όπως παράσχουν ένορκη και λεπτομερή κατάθεση αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισης των εισφορών των Εναγόντων μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής, είτε αφορούν εισφορές των Εναγόντων για την απόκτηση του επίδικου κτιρίου, είτε αφορούν τις εισφορές των Εναγόντων στη Συντεχνία των Εναγομένων, ως μέλη αυτής. Ζητούν, τέλος, αποζημιώσεις για αθέτηση από τους Eναγόμενους της δεσμευτικής και εκτελεστής σύμβασης, η οποία συνήφθη μεταξύ τους και των Eναγόμενων ως μελών της Συντεχνίας, και/ή αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε στους Eναγόμενους, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Μέχρι της στιγμής αυτής, και λόγω και των μέτρων που ισχύουν ενόψει της πανδημίας του κορονοϊού, δεν έχει καταχωρηθεί κανένα άλλο δικόγραφο στην παρούσα αγωγή, πλην του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Στις 12/08/2020 οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται: Α. Την έκδοση Διατάγματος το οποίο να εμποδίζει τους Eναγόμενους, τους υπηρέτες και/ή τους αντιπρόσωπους αυτών από του να πωλήσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, δηλαδή το οικοδομικό συγκρότημα επί του Τεμαχίου XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο 21/54.05.02, Τμήμα XXXXX, Άγιοι Ομολογητές, μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Διαζευκτικά με το αιτητικό υπό παράγραφο Α ανωτέρω, ζητούν την έκδοση Διατάγματος διά του οποίου οι Eναγόμενοι, οι υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι αυτών να εμποδίζονται από του να προβούν σε οποιανδήποτε πώληση, υποθήκευση, διάθεση, επιβάρυνση και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο, εάν δεν ενημερώσουν προηγουμένως το Δικαστήριο με γραπτό υπόμνημά τους, ώστε να εξασφαλιστούν οι Ενάγοντες προσωπικά και συνολικά στην παρούσα αγωγή. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.48 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/60, άρθρα 31 και 32, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ. 6, τα άρθρα 2, 37, 43

(2)και 47 του περί Συντεχνιών Νόμου του 1965 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Προδρόμου, που είναι η Ενάγουσα 1 ‑ Αιτήτρια 1 η οποία δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και από τους υπόλοιπους Ενάγοντες Αιτητές να προβεί σε αυτήν. Στην ένορκη δήλωσή της, η XXXXX Προδρόμου αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τα οποία μπορεί να ορκιστεί θετικά, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από όλους τους Ενάγοντες Αιτητές να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και αναφέρει ότι έχει διαβάσει το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής και συμφωνεί πλήρως με αυτό. Αναφέρει επίσης ότι είναι μέλος του προσωπικού των Eναγόμενων μαζί με τους υπόλοιπους Ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι οι Eναγόμενοι, μετά και την πώληση των Κυπριακών Αερογραμμών, αν και συνεχίζουν να υφίστανται ως Συντεχνία, δεν διεξάγουν οποιανδήποτε εργασία και σε μία άνευ προηγουμένου παρανομία τροποποίησαν το Καταστατικό των Eναγόμενων με Τακτικό Συνέδριο των Αντιπροσώπων αντί με Καταστατικό Συνέδριο των Mελών, αφού για την τροποποίηση έπρεπε να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν όλα τα μέλη της Συντεχνίας σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Καταστατικού της Συντεχνίας, μέρος του οποίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1Α. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν, και πάλι παράνομα, και απέκλεισαν τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές από μέλη της Συντεχνίας με απώτερο σκοπό τον αποκλεισμό τους από συνεισφορείς και δικαιούχους της περιουσίας της Συντεχνίας ωσάν η Συντεχνία να ανήκει αποκλειστικά στους ίδιους τους Καθ' ων η Αίτηση, κάτι που επιβεβαίωσε ο κύριος Βαγγέλης Μαππουρίδης, Πρόεδρος των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση. Επισυνάπτει την, κατά τους ισχυρισμούς της, παράνομη έγκριση της τροποποίησης του Καταστατικού ως Τεκμήριο 2Α. Είναι η θέση της ότι το επίδικο ακίνητο, αφού αγοράστηκε ως οικόπεδο το έτος 1996 για το ποσό των ΛΚ 150.000, άρχισε να κτίζεται το 1997 με κοινές προσπάθειες και συνεισφορές και πιστώσεις όλων των μελών των Eναγόμενων, οι οποίες δεν εδίδοντο χαριστικά, αλλά απέβλεπαν στην επένδυση. Τόσο οι συνδρομές των μελών στη Συντεχνία, όσο και οι εισφορές των μελών για το κτίριο φαίνονται στους ετήσιους λογαριασμούς των Eναγόμενων και ενδεικτικά επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1Β, τους λογαριασμούς για τα έτη 2009 και
  1. Αναφέρει ακολούθως ότι από πληροφορία που έχει λάβει από τον πρώην αξιωματούχο των Eναγόμενων Άγγελο Αγαθαγγέλου, μετά από έρευνα στην οποία ο ίδιος έχει προβεί στα βιβλία των Καθ' ων η Αίτηση και την έχει πληροφορήσει σχετικά, οι λεπτομερείς εισφορές των Εναγόντων προς τους Eναγόμενους, τόσο ως μέλη των Eναγόμενων αλλά και για την αξιοποίηση του κτιριακού συγκροτήματος, ατομικά και συνολικά είναι, και παραθέτει πίνακα για τους 33 Ενάγοντες, όπου σε αυτόν φαίνεται συνολικά ότι έχει καταβληθεί από τους Ενάγοντες Αιτητές το ποσό των €76.393 ως εισφορές μελών και το ποσό των €49.780 ως εισφορές για το κτίριο. Είναι η θέση της ότι οι Eναγόμενοι, μετά την πώληση των Κυπριακών Αερογραμμών, αν και συνεχίζουν να υφίστανται, δεν διεξάγουν οποιανδήποτε εργασία και όπως πληροφορείται κατά αραιά διαστήματα από τον εγχώριο τύπο, και επισυνάπτει σχετικά το Τεκμήριο Α, προβαίνουν σε διαπραγματεύσεις μέσω της Διοικούσας Επιτροπής και εξουσιοδοτημένων προσώπων να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελείται κυρίως από γραφεία. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος των Καθ' ων η Αίτηση, στις 25/02/2018 φαίνεται να έχει δηλώσει ότι έχει νομική συμβουλή να πωλήσει το επίδικο ακίνητο και μερίδιο από το προιόν της πώλησης να πάρουν μόνο τα τελευταία 312 άτομα από σύνολο 500 ατόμων, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται ισότιμα οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές στους δικαιούχους, ενώ συνολικά όλοι οι δικαιούχοι, μαζί με τους Ενάγοντες - Αιτητές, είναι 380 άτομα. Επισυνάπτει σχετικά απόσπασμα από την εφημερίδα «Αλήθεια», ημερομηνία έκδοσης 25 Φεβρουαρίου του
  2. Είναι η θέση της ότι όλοι οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές στην παρούσα αγωγή είναι δικαιούχοι, γιατί συνείσφεραν όλοι μεγάλα χρηματικά ποσά, ως φαίνεται αναλυτικά στον πίνακα της παραγράφου 6 της ένορκης της δήλωσης, για αρκετά χρόνια, με αποκοπή μέρους της μισθοδοσίας τους προς τον σκοπό αυτό, παράλληλα με την εισφορά τους προς τη Συντεχνία, όσο καιρό εργάζονταν στις Κυπριακές Αερογραμμές, για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας, της οποίας τώρα επιδιώκεται η πώληση χωρίς να υπολογίζεται η δική τους συνεισφορά. Ως αναφέρει, είναι σε θέση να γνωρίζει από πρόσωπα στενά προσκείμενα προς τους Eναγόμενους, ότι οι προσπάθειες πώλησης του κτιρίου γίνονται συνεχώς, δηλαδή μέχρι και τώρα, με κίνδυνο να πωληθεί το επίδικο ακίνητο οποτεδήποτε και να δημιουργηθούν τετελεσμένα εις βάρος των συμφερόντων τους. Όπως επίσης αναφέρει, οι Eναγόμενοι εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Συντεχνιών, ενώ κανείς τους δεν εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές, και εξακολουθούν να διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία των Eναγόμενων προς ζημιά των Εναγόντων, χωρίς να ενημερώνουν οποιονδήποτε και ενεργούν ως Διαχειριστές της εν λόγω περιουσίας, ενώ ο ρόλος τους σύμφωνα με το Καταστατικό, είναι εντελώς διαφορετικός. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι κανένας εκ των Εναγόντων ‑ Αιτητών δεν έχει οποιανδήποτε πληροφόρηση για τις ενέργειες της Διοικούσας Επιτροπής των Eναγόμενων, η μόνη πληροφόρηση που έχουν είναι από διάφορα δημοσιεύματα στον τύπο και διάφορους ψίθυρους, και δεν γνωρίζουν τίποτα για τις διάφορες διαβουλεύσεις που έγιναν αναφορικά με την πώληση της επίδικης περιουσίας σε τρίτους και χωρίς βεβαίως να εξασφαλιστούν τα δικαιώματά τους και η διαβεβαίωση ότι θα λάβουν το μερίδιο που τους αναλογεί και να καθοριστεί ο τρόπος που θα τους καταβληθεί και το ποσό που δικαιούνται, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να απωλέσουν τόσο τα ποσά που διέθεσαν, όσο και το μερίδιο που τους αναλογεί. Όπως συμβουλεύει τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές ο δικηγόρος τους, το Δικαστήριο πρέπει να προστατεύσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που υπάρχει, και οι Ενάγοντες - Αιτητές δικαιούνται με βάση τον περί Συντεχνιών Νόμου σε συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου με άμεσο έλεγχο της οποιασδήποτε κατακράτησης ή κακής χρήσης των περιουσιακών στοιχείων της Συντεχνίας εις βάρος τους. Όπως αναφέρει επίσης, στις 25/06/2019 έχει γίνει εκτίμηση του επίδικου ακινήτου από τους εκτιμητές Ιωάννης Μιχαλάκη και Συνεργάτες εκ μέρους των Εναγόντων Αιτητών, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ, συμφωνα με την οποία η αξία του επίδικου κτιρίου είναι €1.885.000,
  3. Είναι η θέση της ότι από τις εισφορές των Εναγόντων ‑ Αιτητών ύψους €76.393 αγοράστηκε το οικόπεδο και στη συνέχεια οι συνεισφορές τους ύψους €49.780 διατέθηκαν αποκλειστικά για το κτίριο, άρα με βάση την εκτιμημένη αξία του €1.855.000,00 η αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα τους είναι €4.921,67 και συνολικά για όλους τους €162.415,
  4. Είναι η θέση της ότι, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, οι Eναγόμενοι μετά βεβαιότητας θα αποξενώσουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο και θα είναι παντελώς αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς ο μόνος σκοπός που συνεχίζουν οι Eναγόμενοι να λειτουργούν ως ΣΥΝΥΚΑ είναι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ότι οι Ενάγοντες είναι δικαιούχοι της επίδικης περιουσίας, καθότι όλοι συνείσφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά για αρκετά χρόνια με αποκοπές μέρους της μισθοδοσίας τους και με συνεισφορές τους όσο καιρό εργάζονταν στις Κυπριακές Αερογραμμές για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας όπως φαίνεται και στους εξελεγμένους λογαριασμούς των Eναγόμενων και το βιβλίο εισφορών. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η ενέργεια των Καθ' ων η Αίτηση να τροποποιήσουν το Καταστατικό τους είναι παράνομη, καθότι έπρεπε να συμμετέχουν και να ψηφίσουν όλα τα μέλη των Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Καταστατικού, και ως συμβουλεύουν τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές οι δικηγόροι τους, ο μηχανισμός λειτουργίας της Συντεχνίας μέσω του Καταστατικού της δημιουργεί οιωνεί εταιρικό καθεστώς και τα Δικαστήρια έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν μεταξύ άλλων, όταν υπάρχει κακή διεξαγωγή της λειτουργίας της Συντεχνίας. Αναφέρει επίσης ότι εξ όσων γνωρίζει και άλλα 35 μέλη της Συντεχνίας ήγειραν άλλη αγωγή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και συγκεκριμένα την αγωγή υπ' αριθμό 223/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία εκκρεμεί. Είναι συνολικά η θέση της, ότι ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος για να μην προβούν οι Καθ' ων η Αίτηση σε αποξένωση του εν λόγω κτιρίου, ώστε να μην λειτουργήσουν αυθαίρετα εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων Αιτητών. Ισχυρίζεται ότι δικαιούνται την έκδοση του Διατάγματος ως το Αιτητικό Α της αίτησης, αλλά αν το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί ότι έτσι εξυπηρετείται το συμφέρον της Δικαιοσύνης, ζητούν διαζευκτικά την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ως η παράγραφος Β. Αναφέρει επίσης ότι σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους σε τυχόν εκμετάλλευση της περιουσίας τους ή αποκάλυψης περαιτέρω περιουσιακών στοιχείων, στα οποία έχουν δικαιώματα, για αυτό και αιτείται την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Οι συνήγοροι των Eναγόμενων καταχώρησαν ένσταση στις 09/11/
  5. Νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.48 θθ.1, 4, 7 και 8 και η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα Άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ο περί Συντεχνιών Νόμος του 1965, όπως επίσης οι Αρχές της Επιείκειας, η Αρχή της Αναλογικότητας και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που προβάλλουν είναι ότι η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Eναγόμενων, δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κατόπιν δεύτερων σκέψεων προκειμένου να παρακάμψουν οι Ενάγοντες την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 11/08/2020 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 223/18 και να επαναφέρουν προς εκδίκαση τα ίδια και/ή ανάλογα επίδικα θέματα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς και ισχυρίζονται τέλος ότι οι Αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Την ένσταση στηρίζει η ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Μαππουρίδη και τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν, όπως και τα διάφορα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν. Στην ένορκή του δήλωση ο XXXXX Μαππουρίδης αναφέρει ότι είναι ο Πρόεδρος των Eναγόμενων ‑ Καθ' ων η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Eναγόμενους να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπου αναφέρεται σε θέματα νομικής φύσης, το κάνει κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου τους, την οποία πιστεύει ως ορθή και αληθινή. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει τους λόγους ένστασης και συμφωνεί με αυτούς, όπως και την αίτηση των Εναγόντων ‑ Αιτητών και την ένορκη δήλωση της XXXXX Προδρόμου, τις οποίες δεν αποδέχεται και απορρίπτει στην ολότητα τους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτές. Είναι η θέση του ότι έκαστος των Εναγόντων ‑ Αιτητών δεν αποτελούν μέλη της ΣΥΝΥΚΑ και κατά την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών δεν ήταν εργοδοτούμενοι αυτών. Οι περισσότεροι από τους Ενάγοντες είχαν παύσει να εργάζονται στις Κυπριακές Αερογραμμές πολλά χρόνια πριν την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών, και πιστεύει, και όπως και τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του σχετικά, ο ουσιώδης χρόνος για τα θέματα που αφορά η παρούσα υπόθεση είναι η ημερομηνία 09/01/2015, υπό την έννοια ότι «δικαιούχοι» είναι τα μέλη της ΣΥΝΥΚΑ, τα οποία εργοδοτούνταν κατά την ημέρα εκείνη. Οι Ενάγοντες ως εκ τούτου δεν είναι δικαιούχοι της όποιας περιουσίας της ΣΥΝΥΚΑ και η παρούσα αγωγή αλλά και η αίτηση είναι παντελώς καταχρηστικές. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α απόσπασμα από το Καταστατικό της ΣΥΝΥΚΑ και συγκεκριμένα τα Άρθρα 4 και 6 αυτού από όπου προκύπτει ότι μέλη της ΣΥΝΥΚΑ είναι όσοι ασκούν το επάγγελμα, κριτήριο το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του δεν πληρούσαν οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών που έγινε στις 09/01/
  6. Είναι η θέση του ότι οι ενέργειες που γίνονται από τη ΣΥΝΥΚΑ μετά την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών σχετίζονται και περιορίζονται στη διαχείριση της περιουσίας των Eναγόμενων και είναι καθόλα νόμιμες και ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της XXXXX Προδρόμου περί δήθεν παράνομης τροποποίησης του Καταστατικού της ΣΥΝΥΚΑ και παράνομου αποκλεισμού των Εναγόντων - Αιτητών από το Καταστατικό Συνέδριο που έλαβε χώρα. Παραδέχεται ότι η ΣΥΝΥΚΑ κατέχει το επίδικο ακίνητο, αλλά δεν παραδέχεται τους άλλους ισχυρισμούς της XXXXX Προδρόμου σε σχέση με τη συνιδιοκτησία του από τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές. Όπως αναφέρει, όλα τα υφιστάμενα μέλη της ΣΥΝΥΚΑ που διατηρούσαν την ιδιότητα του μέλους και εργοδοτούνταν στις Κυπριακές Αερογραμμές συνείσφεραν διάφορα ποσά για τους σκοπούς της Συντεχνίας με βάση το Καταστατικό της. Οι Ενάγοντες δεν ήταν με βάση το Καταστατικό μέλη της ΣΥΝΥΚΑ κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών που έγινε στις 09/01/2015, και ως εκ τούτου, όπως τον συμβουλεύει και ο δικηγόρος του, οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές δεν είναι δικαιούχοι της περιουσίας των Eναγόμενων. Περαιτέρω, οι όποιες αναφορές γίνονται από την κυρία XXXXX Προδρόμου περί προσπαθειών πώλησης του ακινήτου και μάλιστα εντατικοποίησης αυτών, είναι παντελώς ατεκμηρίωτες, αόριστες και ασαφείς. Τα δε Τεκμήρια Α και Β που επισυνάπτει η κυρία XXXXX Προδρόμου στην ένορκή της δήλωση, που είναι αποσπάσματα από τον ημερήσιο έντυπο τύπο, είναι παρωχημένα, αφού έχουν παρέλθει έκτοτε 3 και πλέον έτη. Περαιτέρω, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της κυρίας XXXXX Προδρόμου ως αναλυθείς και παραπλανητικούς. Παραδέχεται ότι η ΣΥΝΥΚΑ εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Συντεχνιών, αλλά δεν δέχεται ότι διαχειρίζονται την περιουσία των Εναγομένων εις βάρος των Εναγόντων. Κατ' ακρίβεια, όπως δηλώνει, γίνεται μία προσπάθεια διαχείρισης της περιουσίας της ΣΥΝΥΚΑ προς όφελος των μελών αυτής, τα οποία μέλη ενημερώνονται τακτικά και μέσω της Γενικής Συνέλευσης για την πορεία των ενεργειών τους. Αναφέρει επίσης ότι εκκρεμεί στο Δικαστήριο και η αγωγή αριθμός 223/18 μεταξύ άλλων πρώην εργοδοτούμενων των Κυπριακών Αερογραμμών και πρώην μελών της ΣΥΝΥΚΑ με αξιούμενες τις ίδιες θεραπείες που αξιώνουν οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές στην παρούσα αγωγή, και ότι στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης, δηλαδή της 223/18, είχε καταχωρηθεί και από τους εκεί Ενάγοντες παρόμοια αίτηση για δέσμευση του επίδικου ακινήτου, η οποία απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση ημερομηνίας 11/08/2020, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β. Είναι η θέση του ότι τα επίδικα γεγονότα έτυχαν ήδη αξιολόγησης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης, και ως εκ τούτου η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι καταχρηστική. Είναι επίσης η θέση του, ότι οι Eναγόμενοι δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώνουν τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές για τις κινήσεις και προθέσεις τους αναφορικά με τη διαχείριση της περιουσίας της ΣΥΝΥΚΑ, καθότι οι Ενάγοντες δεν είναι ούτε μέλη, ούτε δικαιούχοι της ΣΥΝΥΚΑ και εμποδίζονται από του να αιτούνται ως η αίτησή τους εναντίον της ΣΥΝΥΚΑ. Αναφέρει επίσης ότι από την ημερομηνία της τροποποίησης του Άρθρου 41 (β) του Καταστατικού της ΣΥΝΥΚΑ που έγινε τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, κανένας Ενάγοντας ‑ Αιτητής δεν υπέβαλε παράπονο ή διαμαρτυρήθηκε ή εναντιώθηκε σε αυτήν την τροποποίηση και είναι η θέση του, ως λαμβάνει σχετικά νομική συμβουλή, ότι το γεγονός αυτό, αποτελεί κώλυμα λόγω συμπεριφοράς των Εναγόντων ‑ Αιτητών, οι οποίοι και εμποδίζονται από το να αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Ισχυρίζεται επίσης ότι ακόμα και αν οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές ζητούσαν μετά την αφυπηρέτησή τους να λάβουν μέρος στις Γενικές Συνελεύσεις των Εναγομένων δεν θα δικαιούντο, γιατί αυτό θα ήταν παράλογο και θα προσέκρουε στις πρόνοιες του Καταστατικού της ΣΥΝΥΚΑ και επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η ΣΥΝΥΚΑ δεν έχει απολύτως καμία υποχρέωση να ενημερώνει τους Ενάγοντες για τις όποιες ενέργειες γίνονται αναφορικά με την περιουσία της βάση του Καταστατικού, αλλά και βάση της πρακτικής, αφού μέλη της Συντεχνίας είναι αυτοί που εργάζονται ή που ασκούν επάγγελμα και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά της Συντεχνίας από οποιασδήποτε άλλης ομάδας, όπως για παράδειγμα Σωματείου. Είναι επίσης η θέση του ότι οι ισχυρισμοί και αναφορές της ενόρκως δηλούσας XXXXX Προδρόμου είναι παντελώς αβάσιμες και δεν τις αποδέχεται, σε κανένα σημείο της ένορκής της δήλωσης δεν στοιχειοθετεί την ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και ακόμα και αν υφίστατο σοβαρή υπόθεση στη βάση της αίτησης, θα ήταν δυσανάλογα επαχθές το μέτρο που επιδιώκεται από τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές για δέσμευση του ακινήτου. Συγκεκριμένα, οι αναλογίες για την κατ' ισχυρισμό συνεισφορά των Εναγόντων ‑ Αιτητών είναι πολύ μικρές για να εκδοθεί Δικαστικό Διάταγμα δέσμευσης ενός ακινήτου που οι ίδιοι οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές έχουν εκτιμήσει την αξία του σε €1.885.000,
  7. Αυτή η αξίωση παραβιάζει την Αρχή της Αναλογικότητας και αποτελεί μέτρο υπερβολικό και επαχθές για τους Eναγόμενους, οι οποίοι φέρουν ευθύνη έναντι των μελών τους για τυχόν ζημιές που μπορούν να υποστούν από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, ως τον συμβουλεύει και ο δικηγόρος του, οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ως όφειλαν και έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο το ουσιώδες γεγονός ότι δεν αποτελούν μέλη της Συντεχνίας και επίσης αναφέρονται σε κατ' ισχυρισμό παράνομες τροποποιήσεις του Καταστατικού, για τις οποίες επίσης δεν αποκάλυπταν ότι ενημερώθηκαν δεόντως και δεν διαμαρτυρήθηκαν μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Είναι συνολικά η θέση του ότι οι Ενάγοντες Αιτητές δεν δικαιούνται να ζητούν την επέμβαση του Δικαστηρίου, ούτε για την κατ' ισχυρισμό κακή διεξαγωγή της συνεδρίας στην οποία τροποποιήθηκε το Καταστατικό την οποία ούτε προσδιορίζουν, αλλά και ούτε και δίνουν λεπτομέρειες, αλλά ούτε για την έκδοση Διατάγματος δέσμευσης του ακινήτου. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση, τόσο καθότι το αιτούμενο υπό παράγραφο Α Διάταγμα δεν δικαιολογείται να εκδοθεί, ενώ η έκδοση του διαζευκτικά ζητούμενου υπό παράγραφο Β Διατάγματος, δεν προβλέπεται ως θεραπεία, για αυτό ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των Εναγόντων ‑ Αιτητών. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ πλευράς και των δύο πλευρών. Δεν ζητήθηκε ούτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτε και η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκους δηλούντες. Η πρώτη παρατήρηση, στην οποία προβαίνω, είναι ότι κανένας από τους διαδίκους δεν έχει επισυνάψει ως τεκμήριο στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση ολόκληρο το κείμενο του Καταστατικού της ΣΥΝΥΚΑ. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι των Εναγόντων ‑ Αιτητών επαναλαμβάνουν τις θεραπείες που ζητούν από το Δικαστήριο, τα γεγονότα της υπόθεσης όπως ουσιαστικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Προδρόμου και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι όλοι οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι δικαιούχοι, καθότι συνείσφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά για αρκετά χρόνια με αποκοπή μέρους της μισθοδοσίας τους για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας, λανθασμένα δεν υπολογίζεται η συνεισφορά τους, λανθασμένα ο Πρόεδρος των Καθ' ων η Αίτηση δήλωσε ότι από την τυχόν πώληση του επίδικου κτιρίου μερίδιο θα πάρουν μόνο 312 από σύνολο 500 ατόμων χωρίς να περιλαμβάνει τους Ενάγοντες Αιτητές στους δικαιούχους και επαναλαμβάνουν ότι επί του παρόντος οι Eναγόμενοι εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι στον Έφορο Συντεχνιών και ενώ κανείς τους δεν εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές, συνεχίζουν να διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία των Κυπριακών Αερογραμμών προς ζημιά των Εναγόντων και χωρίς να ενημερώνουν κανένα και ενεργούν ως Διαχειριστές της περιουσίας των Εναγόντων. Ακολούθως, ασχολούνται με τη νομική πτυχή του θέματος και αναφέρουν ότι το Δικαστήριο πρέπει να προστατεύσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των Eναγόμενων, ενώ σύμφωνα με το Άρθρο 47 του περί Συντεχνιών Νόμου του 1965, οι Αιτητές δικαιούνται σε συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου με άμεσο έλεγχο της οποιασδήποτε κατακράτησης ή κακής χρήσης των περιουσιακών στοιχείων εις βάρος τους. Αναφέρονται ακολούθως στην ενδιάμεση απόφαση, ημερομηνίας 11/08/2020, στα πλαίσια της αγωγής 223/18, όπου ο Έντιμος Πρόεδρος κύριος Δ. Κίτσιος έκρινε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32, αλλά απέρριψε την αίτηση, γιατί η χρηματική απαίτηση δεν καθοριζόταν επ' ακριβώς επί της μαρτυρίας που υποστήριζε την αίτηση και δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί η αξίωση και ήταν άγνωστο για το Δικαστήριο το ύψος της αξίωσης των Αιτητών, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές έχουν συμπεριλάβει στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXXX Προδρόμου λεπτομερή πίνακα για την συνεισφορά όλων των Εναγόντων Αιτητών. Ακολούθως, παραθέτουν τα Άρθρα 43
(2)και 47 του περί Συντεχνιών Νόμου 71/1965 και έχουν τη θέση ότι ο μηχανισμός λειτουργίας της Συντεχνίας προσομοιάζει με τον μηχανισμό λειτουργίας εταιρείας μέσω του Καταστατικού της. Είναι οιωνεί εταιρικού καθεστώτος και τα Δικαστήρια μπορούν να επέμβουν, όταν, μεταξύ άλλων, υπάρχει κακή διεξαγωγή των συνεδριών της Συντεχνίας. Επίσης, αναφέρουν ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα MINORITY SHAREHOLDERS, THIRD EDITION, Personal Claims, σελ.76, τα Άρθρα ενός Καταστατικού αποτελούν μία δεσμευτική και εκτελεστή σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και των μελών της και δίδεται στα μέλη της το δικαίωμα έγερσης αγωγής προς αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους, που απορρέουν από τα άρθρα, τα οποία τους επηρεάζουν ως μέλη. Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 86, αλλά και την απόφαση Allen v. Gold Reefs of West Africa Limited [1900] 1 Ch.656, ένα ψήφισμα δεν μπορεί να επηρεάσει αναδρομικά τα υπάρχοντα δικαιώματα των μελών και η αλλαγή πρέπει να γίνεται με καλή πίστη. Αναφέρουν επίσης την απόφαση Greenhalgh v. Arderne Cinemas L.D. and Others [1951] Ch.286, στην οποία αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αυτό που έχει γίνει με την αλλαγή του Καταστατικού επενεργεί πραγματικά προς όφελος όλων των μετόχων και υπογραμμίστηκε επίσης η θέση ότι η πλειοψηφία των μετόχων δεν είναι ελεύθερη να επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της μειονότητας και η εξουσία για αλλαγή του Καταστατικού πρέπει να ασκείται καλή τη πίστει προς όφελος της εταιρείας στο σύνολό της. Επίσης επικαλούνται την απόφαση Gambotto v. WCP Ltd [1995] HCA 12, στην οποία αναφέρθηκε ότι το τεκμήριο εγκυρότητας αλλαγής των άρθρων ενός Καταστατικού ανατρέπεται, αν ο παραπονούμενος μέτοχος αποδείξει ότι η τροποποίηση έγινε με αντικανονικό σκοπό, είτε ότι είναι καταπιεστική και εναπόκειται στην πλειοψηφία, η οποία έκανε την τροποποίηση, να αποδείξει ότι η τροποποίηση είναι έγκυρη, ότι έγινε με σωστό τρόπο και είναι δίκαιη σε όλες τις περιστάσεις και καλόπιστη προς όφελος της εταιρείας στο σύνολό της. Ακολούθως, ασχολούνται με τους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση του κυρίου Μαππουρίδη που την υποστηρίζει, τα οποία και απορρίπτουν, και αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο Καταστατικό για παύση των μελών της ΣΥΝΥΚΑ και είναι ουσιαστικό αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κανείς δεν ασκεί επάγγελμά στις Κυπριακές Αερογραμμές και άρα με αυτή τη λογική κανείς δεν είναι μέλος της ΣΥΝΥΚΑ και παραπέμπουν σχετικά σε απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση του Προέδρου κυρίου Δ. Κίτσιου, ημερομηνίας 11/08/2020 στην αγωγή 223/
  1. Επαναλαμβάνει δε ότι οι Αιτητές πλήρωναν για αρκετά χρόνια επιπρόσθετη εισφορά για το κτίριο και αυτό τους καταστά δικαιούχους, και ότι επί σειρά ετών κατέβαλλαν τακτικά μεγάλα χρηματικά ποσά για αγορά του επίδικου ακινήτου. Είναι η τελική τους θέση ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση μετά βεβαιότητας θα αποξενώσουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο και θα είναι παντελώς αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι ο μόνος σκοπός που συνεχίζουν να υπάρχουν και να ενεργούν ως ΣΥΝΥΚΑ είναι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο. Επιμένουν ότι οι Ενάγοντες Αιτητές είναι δικαιούχοι της επίδικης περιουσίας, καθότι όλοι συνείσφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά για αρκετά χρόνια με αποκοπές μέρους της μισθοδοσίας τους και με συνεισφορές για την απόκτηση της επίδικης περιουσίας, η ενέργεια των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση για τροποποίηση του Καταστατικού είναι παράνομη, καθότι έπρεπε να συμμετέχουν και να ψηφίσουν όλα τα μέλη των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Καταστατικού, και επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα ως η παράγραφος Α, αλλιώς, τουλάχιστον το αιτούμενο Διάταγμα υπό παράγραφο Β, ώστε καμία ενέργεια των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση για αποξένωση του επίδικου ακινήτου να μην λειτουργήσει εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων Αιτητών. Στη δική τους αγόρευση οι δικηγόροι των Εναγόμενων Καθ' ων η Αίτηση ‑ Eναγόμενοι υιοθετούν πλήρως τους λόγους ένστασης που καταχώρησαν, καθώς και την ένορκη δήλωση του XXXXX Μαππουρίδη, ημερομηνίας 09/11/
  2. Ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, καθότι υπάρχει πρώτα από όλα καταφανής κατάχρηση διαδικασίας και επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου ότι υφίσταται και άλλη αγωγή, η 223/18 που επίσης εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία Ενάγοντες είναι και πάλι, πρώην μέλη της ΣΥΝΥΚΑ και στα πλαίσια αυτής είχε καταχωρηθεί αίτηση παρόμοιας φύσης ως η υπό κρίση, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σε εκείνη την υπόθεση, μετά την απόρριψη της αίτησης, οι Ενάγοντες καταχώρησαν νέα αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση Διατάγματος διά του οποίου να εμποδίζονται οι Eναγόμενοι να πωλήσουν το ακίνητο, εκτός αν υποβάλουν γραπτό υπόμνημα προς το Δικαστήριο. Η εν λόγω αγωγή και η νέα αίτηση που έχει αναφερθεί, ακόμα εκκρεμούν. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι η όλη συμπεριφορά των Εναγόντων ‑ Αιτητών στην παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική, καθότι παρά το ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές έπαυσαν τη λειτουργία τους στις 09/01/2015, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/09/2019 και η υπό κρίση αίτηση στις 12/08/2020, δηλαδή μετά την έκδοση της απόφασης από τον Πρόεδρο κύριο Δ. Κίτσιο στις 11/08/2020 και είναι η θέση τους ότι η παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος δεν δικαιολογείται. Θεωρούν ότι η αίτηση των Εναγόντων είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αφού επαναλαμβάνουν τις αξιώσεις τους που αναφέρονται στο Κλητήριο Ένταλμα που είναι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, γενικά οπισθογραφημένο, αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες συγκεκριμενοποιούν και περιορίζουν την απαίτησή τους σε αυτό, διεκδικώντας τα όσα εκεί αναφέρονται. Ακολούθως, αναφέρονται στις γενικές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και είναι η θέση τους ότι στην παρούσα υπόθεση καμία από τις τρεις προϋποθέσεις δεν πληρείται. Δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων Αιτητών εναντίον των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση, αφού δεν είναι πλέον μέλη της ΣΥΝΥΚΑ από τις 09/01/15, γεγονός το οποίο οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν αρνούνται και άρα σύμφωνα με το Καταστατικό της ΣΥΝΥΚΑ δεν αποτελούν μέλη της Συντεχνίας. Σχολιάζουν επίσης το γεγονός ότι ακόμα δεν έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, για να φανεί ποια είναι τα γεγονότα, στα οποία στηρίζουν την απαίτησή τους έναντι των Eναγόμενων, και η οποία θα βοηθούσε το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ως είναι η πρώτη προϋπόθεση που απαιτείται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
  3. Θεωρούν ότι οι Ενάγοντες στο Κλητήριο Ένταλμά τους κάνουν λόγο γενικά και αόριστα στην κατ' ισχυρισμό συνεισφορά τους χωρίς καν να προσδιορίζεται από την κυρία XXXXX Προδρόμου η ιδιότητα των Εναγόντων Αιτητών και η περίοδος συνεισφοράς του καθενός. Είναι η θέση τους ότι ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται, αφ' ης στιγμής δεν τίθεται για ποιον λόγο στοιχειοθετείται η ορατότητα επιτυχίας των Εναγόντων Αιτητών, των οποίων το αγώγιμο δικαίωμα δεν υφίσταται, αφού δεν αποτελούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλη της ΣΥΝΥΚΑ. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, με αναφορά στη νομολογία αναφέρουν ότι ούτε και αυτή η προϋπόθεση πληρείται, δεν υπάρχει μαρτυρία ούτε και ισχυρισμός ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του Διατάγματος θα εμποδιστούν οι Αιτητές στην ικανοποίηση της αξίωσης τους μελλοντικά, σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους. Αναφέρουν επίσης ότι σε σχέση με αυτήν την προϋπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο το γεγονός ότι οι Ενάγοντες Αιτητές δεν αρνούνται ότι, παρά τους ισχυρισμούς τους για παράνομη τροποποίηση του Καταστατικού, έλαβαν γνώση για την Συνέλευση και παραταύτα ούτε ζήτησαν, ούτε και έλαβαν μέρος είτε στην επίδικη Συνέλευση είτε στις Γενικές Συνελεύσεις που επακολούθησαν, επομένως εμποδίζονται και λόγω συμπεριφοράς να ισχυρίζονται οτιδήποτε περί παρανομίας της τροποποίησης του Καταστατικού. Ως ισχυρίζονται οι συνήγοροι των Eναγόμενων, οι πιο πάνω παραλείψεις δεν είναι ούτε τεχνικές ούτε τυπολατρικές, αλλά είναι ουσιώδεις παρατυπίες, καθότι δεν μπορεί να εκδίδεται ένα Διάταγμα στη βάση ανύπαρκτων πληροφοριών ή πεποιθήσεων των Αιτητών, ούτε και να δεσμεύεται ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί περιουσία και καταπίστευμα εκατοντάδων προσώπων μελών της ΣΥΝΥΚΑ, χωρίς να προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο αυτή πρέπει να δεσμευτεί στα πλαίσια μίας αγωγής που φαίνεται να μην έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Περαιτέρω, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής της για κατ' ισχυρισμό έντονες προσπάθειες αποξένωσης του ακινήτου, ούτε και αποκαλύπτει όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά περαιτέρω, παραπλανητικά, αναφέρει ότι η ίδια είναι μέλος της ΣΥΝΥΚΑ. Τέλος, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας ισχυρίζονται και πάλι ότι τούτο πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων Αιτητών, καθώς είναι η θέση τους ότι είναι δυσανάλογο το αιτούμενο Διάταγμα σε σχέση με την πρόκληση τυχόν ζημιάς στους Εναγομένους. Τέλος, αναφέρουν επίσης ότι οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 223/18 είχαν κατά καιρούς επανειλημμένα αναζητήσει προσωρινή διευθέτηση του ζητήματος για να δεσμευτεί ποσό, το οποίο να ανταποκρίνεται ή να σχετίζεται με το ύψος των αξιώσεων των Εναγόντων Αιτητών τόσο εκείνης της αγωγής, όσο και της παρούσας, για να μην θυματοποιηθούν τα εκατοντάδες μέλη της ΣΥΝΥΚΑ. Οι προσπάθειες απέτυχαν, με αποτέλεσμα να εκκρεμούν στο Δικαστήριο δύο πανομοιότυπες αιτήσεις για δέσμευση και/ή μη αποξένωση του ακινήτου. Αιτούνται, επομένως, την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους και εναντίον των Εναγόντων ‑ Αιτητών. Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Έχω επίσης επισημάνει το γεγονός ότι ούτε οι Ενάγοντες Αιτητές στην αίτησή τους, αλλά ούτε και οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση στη δική τους ένσταση επισυνάπτουν ολόκληρο το Καταστατικό της ΣΥΝΥΚΑ. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 παρέχει ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει Διατάγματα και είναι πολύ πλούσια η νομολογία που το ερμηνεύει. Τα Δικαστήρια καθημερινά καλούνται να εξετάσουν αιτήσεις οι οποίες έχουν σαν βάση τους το άρθρο
  4. Οι προϋποθέσεις, επιβάλλουν στον Αιτητή να δείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, η πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να του απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R.557). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει τις ενώπιον του θέσεις και να αποφασίσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει οποιοδήποτε Διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε)152, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ.149). Για να δείξουν οι Ενάγοντες ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση πρέπει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση να αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία, η οποία υφίσταται πραγματικά και είναι ουσίας. Οι Ενάγοντες δεν έχουν υποχρέωση να αποδείξουν ότι έχουν ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα να επιτύχουν στη δίκη. Το βάρος στους όμως τους είναι λιγότερο. Αρκεί να αποδείξουν ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminivm Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Πρέπει επίσης να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1245, τονίστηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Misingas v. Timerland
(1997)1(Γ) A.A.Δ.1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ.149). Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, εκείνο που έχει πραγματική σημασία είναι κατά πόσο η αποξένωση περιουσίας των Εναγομένων θα έχει ως άμεση επίπτωση την αδυναμία ικανοποίησης της απόφασης που ενδεχομένως να επιτύχουν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγόμενων (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.785). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει την διεξοδική διευκρίνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Το Δικαστήριο καλείται μόνο να αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χαριτίνη Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ.1528). Στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd. v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ.1802 τονίστηκε ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού Διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Eπίσης, πρέπει να εξεταστεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε η τυχόν έκδοση οποιουδήποτε Διατάγματος στα συμφέροντα και των δυο πλευρών στην βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερομηνίας 20.1.2014). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι και η διατήρηση της κατάστασης των πραγμάτων ως έχουν (status quo). Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά Διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. Τα άρθρα αυτά αφορούν ειδικές περιπτώσεις χωρίς όμως να επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 πιο πάνω (βλ. ΑΒΡ Holdings κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ.694). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ενώ το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου, ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος Διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ.6 προκύπτει ότι, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ένας Εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση ενός Ενάγοντα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ύπαρξη πρόθεσης ή η μη ύπαρξη πρόθεσης για αποξένωση δεν είναι καταλυτικής σημασίας Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ανωτέρω αναφέρθηκε ότι: «...δεν είναι (καν) αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντες.» Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.ά. ν. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782 αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 πιο πάνω, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis ν. Τheodorou
(1983)1 Α.Α.Δ.520). Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς μη έκδοσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που αιτούνται οι Ενάγοντες Αιτητές στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Εναγόντων Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούνται την έκδοση των Διαταγμάτων. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων τους. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του ενός προσωρινού Διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι, κατά το στάδιο της έκδοσης του, δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία, ενδεχομένως, να επηρέασε το Δικαστήριο. Όταν ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το εκδοθέν Διάταγμα έστω και αν οι ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση της θεραπείας. Η έκδοση προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.597, 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του Διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν Διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Στην υπόθεση Larissa (αρ.2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ.1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ.1672 (σελ.1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης, παρόλο που η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως και δεν έχει εκδοθεί κανένα μονομερές Διάταγμα. Έχει μείνει αναντίλεκτη η θέση του κυρίου Μαππουρίδη στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, ότι κανένας από τους Ενάγοντες Αιτητές δεν είναι σήμερα μέλος της ΣΥΝΥΚΑ, αλλά αντίθετα, αυτοί έχουν πάψει να είναι μέλη της ΣΥΝΥΚΑ από τις 09/01/2015, ημέρα κατά την οποία έπαυσαν οι Κυπριακές Αερογραμμές να διεξάγουν εργασίες, αφού δεν ήταν εργοδοτούμενοι των Κυπριακών Αερογραμμών, αντίθετα, πλείστοι εξ αυτών είχαν παύσει να εργάζονται στις Κυπριακές Αερογραμμές χρόνια πριν την παύση των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών. Θεωρώ τη θέση αυτή πολύ σημαντική, και το γεγονός ότι έχει μείνει αναντίλεκτη επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει το ανάλογο συμπέρασμα. Το γεγονός δε ότι οι Ενάγοντες Αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο το γεγονός αυτό, έχει τη δική του σημασία. Υπάρχει για το σημείο αυτό μόνο μια αναφορά της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 όπου η κα XXXXX Προδρόμου αναφέρει: «όσο καιρό εργαζόμασταν στις Κυπριακές Αερογραμμές .» αλλά δεν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ως πλήρης αποκάλυψη γεγονότος. Αναντίλεκτη επίσης έχει μείνει η θέση των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ότι είχαν όλα τα μέλη της Συντεχνίας είχαν ειδοποιηθεί για την Έκτακτη Συνέλευση τροποποίησης του Καταστατικού, περιλαμβανομένων των Εναγόντων Αιτητών, αλλά κανένας εξ αυτών δεν ενδιαφέρθηκε να συμμετέχει στην εν λόγω Συνέλευση και να ψηφίσει. Η δε Συνέλευση έλαβε χώρα στις 30 Ιουλίου του
  1. Το επίσημο έγγραφο τροποποίησης του Καταστατικού κοινοποιήθηκε στον Έφορο Συντεχνιών δεόντως υπογραμμένο στις 31 Ιουλίου του
  2. Δεν εξηγείται καθόλου από πλευράς Εναγόντων Αιτητών το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει έκτοτε, μέχρι οι Ενάγοντες Αιτητές να καταχωρήσουν την παρούσα υπόθεση, ούτε και εξηγούν οι Ενάγοντες Αιτητές γιατί δεν συμμετείχαν στην Συνέλευση και/ή γιατί δεν προσπάθησαν να ακυρώσουν ή να αμφισβητήσουν την τροποποίηση των προνοιών του Καταστατικού εδώ και τόσα χρόνια. Η παρατήρηση των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ότι τα αποσπάσματα από τον ημερήσιο τύπο που έχουν οι Ενάγοντες Αιτητές επισυνάψει ως Τεκμήρια Α και Β1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, φέρουν ημερομηνίες 01/08/17 και 25/2/18 αντίστοιχα είναι ορθή, και οι Ενάγοντες Αιτητές ενώ επικαλούνται πρόσφατες πληροφορίες για προσπάθειες πώληση του ακινήτου από τους Εναγομένους, δεν τις στοιχειοθετούν. Επίσης, όλοι οι Ενάγοντες Αιτητές ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει πολύ σημαντικά ποσά τόσο ως συνεισφορά στην ΣΥΝΥΚΑ όσο και για την ανέγερση του κτιρίου. Σύμφωνα με την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXXX Προδρόμου όπου αναγράφονται αναλυτικά οι εισφορές των Εναγόντων-Αιτητών και για την Συντεχνία και για το κτίριο, όπως προκύπτει, για ολόκληρη την περίοδο που ήταν οι Ενάγοντες Αιτητές ήταν μέλη της ΣΥΝΥΚΑ οι συνολικές εισφορές τους ως μέλη συμποσούνται στο ποσό των €73.393 ποσό που, κατά την άποψή μου, δεν έχει καμία σχέση με την εισφορά για το κτίριο, και €49.780 συνολικά ως εισφορά για το κτίριο. Έκαστος δε των Εναγόντων Αιτητών σε ό,τι αφορά το κτίριο φαίνεται να έχει συμβάλει μεταξύ των ποσών €780 μέχρι €1920 που είναι το μέγιστο, άγνωστο σε πόσο και ποιο χρονικό διάστημα. Η εκτιμημένη αξία του κτιρίου σήμερα σύμφωνα με τους Αιτητές είναι €1.885.000,
  3. Με βάση την Αρχή της Αναλογικότητας θεωρώ ότι και αν ακόμη ληφθούν υπόψη και οι εισφορές ως μέλη της ΣΥΝΥΚΑ, από τις οποίες αγοράστηκε το οικόπεδο, και ακολούθως οι εισφορές που δόθηκαν αποκλειστικά για το κτίριο, που όπως οι ίδιοι οι Ενάγοντες Αιτητές παραδέχονται, είναι €4.921,67 περίπου για τον κάθε ένα, αιωρείται ένα ερωτηματικό για το πώς προέκυψε αυτός ο αριθμός, εφόσον υπάρχουν διαφορές στα ποσά που έχουν καταβληθεί από τους διάφορους Ενάγοντες Αιτητές, και εν πάση περιπτώσει το συνολικό ποσό των €161.415,11, είναι ελάχιστο, ας μου επιτραπεί, σε σχέση με τη συνολική αξία του κτιρίου που οι ίδιοι οι Αιτητές έχουν εκτιμήσει με βάση εκτίμηση ιδιώτη εκτιμητή σε €1.885.000,00 και συνεπώς θεωρώ ότι το αίτημα τους φαίνεται να μην συνάδει με την εν λόγω αρχή. Επίσης, η θέση των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες Αιτητές γνώριζαν για τη Συνέλευση, στην οποία έλαβε χώρα η τροποποίηση του Καταστατικού, ενημερώθηκαν δεόντως, αλλά κανένας από αυτούς δεν έλαβε μέρος σε αυτή, επίσης έχει μείνει αδιαμφισβήτητο γεγονός με αποτέλεσμα το Δικαστήριο και πάλι να μπορεί να εξάξει θετικά το εν λόγω συμπέρασμα. Το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει είναι ακόμα ένα εμπόδιο στα αιτήματα των Εναγόντων Αιτητών ιδιαίτερα εφόσον καμιά απολύτως δικαιολογία δίδεται για την παρέλευση του τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δηλαδή από το 2014 που έγινε η τροποποίηση του Καταστατικού μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το
  4. Έχω επίσης μεγάλη αμφιβολία κατά πόσο είναι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έστω και μετά από τόσα χρόνια, που θα πρέπει το Δικαστήριο να ελέγξει το θέμα της τροποποίησης της οποιασδήποτε πρόνοιας του Καταστατικού της ΣΥΝΥΚΑ. Έχω την εντύπωση ότι η διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί, είναι άλλη. Τέλος, αναφέρω ότι, αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο δεν μπορεί με βεβαιότητα να γνωρίζει κατά πόσο οι Αιτητές είναι μέλη της ΣΥΝΥΚΑ, ενόψει της αντίθετης θέσης που έχει προβληθεί από τους Εναγομένους Καθ' ων η Αίτηση χωρίς οι Ενάγοντες Αιτητές να την αντικρούουν, γεγονός ουσιώδες που αφορά και τα κριτήρια έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος αλλά και το θέμα μη ουσιώδους αποκάλυψης γεγονότος, θεωρώ ότι το αίτημα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Λαμβάνοντας υπόψη μου, λοιπόν, τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω, αλλά και την Αρχή της Αναλογικότητας και το ισοζύγιο της ευχέρειας, θεωρώ ότι η αίτηση των Αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Οι Ενάγοντες Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης ενός ενδιάμεσου προσωρινού Διατάγματος στη βάση των κριτηρίων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία αφού παραμένει σε αμφιβολία το κατά πόσο είναι αυτή τη στιγμή μέλη των Εναγομένων, θεωρούνται συνεισφορείς και δικαιούνται την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού. Αυτά είναι θέματα που θα λυθούν στην ακρόαση της αγωγής. Παραπέμπω επίσης στα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω για το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων έστω και αν, στην παρούσα περίπτωση δεν έχει εκδοθεί μονομερώς διάταγμα. Ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των Εναγόντων Αιτητών αλλά και η αρχή της διατήρησης του status quo επίσης συνηγορεί υπέρ της θέσης μου για απόρριψη της αίτησης. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.