← Κύπρος

PJSC Promsvyazbank ν. Wallersteiner Holding Limited, Αρ. Γενικής Αίτησης: 139/20, 25/2/2021

PJSC Promsvyazbank ν. Wallersteiner Holding Limited, Αρ. Γενικής Αίτησης: 139/20, 25/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 139/20 Αναφορικά με τον περί Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172(Ι)/

  1. και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/
  2. Μεταξύ: PJSC Promsvyazbank, από τη Ρωσία Αιτήτριας και Wallersteiner Holding Limited Καθ' ης η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Αιτητές: κ. Θ. Συμεωνίδης, για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Λαμπριανίδης μαζί με κα Φ. Ιωσήφ, για Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, η οποία καταχωρήθηκε στις 21/05/20, οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο: Την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου, το οποίο να αναγνωρίζει σαν δεσμευτική και να διατάσσει την εγγραφή και εκτέλεση (ως να ήταν απόφαση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου αυτού) και/ή Διάταγμα Αναγνώρισης και Εκτέλεσης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της πόλης Μόσχα, Ρωσία και της οποίας δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Άρτεμις Ευριπίδου που συνοδεύει την αίτηση. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στη Μόσχα στις 29/05/19 στην υπόθεση αριθμός Α40-190212/18-22-1426 μεταξύ της Αιτήτριας από τη Ρωσία και της Καθ' ης η Αίτηση από τη Λευκωσία, η οποία απόφαση διατάσσει: - Την πληρωμή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια το χρέος ύψους RUB1.336.963.436,22 και - Την πληρωμή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια των εξόδων καταβολής κρατικών τελών ύψους RUB200.000,
  3. - Ζητούν επίσης την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Νομική βάση της αίτησης είναι η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Κυρωτικός), Νόμος 172(Ι)/86, ο περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικός) Νόμος 34(III)/01, τα Άρθρα 2-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου 121(Ι)/00, τα Άρθρα 2, 21, 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ο περί της Σύμβασης για την Κατάργηση της Νομιμοποίησης των Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμος του 1972 Ν.50/72, ο περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμος 45(Ι)/19, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.1, Θ2, Δ.48, ΘΘ1-4 και 9, Δ.49, Δ.55 ΘΘ1-4 και Δ.64, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα, στα οποία βασίζεται η αίτηση, εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Άρτεμις Ευριπίδου, ημερομηνίας 21/05/
  4. Στην ένορκή της δήλωση η Άρτεμις Ευριπίδου αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκή της δήλωση και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας προς υποστήριξη της αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Αναφέρει επίσης ότι απέκτησε προσωπική γνώση των γεγονότων από μελέτη του φάκελου και των εγγράφων που περιέχονται σε αυτόν, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από την Αιτήτρια και τους αντιπρόσωπους της και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Όπου τα γεγονότα που αναφέρει δεν εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση, αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της, και αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος εκ μέρους της Αιτήτριας, είναι επειδή όλοι οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν μπορούσαν να έρθουν στην Κύπρο για να ορκιστούν εκείνοι την ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι όλες οι μεταφράσεις που επισυνάπτονται στην ένορκή της δήλωση είναι πιστές και πιστοποιημένες μεταφράσεις, οι οποίες έγιναν από ορκωτή μεταφράστρια σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Ν.45(Ι)/19, και ειδικότερα την Πολίνα Ηλία, η οποία είναι ορκωτή μεταφράστρια στο Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών με αριθμό
  5. Επισυνάπτει αντίγραφο του Μητρώου Ορκωτών Μεταφραστών από την επίσημη ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ως Τεκμήριο
  6. Αναφέρει περαιτέρω ότι όλα τα πιστοποιημένα αντίγραφα των Δικαστικών Εγγράφων, τα οποία είναι στη ρωσική γλώσσα, είναι δεόντως πιστοποιημένα σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης του 1961, η οποία έχει επικυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 50/
  7. Απ' ό,τι πληροφορείται από την Αιτήτρια, η Αιτήτρια είναι τράπεζα με κύρια έδρα της τη Ρωσία, η οποία δραστηριοποιείται και στην Κύπρο, δηλαδή διατηρεί έδρα και στην Κύπρο και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Δημοκρατίας ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής 1593, διατηρώντας τον τόπο εργασίας της στη Λεμεσό. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο από την έρευνα που έγινε ηλεκτρονικά στο μητρώο του Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την Αιτήτρια. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής ΗΕ268589 και διατηρεί το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λευκωσία. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 3 την έρευνα που διεξήχθηκε ηλεκτρονικά στο μητρώο Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση. Αναφέρει ακολούθως ότι, ως την πληροφορεί η Αιτήτρια, στις 29/05/19 εξασφάλισε απόφαση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, μετά που αυτή είχε ειδοποιηθεί στη βάση των σχετικών νόμων και κανονισμών της Ρωσικής Δημοκρατίας από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας στην υπόθεση με αριθμό Α40-190212/18-22-1426 και αναφέρεται στο περιεχόμενο της απόφασης και επισυνάπτει δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφό της στα ρωσικά με δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση στα ελληνικά ως Τεκμήριο
  8. Είναι η θέση της ότι ως πληροφορείται και από τους Ρώσους δικηγόρους της Αιτήτριας που χειρίστηκαν την υπόθεση, η εκτέλεση της απόφασης για τα πιο πάνω ποσά δεν αναστάλθηκε, και αφού δεν έχει καταχωρηστεί έφεση εναντίον της απόφασης εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας του ενός μηνός από την έκδοσή της, η απόφαση ημερομηνίας 24/05/19, δηλαδή το Τεκμήριο 4, είναι πλέον τελεσίδικη και εκτελεστέα, από την 01/07/19 δηλαδή ένα μήνα μετά την έκδοση της. Στο πρωτότυπο Ρωσικό κείμενο, η δήλωση της νομικής ισχύος της απόφασης έχει αναγραφεί χειρόγραφα από τον Δικαστή της υπόθεσης στο άνω αριστερά μέρος της πρώτης σελίδας της απόφασης. Εξ όσων γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται, η Αιτήτρια μπορεί να γράψει την απόφαση Τεκμήριο 4 στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εκτελεστεί ως απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου για τους πιο κάτω λόγους: Α) όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4, η απόφαση ημερομηνίας 29/05/19 είναι τελεσίδικη και εκτελεστή στη Ρωσία από την 01/07/19 αφού δεν έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης, Β) όπως επίσης φαίνεται από το Τεκμήριο 4 η απόφαση εκδόθηκε έπειτα από εξέταση των στοιχείων που είχε προσκομίσει η Αιτήτρια προς υποστήριξη της απαίτησής της ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου και μετά από παράληψη της Καθ' ης η Αίτηση να εμφανιστεί στη διαδικασία, μετά που κλητεύθηκε κανονικά και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το δίκαιο της Ρωσίας. Αυτό επιβεβαιώνεται από το ίδιο το λεκτικό της απόφασης και παραπέμπει σχετικά στη σελίδα 1 της απόφασης, ως αυτή έχει μεταφραστεί, Γ) η απόφαση δεν εμπίπτει εντός της αποκλειστικής αρμοδιότητας κάποιας αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δ) καμία προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση επί του ιδίου επίδικου θέματος με την εν λόγω απόφαση δεν είχε προηγουμένως εκδοθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια, Ε) καμία διαδικασία για το ίδιο με το επίδικο θέμα της απόφασης δεν έχει αρχίσει στα Κυπριακά Δικαστήρια μεταξύ των ίδιων διαδίκων, Στ) η αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν είναι αντίθετη με τις βασικές Νομικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, και Ζ) η αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν παραβλάπτει την ασφάλεια και κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως τελικά αναφέρει, το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, γιατί πληρούνται όλες οι απαιτούμενες από τους σχετικούς Νόμους προϋποθέσεις και η πιο πάνω απόφαση δύναται να αναγνωριστεί στην Κύπρο και έτσι αιτείται την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Το Τεκμήριο 1 της ένορκης της δήλωσης, όπως έχει αναφερθεί, αποτελεί απόσπασμα από το Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών, σύμφωνα με το οποίο η Ηλία XXXXX με αριθμό μητρώου XXXXX είναι γραμμένη στο Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών και μπορεί να μεταφράζει από τα ελληνικά στα ρωσικά και τα ισπανικά και αντίστροφα. Το Τεκμήριο 2 είναι η ηλεκτρονική έρευνα στο αρχείο του Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την Αιτήτρια, ενώ το Τεκμήριο 3 η αντίστοιχη έρευνα αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση. Τέλος, το Τεκμήριο 4 είναι η απόφαση ημερομηνίας 29 Μαΐου του 2019 μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα και πιστοποιημένο αντίγραφό της στη ρωσική γλώσσα του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας, επί της οποίας υπάρχουν οι σφραγίδες του Υπουργείου Εσωτερικών για την ορκωτή μετάφραση Apostille, υπογράφεται από την XXXXX Ηλία ως ορκωτή μεταφραστή, ενώ επί του ρωσικού κειμένου υπάρχει η επίσημη σφραγίδα του Ρωσικού Δικαστηρίου που την εξέδωσε όπως και το έγγραφο που δεικνύει ότι έχει γίνει Apostille. Επίσης, επισυνάπτεται και στα αγγλικά η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας, ημερομηνίας 29/05/19 δεόντως πιστοποιημένη από πιστοποιούντα υπάλληλο στη Μόσχα η οποία επίσης έχει γίνει Apostille. Η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στις 7/12/
  9. Η νομική βάση της ένστασης είναι παρόμοια με αυτή της αίτησης και προβάλλονται σε αυτήν 8 λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν συνεβλήθη με την Αιτήτρια και/ή δεν εξασφάλισε από αυτή οποιονδήποτε δανεισμό και/ή ουδέν ποσόν οφείλει προς την Αιτήτρια, ότι δεν έλαβε επίδοση και/ή δεν πληροφορήθηκε και/ή δεν πληροφορήθηκε δεόντως αναφορικά με την ύπαρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ή άλλως πως αναφορικά με τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην αίτηση. Η XXXXX Ευριπίδου που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελεί αρμόδιο και/ή κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, και συνεπώς η ένορκή της δήλωση πρέπει να αγνοηθεί. Τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αίτηση, καθότι η Αιτήτρια είναι εταιρεία με έδρα και/ή εγγεγραμμένο γραφείο στη Ρωσική Ομοσπονδία και δεν έχει καταδείξει ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή δεν ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, οι οποίες τάσσονται από τον Ν.172/76 και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για να επιτραπεί στην Αιτήτρια να αποταθεί απευθείας και/ή άμεσα στα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 24, 27 και 28 του Ν.172/86, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η υπό εγγραφή Δικαστική Απόφαση συνιστά τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας και/ή ότι δεν μπορεί να εφεσιβληθεί και/ή δεν έχει προσκομιστεί κανένα πιστοποιητικό τελεσιδικίας, η αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης είναι αντίθετη με τις νομικές αρχές, εφαρμόζει η Κυπριακή Δημοκρατία σε ανάλογη και/ή αντίστοιχη περίπτωση με αυτήν που πραγματεύεται η υπό εξέταση αίτηση. Αναφέρω τέλος ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης, ούτε και αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας Φραντζέσκα Ιωσήφ από τη Λευκωσία ημερομηνίας 7/12/
  10. Στην ένορκή της δήλωση η Φραντζέσκα Ιωσήφ αναφέρει ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την Καθ' ης η Αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρει, τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκή της δήλωση είναι αληθή και όπου τυγχάνει πληροφόρησης από τρίτο πρόσωπο, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής της. Ο λόγος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση είναι για να υποστηρίξει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 21/05/20, με την οποία ζητείται η εγγραφή και αναγνώριση και εκτέλεση εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας της Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 29/05/19 στην υπόθεση με αριθμό Α40-190212/18-22-
  11. Επαναλαμβάνει την θέση της ότι η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης, τους οποίους και επαναλαμβάνει. Η πρώτη και βασικότερη τη θέση είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί την ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό δανειακής σύμβασης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση και ότι, ως την πληροφορεί η Καθ' ης η Αίτηση, δεν γνώριζε και δεν γνωρίζει κατά πόσο εκκίνησαν οποιεσδήποτε διαδικασίες εναντίον της στη Ρωσική Ομοσπονδία ως αυτή την οποία ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην Αίτηση της. Εξ όσων πληροφορείται από την Καθ' ης η Αίτηση και σύμφωνα με σχετικό διαδικτυακό δημοσίευμα, η Αιτήτρια περιήλθε αναγκαστικά στη διαχείριση του Ρωσικού Κράτους και έχουν γίνει απόπειρες όπως εξασφαλιστούν κεφάλαια και σταλούν πίσω στη Ρωσία. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 1 έγγραφη αποτύπωση σχετικού διαδικτυακού δημοσιεύματος. Σχολιάζει την ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου και αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν κλήθηκε να παραστεί στη δικαστική διαμάχη, η οποία αναφέρεται στην υπό εξέταση αίτηση. Τα όσα αναφέρει το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Ευριπίδου δεν είναι αρκετά και η Αιτήτρια όφειλε να παρουσιάσει επιπρόσθετη ειδική μαρτυρία αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Καθ' ης η Αίτηση κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη Ρωσία δεόντως. Επισημαίνει ότι δεν έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο στην αίτηση οποιαδήποτε απόδειξη επίδοσης στην Καθ' ης η Αίτηση ή οποιαδήποτε τεκμηρίωση παράδοσης της κλήσης για να εμφανιστεί στην ακρόαση στη Ρωσία. Αναφέρει επίσης ότι η Άρτεμις Ευριπίδου δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, αφού όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της κας Ευριπίδου, το υποκατάστημα της Αιτήτριας διαθέτει εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας πρόσωπο οργανικά συνδεδεμένο με αυτήν, ο οποίος θα ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και συγκεκριμένα πρόκειται για τον κύριο XXXXX Kanevtsov. Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η κα Ευριπίδου στην ένορκή της δήλωση περί παρουσίας της Αιτήτριας στην Κύπρο υπό μορφή αλλοδαπής εταιρείας, αναφέρει ότι η ύπαρξη αλλοδαπής εταιρείας δεν ικανοποιεί τους όρους και προϋποθέσεις που τίθενται από τη συνθήκη μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας Ν.172/86για την εγγραφή απόφασης Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αναφέρει επίσης ότι η κα Ευριπίδου δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό τελεσιδικίας για να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της για την κατ' ισχυρισμό τελεσιδικία της υπόθεσης στη Ρωσία μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ης η Αίτηση με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι εκ του Νόμου απορρέουσες προϋποθέσεις. Στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης της δήλωσης, η κυρία XXXXX Ιωσήφ αναφέρει ότι, εξ όσων έχει διαπιστώσει από σχετική έρευνα στο διαδίκτυο, η Αιτήτρια δεν μπορεί να εγείρει/καταχωρήσει την παρούσα αίτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς η Κεντρική Τράπεζα της Κυπριακής Δημοκρατίας ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας που παραχώρησε στην Αιτήτρια για τη λειτουργία υποκαταστήματος. Η εν λόγω άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε στις 31/07/19 και διαγράφηκε η σχετική καταχώρηση της Αιτήτριας στο Μητρώο Πιστωτικών Ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Κύπρο. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 την σχετική ανακοίνωση από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στα ελληνικά καθώς και τη σχετική ανακοίνωση στην αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω και σε σχέση με την απουσία δυνατότητας της Αιτήτριας να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, σημειώνει ότι η Αιτήτρια στον διαδικτυακό της ιστότοπο αναφέρει σε ανακοίνωση της, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της αλλαγής ιδιοκτήτη της Αιτήτριας καθώς και της στρατηγικής της, η Αιτήτρια αποφάσισε να τερματίσει τις τραπεζιτικές της εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία και να κλείσει το εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας υποκατάστημά της. Επισυνάπτει σχετικά τα Τεκμήρια 3 και 4 στη ρωσική και αγγλική γλώσσα. Είναι σχετικά η θέση της ότι, εξ όσων πληροφορείται από την Καθ' ης η Αίτηση, η ύπαρξη και ο εντοπισμός εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας διεύθυνσης της Αιτήτριας, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ευρυπίδου, αποτελεί μία εκκρεμότητα στα πλαίσια του τερματισμού των εργασιών της Αιτήτριας η οποία δεν έχει ακόμα διευθετηθεί. Εξ όσων καλύτερα πιστεύει και γνωρίζει η διεύθυνση της Αιτήτριας στην Κύπρο ως μη οριστικοποιημένο και εκκρεμές κατάλοιπο του γεγονότος παύσης των εργασιών της Αιτήτριας, δεν δύναται να προβληθεί ως γνήσια διαμονή και θεωρεί ότι η εν λόγω διεύθυνση προβάλλεται για να παρακαμφθούν οι σχετικές πρόνοιες του Ν.72/
  12. Είναι καταληπτικά η θέση της ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης και αιτείται την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με τους δικηγόρους των δύο πλευρών να καταθέτουν γραπτώς στο Δικαστήριο τις αγορεύσεις τους, προς υποστήριξη της θέσης τους η κάθε πλευρά, να τις υιοθετούν, χωρίς να ζητηθεί είτε η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είτε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στη δική τους γραπτή αγόρευση, οι δικηγόροι της Αιτήτριας παραθέτουν ένα σύντομο ιστορικό της πορείας της παρούσας Αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, με την καταχώρηση της Αίτησης, τη νομική της βάση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται και στην ένορκη δήλωση της κας Αρτέμις Ευριπίδου, την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε η Καθ' ης η Αίτηση με τους λόγους που προβάλλονται σε αυτήν και μία σύντομη αναφορά στην ένορκη δήλωση της κυρίας Φραντζέσκας Ιωσήφ που συνοδεύει την ένσταση. Ακολούθως ασχολούνται με τη νομική πτυχή του θέματος και δη, τις προϋποθέσεις εγγραφής της Ρωσικής Απόφασης που θέτει ο Νόμος 121(I)/
  13. Όπως αναφέρουν, ο επίδικος Νόμος είναι αυτός που προβλέπει και ρυθμίζει την εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδίδουν Διατάγματα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης αποφάσεων που εκδόθηκαν από Ρωσικά Δικαστήρια. Ειδικότερα, ο εν λόγω Νόμος καθορίζει τη διαδικασία εγγραφής αποφάσεων Αλλοδαπού Δικαστηρίου, παραθέτοντας το άρθρο 3 του Νόμου στο οποίο ερμηνεύεται η φράση "Απόφαση Αλλοδαπού Δικαστηρίου" και το άρθρο 4 του Νόμου που καθορίζει, ότι ο υπό αναφορά Νόμος, είναι αυτός που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση Απόφασης Αλλοδαπού Δικαστηρίου. Ακολούθως παραθέτουν το άρθρο 5 του Νόμου, το οποίο σκιαγραφεί τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί. Κάνουν επίσης αναφορά στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νίκος Μονογιός ν. Αναστασία Μονογιού, Έφεση Αρ.17/16 ημερομηνίας 22/02/18, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση εγγραφής στην Κύπρο απόφασης Αγγλικού Δικαστηρίου, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τη διαδικαστική φύση του επίδικου Νόμου με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία: «Ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000, Ν.121(Ι)/00, είναι διαδικαστικός νόμος, θέτει το δικονομικό πλαίσιο και ρυθμίζει τη διαδικασία εφαρμογής των όσων προβλέπουν οι σχετικοί νόμοι. Στην υπόθεση Barbara Doris Bauer μέσω της αρμόδιας Αρχής της Γερμανίας ν. Χρήστου Καραπατάκη

(2007)1(Α) Α.Α.Δ.503, διευκρινίστηκε ότι ο Νόμος 121(Ι)/00 είναι διαδικαστικής φύσεως και αναφέρθηκαν τα εξής: Ο Νόμος 121(Ι)/00 δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο. Εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής. Ανάλογου περιεχομένου είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Datamedia v. K.S.N
(1990)1 Α.Α.Δ.13: "Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο ο υπό κρίση νόμος είναι σχετικός με την Δικονομία, ή είναι ουσιαστικός νόμος. Στο σύγγραμμα Dicey & Morris "The Conflict of Laws", δέκατη έκδοση, τόμος 2, σελίδα 1178, αναφέρεται κάτω από το Κεφ. 35, που είναι σχετικό με το κατά πόσο ένας νόμος αφορά την Δικονομία ή είναι ουσιαστικός νόμος, ότι η εκτέλεση απόφασης είναι Δικονομικής φύσεως- "Similarly the method of enforcing a judgment is a matter of procedure." Η διαδικασία εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων δεν στοχεύει σε οτιδήποτε άλλο παρά, την απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεσματικής εφαρμογής μιας δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σ' άλλη χώρα, συμβεβλημένη, με διεθνή σύμβαση, με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και ιδεών, που αποτελεί το θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα μπορούσε παρά να έχει εφαρμογή και στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα. Ως προς το σκοπό που επιτελείται, επί του προκειμένου, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κουντουρή ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1677: "Ποιος είναι ο σκοπός της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων; Και στις δύο περιπτώσεις η εγγραφή αποβλέπει στην πρόσδοση δικαστικής ισχύος στην απόφαση ή διάταγμα του οποίου επιδιώκεται είτε η αναγνώριση είτε η εκτέλεση είτε και τα δύο. Προϋπόθεση, αποτελεί η έκδοση της απόφασης από αρμόδιο Δικαστήριο. Συνταυτίζεται έτσι η απόφαση της αλλοδαπής με απόφαση αρμοδίου Δικαστηρίου της Κύπρου και ανάλογα εκτελείται.» Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης αγγλικού δικαστηρίου, η οποία ήταν εκτελεστή στη χώρα όπου εκδόθηκε. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν μπορούσε να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η ακολουθητέα διαδικασία προσδιορίζεται με σαφήνεια στην παράγραφο
(1)του άρθρου 5 του Νόμου 121(Ι)/00, χωρίς να επιδέχεται περαιτέρω διεύρυνση, αφού χρησιμοποιείται η λέξη «περιορίζεται» Ιδιαιτέρως, στην παράγραφο (ε) αναφέρεται: «Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ'ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της.» Γίνεται επίσης αναφορά σε πρωτόδικη απόφαση της εντίμου Προέδρου της κυρίας Ε. Εφραίμ στην Αλλοδαπή Αίτηση αριθμός 6/19 ημερομηνίας 31/01/20, στην οποία έχει αναφέρει τα εξής: «Με βάση το περιεχόμενο του Ν.121(Ι)/00, είναι προφανές ότι αυτός βασικά ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις για εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης, είτε δικαστικής είτε διαιτητικής, χωρίς όμως να παρέχει το δικαιοδοτικό και ουσιαστικό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στην αναγνώριση ή εκτέλεση. ... Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(ε) του Ν.121(Ι)/00, οι λόγοι επί των οποίων ο Καθ' ου δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης ή στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη Συνθήκη.» Από τα πιο πάνω, είναι η θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας, προκύπτει ότι από τη στιγμή που εκδίδεται μία εκτελεστή απόφαση από Αλλοδαπό Δικαστήριο χώρας με την οποία η Κύπρος έχει συμβληθεί για αυτόν τον σκοπό, αν η Αιτήτρια ακολουθήσει τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 5 του Νόμου, τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το Διάταγμα για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης Αλλοδαπού Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση δικαιούται να εγείρει ως λόγους ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, μόνο ζητήματα που αφορούν έλλειψη δικαιοδοσίας του Αλλοδαπού Δικαστηρίου ή ικανοποίησης του εξ' αποφάσεως χρέους ή μη ικανοποίησης συγκεκριμένων προϋποθέσεων που θέτει η εκάστοτε Διμερής ή Διεθνής Συνθήκη μεταξύ των χωρών. Τονίζουν, ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας για αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης, το Κυπριακό Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της απαίτησης ή της ορθότητας της απόφασης του Αλλοδαπού Δικαστηρίου, παρά μόνο καλείται να εξετάσει κατά πόσο ισχύουν οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η σχετική Διεθνής Σύμβαση και ο επίδικος Νόμος. Είναι η θέση τους, ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ρωσική απόφαση της οποίας η εγγραφή ζητείται με την υπό εξέταση Αίτηση, εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου 121(Ι)/20, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, είναι Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας της Ρωσίας, με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει Συνθήκη, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 του σχετικού Πρωτοκόλλου της Συνθήκης Κύπρου Ρωσίας που επίσης περιέχεται στη νομική βάση της Αίτησης, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Είναι επίσης η θέση τους, ότι έχουν ακολουθήσει τη διαδικασία όπως αυτή προνοείται στο άρθρο 5 του Νόμου έχοντας καταχωρήσει Αίτηση διά κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία επιδόθηκε χωρίς καθυστέρηση στην Καθ' ης η Αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση επίσης υπέβαλε γραπτή ένσταση, η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Όπως περαιτέρω αναφέρουν και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου, η Αίτηση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση, που είναι στη Λευκωσία, σχετικό είναι το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας Ευριπίδου που συνοδεύει την Αίτηση, η Αίτηση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, άρα δεν τίθεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να εξετάσει την παρούσα Αίτηση. Όπως περαιτέρω αναφέρουν στην προκειμένη περίπτωση η ρωσική απόφαση, η εγγραφή της οποίας ζητείται με την αίτηση, εμπίπτει στο ρυθμιστικό βεληνεκές του Ν.121(Ι)/00 εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου είναι δικαστική απόφαση που εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει τη Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας. Η Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πρωτόκολλου της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας που επίσης περιέχεται στη νομική βάση της αίτησης, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Ως εκ των ανώτερω είναι η θέση τους ότι θα πρέπει να αγνοηθεί ο πρώτος λόγος ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση με τον οποίο προωθείται ο ισχυρισμός ότι δήθεν δεν υπάρχει σύμβαση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση και/ή ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν εξασφάλισε δανεισμό από την Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Αιτήτρια. Αυτοί οι ισχυρισμοί σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των μερών η οποία έχει ήδη εκδικαστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, και στο πλαίσιο της οποίας έχει εκδοθεί η ρωσική απόφαση στην οποία αποφασίστηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση οφείλει να καταβάλει το αναφερόμενο σε αυτή ποσό ως αποζημίωση προς την Αιτήτρια. Η παρούσα διαδικασία δεν λειτουργεί ως διαδικασία επανακρόασης της διαφοράς μεταξύ των μερών και επομένως δεν υπάρχει το κατάλληλο δικονομικό υπόβαθρο για να εξεταστεί και να αξιολογηθεί μαρτυρία που αφορά την ουσία της διαφοράς, αφού τα δικαιώματα των μερών έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτό που κατά την άποψή τους χρήζει εξέτασης, είναι το κατά πόσο πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει η Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας σε συνάρτηση με τον Ν.121(Ι)/
  1. Όπως περαιτέρω αναφέρουν, υπάρχει Δικαστική Απόφαση που εκδόθηκε σε αστική υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 23 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας, το οποίο προνοεί ότι μπορούν να αναγνωριστούν μεταξύ των δύο χωρών, δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε αστικές υποθέσεις. Είναι η θέση τους ότι η παρούσα περίπτωση αφορά δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση αστικής φύσεως, αφού, όπως προκύπτει από την ίδια τη ρωσική απόφαση, αυτή εκδόθηκε στη βάση μιας συμφωνίας εκχώρησης βάση της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής προς την Αιτήτρια του ποσού της απαίτησης που προκύπτει από την σύμβαση δανείου με αριθμό XXXXX8‑7‑
  2. Το Ρωσικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε αποφάσισε υπέρ της Αιτήτριας και έκδωσε απόφαση για καταβολή χρέους που ανέρχεται στο ποσό των ρωσικών ρουβλιών 1.336.963.436,22 πλέον έξοδα. Ακολούθως, προβαίνουν μέσα από τη νομολογία να εξετάσουν τον σκοπό και το πνεύμα της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας που δεν είναι άλλος από την ισότιμη έννομη προστασία των πολιτών των δύο κρατών μέσω της διευκόλυνσης της αναγνώρισης και εγγραφής μίας απόφασης σε ένα από τα δύο κράτη όταν αυτή εκδόθηκε στο άλλο. Ακολούθως ασχολούνται με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 26 και 28 της Σύμβασης. Αρχίζοντας από το άρθρο 26, αναφέρουν ότι αυτό προνοεί ότι κατά τη χορήγηση της άδειας εκτέλεσης, το Κυπριακό Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 24 και 25, καθώς και οι απαιτήσεις του άρθρου
  3. Το άρθρο 25 προνοεί ότι η Απόφαση θα πρέπει να έχει εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης, δηλαδή μετά το
  4. Η Ρωσική απόφαση της οποίας σκοπείται η εγγραφή με την παρούσα Αίτηση, έχει εκδοθεί στις 29/05/19 και συνεπώς πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 25 της Συνθήκης Κύπρου Ρωσίας. Το άρθρο 28 της Συνθήκης, προνοεί ότι η Αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από: 1) Το πρωτότυπο ή ένα πιστοποιημένο αντίγραφο της Δικαστικής Απόφασης μαζί με ένα πιστοποιητικό για το τελεσίδικο και εκτελεστό αυτής, εκτός αν αυτό μαρτυρείται από την ίδια την Απόφαση/Διορθωτικό Διάταγμα. 2) Ένα έγγραφο που να πιστοποιεί, ότι ο διάδικος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η Δικαστική Απόφαση, είχε προσηκόντως και εμπροθέσμως κλητευθεί σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2 του άρθρου
  5. 3) Μία πιστοποιημένη μετάφραση της Αίτησης και των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πιο πάνω. Είναι η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 28 της Συνθήκης στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, αναφέρουν ότι στην ένορκη δήλωση Ευριπίδου έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 4 δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της Ρωσικής Απόφασης στα ρωσικά το οποίο στη σελίδα 3 φέρει σφραγίδα με υπογραφή του Δικαστή που την εξέδωσε ημερομηνίας 25/09/19, ότι πρόκειται για πιστό αντίγραφο του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας και τετράγωνη σφραγίδα με υπογραφή του Γραμματέα του Δικαστηρίου, ότι πρόκειται για 3 φύλλα το οποίο πιστοποιήθηκε ως γνήσιο πιστό αντίγραφο από τον Συμβολαιογράφο (Πιστοποιούντα Υπάλληλο), notary public, Γ. Ε. Κρασνόφ. Επίσης επισυνάπτεται πιστοποιητικό apostille στον τύπο που προβλέπει το άρθρο 4 της σχετικής Σύμβασης που πιστοποιεί τη γνησιότητα της υπογραφής και την ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο εν λόγω συμβολαιογράφος. Σε σχέση με το θέμα της πιστοποίησης, αντίγραφου αλλοδαπής απόφασης παραπέμπουν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Nimegan Trading Ltd v. Wigram Inc
(2009)1Β Α.Α.Δ.
  1. Όπως περαιτέρω αναφέρουν, στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της κας Ευριπίδου, αναφέρεται ότι η Ρωσική Απόφαση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή στη Ρωσία. Στη σελίδα 1 της Ρωσικής Απόφασης, που είναι το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Ευριπίδου, στη δικαστική σφραγίδα που υπογράφεται από τον Δικαστή που την εξέδωσε, αναφέρει ότι η Ρωσική Απόφαση τέθηκε σε ισχύ την 1/07/
  2. Όπως αναφέρουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η Ρωσική Απόφαση είχε εκδοθεί στις 29/05/
  3. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν προχώρησε στην καταχώρηση οποιασδήποτε έφεσης εντός της προθεσμίας του ενός μηνός από την έκδοση της απόφασης , ως είχε δικαίωμα να το πράξει βάση του Ρωσικού Δικαίου, και ως εκ του αποτελέσματος τούτου, η ρωσική απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εκτελεστή από την 1/07/19 (δηλαδή έναν μήνα μετά). Γι' αυτό και έχει τοποθετηθεί η σχετική σφραγίδα από το Ρωσικό Δικαστήριο η οποία φαίνεται στο ίδιο το κείμενο της ρωσικής απόφασης. Σημειώνουν δε, ότι και η Καθ' ης η Αίτηση με την ένστασή της, δεν εγείρει οποιονδήποτε λόγο ότι δεν υπάρχει τελεσιδικία ή δυνατότητα εκτέλεσης της Ρωσικής Απόφασης, ούτε αντικρούει τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει για τη ρωσική δικονομική διαδικασία βάσει της οποίας η επίδικη Ρωσική Απόφαση, κατέστη τελεσίδικη και εκτελεστή την 1/07/
  4. Έτσι, αναφέρουν, ότι η σφραγίδα που έχει τοποθετηθεί στην Πρωτόδικη Απόφαση από το Ρωσικό Δικαστήριο μετά από την έκδοση της Έφεσης, σηματοδοτεί την εκτελεστότητα και τελεσιδικία της εν λόγω Απόφασης, κάτι το οποίο αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία για σκοπούς των προϋποθέσεων του άρθρου 28.1 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας και παραπέμπουν στην απόφαση Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd v. Alfred C. Toepler International Gmbh, Γεν. Αίτ.85/12, ημερ. 22/02/
  5. Όσον αφορά για την προϋπόθεση, ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει δεόντως ειδοποιηθεί για την ύπαρξη της αλλοδαπής διαδικασίας, αναφέρουν ότι αυτό το γεγονός προκύπτει από την ίδια τη Ρωσική Απόφαση και παραπέμπουν στη σελίδα 4 όπου αναφέρονται τα εξής «... Ο εκπρόσωπος της Εναγομένης δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο παρόλο που κλητεύθηκε προσηκόντως και ενημερώθηκε σχετικά με την ώρα και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας σύμφωνα με τα Άρθρα 121, 123, 156 του Κώδικα Διαιτητικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.» Είναι η θέση τους, ότι το άρθρο 28
(2), δεν θέτει την προϋπόθεση της προσκόμισης κάποιου συγκεκριμένου εγγράφου ή πιστοποιητικού που να αποδεικνύει το γεγονός της επίδοσης του εκάστοτε Εναγόμενου στο πλαίσιο της ρωσικής διαδικασίας, απλά προνοεί για την προσκόμιση κάποιου εγγράφου που να πιστοποιεί το εν λόγω γεγονός, και είναι η θέση τους, ότι εφόσον το ίδιο το Ρωσικό Δικαστήριο στην απόφαση του προβαίνει σε σχετική αναφορά ως προς αυτό το ζήτημα, το γεγονός αυτό αποτελεί την πλέον ικανοποιητική μαρτυρία για το γεγονός της επίδοσης και ειδοποίησης στην Καθ' ης η Αίτηση, για τη διαδικασία που βρισκόταν σε εξέλιξη ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων. Πέραν από τη βεβαίωση που πηγάζει από τα ίδια τα λεγόμενα του Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης αναφορικά με την ειδοποίηση της Καθ' ης η Αίτηση, οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση ότι δήθεν δεν πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της διαδικασίας εναντίον της, καθίστανται μη πιστικοί και ανυπόστατοι και από το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα, δηλαδή σχεδόν 2 χρόνια μετά από την έκδοση της ρωσικής απόφασης και 8 μήνες μετά την επίδοση της υπό εξέτασης αίτηση σε αυτή, η Καθ' ης η Αίτηση δεν προχώρησε σε οποιονδήποτε διάβημα για να προσβάλει τη ρωσική απόφαση, όπως εύλογα θα αναμένετο από οποιονδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση δήθεν ερήμην. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της μη επίδοσης απλά προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της κας Ιωσήφ γενικά και αόριστα χωρίς κανένα περαιτέρω αποδεικτικό στοιχείο που να αντικρούει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ευρυπίδου και του κειμένου της ίδιας της ρωσικής απόφασης. Επομένως, είναι η θέση τους, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης δεν πρέπει να πετύχει. Όσον αφορά την πιστοποίηση μετάφρασης από ορκωτό μεταφραστή η οποία προβλέπεται στο άρθρο 28
(3)της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας, είναι η θέση τους ότι όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση Ευριπίδου, η Ρωσική Απόφαση συνοδεύεται με δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, η οποία ετοιμάστηκε από την κυρία XXXXX Ηλία, εγγεγραμμένη ορκωτή μεταφράστρια στο Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών με αριθμό μητρώου XXXXX και ως εκ τούτου, ικανοποιείται το άρθρο 15 του Νόμου που αφορά τις υπηρεσίες ορκωτού μεταφραστή. Είναι καθολικά η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας αναφορικά με τη δυνατότητα αναγνώρισης και εγγραφής Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο. Σε ό,τι αφορά το άρθρο 27 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας, προβλέπεται ότι επιτρέπεται η απευθείας υποβολή της Αίτησης για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης στο αρμόδιο Δικαστήριο του συμβαλλόμενου μέρους, αν το πρόσωπο που υποβάλλει την Αίτηση για εκτέλεση, διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεστεί η Δικαστική Απόφαση. Είναι η θέση τους, ότι στην παρούσα περίπτωση ακολουθήθηκε ο ενδεδειγμένος τρόπος υποβολής της Αίτησης και έναρξης της παρούσας διαδικασίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης Ευριπίδου και αποδεικνύεται και από το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται σε αυτήν, η Αιτήτρια είναι τράπεζα με κύρια έδρα της στη Ρωσία, η οποία όμως δραστηριοποιείται και στην Κύπρο, δηλαδή διατηρεί υποκατάστημα και εγγεγραμμένο γραφείο και στην Κύπρο είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αλλοδαπή εταιρεία. Μάλιστα έχει δηλωμένη τη διεύθυνση του τόπου εργασίας της και του εγγεγραμμένου γραφείου της στη Φαλέας 1, 1 Faleas Business Service Ctr, Διαμ.1, Γρ.8, Άγιος Αθανάσιος, 4101 Λεμεσός. Ως νόμιμα εγγεγραμμένη αλλοδαπή εταιρεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Αιτήτρια θεωρείται από τον ίδιο τον Νόμο ότι κατέχει «τόπο εργασίας» εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, δικαιούται να κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία ωσάν να ήταν εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο, υπόκειται σε νόμιμη επίδοση δικαστικών εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της εντός της Κύπρου ενώ παράλληλα έχει υποχρέωση καταχώρησης διάφορων εγγράφων, όπως οικονομικών καταστάσεων κτλ στον Έφορο Εταιρειών. Με άλλα λόγια, ενόψει της εγγραφής της Αιτήτριας ως αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο και της διατήρησης εγγεγραμμένου γραφείου σε αυτή, η Αιτήτρια θεωρείται ότι διατηρεί διαμονή εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και άρα δικαιούται να προχωρήσει στην απευθείας καταχώρηση της υπό εξέτασης αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 της Συνθήκης Κύπρου ‑ Ρωσίας. Σε ό,τι αφορά τη θέση της κυρίας Ιωσήφ σύμφωνα με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν διατηρεί πλέον άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στην Κύπρο επειδή αυτή έχει ανακληθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, διευκρινίζουν ότι η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που δίδεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε πιστωτικά ιδρύματα στην Κύπρο αφορά τη δυνατότητα των εκάστοτε εταιρειών να διεξάγουν συγκεκριμένες "εργασίες πιστωτικού ιδρύματος" όπως αυτές ερμηνεύονται στο άρθρο 2 του Ν.66(Ι)/97 και παρατίθενται στο Παράρτημα IV του ίδιου Νόμου. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος αναφορικά με την Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με διάλυση της εταιρικής οντότητας ως "αλλοδαπής εταιρείας", αλλά ουσιαστικά σε περιορισμό της φύσης των εργασιών που δύναται να διεξάγει, ενώ παράλληλα διατηρεί την υπόστασή της ως εταιρεία που διατηρεί τόπο εργασίας εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, είναι η θέση τους, ότι η προώθηση της υπό εξέτασης αίτησης για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης στην Κύπρο, δεν περιλαμβάνεται στις εργασίες που παρατίθενται στο Παράρτημα IV του Ν66(Ι)/97 και επομένως δεν εγείρεται κανένα κώλυμα στην προώθηση της παρούσας αίτησης από μέρους της Αιτήτριας σε συνάρτηση με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως πιστωτικού ιδρύματος. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι το γεγονός της ανάκλησης της λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος αναφορικά με την Αιτήτρια δεν σχετίζεται καθόλου με την παρούσα διαδικασία, αφού αυτή δεν αποτελεί διαδικασία που σχετίζεται με εργασίες πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στην Κύπρο. Δεν επηρεάζει το δικαίωμά της να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση, δικαίωμα το οποίο δεν περιορίζεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, αλλά σε όλους τους εξ αποφάσεως πιστωτές στη βάση αλλοδαπής απόφασης και άρα δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός στην υπό εξέταση αίτηση το οποίο η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να αποκαλύψει ως ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, η δήθεν μη αποκάλυψη από πλευράς Αιτήτριας του γεγονότος αυτού, δεν αποτελεί αυτοτελές λόγο απόρριψης της υπό εξέτασης αίτησης, αφού η παρούσα διαδικασία έχει καταχωρηθεί δια κλήσεως και όχι μονομερώς. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια δήλωσε στην επίσημη ιστοσελίδα της ότι, εν' όψει της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ως πιστωτικό ίδρυμα, σκοπεύει να ολοκληρώσει τις εργασίες της και να κλείσει το υποκατάστημα που διατηρεί στην Κύπρο, δεν επηρεάζει την παρούσα διαδικασία, αφού ως προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Αιτήτρια δεν έχει προχωρήσει ακόμα σε τέτοιο βήμα. Δηλαδή παραμένει ενεργή και εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και επομένως συνεχίζει να διατηρεί διαμονή στην Κύπρο για τους σκοπούς του άρθρου 27 της Συνθήκης Κύπρου ‑ Ρωσίας. Το άρθρο 29 της Συνθήκης Κύπρου - Ρωσίας, αναφέρει τα ακόλουθα "Ο κατόπιν δικαστικής απόφασης οφειλέτης δικαιούται να φέρει ένσταση στην εκτέλεση αυτής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται να εκτελεστεί η δικαστική αυτή απόφαση, βασιζόμενος σε λόγους αποδεκτούς κατά το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους, του οποίου αρχή έχει εκδώσει τη δικαστική απόφαση". Είναι η θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας, ότι η Καθ' ης η Αίτηση μέσω της ένστασης της και της ένορκης δήλωσης της Φραντζέσκας Ιωσήφ που την συνοδεύει, δεν προέβαλε κανέναν λόγο ένστασης βασιζόμενο στο Δίκαιο της Ρωσίας κατά της εκτέλεσης της Ρωσικής απόφασης στην Κύπρο, ως προνοεί το άρθρο 29 της Συνθήκης. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση Ιωσήφ, ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης είναι αντίθετη με τις νομικές αρχές που εφαρμόζει η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Χ'Ιωσήφ, ούτε προσκομίζεται οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Επίσης όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Νόμος 121(Ι)/00, απαριθμεί περιοριστικά στο άρθρο 5Ε τους λόγους στους οποίους η Καθ' ης η Αίτηση, μπορεί να στηρίξει την ένστασή της. Η Καθ' ης η Αίτηση, δεν ισχυρίστηκε κανέναν από αυτούς και δη ότι έχει αποπληρώσει τη Ρωσική Απόφαση, έτσι είναι η θέση τους, ότι οι λόγοι ένστασης 1, 3, 4, 5 και 7 που αφορούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της Ρωσικής Απόφασης, δεν μπορούν να προχωρήσουν, και ζητούν την απόρριψή τους στην ολότητά τους. Με αναφορά ξανά στην υπόθεση Μονογιός ν. Μονογιού (ανωτέρω), αναφέρουν ότι έχει επαναληφθεί η αρχή ότι το Δικαστήριο από το οποίο σκοπείται η εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης, δεν μπορεί να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης του Αλλοδαπού Δικαστηρίου. Σε σχέση με τον τελευταίο λόγο ένστασης, τον λόγο ένστασης 3 που αφορά το νομότυπο της ένορκης δήλωσης της Άρτεμις Ευριπίδου, αναφέρουν ότι όλα όσα ισχυρίζονται οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση, δεν ευσταθούν. Η Άρτεμις Ευριπίδου στην ένορκη δήλωσή της, αναφέρει ότι είναι κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί, δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια για τον σκοπό αυτόν, εξηγεί ότι λόγω του ότι οι Διευθυντές της Αιτήτριας της διαμένουν στη Ρωσία και λόγω ειλημμένων υποχρεώσεων τους δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσουν στην Κύπρο γι' αυτόν τον σκοπό, αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της ως προς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και το γεγονός ότι η κυρία Ιωσήφ είναι δικηγόρος, δεν καθιστά την ένορκη δήλωση ούτε παράτυπη, ούτε αντικανονική, ιδιαίτερα εφόσον η ίδια δεν εμφανίζεται στην παρούσα υπόθεση για να εκπροσωπήσει την Αιτήτρια. Σημειώνω εδώ ως παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει με την κα Ιωσήφ, δηλαδή εμφανίζεται και χειρίζεται την παρούσα αίτηση, μαζί με άλλο δικηγόρο, αλλά έχει προβεί και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παραπέμπουν εκτενώς στη νομολογία παραθέτοντας την υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ.82 και σε σωρεία νομολογίας που ακολούθησε την αρχή της εν λόγω υπόθεσης. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα XXXXX Ευριπίδου, αναφέρει ότι έχει αποκτήσει προσωπική γνώση των γεγονότων που εκτίθενται στην ένορκη δήλωσή της, από μελέτη του φακέλου και των εγγράφων που περιέχονται σε αυτόν, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από την Αιτήτρια, τους αντιπροσώπους της και τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση. Σε ό,τι δε αφορά γεγονότα που δεν εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση, αποκαλύπτει την πηγή γνώση της και δηλώνει ότι εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, τα γεγονότα τα οποία ορκίζεται είναι αληθή. Επίσης, οι συνήγοροι της Αιτήτριας αναφέρουν ότι η κα Ευριπίδου στην ένορκη της δήλωση, αναφέρεται στους Ρώσους δικηγόρους της Αιτήτριας που χειρίστηκαν την υπόθεση και οι οποίοι της έχουν δώσει πληροφορίες, τα ονόματα των οποίων αποκαλύπτει και σχετικό είναι το Τεκμήριο 4, την ένορκη δήλωσή της, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί στους οποίους προβαίνει, είναι καθαρά νομικοί ισχυρισμοί για τους οποίους η ίδια ως δικηγόρος, είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί σε αυτούς, και επαναλαμβάνουν τη θέση τους, ότι δεν βρίσκεται στην Κύπρο κανένα άλλο καταλληλότερο πρόσωπο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, γεγονός το οποίο έχει μείνει αναντίλεκτο. Καταληκτικά είναι η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο από τον Νόμο 121
(1)/00 όσο και από τη Συνθήκη Κύπρου - Ρωσίας και θεωρούν ότι είναι ορθό, όπως το Δικαστήριο προχωρήσει και εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Με την αγόρευση τους, οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση, αναφέρουν ότι η Ρωσική Απόφαση της οποίας σκοπείται η εγγραφή εκ μέρους της Αιτήτριας, διατάσσει: 1) την πληρωμή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια to κεφάλαιο χρέους RUB1.336.963.436,12, 2) την πληρωμή από την Καθ' ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια εξόδων καταβολής τελών ύψους RUB200.000.000. Αφού αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της XXXXX Ευριπίδου, ακολούθως αναφέρονται στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ένσταση η οποία έχει γίνει από την κυρία XXXXX Ιωσήφ την οποία και υιοθετούν και αναφέρουν τη νομική βάση τόσο της ένστασης, όσο και της Αίτησης. Είναι η πρώτη τους θέση, ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Ν172(I)/86, δεν ικανοποιούνται. Το εν λόγω άρθρο, παραθέτει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων το οποίο και παραθέτουν αυτούσιο στην αγγλική γλώσσα. Σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρουν, ότι το άρθρο 24 αναφέρει ότι η Απόφαση αναγνωρίζεται και εκτελείται υπό την προϋπόθεση ότι είναι τελεσίδικη και εκτελεστέα σύμφωνα με το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου δόθηκε. Το άρθρο 24
(2)αναφέρει επίσης, ότι η Απόφαση αναγνωρίζεται και εκτελείται υπό την προϋπόθεση ότι το μέρος που δεν εμφανίστηκε και δεν συμμετείχε στη διαδικασία κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, του κοινοποιήθηκε δεόντως και σε επαρκή χρόνο σύμφωνα με το δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. Είναι η θέση τους, ότι στην υπό εξέταση Αίτηση δεν έχει καταδειχθεί ότι η υπό εγγραφή Ρωσική Δικαστική Απόφαση συνιστά τελεσίδικη και εκτελεστέα απόφαση, καθότι κανένα πιστοποιητικό τελεσιδικίας δεν έχει προσκομιστεί προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι σύμφωνα με το άρθρο 28
(2), η Αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιημένο έγγραφο το οποίο να πιστοποιεί, ότι ο διάδικος κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, έχει ενημερωθεί δεόντως και σε επαρκή χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 24
(2)περί της ύπαρξης της εν λόγω διαδικασίας. Είναι η θέση τους, ότι κανένα τέτοιο έγγραφο δεν έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ευριπίδου με το οποίο να πιστοποιείται η επίδοση προς την Καθ' ης η Αίτηση, της υπόθεσης με αριθμό Α40-190212/18-22-
  1. Περαιτέρω, οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση έχουν τη θέση, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 27 του επίδικου Νόμου, επίσης δεν ικανοποιούνται, αφού παραθέτουν αυτούσιο το κείμενο του άρθρου 27, αναφέρουν ότι σε ελεύθερη μετάφραση το άρθρο 27 προνοεί ότι η αίτηση για την εκτέλεση Δικαστικής Απόφασης, θα υποβάλλεται σε Δικαστική Αρχή του τόπου έκδοσης της Απόφασης. Η Αρχή θα μεταβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους που επιδιώκεται να εκτελεστεί η Δικαστική Απόφαση, η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται απευθείας στο αρμόδιο Δικαστήριο του συμβαλλόμενου μέρους. Είναι η θέση τους, ότι σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 27, η Αιτήτρια αποτάθηκε η ίδια απευθείας στο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζήτησε Διάταγμα Αναγνώρισης και Εκτέλεσης της Ρωσικής Απόφασης, παρά το γεγονός ότι δεν διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που απαιτείται από το άρθρο
  2. Όπως περαιτέρω αναφέρουν, η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει καμία επαρκή μαρτυρία ως προς το θέμα μόνιμης ή προσωρινής διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το γεγονός ότι γίνεται κάποια αναφορά σε κυπριακή διεύθυνση εκτέλεσης εργασιών της Αιτήτριας, δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία διαμονής και είναι η θέση τους, ότι η Αιτήτρια όφειλε να αποταθεί στα Δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την αναγνώριση της σχετικής Ρωσικής Απόφασης και ακολούθως η αρμόδια Ρωσική Αρχή να ζητήσει αναγνώριση και εγγραφή της απόφασης από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παραπέμπουν σχετικά στην απόφαση VTB BANK (PJSC) v. Polchemko Αίτηση αριθμός 14/19, όπως και στη σχετική υπόθεση VTB BANK (PJSC) v. Alekseyevich, άλλως Taruta κ.ά. Γενική Αίτηση 378/14 ημερομηνίας 27/06/
  3. Είναι επίσης η θέση τους σε σχέση με το θέμα αυτό, ότι η θέση της Αιτήτριας ότι η δημιουργία υποκαταστήματος ή τόπου εργασίας μέσω εγγραφής αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο, δεν ισοδυναμεί με τη δημιουργία νέας νομικής οντότητας στην Κύπρο και ότι μία αλλοδαπή εταιρεία, δεν διαθέτει ξεχωριστή νομική οντότητα, αντίθετα ευθύνη για τις υποχρεώσεις της, φέρει η ξένη ρωσική εταιρεία βάσει της οποίας ιδρύθηκε, δηλαδή η Αιτήτρια εταιρεία που έχει τη διεύθυνση διαμονής της στη Ρωσία. Παραπέμπουν σχετικά με το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει ή όχι ξεχωριστή νομική προσωπικότητα σε υποκατάστημα αλλοδαπής εταιρείας στην υπόθεση Beogradska Banka v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Προσφυγή 698/00 απόφαση ημερομηνίας 08/12/00, σύμφωνα με την οποίαν αποφασίστηκε "...ότι το υποκατάστημα (branch) στην Κύπρο αποτελεί απλώς εγκαθιδρυμένο τόπο εργασίας της Εναγόμενης ως αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο και δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα". Περαιτέρω, θεωρούν ότι χρήσιμη αναφορά έχει γίνει και στην υπόθεση VTB Bank (PJSC) v. Leisler Holdings Ltd, Γενική Αίτηση 528/16, στην οποίαν αναφέρθηκε ότι το γεγονός ότι μία εταιρεία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην Κύπρο παρέχοντας σε τακτά χρονικά διαστήματα πιστωτικές διευκολύνσεις σε κυπριακές εταιρείες και κατέχει περιουσιακά στοιχεία και στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν ισοδυναμούν με μόνιμη και/ή προσωρινή διαμονή στη Δημοκρατία και κατά πόσο δεν πληροί την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 28
(2)της Συνθήκης. Είναι η θέση τους, παραπέμποντας σε σχετικά συγγράμματα ότι για να αποκτηθεί μόνιμη διαμονή ή προσωρινή διαμονή σε μία χώρα, πρέπει να είναι καθορισμένη όχι για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή συγκεκριμένο σκοπό, αλλά γενική και αόριστη για το μέλλον και ότι μία νέα διαμονή δεν αποκτάται μέχρις ότου όχι μόνο να υπάρξει μία σταθερή πρόθεση ίδρυσης σε κάποιαν άλλη χώρα, αλλά μέχρις ότου αυτή η πρόθεση να έχει διεξαχθεί μέσω της πραγματικής διαμονής εκεί. Αναφέρονται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση OAO Baltiyskiy Bank v. Kirilelco, Αίτηση 1339/9, ημερομηνίας 08/04/11, ως υποστήριξη της θέση τους, ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι διαθέτει στην Κύπρο μόνιμη ή προσωρινή διαμονή. Όπως περαιτέρω αναφέρουν, ο σχετικός ισχυρισμός της κας Ευριπίδου στην ένορκη δήλωσή της αναφορικά με την ιδιότητα της Αιτήτριας ως τραπεζικό ίδρυμα με έδρα εργασιών στην Κύπρο, είναι εξαιρετικά διφορούμενος. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει αφαιρέσει την άδεια της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να διεξάγει οποιεσδήποτε συναφείς εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό το δεδομένο δεν έχει αποκαλυφθεί από την Αιτήτρια. Περαιτέρω, η ίδια η Αιτήτρια σε διαδικτυακές δημοσιεύσεις της, παραδέχεται ότι έχει κλείσει το κυπριακό υποκατάστημα της στην Κύπρο, συνεπώς θα έπρεπε να τηρηθεί το άρθρο 27
(2)της Συνθήκης μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας, δηλαδή η Αιτήτρια να μην αποταθεί κατευθείαν με την καταχώρηση Αίτησης ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, αλλά να απευθυνθεί μέσω των Ρωσικών Δικαστηρίων. Διερωτούνται επίσης, πώς είναι δυνατό η Αιτήτρια να επικαλείται έστω και προσωρινή διαμονή στην Κύπρο, όταν διατηρεί παράλληλα και ταυτόχρονα τη μόνιμη διαμονή της στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η αναφορά και μόνο σε μία διεύθυνση στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς φυσική παρουσία, εκεί όπου η μόνη ουσιαστική διαμονή προκύπτει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να ακούσει και να εξετάσει την Αίτηση. Είναι συναφώς η θέση τους, ότι μόνο και μόνο για το γεγονός αυτό, θα πρέπει η Αίτηση να απορριφθεί. Είναι η θέση τους ότι δεν είναι δυνατό η Αιτήτρια να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς κατά τις 31/07/19 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας που παραχώρησε στην Αιτήτρια για την άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος της. Η Αιτήτρια διαγράφηκε από το Μητρώο των Πιστωτικών Ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Κύπρο και παρέδωσε την άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος δυνάμει του άρθρου 4
(6)του Ν.66(I)/
  1. Περαιτέρω, αναφέρεται σε ανακοίνωσή της στο διαδίκτυο, ότι η Αιτήτρια αποφάσισε τον τερματισμό των τραπεζικών της εργασιών στην Κυπριακή Δημοκρατία και να κλείσει το εντός της Δημοκρατίας υποκατάστημά της. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η ύπαρξη και ο εντοπισμός διεύθυνσης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί ουσιαστικά μία εκκρεμότητα στα πλαίσια του τερματισμού των εργασιών της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία η οποία δεν έχει διευθετηθεί. Η διεύθυνση της Αιτήτριας στην Κύπρο παραμένει ως μη οριστικοποιημένο και εκκρεμές κατάλοιπο του γεγονότος παύσης εργασιών της Αιτήτριας και δεν δύναται να προβληθεί ως γνήσια διαμονή. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η εν λόγω διεύθυνση προβάλλεται για να παρακαμφθούν οι σχετικές πρόνοιες του Ν.72/
  2. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι προφανώς εκ λάθους και επειδή είναι 3 παρόμοιες αιτήσεις που έχουν καταχωρηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και συγκεκριμένα οι αιτήσεις 138/20, 139/20 και 140/20, στην παρούσα υπόθεση οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση πραγματεύονται θέματα που αφορούν την νομιμότητα τόκων υπερημερίας, θέματα όμως που δεν απασχόλησαν το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, ούτε υπάρχει οποιοδήποτε αίτημα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για αναγνώριση απόφασης που αναφέρεται σε τόκους. Θυμίζω ότι η βασική υπεράσπιση της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση είναι ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την Αιτήτρια και δεν εξασφάλισε από αυτή οποιονδήποτε δανεισμό και δεν οφείλει κανένα ποσό προς την Αιτήτρια και παράλληλα προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε έλαβε επίδοση ή πληροφορήθηκε δεόντως αναφορικά με την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας στη Μόσχα. Επομένως, όλα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της Καθ' ης η Αίτηση που αφορούν θέματα τόκων υπερημερίας θα αγνοηθούν. Ασχολούνται τέλος με δύο επιμέρους σημεία, την ακαταλληλότητα της ενόρκως δηλούσας κυρίας Ευριπίδου για την οποία επαναλαμβάνουν τη θέση τους, ότι δεν είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση Ευριπίδου υποστηρίζει πρωτογενή Αίτηση και όχι ενδιάμεση και ως εκ τούτου, το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται αυτήν, θα πρέπει να έχει πρωτογενή γνώση των θεμάτων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και είναι η θέση τους, ότι η υπό κρίση Αίτηση και η φύση της, διαφοροποιούνται με τα δεδομένα της υπόθεσης Rybolovlev (ανωτέρω). Αναφέρουν επίσης, ότι προκύπτει από έρευνα στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, ότι υπάρχει στην Κύπρο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ πλευράς Αιτήτριας, ο κύριος Igor Kavetsov ο οποίος είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί την ένορκη δήλωση. Αποτελεί επομένως θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης ημερομηνίας 29/05/19 για εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης στη βάση του Νόμου 172(I)/86, καθότι η Αιτήτρια δεν έχει ούτε προσωρινή, ούτε μόνιμη διαμονή στην Κύπρο, η ενόρκως δηλούσα που ορκίζεται ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση και επιμένουν στη θέση τους. Έχοντας μελετήσει τις αγορεύσεις των δύο μερών και διαβάσει τη νομολογία στην οποίαν με παραπέμπουν, προκύπτει ότι από όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, αυτοί που ουσιαστικά προωθούνται, είναι μόνο
  3. Τούτοι αφορούν την παρουσία είτε προσωρινή, είτε μόνιμη, στην Κύπρο της Αιτήτριας και τον τρόπο που η Αιτήτρια ξεκίνησε την παρούσα διαδικασία, την ικανότητα και καταλληλότητα της κυρίας Ευριπίδου να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση, δεδομένου ότι πρόκειται για ένορκη δήλωση που συνοδεύει εναρκτήρια Αίτηση διά Κλήσεως, το νόμιμο ή μη της κλήτευσης της Καθ' ης η Αίτηση ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Παρεμφερώς προβάλλουν και το θέμα της σύναψης ή μη σύμβασης δανεισμού. Σε ό,τι αφορά τους λόγους που αφορούν την τελεσιδικία της επίδικης Απόφασης της οποίας σκοπείται η εγγραφή, το θέμα της ορθής μετάφρασης της από ορκωτό μεταφραστή και το θέμα της δέουσας ειδοποίησης για τη διαδικασία που διεξήχθηκε στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας σε ό,τι αφορά την Καθ' ης η Αίτηση, οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από την Καθ' ης η Αίτηση, εκτός του ότι έχουν προβληθεί εντελώς επιδερμικά από αυτούς, και ουσιαστικά δεν έχουν δεόντως προωθηθεί με την αγόρευση τους, θεωρώ ότι δεν ισχύουν. Υπάρχει δέουσα πιστοποίηση της επίδικης Απόφασης, τόσο από τον Δικαστή που την έχει εκδώσει, όσο και από ορκωτό μεταφραστή, οι σφραγίδες που έχουν τεθεί επί της επίδικης Απόφασης το πρωτότυπο της οποίας είναι καταχωρημένο στον φάκελο ως Τεκμήριο, δεν επιδέχονται καμίας αμφισβήτησης, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται ξεχωριστό έγγραφο που να αποδεικνύει την επίδοση της Αίτησης στην Καθ'ης η Αίτηση για τη διαδικασία ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου της Μόσχας εφόσον η απόφαση του Δικαστηρίου ξεκάθαρα αναφέρει το γεγονός αυτό, ούτε και θεωρώ ότι υπάρχει αμφισβήτηση από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, της τελεσιδικίας της απόφασης με τον τρόπο που την εξηγούν οι Αιτητές, δηλαδή εκδόθηκε η Πρωτόδικη Απόφαση, η Καθ' ης η Αίτηση δεν άσκησε το δικαίωμα της σε Έφεση, με αποτέλεσμα η τελεσιδικία της Ρωσικής Απόφασης της οποίας σκοπείται η εγγραφή, να είναι αδιαμφισβήτητη. Επομένως όλοι οι λόγοι που εγείρονται από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση εκτός από αυτούς που έχω αναφέρει στους οποίους έχουν δώσει και ιδιαίτερη βαρύτητα με τους οποίους και θα ασχοληθώ ευθύς αμέσως, θεωρώ ότι δεν ισχύουν και απορρίπτονται στην ολότητά τους. Όσον αφορά τον κυριότερο ίσως λόγο ένστασης, ότι δηλαδή δεν έχει ξεκινήσει ορθά η παρούσα διαδικασία από πλευράς της Αιτήτριας, με το να στραφεί η ίδια κατευθείαν στα Κυπριακά Δικαστήρια και να ζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση της Απόφασης χωρίς να έχει παρουσία στην Κύπρο, αναφέρω τα ακόλουθα. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ιωσήφ που συνοδεύει την ένσταση, υπάρχει αμφισβήτηση για την παρουσία της Αιτήτριας στην Κύπρο. Σχετικός είναι ο λόγος ένστασης 4 στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 7/12/20 η οποία αναπτύσσεται από την ενόρκως δηλούσα Φραντζέσκα Ιωσήφ στην παράγραφο 4(iv) της ένορκης δήλωσής της. Στην ένορκη δήλωση της η κυρία Ιωσήφ, δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δηλώνει αυτήν της τη θέση. Αντίθετα οι λόγοι αυτοί, αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση της Καθ' ης η Αίτηση και είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει ανακαλέσει την άδεια της Αιτήτριας, ότι η Κεντρική Τράπεζα έχει αφαιρέσει την άδεια της Αιτήτριας στην Κύπρο με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να διεξάγει εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία και η ίδια η Αιτήτρια σε διαδικτυακές δημοσιεύσεις, οι οποίες δεν επισυνάπτονται ως Τεκμήριο, παραδέχεται το κλείσιμο του κυπριακού υποκαταστήματος της στην Κύπρο. Διαφωνώ με αυτές τις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση. Θεωρώ για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι η ύπαρξη υποκαταστήματος της Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο, έχει αποδειχθεί γι' αυτό και θεωρώ ότι ορθά η Αιτήτρια απευθύνθηκε η ίδια στα Κυπριακά Δικαστήρια και έτσι αυτός ο λόγος ένστασης, καταρρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τον λόγο ένστασης ότι η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε συνεβλήθη με την Αιτήτρια και/ή δεν εξασφάλισε από αυτήν οποιονδήποτε δανεισμό και/ή ουδέν ποσό οφείλει προς αυτή, αυτό αφορά την ουσία της υπόθεσης η οποία όπως έχω ήδη αναφέρει, έχει εξεταστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο δηλαδή το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας, και δεν είναι θέμα που μπορεί να τύχει εξετάσεις από το παρόν Δικαστήριο. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, και προς τούτο έχει γίνει αναφορά και σε νομολογία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την ουσία της αλλοδαπής απόφασης. Περιορίζεται μόνο στο να διαπιστώσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής της εν λόγω απόφασης, επομένως τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας δανεισμού μεταξύ τους, αποτελούν θέματα εκτός της σφαίρας εξέτασης του παρόντος Δικαστηρίου και σίγουρα δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη μη εγγραφή της επίδικης Απόφασης, νοούμενου βεβαίως ότι ικανοποιούνται όλοι οι άλλοι λόγοι, έτσι και αυτός ο λόγος είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται. Έρχομαι τώρα στον τελευταίο λόγο που αφορά την ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας. Είναι η θέση των συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η κυρία Ευριπίδου δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση, εφόσον φαίνεται να υπάρχει στην Κύπρο πρόσωπο το οποίο έχει υποδειχθεί από την Αιτήτρια ότι είναι αρμόδιο πρόσωπο για να την ορκιστεί και συγκεκριμένα ο κύριος Igor Kanevtsov. Σημειώνω εδώ, την αντίθεση που παρουσιάζεται στην ίδια τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση, αφενός να ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει παρουσία της Αιτήτριας στην Κύπρο και από την άλλην, να δηλώνουν ότι υπάρχει αρμόδιο πρόσωπο το οποίο να μπορούσε να ορκιστεί την ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας το οποίο διαμένει στην Κύπρο. Πέραν τούτου, αναφέρω ότι η θέση της κυρίας Ευριπίδου, ότι τα πλείστα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, είναι καθαρά νομικής φύσεως είναι ορθή και δεν αποτελεί λάθος για δικηγόρο να ορκιστεί θέματα νομικής φύσεως, αποκαλύπτοντας μάλιστα την πηγή της πληροφόρησης του για κάθε σημείο το οποίο αναπτύσσει όπως η κυρία Ευριπίδου πράττει. Αναφέρω δε για σκοπούς πληρότητας του επιχειρήματός μου, ότι και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, την έχει ορκιστεί δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την Καθ' ης η Αίτηση και όχι οποιοσδήποτε αξιωματούχος ή άλλος υπεύθυνος της Καθ' ης η Αίτηση, και μάλιστα δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εκ πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση, μαζί με άλλο δικηγόρο του γραφείου, κάτι που δεν συμβαίνει με την κα Ευριπίδου. Είναι καθολικά η θέση μου, ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που έχουν αναπτυχθεί στην παρούσα υπόθεση εκ πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση δεν ισχύει, αντίθετα η Αιτήτρια έχει αποδείξει τα όσα με τη Σύμβαση απαιτούνται και ας μην λησμονεί κάποιος τον βασικό σκοπό της Σύμβασης που δεν είναι άλλος, από το να διευκολύνει την εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων μεταξύ των χωρών που συνομολογούν τις διάφορες Συνθήκες και Συμβάσεις, τόσο Διμερείς, όσο και Πολυμερείς. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ισχύει, οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται στην ολότητά τους, ενώ αντίθετα η Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι δικαιούται την έκδοση του Διατάγματος ως η παράγραφος 1 της Αίτησης, το οποίο και εκδίδεται. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.