← Κύπρος

AMP SCIENTIFIC LTD, υπό την εμπορική επωνυμία Nucleus Research & Development ν. ΣΚΟΥΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2868/2020, 22/2/2021

AMP SCIENTIFIC LTD, υπό την εμπορική επωνυμία Nucleus Research & Development ν. ΣΚΟΥΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2868/2020, 22/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2868/2020 ΜΕΤΑΞΥ: AMP SCIENTIFIC LTD, υπό την εμπορική επωνυμία Nucleus Research & Development Ενάγουσα/Αιτήτρια και

  1. XXXXX ΣΚΟΥΡΙΔΗΣ
  2. Επίσημος Παραλήπτης και Έφορος Εταιρειών Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 12/10/2020 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γ. Τσαρδελλής για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Η. Καραβιώτου για Α.Γ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Σ. Κουρουζίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 12/10/2020 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται εναντίον του Εναγόμενου 1 η έκδοση αναγνωριστικού διατάγματος ότι ιδιοκτήτης των έργων και/ή ερευνών και/ή δεδομένων και/ή επιστημονικών δεδομένων του κέντρου έρευνας και ανάπτυξης το οποίο λειτουργεί με την εμπορική επωνυμία Nucleus Research & Development (στο εξής το Κέντρο Έρευνας) είναι η Ενάγουσα. Περαιτέρω, αξιώνεται η έκδοση αναγνωριστικού διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου 1 ότι δημιουργός και/ή κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων των έργων και/ή ερευνών και/ή δεδομένων και/ή επιστημονικών δεδομένων του Κέντρου Έρευνας και ειδικότερα τριών έργων που παρατίθενται σε πίνακα στο Αιτητικό Ζ της οπισθογράφησης, είναι η Ενάγουσα. Αξιώνεται επίσης η επιδίκαση γενικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του Εναγόμενου 1 για ιδιοποίηση, παραβίαση και/ή προσπάθεια παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας καθώς για το αστικό αδίκημα του αθέμιτου συναγωνισμού και/ή απάτης. Επιπρόσθετα, αξιώνεται η έκδοση απαγορευτικών και διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τα οποία είναι ταυτόσημα με την υπό κρίση Αίτηση και στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρομαι στη συνέχεια. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι μέχρι και την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης δεν καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης εκ μέρους της Αιτήτριας. Η υπό κρίση Αίτηση: Αυθημερόν καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα η υπό κρίση μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Ζητείται η έκδοση ταυτόσημων με την αγωγή θεραπειών μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ζητείται η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 1 που να απαγορεύουν σε αυτόν: - να παρουσιάζεται ως δημιουργός των έργων του Κέντρου Έρευνας και ειδικότερα τριών έργων που παρατίθενται σε πίνακα στο Αιτητικό Α της υπό κρίση Αίτησης (που είναι ο ίδιος πίνακας που περιέχεται στο αιτητικό Ζ της οπισθογράφησης). - να παρουσιάζεται ως μέτοχος της Ενάγουσας και/ή του Κέντρου Έρευνας, - να αποκαλύπτει πληροφορίες που αφορούν δεδομένα έρευνας και/ή ανάπτυξης και/ή κατασκευής των επιστημονικών έργων και/ή των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας και/ή του Κέντρου Έρευνας και/ή να χρησιμοποιεί προς όφελός του πληροφορίες και/ή δεδομένα έρευνας και/ή ανάπτυξης και/ή κατασκευής των έργων που παρατίθενται σε πίνακα στο Αιτητικό Α της υπό κρίση Αίτησης (που είναι ο ίδιος πίνακας που περιέχεται στο αιτητικό Ζ της οπισθογράφησης). - Να χρησιμοποιεί τις λέξεις «KatanaBlade», και/ή «ColStera» και/ή «SolarAtlas» και/ή «Nucleus Research & Development» και/ή να αιτηθεί και/ή εγγράψει τις λέξεις αυτές στον Έφορο Εταιρειών και/ή εγγράψει ιστοσελίδα η οποία να περιλαμβάνει τις εν λόγω λέξεις. Επίσης, ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνεται να αποκαλύψει μέσω κατάθεσης ένορκης δήλωσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όλες τις πληροφορίες που έχει αποκαλύψει σε τρίτα πρόσωπα οι οποίες αφορούν και/ή σχετίζονται με τα έργα που παρατίθενται στον πίνακα που περιλαμβάνεται στο Αιτητικό Α της υπό κρίση Αίτησης (που είναι ο ίδιος πίνακας που περιέχεται στο αιτητικό Ζ της οπισθογράφησης) και/ή σχετίζονται με προϊόντα και/ή έρευνες της Ενάγουσας και του Κέντρου Έρευνας καθώς και τα ονόματα των προσώπων στα οποία έχει αποκαλύψει τέτοιες πληροφορίες. Εναντίον του Εναγόμενου 2, αξιώνεται με την υπό κρίση Αίτηση η έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνεται να αποκαλύψει μέσω κατάθεσης ένορκης δήλωσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αντίγραφο της αίτησης που υποβλήθηκε με σκοπό την έγκριση του ονόματος «ColStera Ltd» και/ή το όνομα και τις διευθύνσεις του προσώπου που υπέβαλε την αίτηση και/ή τα ονόματα των προσώπων που κατονομάζονται στην αίτηση ως διευθυντές της εταιρείας που θα φέρει το όνομα «ColStera Ltd». Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της εξέτασης και/ή έγκρισης της αίτησης για έγκριση του ονόματος «ColStera Ltd» και σε περίπτωση που αυτή έχει εγκριθεί να απαγορεύεται η αποδοχή εγγραφής εταιρείας ή εμπορικής επωνυμίας με την ονομασία «ColStera» μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Πιερίδη, διευθυντή της Ενάγουσας (στο εξής ο Πιερίδης και η Ένορκη Δήλωση Πιερίδη). Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς και διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης στους Εναγόμενους. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 29/10/2020 (στο εξής η Ένσταση) που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Εναγόμενου 1 (στο εξής ο Σκουρίδης και η Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη). Ο Εναγόμενος 2 δεν καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Η συνήγορος του Εναγόμενου 2 δήλωσε ότι δεν προτίθεται να καταχωρήσει ένσταση και ότι, εν όψει της καταχώρησης ένστασης εκ μέρους του Εναγόμενου 1, θα αναμένουν την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης από το Δικαστήριο και ότι θα ακολουθήσουν και συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο. Ταυτόχρονα, δήλωσαν ότι ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης, ο Εναγόμενος 2 δεν θα προβεί σε εγγραφή εταιρείας ή άλλης οντότητας ή εμπορικής επωνυμίας με το επίδικο όνομα «ColStera». Μετά την καταχώρηση της Ένστασης ακολούθησε η καταχώρηση Αίτησης εκ μέρους του Ενάγοντα για χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εγκρίθηκε μερικώς. Στις 17/12/2020 καταχωρίστηκε από τον Πιερίδη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Στην Ένορκη Δήλωση Πιερίδη γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην ακαδημαϊκή και επαγγελματική σταδιοδρομία του Πιερίδη. Συνοπτικά, ο Πιερίδης αναφέρει ότι κατέχει πτυχίο Μηχανολόγου Μηχανικού με εξειδίκευση στην επιστήμη των υλικών και την δομική μηχανική. Αναφέρει, επίσης, ότι έχει μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο της Μηχανολογίας με εξειδίκευση στους τομείς των έξυπνων και σύνθετων υλικών, της μηχανικής θραύσης και στον τομέα των υπέρηχων και δονήσεων. Έχει επίσης Διδακτορικό τίτλο σπουδών στους τομείς της αεροδιαστημικής και μηχανικής ρευστών. Όπως ο ίδιος αναφέρει, το 2008 ίδρυσε στις Η.Π.Α μία εταιρεία Έρευνας & Ανάπτυξης σκοπός της οποίας ήταν να ασχοληθεί με την ανάπτυξη βιοϊατρικών καινοτόμων τεχνολογιών, πειραματικών συσκευών και προϊόντων. Παραθέτει διάφορες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στην εν λόγω εταιρεία. Ακολούθως, αναφέρει ότι εργάστηκε στην Huawei Technologies στην Νέα Υόρκη στη θέση του επικεφαλή Μηχανολόγου Μηχανικού έρευνας & ανάπτυξης και κάνει αναφορά σε διάφορα καινοτόμα προϊόντα με τα οποία καταπιάστηκε κατά την εργοδότησή του στην εν λόγω εταιρεία. Ακολούθως, ίδρυσε δύο άλλες εταιρείες στις Η.Π.Α. για την κατασκευή πλαστικών και την παραγωγή προϊόντων πολιτικής αεροπορίας για ελικόπτερα. Το 2018 αποφάσισε να επαναπατριστεί στην Κύπρο ιδρύοντας την Ενάγουσα στην οποία είναι αποκλειστικός διευθυντής και μέτοχος. Κύριος σκοπός ίδρυσης της Ενάγουσας, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Πιερίδη, είναι η διασφάλιση και βελτίωση της Δημόσιας Υγείας και ευημερίας του κόσμου, μέσω της έρευνας και ανάπτυξης νέων καινοτόμων προϊόντων. Για την επίτευξη των σκοπών της Ενάγουσας δημιούργησε το Κέντρο Έρευνας το οποίο ενεγράφη ως εμπορική επωνυμία με ιδιοκτήτρια την Ενάγουσα. Σε ότι αφορά τη σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1, αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Πιερίδη ότι η γνωριμία Πιερίδη και Σκουρίδη είχε γίνει μέσω κοινών γνωστών, όπου σε συνάντηση που είχαν ο Σκουρίδης με τον Πιερίδη, ο πρώτος ανέφερε στον Πιερίδη ότι είχε ενημερωθεί για τη δημιουργία του Κέντρου και ήθελε να μάθει κατά πόσο υπήρχε πιθανότητα να εργοδοτηθεί στην Ενάγουσα. Επειδή, σύμφωνα με τον Πιερίδη, η Ενάγουσα δεν είχε οικονομικούς πόρους λόγω της πρόσφατης δημιουργίας της, έγινε πρόταση στον Σκουρίδη για πρόσληψη για σκοπούς πρακτικής για περιορισμένη περίοδο (intership) χωρίς απολαβές, την οποία αποδέχτηκε ο Σκουρίδης. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Πιερίδη, τόσο κατά την συζήτηση για την πρόσληψη του Σκουρίδη στο Κέντρο όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο Κέντρο, ήταν ξεκάθαρο ότι οι έρευνες και τα έργα που απασχολείτο ο Σκουρίδης ή δημιουργούνταν στο Κέντρο αποτελούσαν αποκλειστική ιδιοκτησία του Κέντρου Έρευνας και μόνο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Πιερίδη, ήταν κοινή αντίληψη όλων ότι οι πληροφορίες, τα δεδομένα και τα έργα του Κέντρου Έρευνας ήταν εμπιστευτικά και ο Σκουρίδης δεν μπορούσε να τα αποκαλύψει σε τρίτα πρόσωπα ή να τα χρησιμοποιήσει ή παρουσιάσει προς όφελος του. Σύμφωνα με τον Πιερίδη, κατά τη διάρκεια της τρίμηνης πρακτικής του Σκουρίδη, η Ενάγουσα κατάφερε να εξασφαλίσει από το Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας Κύπρου έγκριση για επιχορήγηση συγκεκριμένου ποσού σε σχέση με ένα έργο με το ακρωνύμιο KatanaΒlade. Όταν έληξαν οι 3 μήνες της πρακτικής του Σκουρίδη ο Πιερίδης ανέφερε σε αυτόν ότι μέχρις ότου καταβληθούν τα χρήματα της χρηματοδότησης του έργου KatanaΒlade δεν υπήρχε οικονομική δυνατότητα να προσληφθεί αλλά του έδωσε την επιλογή είτε να παραμείνει με το ίδιο καθεστώς, δηλαδή για σκοπούς πρακτικής μέχρις ότου καταβληθεί το ποσό της επιχορήγησης όπου τότε θα μπορούσε να προσληφθεί ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Katana Technologies Ltd που θα ιδρυόταν σύμφωνα με τους όρους της έγκρισης της επιχορήγησης, είτε να μην συνεχίσει την πρακτική του, να μην έρχεται στο Κέντρο και όταν καταβάλλονταν τα χρήματα της επιχορήγησης θα τον ειδοποιούσε ο Πιερίδης για πρόσληψη με τον πιο πάνω τρόπο. Σύμφωνα με τον Πιερίδη, ο Σκουρίδης του απάντησε αμέσως ότι επιθυμούσε να συνεχίσει υπό καθεστώς πρακτικής και όταν καταβληθούν τα χρήματα να συζητούσαν το ενδεχόμενο πρόσληψης του ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Katana Technologies Ltd που θα δημιουργείτο. Εν τέλει, αναφέρει ο Πιερίδης, ο Σκουρίδης είχε προσληφθεί ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Katana Technologies Ltd με ημερομηνία πρόσληψης την 1/5/
  3. Ο Πιερίδης κάνει εκτεταμένη αναφορά σε τρία καινοτόμα, όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, επιστημονικά έργα που δημιούργησε, κατά τη θέση του, η Ενάγουσα και υπέβαλε αίτηση για επιχορήγηση στο Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας Κύπρου. Πρόκειται για τα τρία έργα που παρατίθενται στον πίνακα που περιλαμβάνεται στο αιτητικό τόσο της οπισθογράφησης της απαίτησης όσο και της υπό κρίση Αίτησης. Χρησιμοποιεί για τα εν λόγω έργα τα ακρωνύμια «KatanaBlade», «SolarAtlas» και «ColStera» και αναφέρει τι αφορούσε το καθένα ξεχωριστά. Σε σχέση με το έργο «KatanaBlade» το οποίο αφορούσε ένα σύστημα κοπής πυκνών θάμνων, κατόπιν αίτησης στο Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας Κύπρου (στο εξής ΙΔΕΚ) εξασφαλίστηκε επιχορήγηση. Σε σχέση με το έργο «SolarAtlas», που αφορούσε ένα σύστημα εγκατάστασης ηλιακών συστημάτων, το ΙΔΕΚ δεν ενέκρινε την αίτηση. Σε σχέση με το έργο «ColStera», το οποίο σύμφωνα με τον Πιερίδη, είναι ένα επαναστατικό και εξαιρετικά προηγμένο σύστημα αποστείρωσης, υποβλήθηκε αίτηση για επιχορήγηση στο ΙΔΕΚ και έχει περάσει το πρώτο στάδιο αξιολόγησης. Επισημαίνει ότι τόσο το «ColStera» όσο και τα άλλα δύο έργα αποτελούν δημιούργημα του Κέντρου Έρευνας και όχι του ίδιου προσωπικά. Σύμφωνα με τον Πιερίδη, στις 16/10/20 θα ερχόταν στην Κύπρο επιτροπή από το εξωτερικό για να αξιολογήσει μέσω παρουσίασης κατά πόσο δικαιολογείται η επιχορήγηση του έργου «ColStera». Σε αυτό το σημείο, κατά τον Πιερίδη, η συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση 1 άλλαξε και άρχισε να μην συνεργάζεται και να απαιτεί όπως εργαστεί στην ετοιμασία της παρουσίασης του έργου «ColStera» στην επιτροπή. Σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Πιερίδη, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι πίστευε πως άξιζε να γίνει μέτοχος του Κέντρου Έρευνας και απαίτησε να του παραχωρηθούν μετοχές της Ενάγουσας και επίσης ότι αξίζει να είναι ο κύριος μέτοχος της εταιρείας ColStera Ltd που θα δημιουργείτο εφόσον εγκρινόταν από το ΙΔΕΚ η αίτηση για επιχορήγηση του έργου «ColStera» με την δικαιολογία ότι η ιδέα με την οποία δημιουργήθηκε το έργο «ColStera» ήταν δική του. Ο Πιερίδης του ανέφερε ότι δεν δικαιούται μετοχές στο Κέντρο Έρευνας ή στην ColStera Ltd και ότι αν επιθυμούσε να συνεχίσει να εργάζεται στο Κέντρο Έρευνας θα έπρεπε να υπογράψει συμφωνία εργοδότησης με την Katana Technologies Ltd καθώς και επίσης συμφωνία εμπιστευτικότητας με το Κέντρο Έρευνας τις οποίες του παρέδωσε. Ο Εναγόμενος 1 δεν προσήλθε ξανά στο Κέντρο Έρευνας, ούτε υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες. Όταν ο Πιερίδης επικοινώνησε με τον λογιστή του Κέντρου Έρευνας για να προχωρήσει σε αίτηση για εγγραφή του ονόματος ColStera και στην ίδρυση εταιρείας που θα φέρει την ονομασία ColStera Ltd, ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι σύμφωνα με το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, σε σχέση με το όνομα Colstera Ltd, είχε καταχωρηθεί αίτηση για έγκριση του, από άλλο πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου δεν κατόρθωσε να μάθει από τον Εναγόμενο
  4. Σύμφωνα με τον Πιερίδη, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο Καθ' ου η Αίτηση 1 να προβεί σε ενέργειες ή πράξεις προς το ΙΔΕΚ ή την επιτροπή αξιολόγησης με τις οποίες να αμφισβητεί ότι το ColStera αποτελεί έργο του οποίου τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο Κέντρο Έρευνας κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση επιχορήγησης και να προκληθεί έτσι ανεπανόρθωτη βλάβη στην Αιτήτρια η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήματα αφού, όπως ο ίδιος λέει, πέραν της απώλειας της επιχορήγησης θα απωλεστεί η δυνατότητα παραγωγής και πώλησης του έργου η αξία των οποίων δεν μπορεί να υπολογιστεί. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Πιερίδη: Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Πιερίδη, αυτός παρουσιάζει βεβαίωση των ελεγκτών της Αιτήτριας σε σχέση με την πρόσληψη του Καθ' ου η Αίτηση 1 στην Katana Technologies Ltd και την πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ο κίνδυνος να υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη βλάβη δεν περιορίζεται στην απόρριψη της αίτησης της στο ΙΔΕΚ αλλά εκτείνεται και στην απόρριψη οποιασδήποτε αίτησης για κατοχύρωση ωφελημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφού, εξ όσων γνωρίζει, όπως ο ίδιος αναφέρει, λόγω της πολύχρονης πείρας του δεν εκδίδεται κανένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για εφεύρεση που με οποιοδήποτε τρόπο ήταν διαθέσιμη στο κοινό. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης: Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 29/10/2020 (στο εξής η Ένσταση). Προβάλλει συνολικά 9 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  5. - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα. - Η Αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική. - Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι ανεπαρκής, ελλιπής, γενική και αόριστη. - Η υπό κρίση Αίτηση έχει επηρεάσει και συνεχίζει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση
  6. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal». - Δεν αποκαλύπτεται και δεν φαίνεται να έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε αδικοπραξία από τον Καθ' ου η Αίτηση
  7. - Η Αιτήτρια επιζητεί ταυτόσημες με την αγωγή θεραπείες και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν άδικη για τον Καθ' ου η Αίτηση. - Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Εναγόμενου 1, κ. XXXXX Σκουρίδη (στο εξής ο Σκουρίδης και η Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη). Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση: Η εκδοχή του Εναγόμενου 1 όπως προβάλλει μέσα από την Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, είναι σε συντομία η ακόλουθη: Ο Σκουρίδης αναφέρεται στη μεταπτυχιακή του διατριβή σε πανεπιστήμιο το οποίο συνεργάζεται με το κέντρο Φυσικής Πλάσματος. Αναφέρει ότι ολοκλήρωσε την διατριβή του στον τομέα της αεροδυναμικής και συγκεκριμένα στον ενεργή έλεγχο ροής (active flow control) χρησιμοποιώντας το πλάσμα. Είχε προσληφθεί από το Ελβετικό Κέντρο Πλάσματος και παραθέτει τους βασικούς τομείς των δραστηριοτήτων του στο πλαίσιο της εργοδότησης του στο Ελβετικό Κέντρο. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, το έργο «Colstera» έχει δημιουργηθεί με βάση το Πλάσμα, τομέα στον οποίο εξειδικεύεται. Σε ότι αφορά τη σχέση του με την Αιτήτρια, αναφέρει ότι είχαν συμφωνήσει να συστεγαστεί στα γραφεία της Αιτήτριας, να χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό της Αιτήτριας και σε περίπτωση που είχε οποιεσδήποτε ιδέες για την παραγωγή καινοτόμων προϊόντων τότε η Αιτήτρια, εφόσον συμφωνούσε και ενέκρινε τις ιδέες αυτές, θα παρείχε τον εξειδικευμένο εξοπλισμό της έτσι ώστε να τις υλοποιούσαν από κοινού. Σύμφωνα με τον Σκουρίδη, η Αιτήτρια αποδέχτηκε ως όρο της προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους ότι θα εισέπρατταν από κοινού και επί ίσοις όροις οποιαδήποτε οικονομικά οφέλη και δικαιώματα προέκυπταν από προϊόντα τα οποία θα δημιουργούνταν με βάση δικές του ιδέες. Αποδέχεται το γεγονός ότι ήταν κοινή αντίληψη και των δύο μερών ότι οι πληροφορίες και τα δεδομένα των εκάστοτε έργων θα ήταν εμπιστευτικά και για αυτό τον λόγο, ουδέποτε, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει αποκαλύψει οποιεσδήποτε πληροφορίες σε τρίτα πρόσωπα χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση της Αιτήτριας. Δηλώνει επίσης ότι τα έργα με τα ακρωνύμια «KatanaBlade» και «Solar Atlas» δεν είναι δημιούργημα δικό του και ότι αποτελούν δημιούργημα της Αιτήτριας, διερωτώμενος γιατί αυτά έχουν συμπεριληφθεί στην αγωγή και την υπό κρίση Αίτηση. Αρνείται τον ισχυρισμό ότι υπήρξε εργοδοτούμενος της εταιρείας Katana Technologies Ltd και αναφέρει ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτόν, καταβλήθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με την Αιτήτρια ως ένδειξη εκτίμησης της σημαντικής συνεισφοράς που είχε στην Αιτήτρια. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, η Αιτήτρια τον πλήρωσε το ποσό των €1.162,53 για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο και ακολούθως παρουσιάζει αναλυτική κατάσταση αποδοχών για το 2020 και αναφέρει ότι στην εν λόγω κατάσταση είναι εμφανές ότι η εταιρεία Katana Technologies Ltd τον εργοδότησε για τον μήνα Αύγουστο. Σε ότι αφορά το έργο «Colstera» αναφέρει ότι πρόκειται για ιδέα και/ή δημιουργία και/ή εφεύρεση την οποία ανακάλυψε και ανέπτυξε αυτός με την Dr. XXXXX Leyland κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους Ελβετικό Κέντρο Πλάσματος στην Ελβετία. Αναφέρει επίσης ότι η Dr. XXXXX Leyland συμπεριλήφθηκε στην αίτηση στο ΙΔΕΚ ως μέλος της ερευνητικής ομάδας ενώ ο Prof. XXXXX Laboulais, με τον οποίο διατηρεί ο Σκουρίδης πολύ καλή σχέση, υποστήριξε την αίτηση. Επισημαίνει ότι η ιδέα για τη δημιουργία του «Colstera» ως επίσης και η ανάπτυξη του έργου ήταν προϊόν δικής του έρευνας σε συνεργασία με τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα. Επίσης, αναφέρει ότι με την εμφάνιση της πανδημίας του Κορονοϊού, θεώρησε ότι ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία για να προχωρήσει στην υλοποίηση του έργου «Colstera» και αφού έλαβε την έγκριση των ως άνω αναφερόμενων προσώπων ενημέρωσε την Αιτήτρια με σκοπό να προχωρήσουν από κοινού στην υλοποίηση του. Σε σχέση με την παρουσίαση του έργου «Colstera» στην επιτροπή αξιολόγησης αναφέρει ότι ο Πιερίδης τους πληροφόρησε ότι η παρουσίαση θα πραγματοποιείτο στις 24/10/2020 και όχι στις 16/10/
  8. Έκτοτε, ο Σκουρίδης άρχισε να αμφιβάλει για τις πραγματικές προθέσεις της Αιτήτριας καθότι θεώρησε την συμπεριφορά του Πιερίδη ύποπτη ενώ, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στο ΙΔΕΚ, η στάση του προς αυτόν είχε αλλάξει άρδην. Θέλοντας να προστατεύσει όλα τα νόμιμα του δικαιώματα, ζήτησε από τον Πιερίδη όπως του παραχωρηθούν μετοχές στην εταιρεία «Colstera Ltd», η οποία, όπως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, είχε ιδρυθεί αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του έργου «Colstera» και της σχετικής αίτησης που υποβλήθηκε στο ΙΔΕΚ. Ο Σκουρίδης αναφέρει ότι δεν ζήτησε να του παραχωρηθούν μετοχές στην Αιτήτρια. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, η Αιτήτρια είχε και εξακολουθεί να έχει την ηθική και συμβατική υποχρέωση να παραχωρήσει στον Σκουρίδη τουλάχιστον το 50% των μετοχών της εταιρείας Colstera Ltd. Σε σχέση με την συνάντηση που αναφέρθηκε από τον Πιερίδη, ο Σκουρίδης αναφέρει ότι ο Πιερίδης είχε στην κατοχή του προχρονολογημένη, μη υπογεγραμμένη Συμφωνία Εμπιστευτικότητας (Non-Disclosure Agreement) μεταξύ του Σκουρίδη και της Αιτήτριας όπως επίσης προχρονολογημένη, μη υπογεγραμμένη Συμφωνία Εργοδότησης μεταξύ του Σκουρίδη και της εταιρείας Katana Technologies Ltd. Ο Πιερίδης του ζήτησε επιτακτικά, όπως ο Σκουρίδης αναφέρει, όπως υπογράψει τις εν λόγω συμφωνίες. Αφού αρνήθηκε να υπογράψει καθότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον ίδιο, τόσο ο Πιερίδης όσο και άλλο πρόσωπο που ήταν στην εν λόγω συνάντηση άρχισαν να τον απειλούν και να τον βρίζουν. Ακολούθως, ο Σκουρίδης αναφέρει ότι ενημέρωσε άμεσα τους Dr. XXXXX Leyland και Prof. Navarro για την πιο πάνω εξέλιξη, οι οποίοι με επιστολή τους στο ΙΔΕΚ αποσύρθηκαν από το έργο «Colstera». Αναφέρει ότι στις 16/10/20, είχε μεταβεί στο αρμόδιο τμήμα του ΙΔΕΚ με σκοπό να παραδώσει στους αρμόδιους λειτουργούς γραπτή επιστολή, δια της οποίας ζητούσε όπως διαγραφεί επίσης από το έργο «Colstera» και την σχετική αίτηση που υποβλήθηκε στο ΙΔΕΚ, επιφυλάσσοντας τα νόμιμα δικαιώματα του σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα του εν λόγω έργου. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Σκουρίδη, ο Σκουρίδης ουδέποτε παρουσίασε τον εαυτό του ως μέτοχο της Αιτήτριας ή ως δημιουργό οποιουδήποτε έργου της Αιτήτριας, πέραν από το έργο Colstera το οποίο αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, δικό του δημιούργημα και για το οποίο επιφυλάσσει τα νόμιμα δικαιώματα του εναντίον της Αιτήτριας για παραβίαση των πνευματικών και/ή άλλων δικαιωμάτων του. Νομική Πτυχή Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
  1. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν, σχετικά πρόσφατα, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, καθώς επίσης και στις υποθέσεις Κοζάκου κ.α. v. Ν. Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, ημερ. 13/6/2019 και Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λίμιτεδ v Ιωαννίδη, Πολιτική Εφεση Αρ. Ε44/2014, ημερ. 16/7/
  2. «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179 με αναφορά στην Odysseos, (ανωτέρω), ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί οτιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων».[1] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή[2]. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[3] Σ΄ αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί[4], η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[5] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[6] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[7] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[8] Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal: Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται επίσης και η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες ειδικότερες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω) λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Οι πρoϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση:«(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Στην υπόθεση Nikitin and others ν. Richards Butler LLP and others
(2007)All E.R. (D) 129 (Feb) αναφέρθηκε ότι είναι αναγκαίο για τον αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με το διάταγμα τύπου Norwich ήταν ζωτικής σημασίας στην έγερση της Αγωγής ή για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του αιτητή και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Η νομική αρχή της Νorwich Pharmacal όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπον μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Άντρη Αθανασίου κ.ά. v. Ροδόλφου Οντόνι, Πολ. Έφ. αρ. Ε103/14, ημ. 2.12.14, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. Ε71/13, ημ. 30.9.14, και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά., Πολ. Έφ. αρ.319/11 και 320/11, ημ. 13.1.
  1. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Εξέταση 1ης και 2ης προϋπόθεσης: Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς επίσης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση ότι η αγωγή της Αιτήτριας, βασίζεται στις πρόνοιες του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου του 1976 (59/1976) και πιο συγκεκριμένα στην επικαλούμενη παράβαση των προνοιών του εν λόγω νόμου και στα αστικά αδικήματα της απάτης και του αθέμιτου συναγωνισμού ως αυτά έχουν κωδικοποιηθεί στα άρθρα 36 και 35 αντίστοιχα του Περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Κύριος άξονας των αξιώσεων της Ενάγουσας είναι η αναγνώριση της κατοχής εκ μέρους της των πνευματικών δικαιωμάτων των έργων της, μέρος εκ των οποίων συγκεκριμενοποιεί, ως επίσης και η επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον του Εναγόμενου 1 για ιδιοποίηση των πνευματικών της δικαιωμάτων. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά την επικαλούμενη προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της Ενάγουσας με αναφορά ουσιαστικά στις πρόνοιες του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου του 1976 (59/1976), ο οποίος έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό καθίσταται σαφές ότι αυτό το οποίο ουσιαστικά παραμένει υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων είναι τα όποια δικαιώματα επί του έργου «Colstera». Με άλλα λόγια, στη δική του ένορκη δήλωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ευθαρσώς δηλώνει ότι δεν αμφισβητεί τα όποια δικαιώματα της Αιτήτριας επί των υπόλοιπων έργων που η ίδια κατονομάζει και ούτε διεκδικεί οποιαδήποτε δικαιώματα σε σχέση με αυτά. Άλλωστε και από την ίδια την ένορκη δήλωση που παρουσιάστηκε για την πλευρά της Αιτήτριας, καθίσταται σαφές ότι αυτή ουσιαστικά επικεντρώθηκε στα τρία ως άνω αναφερόμενα έργα, για τα οποία χρησιμοποιεί τα ακρωνύμια Katanablade, Solar Atlas και Colstera στα οποία, ως τέθηκε, χωρίς να αμφισβητηθεί, φαίνεται να είχε συμμετοχή και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατά την διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Σε αυτό το οποίο ουσιαστικά επικεντρώνεται η Αιτήτρια και αυτό το οποίο ουσιαστικά επικαλείται είναι ότι τα τρία ως άνω αναφερόμενα έργα για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση για επιχορήγηση στο ΙΔΕΚ είναι προστατεύσιμα υπό του εν λόγω Νόμου, ως «επιστημονικά έργα» ένεκα της γραπτής αποτύπωσης τους μέσω της αίτησης για επιχορήγηση τους από το ΙΔΕΚ. Από το περιεχόμενο των 3 αιτήσεων για επιχορήγηση οι οποίες έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, και σε σχέση με τις οποίες γίνεται επίκληση πνευματικών δικαιωμάτων, καθίσταται σαφές ότι στην κάθε αίτηση καταγράφεται ουσιαστικά μία πρόταση (proposal) για το κάθε προτεινόμενο έργο για το οποίο επιδιώκεται η επιχορήγηση, στην οποία ουσιαστικά παρατίθενται διάφορα στοιχεία, όπως ο προτεινόμενος τίτλος, το προτεινόμενο ακρωνύμιο του κάθε έργου (project), λεπτομέρειες σε σχέση με τους γενικούς στόχους της κάθε πρότασης (proposal), τα υφιστάμενα δεδομένα του τομέα στον οποίο εμπίπτει το προτεινόμενο έργο, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε προτεινόμενου έργου, η επίδραση που αναμένεται να έχει το προτεινόμενο έργο στην εκάστοτε αγορά και τα κέρδη που αναμένεται να επιφέρει, το πλάνο δραστηριοτήτων και τη μεθοδολογία για την υλοποίηση του προτεινόμενου έργου, τα ρίσκα και τις ευκαιρίες που αναμένονται από την υλοποίηση του, σύντομη περιγραφή της εργασίας που αναμένεται να λάβει χώρα, το τι αναμένεται να παραδοθεί σε σχέση με το προτεινόμενο έργο και τους μήνες εργασίας για την ολοκλήρωση του κάθε σταδίου που περιγράφεται, την ομάδα με τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την ομάδα που θα δουλέψει για την υλοποίηση του προτεινόμενου έργου και το βιογραφικό και εμπειρία αυτών ως επίσης και τον προϋπολογισμό για το κόστος του κάθε προτεινόμενου έργου. Ανατρέχοντας στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, καθίσταται σαφές ότι υπάρχουν διάφορες πρόνοιες σε σχέση με το πότε και υπό ποιες περιστάσεις ένα επιστημονικό έργο το οποίο σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει πάσης επιστημονικής φύσεως έργο ανεξαρτήτως της επιστημονικής του ποιότητας, μπορεί να θεωρηθεί προστατεύσιμο. Προνοείται, για παράδειγμα, η ανάγκη αυτό να είναι πρωτότυπο, και ως τέτοιο θεωρείται έργο που δεν είναι αντιγραφή ήδη υπάρχοντος έργου, ή προσχεδίου ή προπλάσματος έργου. Το ζήτημα αυτό έχει εγερθεί ευθαρσώς από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένσταση του λέγοντας ουσιαστικά ότι το έργο ColStera είναι απόρροια δικών του ολοκληρωμένων μελετών και ερευνών οι οποίες προηγήθηκαν της συνεργασίας του με την Αιτήτρια και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προσωπικό πνευματικό δημιούργημα της Αιτήτριας εντός της έννοιας του εν λόγω Νόμου. Προνοείται επίσης στον εν λόγω Νόμο ότι η κατά τον εν λόγω Νόμο αναγνωριζόμενη προστασία σε καμία περίπτωση δεν επεκτείνεται στις ιδέες, διαδικασίες, συστήματα, μεθόδους (συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων λειτουργίας), αρχές και στοιχεία τα οποία εκφράζονται στο προστατεύσιμο αντικείμενο. Υπάρχουν επίσης πρόνοιες σύμφωνα με τις οποίες όταν η δημιουργία ενός έργου πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του δημιουργού ως μέρος των καθηκόντων του δυνάμει της σύμβασης απασχόλησης του, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας λογίζεται ως μεταβιβασθέν στον εργοδότη του δημιουργού, επιφυλασσομένης οποιασδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνίας που αποκλείει ή περιορίζει μία τέτοια μεταβίβαση. Καθίσταται εμφανές από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι θέσεις των δύο πλευρών σε ότι αφορά το επίμαχο έργο είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Καθίσταται επίσης σαφές ότι το κατά πόσο το επίμαχο έργο για το οποίο φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων διαφωνία, είναι ή όχι προστατεύσιμο με αναφορά πάντοτε στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου τις οποίες επικαλείται η Ενάγουσα, ως επίσης και το ποιος είναι ο δημιουργός ή έχει τα όποια πνευματικά δικαιώματα (εάν υπάρχουν) επί του επίμαχου έργου, η έκταση της όποιας προστασίας ή ποιο ήταν το καθεστώς συνεργασίας μεταξύ των μερών και το τι ήταν αυτό που εν τέλει είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, είναι ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά τη δίκη οπόταν και θα έχει την ευκαιρία, στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης όπου η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της, μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα. Με άλλα λόγια, τα νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση προς εξέταση και τα οποία σε τελευταία ανάλυση συνθέτουν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης σαφώς και δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθούν προς επίλυση της διαφοράς αλλά θα με απασχολήσουν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Συνεπώς, είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου, χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί επί αντικρουόμενων εκδοχών και να προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας το οποίο συνίσταται στην κατ' ισχυρισμό προσβολή ή προσπάθεια ιδιοποίησης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίμαχο αμφισβητούμενο έργο κατ' επίκληση του ως άνω αναφερόμενου Νόμου είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού το οποίο επίσης έχει δικογραφηθεί, όπως έχει νομολογηθεί, για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται η εκ μέρους του ενάγοντος χρήση του ονόματος, της επωνυμίας ή του σήματος, αναλόγως, σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια έκταση ώστε το καταναλωτικό κοινό να ταυτίσει αυτά με τη δική του εμπορική/επιχειρηματική δραστηριότητα, η δε χρήση τους από τρίτον να ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση ή λάθος (βλ. Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Michalakis Avraamides & Co. Limited,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, ημερ. 21 Σεπτεμβρίου, 1998). Περαιτέρω, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην CTO Puplic Company Limited κ.α. v. ΒΑΤ (CYPRUS) Limited κ.α.
(2012)1 A.A.Δ. 178: «Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου. Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση (Δέστε: Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927 (Υπόθεση Advocaat)». Επίσης, στην Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389, 393 λέχθηκαν τα εξής: «Η σχετική απαίτηση του εφεσείοντα έχει ως υπόβαθρο το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η διάταξη αυτή ενσωματώνει το αγώγιμο δικαίωμα που αναγνώρισε και ανάπτυξε το κοινοδίκαιο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) σε όλο του το εύρος. Το άρθρο δεν καλύπτει μόνο την απομίμηση ή παραποίηση εμπορευμάτων, αλλά και τις περιπτώσεις που ένας αποβλέπει με τις ενέργειες του να εκμεταλλευθεί την εμπορική εύνοια και τη φήμη που απέκτησε μια επιχείρηση, ταυτίζοντας τις εργασίες του με την άλλη επιχείρηση. Βλέπε The Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis Vouros 19 C.L.R. 87 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 ανέφερε ότι στο Κυπριακό Δίκαιο τα ακόλουθα αποτελούν τα συστατικά και απαραίτητα στοιχεία αξίωσης για αθέμιτο ανταγωνισμό: «
(1)Ψευδής παράσταση,
(2)που έγινε από έμπορο στη διάρκεια διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών,
(3)σε μελλοντικούς πελάτες του ή σε εκείνους που τελικά θα καταλήξουν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο,
(4)η οποία στοχεύει στο να επηρεάσει την επιχείρηση ή εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (με το νόημα ότι αυτή είναι μια εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και
(5)η οποία προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή εμπορική εύνοια του εμπόρου ο οποίος εγείρει την αγωγή ή (στην περίπτωση προληπτικής αγωγής) πιθανόν να προκαλέσει.» Εν προκειμένω, από μία απλή ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης Πιερίδη προκύπτει αβίαστα ότι δεν έχει παρουσιασθεί ίχνος μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού, στο βαθμό πάντα που απαιτείται σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση Αίτηση. Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση ότι η επιχείρηση της Αιτήτριας είναι ουσιαστικά ταυτισμένη με το έργο ColStera ή με οποιοδήποτε άλλο έργο, ούτε ότι έχει σε σχέση με το εν λόγω έργο ή με οποιοδήποτε άλλο έργο αποκτήσει η Αιτήτρια εμπορική εύνοια και φήμη, ούτε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβαίνει σε διεξαγωγή εργασιών χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή της Αιτήτριας ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του Καθ' ου η Αίτηση 1, είναι εκείνα της Αιτήτριας. Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση από την πλευρά της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αποβλέπει με τις ενέργειες του να εκμεταλλευθεί την εμπορική εύνοια και τη φήμη της Αιτήτριας (την οποία εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια δεν επικαλείται), ταυτίζοντας τις εργασίες του με την επιχείρηση της Αιτήτριας. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας με αποτέλεσμα τα όσα έχουν τεθεί περί τούτου να μην είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ αφού η Ενάγουσα βασίζεται επίσης και στο αστικό αδίκημα της απάτης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Το άρθρο 36 προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Παρατηρώ και πάλι ότι πέραν της γενικής αναφοράς στην ένορκη δήλωση Πιερίδη ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 με δόλιο τρόπο και με απάτη επιχειρεί να ιδιοποιηθεί τα πνευματικά δικαιώματα των επιστημονικών έργων του Κέντρου Έρευνας και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μέτοχο και δημιουργό των έργων της Αιτήτριας καμία λεπτομέρεια δεν έχει παρουσιασθεί ούτε έχουν εξειδικευθεί με οποιοδήποτε τρόπο αυτές οι αναφορές. Από τη στιγμή που δεν έχει καταχωριστεί μέχρι στιγμής Έκθεση Απαίτησης, θα αναμενόταν η παράθεση των απαραίτητων λεπτομερειών της κατ' ισχυρισμό απάτης στην ένορκη δήλωση Πιερίδη. Αυτό το οποίο ουσιαστικά καταλογίζεται στον Καθ' ου η Αίτηση 1 στον παρόν στάδιο και με αναφορά πάντοτε στο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι αυτός απαίτησε να γίνει κύριος μέτοχος της εταιρείας που θα ιδρυόταν μετά την έγκριση της επιχορήγησης από το ΙΔΕΚ σε σχέση με το επίμαχο έργο, δηλαδή της Colstera Ltd, καθώς και μέτοχος της Αιτήτριας κάτι που οδήγησε τους δύο σε ρήξη με τον Πιερίδη να παραδίδει προχρονολογημένες συμβάσεις εργοδότησης και εμπιστευτικότητας στον Σκουρίδη (οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 12 και 13 στην ένορκη δήλωση Πιερίδη) και με τον Σκουρίδη να αρνείται και να μην εμφανίζεται ξανά στα γραφεία της Αιτήτριας. Επίσης του καταλογίζεται η υποψία της Αιτήτριας ότι πίσω από την αίτηση για έγκριση του ονόματος της εταιρείας Colstera Ltd κρύβεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 καθώς και ότι σε μία περίπτωση απέστειλε ο Σκουρίδης ένα ηλεκτρονικό μήνυμα σε ένα πρόσωπο το οποίο ο Πιερίδης δεν γνωρίζει με περιεχόμενο ένα έγγραφο σε σχέση με ένα από τα έργα (όχι το επίμαχο υπό αμφισβήτηση έργο). Είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της απάτης, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση δεν αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας με αποτέλεσμα τα όσα έχουν τεθεί περί τούτου να μην είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Εξέταση 3ης προϋπόθεσης: Προχωρώ τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 επισημάνθηκε ότι δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε γενική και αόριστη αναφορά ώστε να ικανοποιηθεί το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες και επεξηγήσεις που να υποστηρίζουν ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ο Αιτητής να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό με τρόπο ώστε να ικανοποιεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση παρατηρώ ότι ο Πιερίδης κάνει τις ακόλουθες αναφορές σε σχέση με το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης: «
  1. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων υπάρχει σοβαρός και ορατός κίνδυνος όπως ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβεί σε ενέργειες ή πράξεις προς το ΙδΕΚ ή στην επιτροπή αξιολόγησης με τις οποίες να αμφισβητεί ότι το ColStera αποτελεί έργο του οποίου τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο Κέντρο κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση και να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Αιτήτρια η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα αφού πέραν της απώλειας της επιχορήγησης θα απωλεστεί η δυνατότητα παραγωγής και πώλησης του έργου η αξία των οποίων δεν μπορεί να υπολογιστεί.
  2. Σε περίπτωση μη έκδοσης των πιο πάνω αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα προχωρήσει σε ζημιογόνες για την Αιτήτρια και το Κέντρο ενέργειες ή να αποκαλύψει ξανά εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες της Αιτήτριας και του Κέντου και να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια.» Περαιτέρω, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση Πιερίδη αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  3. Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ο κίνδυνος να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η Αιτήτρια δεν περιορίζεται στην απόρριψη της αίτησης της από το ΙΔΕΚ αλλά επίσης και στην απόρριψη οποιασδήποτε αίτησης για κατοχύρωση ωφελημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφού εξ όσων καλά γνωρίζω, λόγω της πολύχρονης πείρας μου δεν εκδίδεται κανένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για εφεύρεση που με οποιοδήποτε τρόπο ήταν διαθέσιμη στο κοινό.» Θα ξεκινήσω πρώτα με τις αναφορές στις παραγράφους 58 και 62 της Ένορκης Δήλωσης Πιερίδη. Καταρχάς, η θέση του Πιερίδη ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 των πνευματικών δικαιωμάτων στην επιτροπή αξιολόγησης αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης δεν εξειδικεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ούτε παρουσιάστηκε οτιδήποτε χειροπιαστό που να υποστηρίζει αυτή τη θέση. Μάλιστα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ σύμφωνα με τον Πιερίδη η επιτροπή αξιολόγησης θα αξιολογούσε το επίμαχο έργο 4 μέρες μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι 16/10/20 και ενώ στις 4/11/20 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Αιτήτριας αίτηση για λήψη άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ενώ φαίνεται να είχε προωθηθεί στο μεσοδιάστημα επιστολή από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 προς το ΙΔΕΚ, η οποία παραλήφθηκε από το ΙΔΕΚ στις 16/10/20 (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση Σκουρίδη) με την οποία ο ίδιος αποσυρόταν από το επίμαχο έργο επιφυλάσσοντας τα νόμιμα δικαιώματα του, ουδέν αναφέρθηκε επί της εξέλιξης της αξιολόγησης από την επιτροπή αξιολόγησης στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θα αναμενόταν από το Δικαστήριο να γινόταν επί τούτου αναφορά έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μία ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των ανησυχιών του Πιερίδη οι οποίες παρέμειναν γενικές αναφορές. Πέραν τούτου όμως, ουδόλως επεξηγήθηκε με ποιο τρόπο τυχόν μη έγκριση της επιχορήγησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη αφού αφενός μεν πρόκειται για συγκεκριμένο ποσό το οποίο ως προκύπτει από την αίτηση επιχορήγησης (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση Πιερίδη) και πιο συγκεκριμένα τη σελίδα 19 αυτής, έγινε πρόταση για επιχορήγηση ύψους €100,000 και αφετέρου, δεν προβλήθηκε από την Αιτήτρια οποιαδήποτε θέση περί αδυναμίας παραγωγής του έργου με ίδιους πόρους σε περίπτωση μη χορήγησης του εν λόγω ποσού. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε οποιαδήποτε θέση ότι η Αιτήτρια δεν έχει τα οικονομικά μέσα να προχωρήσει στην παραγωγή του εν λόγω έργου ακόμα και χωρίς την επιχορήγηση. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση Πιερίδη ότι η Αιτήτρια θα απωλέσει τη δυνατότητα παραγωγής και πώλησης του επίμαχου έργου ουδόλως έχει εξειδικευθεί. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την επικαλούμενη αδυναμία παραγωγής και πώλησης του επίμαχου έργου αφού δεν έχουν εξηγηθεί οι λόγοι της επικαλούμενης αδυναμίας με αποτέλεσμα και αυτή η αναφορά να μην αποτελεί τίποτα άλλο παρά μία γενική και αόριστη αναφορά. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την αναφορά στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Πιερίδη ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη οποιασδήποτε αίτησης για κατοχύρωση ωφελημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφού σύμφωνα με την πείρα του ομνύοντα δεν εκδίδεται κανένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για εφεύρεση που με οποιοδήποτε τρόπο ήταν διαθέσιμη στο κοινό. Καταρχάς, επί αυτής της θέσης σημειώνω ότι καμία συγκεκριμένη αναφορά δεν γίνεται επί του κατά πόσο έγινε ή όχι οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση διπλώματος ευρεσιτεχνίας ούτε μάλιστα γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ως προς το κατά πόσο υπάρχει πρόθεση να υποβληθεί τέτοια αίτηση. Πέραν τούτου, παρατηρώ και τα ακόλουθα: Στην ένορκη δήλωση Πιερίδη αναφέρεται ότι η αίτηση για επιχορήγηση του επίμαχου έργου είχε υποβληθεί στις 15/05/
  4. Καμία εξήγηση δεν δίδεται ως προς το γιατί δεν είχαν υποβληθεί έκτοτε οποιεσδήποτε αιτήσεις για εξασφάλιση διπλώματος ευρεσιτεχνίας παρά την πάροδο αρκετών μηνών από την υποβολή της αίτησης για επιχορήγηση και ούτε άλλωστε προβάλλεται η θέση ότι τέτοιες αιτήσεις θα υποβληθούν, παρά μόνο προβάλλεται γενικά και αόριστα η θέση ότι σε περίπτωση που υποβληθεί τέτοια αίτηση αυτή αναμένεται να απορριφθεί χωρίς και πάλι καμία εξειδίκευση. Ούτε και επεξηγείται με οποιοδήποτε τρόπο η αναφορά σε «εφεύρεση διαθέσιμη στο κοινό» με αναφορά στα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωση, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το περιεχόμενο της αίτησης φαίνεται να έχει ήδη γίνει γνωστό στο ΙΔΕΚ και στις επιτροπές αξιολόγησης του. Με άλλα λόγια, η ίδια η Αιτήτρια δεν αναφέρει εν προκειμένω με σαφή και θετικό τρόπο ότι το επίμαχο έργο συνιστά εφεύρεση της οποίας είναι δικαιούχος και την οποία θα επιδιώξει να προστατεύσει με την έκδοση διπλώματος ευρεσιτεχνίας παρά μόνο προβάλλει μία γενική και αόριστη θέση περί πιθανότητας απόρριψης μίας τέτοιας αίτησης την οποία όμως δεν επικαλείται ότι θα υποβάλει. Έχω επίσης κατά νου την αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 623 του συγγράμματος Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita - Aluminium Co Limited και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 2015: «It may be observed at this point that in actions for infringement of copyright, passing off and breach of confidence damages are often not an adequate remedy since there are difficulties in both ascertaining and quantifying such damage as injury to the plaintiff's property, business and goodwill.» Το γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία, σε αγωγές για παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας οι αποζημιώσεις συχνά δεν συνιστούν επαρκή θεραπεία εφόσον υπάρχουν δυσκολίες στη διακρίβωση τους και στον προσδιορισμό τους όπως η ζημιά στην περιουσία του ενάγοντα, στην επιχείρηση του και στην εμπορική του εύνοια, δεν συνεπάγεται, δίχως άλλο, την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, χωρίς την προσκόμιση σαφούς και θετικής μαρτυρίας από την πλευρά του Ενάγοντα που να υποστηρίζει ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αιτιολογώντας τον πιο πάνω ισχυρισμό με τρόπο ώστε να ικανοποιεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση εκ μέρους της Αιτήτριας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς να υποστηριχθεί από σαφή και θετική προς τούτο μαρτυρία. Δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να ενισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση την ως άνω θέση περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Περαιτέρω, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Αιτήτρια δεν έχει προβάλει επίσης οποιοδήποτε ισχυρισμό περί αφερεγγυότητας του Καθ' ου η Αίτηση 1 ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ότι σε περίπτωση αξίωσης από την Αιτήτρια αποζημιώσεων εναντίον του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποζημιωθεί επειδή αυτός δεν θα είναι σε θέση να τις καταβάλει. Στη βάση των πιο πάνω δεν έχει, συνεπώς, αποδειχθεί θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς ή, καλύτερα, δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, η Αιτήτρια χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Ισοζύγιο Ευχέρειας: Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, όπως είναι νομολογημένο[10], παρέλκει η αναγκαιότητα απασχόλησης του Δικαστηρίου με το ευρύτερο ζήτημα του αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, προχωρώ να εξετάσω και το ζήτημα αυτό. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προκύπτει η ύπαρξη τρίτων προσώπων τα οποία φαίνεται να διεκδικούν επίσης δικαιώματα σε σχέση με το επίμαχο υπό αμφισβήτηση έργο. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η Dr. Penelope Leyland η οποία μάλιστα είχε συμπεριληφθεί στην ομάδα των προσώπων που θα στελέχωναν την υλοποίηση του προτεινόμενου έργου και στο ερευνητικό και συγγραφικό έργο της οποίας φαίνεται να είχε αποδοθεί βαρύνουσα σημασία στην αίτηση για επιχορήγηση (σχετικά παραπέμπω στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 10 της ένορκης δήλωσης Πιερίδη) φαίνεται να έχει αποστείλει επιστολή στο ΙΔΕΚ μέσω της οποίας επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η ιδέα και η τεχνολογία πίσω από το επίμαχο έργο είναι το προϊόν έρευνας και ανάπτυξης που πραγματοποιήθηκε από την ίδια και τον Σκουρίδη μεταξύ των ετών 2015-2017 σε συγκεκριμένο Ελβετικό κέντρο. Με την εν λόγω επιστολή η ίδια αποσύρεται από το επίμαχο έργο και ταυτόχρονα επιφυλάσσει τα νόμιμα δικαιώματα σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία του επίμαχου έργου. Όπως προκύπτει από τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας και στις οποίες έχω αναφερθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο οφείλει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις από τη χορήγηση παρεμπίπτοντος διατάγματος ακόμα και σε τρίτα πρόσωπα. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο ενδεχόμενος επηρεασμός δικαιωμάτων τρίτων προσώπων τα οποία φαίνεται να διεκδικούν δικαιώματα μαζί με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 επί του επίμαχου έργου από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και αυτό γιατί όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό το ως άνω αναφερόμενο τρίτο πρόσωπο φαίνεται να βασίζεται για την εν λόγω διεκδίκηση δικαιωμάτων στο ερευνητικό έργο που πραγματοποίησε σε συνεργασία με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 κατά τη διάρκεια των ετών 2015-2017 με τρόπο ώστε η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 να ενδέχεται να επηρεάσει και την όποια ενδεχόμενη προσπάθεια του τρίτου αυτού προσώπου το οποίο δεν συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία για την κατοχύρωση των όποιων δικαιωμάτων φαίνεται να επικαλείται. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Διατάγματα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2: Σε ότι αφορά τα διατάγματα που ζητούνται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης των διαταγμάτων που ζητούνται. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επέλεξε να μην καταχωρήσει ένσταση, αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο, δεν αναιρεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, αφενός δεν έχω πεισθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 και αφετέρου δεν έχω πεισθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο. Σκοπός των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι η ανίχνευση, γενικά, μαρτυρίας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Arab Satellite Communications Organisations v. Saad Fagih & Anr
(2008)EWHC 2568 (QΒ): "Norwich Pharmacal does not give claimants general right to fish for information that will do no more than potentially assist them to identify a claim or a defendant." Στην υπόθεση Axa Equity & Law Life v. National Westminster Bank [1998] CLC 117 οι Ενάγοντες ήθελαν πληροφορίες για να αποφασίσουν κατά πόσο θα κινούνταν νομικά εναντίον ενός ελεγκτικού οίκου. Η αίτηση για Norwich Pharmacal απερρίφθη εναντίον της Εναγομένης Τράπεζας διότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να ξεκινήσουν υπόθεση εναντίον του συγκεκριμένου ελεγκτικού οίκου καθώς είχαν ήδη αρκετές πληροφορίες και στοιχεία και, συνεπώς, εφόσον μπορούσαν να δικογραφήσουν την υπόθεση τους, δεν τύγχανε εφαρμογής η αρχή της Norwich Pharmacal. Στο Σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-Emptive Remedies στη παρα. Α3-064 στην υποσημείωση 3 που αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση διαβάζουμε τα εξής σχετικά: "....in this case the Court refused disclosure on the basis that the claimant had already made out a primα facie case against the accountancy firm they were suing and did not require Norwich Pharmacal disclosure to determine whether a case could be brought against them. The application therefore infringed the mere witness rule as the banks were compellable witnesses...." Καθίσταται σαφές ότι εάν οι αιτούμενες πληροφορίες μπορεί να προσκομισθούν από εξαναγκάσιμο μάρτυρα κατά τη διάρκεια της δίκης δεν εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης γιατί σε τέτοια περίπτωση θα παραβιάζετο το «mere witness rule». Εν προκειμένω, αφενός δεν έχει επεξηγηθεί στην ένορκη δήλωση Πιερίδη με ποιο τρόπο η αιτούμενη πληροφορία καθίσταται αναγκαία για την υπόθεση της Αιτήτριας λαμβανομένης υπόψη της ήδη δικογραφημένης θέσης της περί προσβολής και προσπάθειας ιδιοποίησης πνευματικών δικαιωμάτων καθώς και τα όσα περί τούτου αναγέρθηκαν στην ένορκη δήλωση Πιερίδη και αφετέρου, ούτε έχει επεξηγηθεί γιατί η αιτούμενη πληροφορία δεν μπορεί να εξασφαλισθεί από άλλες πηγές. Η γενική αναφορά ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για «σκοπούς αποκάλυψης του δόλιου σχεδίου» του Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη και της κατάληξης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης περί της μη παράθεσης με ακρίβεια γεγονότων σε ότι αφορά την κατ' ισχυρισμό απάτη και δόλιο σχέδιο εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν προβληθεί από την Αιτήτρια δεν έχω ικανοποιηθεί πως είναι πράγματι αναγκαία η αποκάλυψη των αιτουμένων στοιχείων και πληροφοριών υπό την έννοια ότι χωρίς την αιτούμενη αποκάλυψη θα είναι αδύνατη η δικογράφηση και στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1, ούτε άλλωστε έχει προβληθεί τέτοια θέση από την πλευρά της Αιτήτριας. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Nikitin and others v. Richards Butler LLP
(2007)EWHC 173 (QB) η θεραπεία που δίδεται μέσω του διατάγματος Norwich Pharmacal δεν αποσκοπεί στο να παράσχει την δυνατότητα σε θύμα μιας αδικοπραξίας να τελειοποιεί το δικόγραφο του ή να εξακριβώσει κάθε πρόσωπο που δυνατόν να έχει διαπράξει αδικοπραξία: "...I do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act". Περαιτέρω, δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι είναι ορατός ο κίνδυνος επηρεασμού δικαιωμάτων τρίτων προσώπων με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Και αυτό γιατί όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η αιτήτρια διατηρεί απλώς την υποψία ότι πίσω από την αίτηση έγκρισης ονόματος βρίσκεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ενώ καθίσταται σαφές ότι μπορεί η αίτηση να υποβλήθηκε από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να χορηγηθεί ούτε απαγορευτικό διάταγμα στον Καθ' ου η Αίτηση 2 να μην εγκρίνει την αίτηση που έχει υποβληθεί λαμβανομένου υπόψη του ορατού κινδύνου επηρεασμού των δικαιωμάτων οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, άσχετου με την παρούσα διαδικασία, το οποίο ενδεχομένως να έχει υποβάλει την εν λόγω αίτηση. Άλλωστε, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση από την πλευρά της Αιτήτριας ότι η λέξη ColStera είναι ιδιοκτησίας της Αιτήτριας με τρόπο ώστε να μην δύναται οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιεί την εν λόγω λέξη. Η θέση η οποία προβλήθηκε είναι ότι η Αιτήτρια είναι η κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου που αποτυπώθηκε γραπτώς με την αίτηση επιχορήγησης το οποίο έργο είχε ως προτεινόμενο ακρωνύμιο στην εν λόγω αίτηση τη λέξη ColStera. Κατάληξη: Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος της Ενάγουσας/Αιτήτριας και προς όφελος του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. Σε ότι αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2 κρίνω ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα ενόψει του ότι η συμμετοχή του στην παρούσα διαδικασία περιορίστηκε στην αναφορά ότι θα άφηνε το ζήτημα που έχει ανακύψει προς εξέταση από το Δικαστήριο χωρίς να καταχωρήσει ένσταση. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [2] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [3] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [4] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [5] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014) [6] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [7] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 [8] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019 [9] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [10] Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.