← Κύπρος

Ηλιάδης κ.α. ν. Woolworth (Cyprus) Properties Plc, Αρ. Αγωγής: 1300/13, 15/2/2021

Ηλιάδης κ.α. ν. Woolworth (Cyprus) Properties Plc, Αρ. Αγωγής: 1300/13, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1300/13 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Δικαστηρίου ημερ. 2.3.16: Μεταξύ: 1) XXXXX Ηλιάδης 2) XXXXX Ηλιάδου 3) XXXXX Βάκης, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Ηλιάδη 4) XXXXX Καλησπέρα 5) XXXXX Λοίζου 6) Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ Εναγόντων και Woolworth (Cyprus) Properties Plc Εναγομένης Αίτηση υπό της Εναγόμενης/Αιτήτριας ημερομηνίας 26/8/20 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/7/2020 και 4/9/2020 μέχρι της εκδίκασης της Έφεσης που έχει καταχωρηθεί Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: Ο κ. Κ. Βελάρης, για Βελάρης και Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με κ. Μ. Π. Κλεόπα, για Κλεόπας και Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1,3,6: Ο κ. Α. Χαβιαράς, για Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με κ. Δ. Βάκη, για Πύργου, Βάκης Δ.Ε.Π.Ε Για τις Ενάγουσες/Καθ' ων η Αίτηση 4,5: Ο κ. Δ. Παπαδόπουλος, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος και Σία Δ.Ε.Π.Ε. ----------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσα από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 2013 και προχώρησε τελικά σε ακρόαση και εκδόθηκε απόφαση στις 21/7/

  1. Η απόφαση εκδόθηκε υπέρ των Εναγόντων. Η Εναγόμενη εφεσίβαλε την απόφαση στις 25 Αυγούστου του
  2. Στις 26/8/20 η Εναγόμενη/Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί τα ακόλουθα Διατάγματα:
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αγωγή, ημερομηνίας 21/7/20 μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης που έχει καταχωρηθεί κατά της εν λόγω απόφασης και έκδοσης τελικής απόφασης σε αυτήν.
  4. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση και/ή τροποποίηση της εγγυητικής για €13.030.000 της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ημερομηνίας 14/6/16, την οποία η Εναγόμενη/ Αιτήτρια είχε καταθέσει προς όφελος του Πρωτοκολλητή, στα πλαίσια διευθέτησης απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 13/6/16, που είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης των Εναγόντων ή μείωσης του εν λόγω ποσού στα €5.700.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.2, 4, 18 και 19, Δ.40 θ.θ.7(α) και (β), Δ.48, θ.θ.1, 2, 7, 8

(1), 8
(2), 8
(3)και 9, οι αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και η σύμφυτη εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κύριου XXXXX Μιτσίδη από τη Λευκωσία. Στην ένορκή του δήλωση ο κύριος XXXXX Μιτσίδης αναφέρει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο Γραμματέας και εσωτερικός νομικός σύμβουλος των εταιρειών του Ομίλου Σιακόλα, που περιλαμβάνουν την Εναγόμενη/Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή και προβαίνει στην παρούσα ένορκη δήλωση από γεγονότα τα οποία γνωρίζει προσωπικά, καθώς επίσης και από έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή και φύλαξή του. Αναφέρει ότι έχει τύχει νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της Εναγόμενης/Αιτήτριας σε σχέση με τα όσα αναφέρει, και για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Δηλώνει ότι για την πορεία της παρούσας αγωγής καθώς επίσης και για όλες τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα ή και εκκρεμούν μέχρι και σήμερα, είναι ενήμερος τόσο από προσωπική εμπλοκή του, όσο και από ενημέρωση που έτυχε από τους δικηγόρους της Εναγόμενης/Αιτήτριας και υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της παρούσας αίτησης, όσο και τις αιτούμενες με αυτή θεραπείες. Ακολούθως, παραθέτει ένα σύντομο ιστορικό όσον αφορά την καταχώρηση και πορεία της παρούσας αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με αυτό, η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του
  1. Στις 13 Ιουνίου του 2016 τροποποιήθηκε σχετικό απαγορευτικό Διάταγμα που είχε εκδοθεί, στα πλαίσια του οποίου η Εναγόμενη/Αιτήτρια διατάχθηκε να παράσχει τραπεζική εγγύηση στο όνομα του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και προς όφελος των Εναγόντων για το ποσό των €13.030.000,
  2. Στις 14 Ιουνίου του 2016, η Εναγόμενη/Αιτήτρια, σε συμμόρφωση με το Διάταγμα, εξασφάλισε προς όφελος των Εναγόντων τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ για το εν λόγω ποσό. Στις 21 Ιουλίου 2020 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε την επιφυλαχθείσα απόφασή του στην αγωγή, μετά από ακρόαση. Ακολούθησε αίτηση των Εναγόντων, ημερομηνίας 23 Ιουλίου του 2020, με την οποία οι Ενάγοντες αξίωναν αναπροσαρμογή/διόρθωση της εν λόγω απόφασης, στην οποία αίτηση η Εναγόμενη/Αιτήτρια έφερε ένσταση. Η Εναγόμενη/Αιτήτρια εν τω μεταξύ, εφεσίβαλε την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/7/20 με την ειδοποίηση Έφεσης Ε252/20, ημερομηνίας 25 Αυγούστου του
  3. Στην ένορκή του δήλωση ο κ. Μιτσίδης επισυνάπτει 5 Τεκμήρια, ως αυτά περιγράφονται στο ιστορικό της υπόθεσης ανωτέρω, και συγκεκριμένα, το απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/6/16, Τεκμήριο 1, την τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ημερομηνίας 14 Ιουνίου 2016, Τεκμήριο 2, την ενδιάμεση αίτηση των Εναγόντων για διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/7/20 ημερομηνίας 23/7/20, Τεκμήριο 3, την ένσταση της Εναγόμενης στην αίτηση διόρθωσης, Τεκμήριο 4, και την ειδοποίηση Έφεσης, ημερομηνίας 25 Αυγούστου 2020 εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21/7/20, Τεκμήριο
  4. Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες από το 2016, με εκ συμφώνου Διάταγμα είχαν διασφαλίσει με το παραπάνω την είσπραξη του όποιου ποσού τυχόν θα επιδικάζετο υπέρ τους και εναντίον της Εναγόμενης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με ετήσιο κόστος για την Εναγόμενη περίπου €120.
  5. Αποδέχθηκαν δηλαδή οι Ενάγοντες από το 2016, ότι η τραπεζική εγγύηση αποτελούσε τον ιδανικότερο για αυτούς τρόπο διασφάλισης των δικαιωμάτων τους, σε περίπτωση που επιτύγχαναν την αξίωσή τους. Σήμερα οι Ενάγοντες, ως επιτυχόντες διάδικοι, αποτελούν εξ' αποφάσεως πιστωτές ποσού της τάξης των €5.695.000 πλέον τόκους και έξοδα, ενώ η τραπεζική εγγύηση, Τεκμήριο 2, η οποία υφίσταται προς όφελος τους, διασφαλίζει ποσό της τάξης των €13.030.
  6. Όπως αναφέρει, από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι αν χορηγηθούν τα αιτούμενα Διατάγματα δεν πρόκειται να επηρεαστεί οποιοδήποτε από τα δικαιώματα των Εναγόντων, όπως ούτε και θα υποστούν οποιανδήποτε είδους ζημιά, απώλεια ή βλάβη. Θα εξακολουθήσει να ισχύει η τραπεζική εγγύηση, για το ορθό πλέον επιδικασθέν ποσό, η οποία θα διασφαλίζει τον καρπό της επιτυχίας των Εναγόντων, στην περίπτωση εκείνη, που η Έφεση της Εναγομένης επί της απόφασης, αποτύχει. Ακολούθως αναφέρει ότι η Ενάγουσα 6, είναι οικογενειακή εταιρεία με μετόχους, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τους Ενάγοντες 1, 5 και 6 και τους γονείς τους XXXXX και XXXXX Ηλιάδη, Ενάγοντες 2 και 3, οι οποίοι έχουν αποβιώσει. Η XXXXX Ηλιάδη, Ενάγουσα 2, μετά τον θάνατό της απέσυρε την απαίτησή της, διά των δικηγόρων των υπόλοιπων Εναγόντων, ενώ ο XXXXX Ηλιάδης, που είναι ο Ενάγοντας 3, παρέμεινε εκπροσωπούμενος διά του Διαχειριστή της περιουσίας του. Είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας 1 από τη μια, και οι Ενάγουσες 4 και 5 από την άλλη, δεν διατηρούν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο αφορά η παρούσα αγωγή, είναι χτισμένο σε δύο ξεχωριστά οικόπεδα, ένα εκ των οποίων ανήκει στην Ενάγουσα 6, ενώ το άλλο ανήκει στους Ενάγοντες 1, 4 και 5 εξ αδιαιρέτου. Τα δύο αυτά οικόπεδα δεν έχουν ενοποιηθεί σύμφωνα με απαίτηση της Πολεοδομικής Αρχής λόγω διαφωνιών μεταξύ των δικαιούχων ως προς τα μερίδιά τους, με αποτέλεσμα να μην έχει ακόμα εκδοθεί τελική έγκριση για το κτήριο που βρίσκεται κτισμένο επί αυτών. Η Εναγόμενη/Αιτήτρια πιστεύει ότι το εν λόγω κτήριο είναι βεβαρημένο και εν πάση περιπτώσει, επειδή δεν είναι νομιμοποιημένο, πιστεύει ότι τυχόν εκποίησή του, λόγω και των μακρόχρονων διαδικασιών που αυτή θα συνεπάγεται, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, σε περίπτωση που θα επιχειρηθεί, η ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού καταβληθεί σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, αν τελικά αυτή ανατραπεί κατ' Έφεση. Αναφέρει επίσης ότι οι σχέσεις των Εναγόντων μεταξύ τους είναι πολύ κακές, δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ τους συνεννόηση λόγω των έντονων διαφωνιών τους στα μερίδια που κάθε ένας δικαιούται και στην επίδικη και σε άλλη κοινή περιουσία, κάτι που αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διάφορων δικαστικών διαδικασιών μεταξύ τους, σε διάφορες βαθμίδες. Είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη δεν έχει κατορθώσει να εντοπίσει οποιαδήποτε άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων και κατά πόσο αυτά είναι ελεύθερα επιβαρύνσεων, σε περίπτωση που χρειαστεί να της επιστραφούν οποιαδήποτε δυνάμει της απόφασης καταβλητέα ποσά, με αποτέλεσμα, αν η Έφεση της επιτύχει, να μην είναι δυνατή η αποκατάστασή της. Πέραν αυτού, οι Ενάγουσες 4 και 5 βρίσκονται κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό και ο αριθμός των Εναγόντων και οι μεταξύ τους διαφορές καθιστούν σχεδόν αδύνατη ή πολύ δύσκολη την εν λόγω ενδεχόμενη αποκατάσταση. Λαμβάνοντας επίσης υπ' όψιν ότι, όπως έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό μπορεί να απαιτηθεί και να καταβληθεί σε οποιονδήποτε από τους Ενάγοντες ο οποίος ήθελε λάβει εκτελεστικά μέτρα, η Εναγόμενη αναπόφευκτα θα εμπλακεί σε διαφορές που δεν την αφορούν. Αναφέρει επίσης ότι η καταβολή του επιδικασθέντος ποσού της απόφασης δεν μπορεί να κατανεμηθεί στους δικαιούχους λόγω των διαφορών τους, ενώ αν δοθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, καμία ζημιά θα προκύψει σε αυτούς. Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται να λάβει χώρα οποιαδήποτε τέτοια διανομή πριν την επίλυση των εν λόγω διαφορών, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε αναστολή εκτέλεσης να μην προξενήσει σε οποιονδήποτε από αυτούς οποιανδήποτε δυσκολία. Αναφέρει ακόμα ότι υπάρχει και άλλη πολυπλοκότητα λόγω της ιδιότητας του Ενάγοντα 3, ως Διαχειριστή του αποβιώσαντα Εναγομένου 3, ο οποίος ενδεχομένως να προβεί σε κατανομή του επιδικασθέντος ποσού που αναλογεί στην περιουσία του αποβιώσαντα XXXXX Ηλιάδη στους κληρονόμους του οποιοιδήποτε και αν είναι αυτοί, καθώς επίσης και σε σχέση με την απόσυρση της Ενάγουσας 2, ως προς μερίδιο δηλαδή του επιδικασθέντος ποσού που δυνατό να αναλογούσε στην περιουσία της αποβιώσασας Ενάγουσας
  7. Άλλη δυσκολία που θα προκύψει είναι η τυχόν μείωση του επιδικασθέντος ποσού κατ' Έφεση, σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους Ενάγοντες αμφισβητήσει τη συνεισφορά του στο επιστρεπτέο ποσό, ενώ σε περίπτωση αναστολής της απόφασης δεν θα υπάρξει καμία ζημιά ή ταλαιπωρία στους Ενάγοντες. Αντίθετα, εάν δεν δοθεί αναστολή της απόφασης, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να προκληθεί σοβαρή ζημιά και ταλαιπωρία στην Εναγόμενη σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης της λόγω των δυσκολιών να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό θα έχει καταβάλει. Επαναλαμβάνει επίσης τη θέση του ότι οι Ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης θα είναι απόλυτα διασφαλισμένοι, ένεκα της υφιστάμενης προς όφελός τους τραπεζικής εγγύησης, ως το Τεκμήριο
  8. Σε σχέση με τις προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης, όπως αναφέρει αν και ο παράγοντας αυτός δεν αποτελεί λόγο καθοριστικής σημασίας, τυγχάνει συμβουλής από τους δικηγόρους της Εναγόμενης ότι στην παρούσα υπόθεση οι λόγοι Έφεσης που έχουν προωθηθεί επιτρέπουν ακόμα και πρόγνωση ως προς την επιτυχία της Έφεσης ή τουλάχιστον ως προς την αναδιαμόρφωση της απόφασης ή του επιδικασθέντος ποσού. Ενδεικτικά αναφέρει ότι αν και αποτελούσε κοινό έδαφος ότι η Εναγόμενη εξόφλησε τα ενοίκια της περιόδου 1/3/10 μέχρι 28/2/13, το Δικαστήριο με την απόφασή του επιδικάζει τα ενοίκια της περιόδου αυτής στους Ενάγοντες και συγκεκριμένα επιδίκασε ποσό €900.000 ενώ αυτά ήταν εξοφλημένα και δεν είχαν καν απαιτηθεί. Επίσης, επιδικάστηκαν τόκοι επί καθυστερημένων ενοικίων για χρονική περίοδο κατά την οποία τα ενοίκια αυτά δεν είχαν καταστεί απαιτητά, ενώ υπάρχει και διαφωνία ως προς την ορθότητα του επιδικασθέντος ποσού της απόφασης, όπως προωθείται από τους Ενάγοντες με ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 23/7/20, Τεκμήριο 3, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν την διαφοροποίηση του επιδικασθέντος ποσού, για τους λόγους που αναφέρουν στην εν λόγω αίτηση, με τους οποίους βέβαια η Εναγόμενη διαφωνεί. Είναι τελικά η θέση του ότι, για να μπορέσει να υπάρξει ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μετά την καταχώρηση της Έφεσης, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και επιπλέον με τη διατήρηση της εγγυητικής στο ποσό που έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο ή σε όποιο ποσό το Δικαστήριο κρίνει ορθό, τα δικαιώματα των Εναγόντων διασφαλίζονται και επιτρέπουν να δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, ενώ επίσης διασφαλίζεται και το δικαίωμα της Εναγόμενης, σε περίπτωση που κερδίσει την Έφεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, πιστεύει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης και ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση των Διαταγμάτων ως η αίτηση. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 20/11/11,από τους δικηγόρους των Εναγόντων 1, 3 και
  9. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν είναι οι ακόλουθοι: Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και λανθασμένη. Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Έφεση θα χάσει τη σημασία της αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και/ή απέτυχαν να το πράξουν με τέτοιον τρόπο στον βαθμό που να δικαιολογείται παρέκκλιση από τον κανόνα, ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στον δικαστικό αγώνα. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι, η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας στην έφεσή της, αντίθετα, η έφεσή της δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, και στην αίτηση δεν αναφέρει ότι υπάρχει Αντέφεση μεταξύ τους, με την οποία οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση διεκδικούν από την Εναγόμενη/Αιτήτρια πολύ περισσότερες αποζημιώσεις από αυτές που επιδίκασε υπέρ τους και εναντίον της, το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και/ή ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση που η έφεσή της επιτύχει αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, αντίθετα, είναι οι Καθ' ων η Αίτηση που θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση που ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, αφού υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν είναι φερέγγυα και δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απόφαση και/ή οποιανδήποτε άλλη απόφαση το Εφετείο ήθελε εκδώσει για ακόμα μεγαλύτερο ποσό, στα πλαίσια της Αντέφεσης. Αναφέρουν ακόμα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση που ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, αφού υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω υποβάθμισης του τραπεζικού ιδρύματος που εξέδωσε την τραπεζική εγγυητική επιστολή ή και αδυναμία εκπλήρωσης των όρων της. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι φερέγγυοι και/ή αξιόχρεοι και/ή αξιόπιστοι και προωθεί την αίτηση καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς και για παρακώλυση της διαδικασίας εκτέλεσης της υπό Έφεση απόφασης. Είναι επίσης η θέση τους ότι προσέφυγαν στην επιείκεια με «λερωμένα χέρια» και/ή παρουσίασαν παραπλανητικά και/ή ψευδώς το ζήτημα. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια όπως και αυτή της αίτησης και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται προκύπτουν από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1/Καθ' ου η Αίτηση 1, XXXXX Ηλιάδη, ημερομηνίας 20/11/20 και τον φάκελο του Δικαστηρίου Στην ένορκή του δήλωση ο XXXXX Ηλιάδης, δηλώνει ότι είναι ο Ενάγοντας 1 και ένας εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας
  10. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων τα οποία αναφέρει, έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του XXXXX Μιτσίδη ημερομηνίας 26/8/20 προς στήριξη της αίτησης με την οποία διαφωνεί και την απορρίπτει. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια παρουσίασε παραπλανητικά και/ή ψευδώς το οποίο ζήτημα σε σχέση με τα μερίδια των αποβιώσαντων γονέων του, XXXXX Ηλιάδη και XXXXX Ηλιάδη. Δηλώνει ότι ο XXXXX Ηλιάδης εκπροσωπείται από Διαχειριστή ενώ η αληθινή εικόνα είναι ότι η XXXXX Ηλιάδη μεταβίβασε στον ίδιο το μερίδιο της του επιδίκου ακινήτου από το 2013, ενώ ο XXXXX Ηλιάδης επίσης, μεταβίβασε στον ίδιο το μερίδιό του μέσω εμπιστεύματος που ο ίδιος είχε δημιουργήσει το 2005, κάτι που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου 220/12, ημερομηνίας 27/11/
  11. Έτσι ο Διαχειριστής στον οποίο αναφέρεται ο κύριος Μιτσίδης, στην ένορκή του δήλωση, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το ακίνητο. Επίσης, παραπλανητικά ο κύριος Μιτσίδης παρουσιάζει ως ανυπέρβλητο πρόβλημα την τελική έγκριση του ακινήτου, ενώ γνωρίζει πολύ καλά, ότι το κτήριο χτίστηκε σύμφωνα με τους όρους της πολεοδομικής άδειας του Δήμου Λευκωσίας. Ο μόνος λόγος που αργούσε η τελική έγκριση ήταν σωρεία επεμβάσεων στο ακίνητο από την Εναγόμενη/Αιτήτρια, και εν πάση περιπτώσει, δηλώνει ότι μετά την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου από τους Ενάγοντες και την αποκατάσταση όλων των παράτυπων επεμβάσεων της Εναγόμενης/Αιτήτριας, η Πολεοδομική Επιτροπή του Δήμου Λευκωσίας στις 10 Νοεμβρίου του 2020, ενέκρινε καταρχήν την έκδοση της τελικής έγκρισης του ακινήτου και παραπέμπει με θετική εισήγηση το θέμα στην Ολομέλεια του Δημοτικού Συμβουλίου που θα συνέλθει στις 3/12/20, για επισημοποίηση της έγκρισης. Περεταίρω αναφέρει ότι λανθασμένα και παραπλανητικά ο κύριος Μιτσίδης δηλώνει ότι το κτήριο είναι βεβαρημένο, ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι όλα τα δάνεια που είχαν εξασφαλιστεί για την κατασκευή του έχουν αποπληρωθεί και οι σχετικές υποθήκες έχουν απαλειφθεί. Η μόνη οφειλή που έχει σήμερα το ακίνητο είναι κάποιες φορολογίες και δημοτικά τέλη που εκκρεμούν, τα οποία είναι επουσιώδη ποσά σε σχέση με την αξία του ακινήτου, και επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 1A διάφορες επιβολές φορολογίας και ως Τεκμήριο 1Β έρευνα του Κτηματολογίου, που δείχνει ότι το ακίνητο είναι ελεύθερο επιβαρύνσεων. Είναι η θέση του κ Ζ. Ηλιάδη ότι τα όσα ο κ. Γ. Μιτσίδης ανέφερε και προσπαθεί να παρουσιάσει σαν εμπόδιο αναφορικά με τις σχέσεις των ιδιοκτητών και τις διαφωνίες τους ως προς τα μερίδια που δικαιούνται, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού όπως αναφέρει, μετά την εξόφληση των δανείων για το ακίνητο και τον τερματισμό της συμφωνίας εκχώρησης του ενοικίου στην τράπεζα, ο ίδιος απέδιδε τα ενοίκια στους Ενάγοντες χωρίς κανένα πρόβλημα. Αν οι Ενάγοντες μεταξύ τους έχουν κάποιες διαφορές, αυτό δεν έχει καμία σημασία, ούτε μπορεί να επηρεάσει την εκτέλεση της επίδικης απόφασης. Παραπλανητικά επίσης, ο κύριος Μιτσίδης προσπαθεί να παρουσιάσει τους Ενάγοντες συνιδιοκτήτες ως αφερέγγυους και αναφέρει ότι πέραν της κοινής ιδιοκτησίας των Εναγόντων του επίδικου ακινήτου που έχει αξία πέραν της οφειλής, παραθέτει ακίνητη περιουσία που ο ίδιος κατέχει, και επισυνάπτει σχετικά τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6, η αξία των οποίων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή του επίδικου ακινήτου. Επαναφέρει επίσης το θέμα του Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Ζ. Ηλιάδη, για το οποίο αναφέρει και πάλι, ότι έχει παρουσιαστεί παραπλανητικά από τον κύριο Μιτσίδη. Αναφέρει επίσης ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο κύριος Μιτσίδης υιοθετεί την τακτική παραπλάνησης του Δικαστηρίου μέσω αναφοράς σε αβάσιμα γεγονότα, αναφέροντας ότι σε άλλες αιτήσεις, για τις οποίες παραθέτει λεπτομέρειες στην παράγραφο 7 της ένορκής του δήλωσης, και πάλι ο κύριος Μιτσίδης κατέφυγε στην ίδια τακτική. Είναι η θέση του ότι, όταν ο κύριος Μιτσίδης δήλωνε ενόρκως τα γεγονότα που θεωρεί παραπλανητικά, γνώριζε ότι όλα τα ακίνητα της Εναγόμενης δεν είχαν καμίαν καθαρή αξία, αφού ήταν υπέρμετρα επιβαρυμένα προς όφελος των τραπεζών και η αξία τους ήταν αρνητική. Τόσο τα πολυκαταστήματα Debenhams, όσο και τα καταστήματα Super Home, όσο και το Limni Resorts αλλά και το σπίτι του κύριου Σιακόλα κατασχέθηκαν από τις τράπεζες. Αναφέρει επίσης ότι ο κ. Μιτσίδης, που ήταν ο κύριος μάρτυρας της Εναγόμενης στην ακρόαση της αγωγής 1300/2013 την οποία το Δικαστήριο απέρριψε ως μη πειστική, αντιφατική και ανακόλουθη και ότι το ποσό της τραπεζικής εγγύησης δεν καλύπτει τις αξιώσεις. Στις 4/9/20, εκδόθηκε απόφαση στην αίτηση των Εναγόντων για διόρθωση της απόφασης, με την οποία το ποσό της απόφασης αυξήθηκε στο ποσό των €8.629.167 υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Επί του πιο πάνω ποσού έχουν επίσης επιδικαστεί δικηγορικά έξοδα και λαμβάνοντας υπ' όψιν, ότι κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσό μέχρι και την εκδίκαση της Έφεσης αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό της τραπεζικής εγγύησης, που είναι κατά μέγιστο €13.030.
  12. Αναφέρει επίσης ότι όλοι οι Ενάγοντες καταχώρησαν Αντέφεση στην Έφεση της Εναγομένης, με την οποία αναφέρουν ότι οι αποζημιώσεις που έπρεπε να επιδικαστούν υπέρ τους θα έπρεπε να ήταν πολύ περισσότερες, δηλαδή για το συνολικό ποσό των €13.876.514, 83 πλέον τόκους και έξοδα. Είναι η θέση του ότι η Έφεση της Αιτήτριας δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, ενώ αντίθετα η Αντέφεση έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Το ποσό που ενδέχεται να επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων στην Αντέφεσή τους είναι μεγαλύτερο από το ποσό της τραπεζικής εγγύησης, χωρίς να υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος και τα έξοδα, και αν η τραπεζική εγγύηση τροποποιηθεί σε χαμηλότερο ποσό, ως το αιτητικό Β της αίτησης, οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού το ποσό της εγγύησης θα είναι χαμηλότερο και δεν θα καλύπτει τις αξιώσεις τους. Είναι η θέση του ότι αν δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού η Αιτήτρια δεν διεξάγει εργασίες, είναι αφερέγγυα και ανίκανη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και βρίσκεται ουσιαστικά υπό άτυπη εκκαθάριση. Η μόνη ρεαλιστική προοπτική που έχουν για να αποζημιωθούν οι Αιτητές, τουλάχιστον μερικώς για το ποσό της απόφασης, είναι η τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, η οποία και θα πρέπει να ρευστοποιηθεί από τον Πρωτοκολλητή χωρίς καθυστέρηση, όμως ακόμα και η τραπεζική εγγύηση δεν συνιστά από μόνη της επαρκή εξασφάλιση για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, αφού υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ειδικά μετά την οικονομική κρίση που επήλθε ανά το παγκόσμιο και στην Κύπρο με την πανδημία. Η Ελληνική Τράπεζα Λτδ αντιμετωπίζει επίσης διάφορα διοικητικά προβλήματα. Ακούγονται φήμες ότι διάφορες τράπεζες μεγιστάνες ανά το παγκόσμιο εξετάζουν το ενδεχόμενο να σταματήσουν να χρηματοδοτούν κυπριακές τράπεζες και ο CEO της Ελληνικής Τράπεζας υπέβαλε παραίτηση και αντικαταστάθηκε. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι αν απαγορευθεί στους Καθ' ων η Αίτηση να εκτελέσουν την απόφαση, η επιτυχία της Αντέφεσης θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού σε αυτήν την περίπτωση η Αιτήτρια θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση. Έτσι πιστεύει ότι η Αιτήτρια δεν έχει δείξει καλό λόγο, για να δικαιούται όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της αναστολής της απόφασης. Το ισοζύγιο μεταξύ της προσδοκίας των Καθ' ων η Αίτηση να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της απόφασής τους και της διασφάλισής τους και της αποτελεσματικότητας της Έφεσης κλίνει καταφανώς υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Εάν διαταχθεί αναστολή, οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και αναφέρει για ακόμα μία φορά ότι ακόμα και αν η Αιτήτρια ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, η ευρύτερη συμπεριφορά της και η κακοπιστία της, από την έναρξη της διαφοράς μέχρι και σήμερα με τα ψεύδη που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση Μιτσίδη, την εμποδίζουν από του να αιτείται αναστολής, αφού έχει καταφύγει στην επιείκεια με «λερωμένα χέρια», έτσι ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτησης της Εναγομένης καταχωρήθηκε και από τους Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 στις 20/11/
  13. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι ουσιαστικά ίδιοι με αυτούς που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 στη δική τους ένσταση, τους οποίους δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Νομική βάση της ένστασης είναι επίσης η ίδια όπως της αίτησης και της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 και επιπλέον αναφέρονται στις αρχές της υπόθεσης Χατζηιωάννου v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 273/19, ημερομηνίας 8/9/
  14. Τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η ειδοποίηση της ένστασής τους, προκύπτουν από το περιεχόμενο της επισυνημμένης ένορκης δήλωσης της κυρίας Φώφης Καλησπέρα και τον φάκελο του Δικαστηρίου. Η κυρία XXXXX Καλησπέρα στην ένορκή της δήλωση αναφέρει ότι είναι η Ενάγουσα 4 και προβαίνει στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης τόσο της ίδιας, όσο και της Ενάγουσας 5, XXXXX Λοΐζου. Αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπική της εμπλοκή στο όλο θέμα και με τη σειρά της αναφέρει ότι έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του XXXXX Μιτσίδη την οποία απορρίπτει. Οι λόγοι που προβάλλει είναι ίδιοι και ταυτόσημοι με τους λόγους που προβάλλονται από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6, οι οποίοι συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι ότι το ποσό της τραπεζικής εγγύησης δεν καλύπτει τις αξιώσεις της διορθωμένης απόφασης και το ποσό που τυχόν θα επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση αν πετύχουν στην Αντέφεση που έχουν καταχωρήσει, σε αντίθεση με την Αιτήτρια που είναι πλήρως εξασφαλισμένη, διότι η οικονομική διαφάνεια των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση είναι εγγυημένη. Αναφέρεται ειδικά στο συγκεκριμένο ακίνητο, του οποίου οι Ενάγοντες είναι από κοινού ιδιοκτήτες και η αξία του υπολογίζεται στα 25 εκατομμύρια ευρώ περίπου και δεν είναι βεβαρημένο όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο Γ. Μιτσίδης στην ένορκη δήλωσή του αφού το χρέος τους έχει εξοφληθεί από καιρό, ενώ από την άλλη πλευρά, οι Καθ' ων η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ή εκδοθεί Διάταγμα με αντίστοιχο αποτέλεσμα, αφού η Αιτήτρια δεν διεξάγει εργασίες, είναι αφερέγγυα και ανίκανη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, βρίσκεται ουσιαστικά υπό άτυπη εκκαθάριση και ενίσταται, κακόβουλα και καταχρηστικά, στην πληρωμή των οφειλόμενων ενοικίων στους Καθ' ων η Αίτηση ως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αναφέρει επίσης ότι η τραπεζική εγγύηση, η οποία θεωρητικά διαφυλάττει τους Καθ' ων η Αίτηση δεν συνιστά από μόνη της επαρκή εξασφάλιση για αυτούς, με κυριότερους λόγους αυτούς που αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ηλιάδη, αναφορικά με προβλήματα και δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ελληνική Τράπεζα Λτδ και επίσης αναφέρει ότι υπάρχει τόκος ο οποίος τρέχει επί της απόφασης, ο οποίος υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσει το ποσό κάλυψης της τραπεζικής εγγύησης μέχρι την έκδοση απόφασης στην Έφεση και Αντέφεση. Είναι τελικά και η δική της θέση ότι η Αιτήτρια δεν έχει δείξει καλό λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο δικαιολογείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός της, εκδίδοντας Διάταγμα για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Αντίθετα, η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας και η κακοπιστία της, την εμποδίζει από του να αιτείται αναστολής, αφού έχει καταφύγει στην επιείκεια με «λερωμένα χέρια» γι' αυτό και ζητά απόρριψη της αίτησης. Την ένορκη δήλωση της κ. XXXXX Καλησπέρα ημερομηνίας 20/11/20, συνοδεύουν τρία Τεκμήρια, το πρώτο Τεκμήριο είναι το αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 21/7/20, το Τεκμήριο 2 είναι αποκόμματα και αποσπάσματα από τον ημερήσιο τύπο με τίτλο «Τρικυμία στην Ελληνική Τράπεζα» αναφορικά με την παραίτηση του CEO, κύριου XXXXX Μάτση, και το Τεκμήριο 3, επίσης αποτελεί σχετικό δημοσίευμα σε σχέση με την παραίτηση Μάτση. Στις 21/1/21, που είχε οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, οι συνήγοροι όλων των πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, τις οποίες είχαν προηγουμένως ανταλλάξει μεταξύ τους και τις οποίες υιοθέτησαν. Δεν καταχωρήθηκε καμιά συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στη δική τους γραπτή αγόρευση, οι συνήγοροι της Εναγόμενης/Αιτήτριας αναφέρονται σύντομα στο ιστορικό της υπόθεσης, την έκδοση απόφασης μετά από ακρόαση στις 21/7/20, η οποία διορθώθηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου στις 4/9/20, στην καταχώρηση της Έφεσης Ε126/20 από αυτούς και την Αντέφεση, που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στις 26/8/
  15. Όπως επίσης αναφέρουν τόσο οι Εφέσεις όσο και η Αντέφεση ακόμα εκκρεμούν. Ακολούθως, αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης, που είναι βασικά η Δ.35 θ18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και το Άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου τα οποία και παραθέτουν αυτολεξεί, όπως και παραθέτουν σχετική νομολογία και αναφέρουν τις υποθέσεις Χαραλάμπους v A. Panagides Contracting Ltd
(2001)1Γ ΑΑΔ και Ναυτικός Όμιλος Πάφου v Αρχή Λιμένων Κύπρου,
(1991)1 ΑΑΔ 1147, στην οποία εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο εξασκεί τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζοντας αυτού του είδους αιτήσεις, υπογραμμίζοντας ότι η προοπτική επιτυχίας της Έφεσης είναι μόνο και πάντα οριακής σημασίας, γιατί εάν το Δικαστήριο υπεισέλθει στην ουσία της Έφεσης, διατρέχει τον κίνδυνο να καταστεί Εφετείο του εαυτού του ή να υπερβεί την εξουσία του υποκαθιστώντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Αναφέρουν επίσης ότι, όπως πάντα οι γενικοί κανόνες υπόκεινται σε εξαιρέσεις, γι' αυτό και αν οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης το απαιτούν, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τους λόγους Έφεσης και αναφέρονται σε σχετική νομολογία και ειδικότερα στις υποθέσεις Penderhil κ.ά. v. Ιωάννη Κλουκινά κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ.1921, Navarino Wine Lodge Ltd ν. TCM Holding Companies Ltd, Π.Ε.105/20, ημερομηνίας 30/10/20, Χατζηλοΐζου ν Κωνσταντίνου κ.ά., Π.Ε.21/19, ημερομηνίας 23/10/19 και Christakis Pilides. Construction Ltd v. Philpool Ltd, Π.Ε.183/19, ημερομηνίας 12/06/
  1. Επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην Ειδοποίηση Έφεσης 252/20, σε σχέση με τους λόγους Έφεσης 1, 2, 3, 4 και 5, που θεωρούν ότι είναι εντελώς και εξώφθαλμα αβάσιμοι και δεν αναφέρουν οτιδήποτε για τους υπόλοιπους λόγους Έφεσης, για τους οποίους όμως και πάλι υποστηρίζουν ότι είναι αβάσιμοι. Ισχυρίζονται δε ότι και οι λόγοι Έφεσης της Ε126/20 κατά της διορθωτικής απόφασης του Δικαστηρίου είναι καταφανώς αβάσιμοι. Είναι η θέση τους ότι, ενόψει της νομολογίας που έχουν παραθέσει, των περιστάσεων της υπόθεσης, αλλά και των μεγάλων ποσών που αφορά, η καλή προοπτική της Έφεσης, αποτελεί παράγοντα που στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει δεόντως να συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όπως επίσης αναφέρουν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το γεγονός ότι το δικαίωμα που απορρέει για τους Ενάγοντες συνεπεία της εκδοθείσας απόφασης, δεν θα πρέπει να το αποστερηθούν, όπως ούτε και να αποστερηθούν τους καρπούς της νίκης τους, επειδή η Εναγόμενη καταχώρησε Έφεση. Εκείνο που έχει σημασία για το σημείο, αυτό είναι η διασφάλιση των Εναγόντων σε περίπτωση που θα δοθεί η αναστολή της εκτέλεσης, όπως καθαρά προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό της Δ.35 θ
  2. Είναι η θέση τους ότι το λαβείν των Εναγόντων διασφαλίζεται πλήρως από την τραπεζική εγγύηση ύψους €13.030.000, 00, η οποία υπερκαλύπτει ολόκληρο το ποσό της απόφασης, οποιονδήποτε τόκο, καθώς και έξοδα με τον νόμιμο καταβλητέο τόκο η οποία υπερτερεί σε ύψος επιτοκίου οποιουδήποτε άλλου το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλιστεί, εάν το ποσό ήταν κατατεθειμένο σε τράπεζα. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση περί δήθεν ανεπάρκειας της εγγύησης στερούνται παντελώς οποιουδήποτε ερείσματος για τους ακόλουθους λόγους: Όσο υπερβολικό και αν είναι το ποσό των εξόδων δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι αυτό δεν καλύπτεται και αναφέρουν ότι δεν έχουν δει ποτέ κατάλογο εξόδων που να δικαιολογεί το ποσό των €240.000, ούτε και έχουν υπόψη τους ότι οποτεδήποτε Κυπριακό Δικαστήριο έχει επιδικάσει τέτοιο ποσό για έξοδα. Τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Ηλιάδη, είναι εκτός από τα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας. Εκείνο που πρέπει να διασφαλιστεί είναι αυτό που έχει επιδικαστεί και όχι οποιοδήποτε ποσό απαιτείται πέραν αυτού. Ισχυρίζονται δε, ότι η διασφάλιση απαίτησης που πιθανόν να επιτύχει μελλοντικά, ισοδυναμεί με προσωρινό συντηρητικό διάταγμα. Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης της XXXXX Καλησπέρα, η οποία, όπως και ο XXXXX Ηλιάδης, στηρίζουν την ένσταση τους στην πιθανή κατάρρευση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ που έχει εκδώσει τη σχετική εγγυητική χωρίς κανένα στοιχείο ή μαρτυρία, εκτός από μερικά αβάσιμα και αστήρικτα δημοσιεύματα. Αναφέρουν ότι η τράπεζα που έχει εκδώσει την τραπεζική εγγύηση, είναι η μεγαλύτερη και ευρωστώτερη τράπεζα στην Κύπρο, η οποία για την περίοδο 1/1/20 - 20/9/20 έχει ανακοινώσει κέρδη €40 εκατομμυρίων και δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 22,51% που υπερβαίνει κατά πολύ τις ελάχιστες κανονικές απαιτήσεις και συγκρίνονται ευνοϊκά με τον μέσo όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, έχει κάλυψη ρευστότητας (LCR ) 454% και πλεόνασμα ρευστότητας €5,5 δισεκατομμύρια. Όπως αναφέρουν, τα στοιχεία αυτά είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ στην οποία οι Καθ' ων η Αίτηση μπορούσαν να ανατρέξουν πριν προβάλουν αυτούς τους αβάσιμους και επικίνδυνους ισχυρισμούς, και θα μπορούσαν επίσης να ελέγξουν και τους εξελεγμένους λογαριασμούς της τράπεζας. Όλα όσα έχουν λεχθεί περί δήθεν εκπνοής της εγγύησης ή της μη επέκτασης της ισχύος της μέχρι την έκδοση απόφασης από το Εφετείο, δεν ευσταθούν και η Αιτήτρια δηλώνει στο Δικαστήριο ότι μπορεί να παράσχει οποιανδήποτε διαβεβαίωση περί της ισχύος της εγγυητικής ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Επομένως, είναι η θέση της ότι η διασφάλιση των Καθ' ων η Αίτηση με την τραπεζική εγγύηση αποτελεί σημαντικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Είναι επίσης η θέση τους ότι, ενόψει του γεγονότος ότι το ποσό της εγγυητικής υπερβαίνει κατά πολύ το εξ' αποφάσεως οφειλόμενο ποσό και ενόψει του μεγάλου κόστους της εγγυητικής, ζητούν όπως σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης αναστολής, το ποσό που καλύπτεται από την εγγύηση μειωθεί στο ποσό της απόφασης, πλέον κάποιο λογικό ποσό για έξοδα. Όσον αφορά τον δεύτερο παράγοντα που τίθεται από τη Νομολογία και αφορά τη δυνατότητα επιστροφής των καταβληθησόμενων ποσών σε περίπτωση μη επιτυχίας της Έφεσης, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι αυτός δεν ικανοποιείται για τους πιο κάτω λόγους. Η Αιτήτρια δεν μπόρεσε να εντοπίσει κανένα στοιχείο για την φερεγγυότητα των Εναγόντων να επιστρέψουν τα ποσά τα οποία θα εισπράξουν από την απόφαση, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για ένα τόσο μεγάλο ποσό. Στις επιφυλάξεις και αδυναμίες που εκφράζονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης XXXXX Μιτσίδη, οι Καθ' ων η αίτηση δεν παραθέτουν κανένα ικανοποιητικό στοιχείο στις ένορκες δηλώσεις XXXXX Ηλιάδη και XXXXX Καλησπέρα, αρκούμενοι να υποδείξουν ότι η Αιτήτρια θα έχει σαν εξασφάλιση το ακίνητο χωρίς όμως, πέραν μιας απλής δήλωσης, να αναφέρουν οτιδήποτε για την αξία του ή τα τυχόν βάρη σε αυτό, το οποίο και εντείνει τις ανησυχίες της Αιτήτριας, δεδομένης της θέσης που ο Ενάγοντας 1 στη γραπτή του δήλωση που κατέθεσε στην ενώπιον του Δικαστηρίου δίκη, παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν δάνειο από την τράπεζα για το ποσό των €1.5 εκατομμυρίων που απαιτείτο για να προβούν σε διαχωρισμό του ακινήτου ώστε να μπορέσουν να το ενοικιάσουν. Αυτή η αδυναμία υφίστατο πάντα, σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ακόμα και μετά την εξόφληση του κατασκευαστικού δανείου, όπως επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση, παρά τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε επιβάρυνσης στο κτήριο, χωρίς να παραθέτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το γεγονός αυτό. Είναι επομένως εύλογο το ερώτημα ενόψει αυτής της μαρτυρίας, πώς ένα άτομο που δεν κατέχει και αδυνατεί να εξεύρει €1,5 εκατομμύρια θα μπορέσει να επιστρέψει το τόσο ψηλό ποσό που έχει επιδικαστεί. Θεωρούν ότι μια τέτοια αδυναμία και έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας εγκυμονεί κίνδυνο πρόκλησης αδικίας σε περίπτωση μη αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης και σοβαρή διατάραξης του ισοζυγίου που έχει τεθεί από την απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) και άλλη σχετική Νομολογία. Παραθέτουν επίσης την αγγλική υπόθεση Hwmmond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA CIV 2065, στην οποία, μεταξύ άλλων, λέχθηκε ότι η υποχρέωση παροχής στοιχείων που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την επιστροφή των όποιων ποσών θα καταβάλλονταν εκκρεμούσης της Έφεσης βαρύνει τους Καθ' ων η Αίτηση, μάλιστα με αύξηση του σχετικού βάρους μετά από τις αμφιβολίες και τους φόβους που είχαν εκφράσει οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση Μιτσίδη. Παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε στην υπόθεση Χατζηιωάννου ν. Gordian Holdings Ltd, Π.Ε.273/19, ημερομηνίας 8/9/20 και παραθέτουν σχετικό απόσπασμα, όπως και στην υπόθεση Studland Holdings Ltd κ.ά. v. Σωφρονίου, Ευσταθίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ.1 809. Είναι επίσης η θέση τους ότι, το κτήριο αφ' εαυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν εξασφάλιση επιστροφής, ένεκα του ότι η εκποίηση του, ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση που δεν θα υπάρχει εμπόδιο ή κώλυμα, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί άμεσα, αλλά μόνο μετά από χρονοβόρες και πολύχρονες διαδικασίες και ενδεχόμενες παρεμβάσεις από τρίτους που μπορεί να προβάλουν αξιώσεις. Επίσης, σε ό,τι αφορά το κτήριο, αναφέρουν ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εκτίμηση για την αξία του, δεν γνωρίζουμε αν βαρύνεται με βάρη ή υποθήκες, ούτε και αν μπορεί να αποξενωθεί μέχρι την ολοκλήρωση της Έφεσης, το κτήριο είναι σε δύο οικόπεδα που δεν μπόρεσαν να ενοποιηθούν εδώ και 10 και πλέον χρόνια, και δεν υπάρχει τελική έγκριση, ενώ οι μεγάλες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των Εναγόντων, αποτελούν σχεδόν βέβαιο κίνδυνο και για τη σίγουρη εμπλοκή των μεταξύ τους διαφορών σε σχέση με το κτήριο, και η ύπαρξη εκκρεμούσης διαχείρισης αναφορικά με τον Ενάγοντα 3, με ενδεχόμενη διανομή του μεριδίου του, θα καταστήσει αδύνατη την επιστροφή του. Αναφέρουν επίσης ότι η ύπαρξη του κτηρίου σίγουρα δεν θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί άμεσα, ώστε να επιστραφούν τα χρήματα που θα δοθούν από την Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, αλλά και το γεγονός ότι υπάρχουν μακροχρόνιες και σοβαρές διαφορές μεταξύ των Εναγόντων, είναι παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη στάθμιση των ενώπιον του δεδομένων προς εξεύρεση του επιδιωκόμενου ισοζυγίου, και ενδεικτικά παραθέτουν κάποια αποσπάσματα από τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που αναφέρονται στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των Εναγόντων και τις φιλονικίες τους, που είναι διαχρονικές. Είναι καταληκτικά η θέση τους ότι αν καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της απόφασης, και αυτό διανεμηθεί μεταξύ των Εναγόντων, οι οποίοι θα έχουν και τη δυνατότητα να το αποξενώσουν, η επιστροφή του στην Αιτήτρια, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, θα είναι αδύνατη ή τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολη, και έτσι σταθμίζοντας αφενός την εξισορρόπηση του δικαιώματος των Εναγόντων να απολαύσουν τους καρπούς της προς όφελος τους απόφασης, που είναι απόλυτα εξασφαλισμένο δικαίωμα αφενός, και τον κίνδυνο να μην μπορέσει η Αιτήτρια να ανακτήσει οτιδήποτε καταβληθεί έναντι της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, και όλων των περιστατικών της υπόθεσης, αφετέρου η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της αποδοχής της αίτησης, γι' αυτό και ζητούν από το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι αποπεράτωσης της Έφεσης και να περιορίστεί το ποσό της εν λόγω τραπεζικής εγγύησης, στο ποσό που οφείλεται δυνάμει της απόφασης. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 3 και 6 καταχώρησαν κοινή αγόρευση και αντίστοιχα οι Καθ'ων η αίτηση 4 και 5 καταχώρησαν από κοινού τη δική τους αγόρευση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, επικεντρώνονται στα κατά την άποψή τους νομικά σφάλματα που περιέχει η αίτηση της Ενάγουσας Αιτήτριας. Είναι η βασική τους θέση ότι η αίτηση της Αιτήτριας στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που θα υποστήριζαν στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης, ενώ η ίδια επέλεξε να την καταχωρήσει διά κλήσεως. Είναι η βασική τους θέση ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει, καθότι η Αιτήτρια δεν επικαλείται τη μοναδική διάταξη που της επιτρέπει να προωθήσει τέτοια αίτηση, η οποία είναι η Δ.40 θ.11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Είναι η θέση τους, ότι το γεγονός αυτό πρέπει να οδηγήσει, άνευ άλλου, το Δικαστήριο σε απόρριψη της αίτησης, εάν όμως το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η απουσία της εν λόγω διάταξης από τη νομική βάση της αίτησης δεν είναι καταλυτικής σημασίας, τότε θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση υπό το φως της Νομολογίας που εφαρμόζεται σε σχέση με τη Δ.40 θ.11, η οποία αφορά τις περιπτώσεις όπου ο λόγος της αίτησης είναι "Γεγονότα που προέκυψαν πολύ αργά για να προταθούν", φράση η οποία ξεκάθαρα αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την απόφαση και όχι σε γεγονότα που υπήρχαν πριν από την απόφαση. Προβαίνουν δε σε σχετική παραπομπή στην παράγραφο 453 του Συγγράμματος Halsburys Laws of England. Αναφέρουν δε ότι στην Aγγλία η παλαιότερη διάταξη Δ.42 θ.27 έχει ακυρωθεί, αλλά στην Κύπρο εξακολουθεί να ισχύει με τη δική μας Δ.40 θ.11 και παραθέτουν μια πρωτόδικη απόφαση η οποία μπορεί να μην είναι δεσμευτική, αλλά είναι καθοδηγητική για το παρόν Δικαστήριο και συγκεκριμένα την υπόθεση Anderson & Coldman Ltd v Sonco Canning Ltd
(1982)2 J.C.C.325. Υποστηρίζουν επομένως, ότι είναι καθαρό ότι για να δοθεί αναστολή θα πρέπει ο Αιτητής να εκθέτει γεγονότα που συνέβηκαν πολύ αργά για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εκδίκαζε την υπόθεση και ισχυρίζονται ότι στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Σε ό,τι αφορά τη νομική βάση της αίτησης, το Άρθρο 9 του Κεφ.6, είναι η θέση τους ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις που αφορούν εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και παραπέμπουν σχετικά στο Άρθρο 9
(4). Όσον αφορά το Άρθρο 47 του Ν.14/60, η διάταξη αυτή εξουσιοδοτεί το Δικαστήριο να διατάξει αναστολή εκτέλεσης "αν θεωρήσει τούτο πρέπον" και επομένως δεν προσφέρει τίποτε άλλο παρά να μας πληροφορήσει ότι υπάρχει όντως τέτοια εξουσία. Όσον αφορά τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου, παραπέμπουν και πάλι στην παράγραφο 451, σελίδα 280 του Συγγράμματος Ηalsbury' s Laws of England, τέταρτη Έκδοση Τόμος 17 και είναι η θέση τους ότι, ούτε η παραπομπή στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου βοηθούν την Αιτήτρια. Οι ειδικές περιστάσεις, στις οποίες αναφέρεται το πιο πάνω απόσπασμα, πρέπει να αφορούν την εκτέλεση της απόφασης και όχι την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι αν η Αιτήτρια καταφέρει να υπερπηδήσει αυτά τα προβλήματα σε σχέση με τη νομική βάση της αίτησης, θα πρέπει να περεταίρω, να υπερβεί δύο καίρια ερωτήματα. Το πρώτο είναι, κατά πόσο κωλύεται να ζητά αναστολή πληρωμής της εγγυητικής και το δεύτερο είναι, αν το αίτημα για εξαργύρωση της εγγυητικής συνιστά μέτρο εκτέλεσης. Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, δηλαδή, κατά πόσο κωλύονται να ζητούν αναστολή πληρωμής της εγγυητικής, αναφέρονται στο λεκτικό της εγγυητικής επιστολής και ισχυρίζονται ότι τα προαπαιτούμενα υποβολής απαίτησης για πληρωμή δυνάμει της εν λόγω εγγυητικής έχουν συντρέξει, δηλαδή οι Ενάγοντες δικαιούνται να απαιτήσουν την πληρωμή,αφού η πρωτόδικη απόφαση είναι εκτελεστή. Ισχυρίζονται επίσης ότι η εγγυητική επιστολή ήταν προϊόν εκ συμφώνου συμβιβασμού, υφιστάμενου τότε προσωρινού Διατάγματος, και ουδέποτε η Αιτήτρια διεκδίκησε επέκταση της ζωής της εγγυητικής μέχρι και την Έφεση. Άρα, είναι η θέση τους ότι, αυτός ο συμβιβασμός δεν μπορεί σήμερα να ανατραπεί και επομένως δεν μπορούν να εμποδιστούν οι Ενάγοντες να ζητήσουν πληρωμή της εγγυητικής που συμφωνήθηκε από τότε ότι δικαιούνται. Σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο το αίτημα για εξαργύρωση της εγγυητικής συνιστά μέτρο εκτέλεσης, παραπέμπουν στις υποθέσεις, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά 1
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1384, και στην αρχή ότι η εγγυητική είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη δέσμευση της εκδότριας τράπεζας προς τους Καθ' ων η Αίτηση, στην οποία η Αιτήτρια δεν έχει δυνατότητα εμπλοκής και παραπέμπουν επίσης στην ECLI:CY:AD:2020:A99, Πολιτική Έφεση 281/13, ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2020, Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Είναι καθολικά η θέση τους ότι δεν υπάρχει έδαφος αναστολής της είσπραξης της εγγυητικής. Όταν οι Καθ' ων η Αίτηση ζητούν εξαργύρωση της τραπεζικής εγγυητικής δεν εκτελούν εναντίον της Αιτήτριας, άρα δεν τίθεται θέμα αναστολής. Εκείνο που κάνουν οι Καθ' ων η Αίτηση είναι να ζητούν από την εκδότρια τράπεζα να τιμήσει την αυτόνομη υποχρέωση της να πληρώσει την εγγυητική, στην οποία διαδικασία η Αιτήτρια δεν έχει καμιά δυνατότητα παρέμβασης, ούτε και το Δικαστήριο δικαιούται να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα που εισάγουν νέους όρους στο κείμενό της. Η βασική αρχή είναι ότι ο επιτυχών διάδικος πρέπει να αφεθεί να απολαύσει άμεσα τον καρπό της νίκης του και η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αποφάσεις δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός εάν συντρέχουν λόγοι, οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή, και παραπέμπουν σχετικά σε Νομολογία. Αναφέρουν ότι αν ο Αιτητής δεν καταδείξει ανεπανόρθωτη ζημιά τότε, σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η κατάληξη της αίτησης είναι μοιραία και παραπέμπουν και πάλι σε Νομολογία. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν προβάλλει σαν λόγο αναστολής την πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη αναστολής και αρκείται να δηλώσει μέσω της ένορκης δήλωσης Μιτσίδη ότι σε περίπτωση μη αναστολής της απόφασης "Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να προκληθεί σοβαρή ζημιά και ταλαιπωρία στην Εναγομένη λόγω των δυσκολιών να ανακτήσει οτιδήποτε θα έχουν καταβάλει". Είναι η θέση τους ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είναι ικανοί για να ικανοποιήσουν το ισοζύγιο που προσδιορίζει η Νομολογία. Σημειώνουν επίσης το γεγονός ότι την αίτηση της Αιτήτριας συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Μιτσίδη, ο οποίος ήταν μάρτυρας υπεράσπισης και η μαρτυρία του απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη, άρα είναι η θέση τους ότι στερείται ο κύριος Μιτσίδης την έξωθεν καλή μαρτυρία ότι παρουσιάζει στο Δικαστήριο αντικειμενικά τα δεδομένα που θα υποστηρίξουν ή θα ανατρέψουν το αίτημα αναστολής. Η πρώτη θέση του κ. Γ. Μιτσίδη είναι ότι το επίδικο ακίνητο είναι βεβαρημένο και δεν έχει τελική έγκριση. Δεν τολμά να ισχυριστεί ότι η αξία του ακινήτου δεν υπερκαλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος ενώ από την ένορκη δήλωση του XXXXX Ηλιάδη είναι σαφές ότι η αξία του υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Για την δεύτερη θέση του κύριου Μιτσίδη, ότι δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση του κτηρίου, γιατί δεν υπάρχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αναφέρουν οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως παρανομία στην ενοικίαση κτηρίου εν τη απουσία τελικής έγκρισης όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αγαθοκλής Μιχαήλ Αγαθοκλέους και άλλοι ν. Νίκης Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο σε δύο ξεχωριστές υποθέσεις έκρινε ότι η ενοικίαση τουριστικών διαμερισμάτων χωρίς τη σχετική άδεια λειτουργίας τουριστικών διαμερισμάτων, αν και αποτελεί ποινικό αδίκημα, δεν κατέστησε τη σύμβαση για ενοικίαση των τουριστικών διαμερισμάτων χωρίς τη σχετική άδεια παράνομη ή άκυρη. Το γεγονός ότι οι σχέσεις των Εναγόντων μεταξύ τους είναι κακές και θα επιφέρουν προβλήματα τόσο στην εκτέλεση όσο και στην ανάκτηση του τυχόν καταβληθέντος εξ αποφάσεως χρέους, συνιστά ανούσια σοφιστεία. Οι Ενάγοντες προώθησαν και κέρδισαν την αγωγή και κέρδισαν και την αίτηση τους για διόρθωση της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου, άρα ομονοούντες θα προβούν και στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το επιχείρημα του κύριου Μιτσίδη ότι αν επιτύχει η Έφεση η Αιτήτρια δεν μπορεί να αποκατασταθεί είναι εντελώς ανεδαφική και μόνο ο κύριος XXXXX Ηλιάδης έχει υποδείξει δικά του προσωπικά περιουσιακά στοιχεία που υπερκαλύπτουν τα επίδικα ποσά. Αναφέρουν επίσης ότι η ύπαρξη της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής δεν είναι πλήρης εξασφάλιση, γιατί αν πετύχει η Αντέφεση τους το ποσό της εγγυητικής επιστολής δεν θα επαρκεί για να εξαλείψει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος. Ο παράγοντας της πιθανότητας επιτυχίας της Έφεσης δεν είναι όπως έχει νομολογηθεί κατά κανόνα αποφασιστικής σημασίας, εκτός όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Είναι η θέση τους ότι μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την αποτυχία της Έφεσης, αφού οι δύο λόγοι που η Αιτήτρια προβάλλει σαν πιο ισχυρούς έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου με τη διόρθωση του κειμένου της πρωτόδικης απόφασης. Ισχυρίζονται επίσης ότι η Αιτήτρια παρουσίασε παραπλανητικά και ψευδώς το όλο ζήτημα, προσέφυγε στην επιείκεια με λερωμένα χέρια, αφού ο κύριος Μιτσίδης απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι υπήρχε προσυμφωνία πώλησης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου και αποπειράθηκε να το αποξενώσει σύντομα μετά την καταχώρηση της αγωγής και ψευδώς παρουσίασε περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία ήταν αρνητική. Τούτο κατά τη θέση τους αποτελεί συνήθη πρακτική της Εναγόμενης/Αιτήτριας και προβάλουν παραδείγματα που θεωρούν ότι καταδεικνύουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Είναι η θέση τους ότι σε περίπτωση που ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, αυτοί που θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη είναι οι Καθ' ων η Αίτηση και όχι η Αιτήτρια, η οποία δεν διεξάγει πλέον οποιεσδήποτε εργασίες, είναι αφερέγγυα και ανίκανη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό, βρίσκεται δε ουσιαστικά υπό άτυπη εκκαθάριση και μπορεί να εκκαθαριστεί ανά πάσα στιγμή. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι, η τραπεζική εγγύηση δεν συνιστά από μόνη της επαρκή εξασφάλιση γιατί υπάρχει ο κίνδυνος υποβάθμισης και κατάρρευσης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ειδικά με την οικονομική κρίση που επήλθε ανά το παγκόσμιο, αλλά και στην Κύπρο λόγω της πανδημίας. Πέραν τούτου, η Ελληνική Τράπεζα Λτδ αντιμετωπίζει διάφορα διοικητικά προβλήματα όπως διαφωνίες μετόχων, αμφιλεγόμενα αποτελέσματα και απουσία ξεκάθαρης κατεύθυνσης με τον CEO της XXXXX Μάτση να υποβάλλει πρόσφατα παραίτηση. Iσχυρίζονται επίσης ότι μετά τη διόρθωση της απόφασης που είχε ως αποτέλεσμα το ποσό υπέρ των Εναγόντων να αυξηθεί σε €8.629.167, 00 με νόμιμο τόκο πλέον έξοδα και ότι έχουν ήδη υποβληθεί κατάλογοι εξόδων προς έγκριση, που είναι της τάξης των €240.000 πλέον Φ.Π.Α., είναι η θέση τους ότι το συνολικό ποσό μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό της τραπεζικής εγγυητικής. Αν δε λάβει κάποιος υπόψη την Αντέφεση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες με την οποία ζητούν πολύ περισσότερες αποζημιώσεις και πετύχουν σε αυτήν, το ποσό θα είναι μεγαλύτερο από το ποσό της εγγύησης χωρίς να υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος και τα έξοδα. Επομένως, το επιχείρημα της Εναγομένης ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί η εγγύηση σε χαμηλότερο ποσό, θα αφήσει όλους τους Ενάγοντες έκθετους σε ανεπανόρθωτη ζημιά, σε περίπτωση που πετύχει η Αντέφεση. Αναφέρουν επίσης ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε το 2020 και σίγουρα θα αναμένονται άλλα δύο τρία χρόνια μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Τούτο μέχρι σήμερα δεν επέτρεψε την ενοικίαση του ακινήτου, κάτι το οποίο θα συνεχίσει να συμβαίνει μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης και έτσι οι Ενάγοντες δεν θα μπορούν να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Τέλος, αναφέρονται στη νομολογία, η οποία αφορά αναστολή εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, που λέει ότι δεν αποστερείται ο Ενάγοντας από το δικαίωμα του να απολαύσει τη δικαίωσή του από τη δικαστική απόφαση, ακριβώς το αντίθετο ισχύει, δηλαδή το Δικαστήριο δεν παραχωρεί αναστολή παρά μόνο αν πεισθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές και ειδικές περιπτώσεις και παραθέτουν εκτενές απόσπασμα από την Πολιτική Εφεση 29/2019, Λοΐζου ν Κωνσταντίνου και Σάββα, ημερομηνίας 23 Οκτωβρίου
  2. Είναι καταληκτικά η θέση τους ότι, με βάση τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της Εναγομένης Αιτήτριας. Με τη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, αφού και αυτοί προβαίνουν σε ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, προβάλλουν τις θέσεις ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, ούτε κατάφερε να πείσει για το ενδεχόμενο ανεπανόρθωτης ζημιάς που τυχόν να πάθει, και δη τέτοιας εμβέλειας, που να υπερισχύει της αρχής διαφύλαξης της τελεσιδικίας των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Αντίθετα, είναι η θέση τους, ότι αν η φυσιολογική εξέλιξη εκτέλεσης της απόφασης, ανακοπεί με την έγκριση της αίτησης, είναι οι Καθ' ων η Αίτηση που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού:
  3. Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην Έφεση της και δεν αναφέρεται στην ύπαρξη της Αντέφεσης, με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση διεκδικούν πολύ περισσότερες αποζημιώσεις από αυτές που επιδικάστηκαν πρωτόδικα.
  4. Η Αιτήτρια οφείλει στους Καθ' ων η αίτηση ποσό πέραν των €13.876.514, 83 πλέον τόκο, πλέον έξοδα και το ποσό της υφιστάμενης τραπεζικής εγγύησης δεν καλύπτει τις αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση, πέραν του ότι η τραπεζική εγγύηση δεν συνιστά επαρκή εξασφάλιση για τους Καθ' ων η Αίτηση, αφού υπάρχει κίνδυνος υποβάθμισης του τραπεζικού ιδρύματος που εξέδωσε την εγγύηση και συνεπώς κίνδυνος αδυναμίας εκπλήρωσης των όρων της.
  5. Η Αιτήτρια δεν διεξάγει πλέον εργασίες, είναι αφερέγγυα, ανίκανη να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και βρίσκεται ουσιαστικά υπό «άτυπη» εκκαθάριση.
  6. Η φυσιολογική εξέλιξη εκτέλεσης της απόφασης δεν διακινδυνεύει τα συμφέροντα της Αιτήτριας, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη, αφού οι Καθ' ων η Αίτηση είναι όλοι φερέγγυοι και κατέχουν περιουσιακά στοιχεία που υπερκαλύπτουν το ποσό της απόφασης.
  7. Η Αιτήτρια προσέφυγε στην επιείκεια με λερωμένα χέρια και παρουσίασε παραπλανητικά το ζήτημα.
  8. Εάν η αίτηση εγκριθεί, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα έχουν ρεαλιστική προοπτική να πληρωθούν το ποσό της απόφασης και η απόφαση του Δικαστηρίου θα καταστεί ανωφελής. Ακολούθως ασχολούνται με τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα και για ευκολία του Δικαστηρίου συνοψίζουν τα νομικά σημεία με τα οποία ασχολούνται. Οι θέσεις τις οποίες προβάλλουν, οι οποίες είναι και επικυρωμένες από τη νομολογία, είναι ότι η άσκηση Έφεσης δεν αναιρεί, ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση και η διαφύλαξη της τελεσιδικίας είναι αρχή ιδιαίτερης βαρύτητας σε ένα κράτος δικαίου που συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και του δικαιώματος ενός διαδίκου να δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του. Το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όταν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες να δικαιολογούν την παρέκκλιση από την αρχή διαφύλαξης της τελεσιδικίας, υπογραμμίζοντας ότι, κατά την εξισορρόπηση των πιο πάνω αρχών, ιδιαίτερης σημασίας έχει το κατά πόσο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στο ένα ή άλλο μέρος, αν το Δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή αντίστοιχα, και οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, αλλά είναι οριακής σημασίας στις παραπάνω περιπτώσεις. Ακολούθως ασχολούνται με τη δικαιοδοτική βάση της αίτησης που είναι Δ.35θ.18, καθώς και τη νομολογία η οποία αναλύει τις πιο πάνω αρχές. Αναφέρονται συγκεκριμένα στις υποθέσεις Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ.592, A.B.P. Holdings Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Κυταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.287, Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ.1147, Demetriades Group of Companies v. APM Italian Type Ice Cream Ltd, Π.Ε.372/15, ημερομηνίας 5/2/17 και την υπόθεση Λίζα Λουκαΐδου Θεοφάνους v. Γεωργίου κ.ά., Π.Ε.251/14, ημερομηνίας 19/2/16. Ακολούθως αναφέρουν ότι εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, έχει καθήκον σύμφωνα με τη Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους, για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Παραπέμπουν σχετικά στο Annual Practise
(1959)στη σελίδα 1696. Αναφέρουν ότι η επιλογή των όρων είναι θέμα που αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά η συνήθης πρακτική είναι να αναγνωρίζεται η αυξημένη σημασία παροχής ασφάλειας στον επιτυχόντα διάδικο, να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του αιτούντα την αναστολή για το ποσό της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο μέρους ή του συνόλου της απόφασης. Επίσης το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εξαιρεί το ποσό των εξόδων από την αναστολή. Παραπέμπουν σχετικά στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Constructing Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Είναι η θέση τους ότι από την παράθεση της νομολογίας ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξετάζοντας το αίτημα της Αιτήτριας καλείται να σταθμίσει τα συγκρουόμενα δικαιώματα των μερών. Βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στο ένα ή το άλλο μέρος με την έγκριση ή άρνηση της αίτησης ανάλογα. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί καμία ζημιά, εάν δεν εγκριθεί το αίτημά τους για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, καθότι στην απομακρυσμένη περίπτωση που θα επιτύχουν στην Έφεση τους, θα μπορούν να λάβουν οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί υπέρ τους, αφού οι Καθ' ων η Αίτηση είναι φερέγγυοι και κατέχουν περιουσιακά στοιχεία τα οποία σε αξία είναι πολύ μεγαλύτερα και υπερκαλύπτουν το ποσό της απόφασης, και περιγράφουν κάποια από τα ακίνητα των οποίων ιδιοκτήτες είναι οι Καθ' ων η Αίτηση και την αξία τους που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το ποσό της απόφασης. Αντίθετα, ισχυρίζονται, εάν χορηγηθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, είναι οι Καθ' ων η Αίτηση που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, κατά την άποψή τους, αβίαστα από την εξέταση των πιο κάτω παραγόντων:
  2. Η τραπεζική εγγύηση που είναι κατατεθειμένη παρέχει ανεπαρκή εξασφάλιση στους Καθ' ων η Αίτηση.
  3. Η Αντέφεση που έχουν καταχωρήσει οι Καθ' ων η Αίτηση με την οποία αξιώνεται ποσό πέραν του ποσού της τραπεζικής εγγύησης.
  4. Η αφερεγγυότητα της Αιτήτριας. Ακολούθως προχωρούν και εξηγούν τους τρεις πιο πάνω λόγους αναφερόμενοι στο γεγονός ότι με τη διορθωμένη απόφαση, το ποσό της απόφασης αυξήθηκε στα €8,629.167,00 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα, τα οποία είναι της τάξης των €100.000,00 περίπου. Το συνολικό ποσό, μέχρι και την εκδίκαση της Έφεσης, αναμένεται να ξεπεράσει το ποσό της τραπεζικής εγγύησης και η ίδια η τραπεζική εγγύηση, πέραν του ότι είναι μόνο μερικώς που διαφυλάττει τους Καθ' ων η Αίτηση, δεν συνιστά επαρκή εξασφάλιση, καθότι υπάρχει ο εμπορικός κίνδυνος κατάρρευσης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ειδικά τώρα λόγω της οικονομικής κρίσης που επήλθε με την πανδημία και τα διοικητικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελληνική Τράπεζα Λτδ με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ο CEO της, XXXXX Μάτσης. Με την Αντέφεσή τους, οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι οι αποζημιώσεις που έπρεπε να επιδικαστούν υπέρ τους, θα έπρεπε να ήταν για το ποσό των €13.876.514, 83 πλέον τόκους, πλέον έξοδα, ποσό που είναι μεγαλύτερο από το ποσό της τραπεζικής εγγύησης χωρίς καν να υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος και τα δικηγορικά έξοδα. Αναφέρουν επίσης ότι ουσιαστικά η Αιτήτρια είναι αφερέγγυα και δεν διεξάγει εργασίες και βρίσκεται ουσιαστικά υπό άτυπη εκκαθάριση, γεγονότα που δεν αρνείται, και έτσι έχουν τη θέση ότι οι πιο πάνω θέσεις τους θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη της αίτησης. Ασχολούνται όμως και με το θέμα επιτυχίας της Έφεσης, και είναι η θέση τους ότι το γεγονός αυτό είναι μόνο οριακής σημασίας, αλλά στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμία επαρκής μαρτυρία ότι η Αιτήτρια θα πετύχει στην έφεσή της και υπογραμμίζουν την καταχώρηση Αντέφεσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, η οποία, θεωρούν ότι, έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Με αναφορά στην πρόσφατη απόφαση Μάρκου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 21/12/20, αναφέρουν ότι και στην παρούσα περίπτωση ισχύει το σχετικό απόσπασμα «Οι αιτητές, αφού είχαν το βάρος να καταδείξουν εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να ανακοπεί η φυσιολογική εξέλιξη εκτέλεσης μιας απόφασης, απέτυχαν να το πράξουν. Ούτε έπεισαν για ανεπανόρθωτη βλάβη. Με όλο τον σεβασμό ισχύει αυτό που έχει λεχθεί στην απόφαση Κωνσταντινίδη v. Κωμοδρόμου, Π.Ε.283/15, ημερομηνίας 23/3/16 ότι δηλαδή η τελεσιδικία εν προκειμένω έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, η οποία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και το κράτος δικαίου ευρύτερα». Είναι επίσης η θέση τους ότι η Αιτήτρια η οποία έρχεται στο Δικαστήριο με βάση το δίκαιο της επιείκειας, πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα με μόνο σκοπό να αποφύγει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση που αυτοί δικαιούνται λόγω της απόφασης. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια ήρθε στο Δικαστήριο με λερωμένα χέρια, έχοντας μόνο σκοπό να αποφύγει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού στους Καθ' ων η Αίτηση για όσο περισσότερο μεγαλύτερο διάστημα. Η θέση τους παραμένει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Εάν όμως αποφασίσει να εγκρίνει την αναστολή, εισηγούνται ότι θα πρέπει να τεθούν στην Αιτήτρια οι ακόλουθοι όροι:
  5. Να γίνει πληρωμή στο Δικαστήριο από την Αιτήτρια για το ποσό της διορθωμένης απόφασης, δηλαδή €13.876.514, 83 πλέον τόκους, και
  6. Να γίνεται πληρωμή στο Δικαστήριο από την Αιτήτρια σε ετήσια βάση ποσού, ώστε οι τόκοι που θα συσσωρεύονται να είναι πάντοτε καλυμμένοι, και
  7. Να γίνει πληρωμή όλων των δικηγορικών εξόδων στους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, κατόπιν ανάληψης υποχρέωσης από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση να τα επιστρέψουν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Είναι η θέση τους ότι οι πιο πάνω όροι συνάδουν απόλυτα με την πιο σύγχρονη τάση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων και αναφέρουν την πρόσφατη υπόθεση Χατζηιωάννου v. Gordian Holdings Ltd, Π.Ε.273/19, ημερομηνίας 8/9/
  8. Επαναλαμβάνουν ότι στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση είναι πλήρως φερέγγυοι και μπορούν να αποζημιώσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που πετύχει η Έφεσή της και αποτύχει η δική τους Αντέφεση. Αναφέρουν επίσης ότι πλέον μία τραπεζική εγγύηση δεν είναι επαρκής εν όψει των κινδύνων που ενέχει το τραπεζικό σύστημα. Οι τράπεζες δεν θεωρούνται ασφαλείς και έτσι είναι η θέση τους, αν εγκριθεί το αίτημα αναστολής, θα πρέπει αυτούσιο το ποσό της εγγύησης να κατατεθεί στο Πρωτοκολλητείο και αυτό να αυξάνεται ανά εξαμηνία, ώστε να καλύπτει και τους συσσωρευμένους τόκους. Καταληκτικά είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν έδειξε καλό λόγο για τον οποίο να δικαιούται όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης, αντίθετα, αν διαταχθεί αναστολή, είναι οι Καθ' ων οι η Αίτηση που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, για αυτό και αιτούνται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Η Νομολογία που διέπει το θέμα εξέτασης αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης απόφασης είναι πολύ γνωστή, την έχουν εξ άλλου παραθέσει και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους. Συνοπτικά, με βάση τις αρχές της Νομολογίας όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί μετά από τα χρόνια το Δικαστήριο εξετάζοντας αιτήσεις φύσεως ως η παρούσα, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ.1147, 1150 ότι: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης.» (βλ. ακόμα: Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκινά κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1921, 1932-3, P & MA Restaurant Limited κ.ά. ν. Wakeham
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.1239, 1243-5, The Governor and the Company of the Βank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.955, 966-8, Χαραλάμπους ν. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ.1978, 1982-3, A.B.P. Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.287, 293 και Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ.592, 597). Εξηγήθηκε στην προαναφερθείσα Ναυτικός Όμιλος Πάφου (σελ.1150-1) ότι: «Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της Έφεσης είναι η ακρόαση της Έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χατζηιωάννου ν. Gordian Holdings Ltd (ανωτέρω), το Εφετείο αφού επανέλαβε τα ανωτέρω κατέληξε: «Περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι δεν είναι τέτοια η παρούσα περίπτωση και συνεπώς ο παράγοντας της προοπτικής επιτυχίας της Έφεσης δεν αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας. Αυτό μας οδηγεί στα θεμέλια του τελευταίου και σημαντικότερου ζητήματος που εγείρει η Αίτηση. Κατά πόσο δηλαδή, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, η Εφεσίβλητη θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό που επιδικάστηκε πίσω στον Εφεσείοντα, εφόσον ο τελευταίος της το καταβάλει (Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R.737, 741). Οι δικηγόροι του Εφεσείοντα μας παρέπεμψαν σε νομολογία με την οποία αποδίδεται, όπως εισηγούνται, σημασία στην παράμετρο που αφορά στην εξασφάλιση του λαβείν του εξ αποφάσεως πιστωτή. Στην Παπακόκκινου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.513, απορρίφθηκε η Έφεση κατά της απόφασης αναστολής της εκτέλεσης με αναφορά στο ότι (σελ.519) «Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι είχε εξασφαλιστεί η απαίτηση». Δεν είχε αμφισβητηθεί ότι η εξ αποφάσεως πιστωτής ήταν φερέγγυα, υπήρχε ωστόσο και η θέση του εξ αποφάσεως οφειλέτη ότι δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη και θα υπήρχαν δυσκολίες στην ανάκτηση του ποσού της απόφασης εάν το χρέος πληρωνόταν και η Έφεση επιτύγχανε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διατάξει την αναστολή υπό το όρο κατάθεσης του ποσού της απόφασης στο Δικαστήριο, με τον οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είχε ήδη συμμορφωθεί. Το Εφετείο δεν διαπίστωσε έδαφος για να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Προτού προχωρήσω με την εφαρμογή των αρχών της Νομολογίας όπως έχουν ανωτέρω παρατεθεί στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης και προβώ σε κατάληξη ως προς το αποτέλεσμα της αίτησης, θεωρώ ορθό να αναφέρω τα γεγονότα που σύμφωνα με την αίτηση, ενστάσεις αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις όλων των μερών όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι παραδεκτά. Τούτα είναι τα ακόλουθα: 1) Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής η Εναγόμενη Αιτήτρια κατέθεσε προς όφελος του Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ημερομηνίας 14/6/2016 για το ποσό των €13.030.000 στα πλαίσια διευθέτησης απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 13/6/2016, ποσό που ακόμα είναι κατατεθειμένο προς όφελος του Πρωτοκολλητή. 2) Μετά από ακρόαση της παρούσας αγωγής εκδόθηκε απόφαση στις 21/7/20 με την οποία το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης Αιτήτριας το ποσό των €5.695.00,00 με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του ποσού της απόφασης. Παράλληλα, απορρίφθηκε η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης Καθ' ης η Αίτηση και το εκ συμφώνου εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 13/6/16 διατάχθηκε όπως εξακολουθεί να υφίσταται και ισχύει. 3) Οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση στις 23/7/20 καταχώρησαν αίτηση για διόρθωση/αναπροσαρμογή της απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 21/7/20, στην οποία η Εναγόμενη Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση. 4) Το πρωτόδικο Δικαστήριο που είχε εκδικάσει την αγωγή, με απόφαση του ημερομηνίας 4/9/20, αποδέχτηκε την αίτηση των Εναγόντων Καθ' ων η αίτηση για διόρθωση της απόφασης και προχώρησε σε διόρθωση της, σύμφωνα με την οποία το ποσό της απόφασης αυξήθηκε στο ποσό των €8,269.167 υπέρ των Εναγόντων Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης Αιτήτριας. 5) Η Εναγόμενη Αιτήτρια εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση στις 25/8/20 προβάλλοντας, στην ειδοποίηση Έφεσης της 9 λόγους Έφεσης. Σχετική είναι η Ειδοποίηση Έφεσης Ε252/20 αλλά και η Ε126/20 ημερομηνίας 17/9/20, Έφεση που καταχωρήθηκε μετά τη διόρθωση της απόφασης. 6) Οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Αντέφεση στην Έφεση της Εναγόμενης Αιτήτριας (γεγονός που ο κύριος Γ. Μιτσίδης δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, με το θέμα όμως ασχολούνται οι δικηγόροι της Εναγόμενης Αιτήτριας στην αγόρευση τους, αφού έχει εγερθεί στις ενστάσεις που καταχώρησαν οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση), με την οποία ζητούν όπως το υπέρ τους επιδικασθέν ποσό αυξηθεί σε €13.876.514, 83 πλέον τόκο και έξοδα, ως η απαίτηση τους στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η Αντέφεση καταχωρήθηκε στις 26/8/
  1. 7) Το ποσό που οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση αξιώνουν με την Αντέφεση τους είναι μεγαλύτερο από το ποσό της κατατεθειμένης τραπεζικής εγγύησης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ που όπως έχει αναφερθεί είναι κατατεθειμένη προς όφελος του Πρωτοκολλητή και αφορά το ποσό των € 13.030.
  2. 8) Τόσο η Έφεση όσο και η Αντέφεση ακόμα εκκρεμούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων, είναι η θέση μου ότι μέσα από τα δικόγραφα στα οποία έχω αναφερθεί ανωτέρω, δηλαδή αίτηση, ενστάσεις και γραπτές αγορεύσεις, υπάρχουν κάποια γεγονότα που προβάλλουν ως αναντίλεκτα. Τούτα είναι τα ακόλουθα: -Το επίδικο ακίνητο δεν είναι βεβαρημένο με οποιεσδήποτε υποθήκες ή άλλα εμπράγματα βάρη, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο κύριος Γ. Μιτσίδης στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση της Εναγόμενης Αιτήτριας. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1, 1(Α) και 1(Β) της ένστασης που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 και ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του κύριου XXXXX Ηλιάδη. -Η εικόνα για τα μερίδια των αποβιωσάντων XXXXX Ηλιάδη και XXXXX Ηλιάδη επίσης φαίνεται να μην είναι ως αυτή περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του κύριου Γ. Μιτσίδη, αφού στη δική του ένορκη δήλωση, ο κύριος XXXXX Ηλιάδης, προβαίνει σε πλήρη αναφορά του τι έχει συμβεί με τα εν λόγω μερίδια και δεν έχει αντικρουστεί η θέση του αυτή, είτε με καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αίτηση για αντεξέταση του. ‑Το επίδικο κτήριο, για το οποίο όντως ακόμα δεν έχουν εκδοθεί οι σχετικές άδειες, δεν φαίνεται να είναι παράνομο ως η Εναγόμενη Αιτήτρια το παρουσιάζει, αντίθετα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παραθέτει ο κύριος XXXXX Ηλιάδης στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, το κτήριο φαίνεται να οδηγείται σε νομιμοποίηση αφού έχει γίνει αναφορά σε συνεδρία της Ολομέλειας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας ημερομηνίας 3/12/20, στην οποία πιστεύεται ότι θα εκδοθούν οι σχετικές άδειες. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει σήμερα ποια ήταν η έκβαση της εν λόγω συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας, όμως τα όσα αναφέρει ο κ. XXXXX Ηλιάδης στην παράγραφο 6Β της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση και πάλι παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. -Υπάρχουν όντως οικογενειακές διαφορές μεταξύ των Εναγόντων Καθ'ων η αίτηση ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα Αιτήτρια, αλλά η θέση της ότι οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ο κύριος XXXXX Ηλιάδης στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6, έχει επισυνάψει σωρεία τίτλων ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του, Τεκμήρια 2 μέχρι και 6, που όπως ισχυρίζεται, η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του επίδικου ακινήτου που κατέχεται από όλους τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση. -Η θέση του επίσης ότι οι προσωπικές διαφορές των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση δεν εμπόδισαν την είσπραξη και διαμοιρασμό των ενοικίων για το επίδικο κτήριο, όταν αυτά εισπράττονταν, επίσης δεν έχει αντικρουστεί. ‑Η αξία του επίδικου κτηρίου είναι μεγαλύτερη από την Αξίωση και την Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή, αφού εκτιμάται στα 25 εκατομμύρια ευρώ. ‑O ισχυρισμός των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια είναι αφερέγγυα, όλα τα ακίνητα της είναι βεβαρημένα με υποθήκες και άλλα εμπράγματα βάρη, δεν διεξάγει εργασίες, πολλά από τα ακίνητα της συμπεριλαμβανόμενης και της οικίας του κύριου Σιακόλα έχουν κατασχεθεί από τις τράπεζες, δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη Αιτήτρια. -Επίσης, μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης, προκύπτει ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια προσπάθησε να μεταβιβάσει μετοχές ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, κάτι που οδήγησε στην έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος το οποίο όπως έχω αναφέρει έχει ουσιαστικά οριστικοποιηθεί με την έκδοση της απόφασης, και άρα τα ποσά που αναφέρει ο κύριος Γ. Μιτσίδης στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση της Εναγόμενης Αιτήτριας ότι αυτή κατέχει €227.000.000 σε καθαρή αξία και €178.000.000 σε ακίνητη περιουσία, δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα κυριότερα επιχειρήματα της Εναγόμενης Αιτήτριας, που κατά την άποψη της δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος που ζητά είναι τα ακόλουθα: Δεν υπάρχει κάτι απτό, δηλαδή μια εκτίμηση για την αξία του κτηρίου που οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι ανέρχεται στα €25.000.000, ούτε οποιαδήποτε απόδειξη ότι αυτό δεν έχει επιβαρυνθεί, και σίγουρα κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτό δεν θα επιβαρυνθεί μέχρι να τελειώσει η διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εστιάζεται επίσης στις μακροχρόνιες και έντονες οικογενειακές διαφορές μεταξύ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση, του γεγονότος ότι οι Ενάγουσες Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 ζουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, ενώ το μερίδιο του αποβιώσαντα Ενάγοντα Καθ' ου η Αίτηση XXXXX Ηλιάδη, αλλά και της Ενάγουσας 2 XXXXX Ηλιάδη, περιπλέκουν τις οικονομικές διαφορές και προσπάθειες λύσης των θεμάτων που εκκρεμούν μεταξύ των Εναγόντων και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη, χρονοβόρα και περίπλοκη την οποιανδήποτε προσπάθεια ρευστοποίησης του επίδικου ακινήτου. Ισχυρίζεται τέλος, ότι το επιχείρημα των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση ότι η τραπεζική εγγύηση που έχει δοθεί από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ δεν συνιστά από μόνη της επαρκή εξασφάλιση, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι η Ελληνική Τράπεζα Λτδ είναι η πιο εύρωστη τράπεζα του τόπου η οποία και έχει εξαγγείλει κέρδη €40.000.000 για την περίοδο 1/1/20 μέχρι 30/9/20 και έχει δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 22,51% που υπερβαίνει κατά πολύ τις ελάχιστες κανονικές απαιτήσεις και συγκρίνεται ευνοϊκά με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω η Ελληνική Τράπεζα έχει κάλυψη ρευστότητας (LCR) 454% και πλεόνασμα ρευστότητας €5,5 δισ. Αναφέρουν δε ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία βρίσκονταν αναρτημένα στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλαν να ανατρέξουν σε αυτήν, πριν προβάλουν τόσο αβίαστα τέτοιους αβάσιμους και επικίνδυνους ισχυρισμούς. Συνεπώς, είναι η θέση της ότι η τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και αποτελεί πολύ καλή εξασφάλιση για τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση αλλά και το ύψος της καλύπτει τα επίδικα ποσά, γιατί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει πιθανότητα οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση να πετύχουν στην Αντέφεση τους. Τα κυριότερα επιχειρήματα των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι, αν πετύχει η Αντέφεση τους τότε το ποσό που θα επιδικαστεί υπέρ τους και εναντίον της Εναγόμενης Αιτήτριας δεν θα καλύπτεται από το ποσό της εγγυητικής, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη και η επιδίκαση τόκων. Η Εναγόμενη Αιτήτρια είναι πλήρως αφερέγγυα όπως έχουν αποδείξει με γεγονότα μέσα από την ένορκη δήλωση του XXXXX Ηλιάδη και της Φώφης Καλησπέρα, τα οποία η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρούσει. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης Αιτήτριας ότι είναι πολύ καλή εξασφάλιση για τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση η κατάθεση της τραπεζικής εγγύησης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λόγω του εμπορικού κινδύνου κατάρρευσης της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ μετά την οικονομική κρίση που επήλθε ανά το παγκόσμιο, αλλά και την Κύπρο με την πανδημία του κορονοϊού και επίσης η Ελληνική Τράπεζα Λτδ πέραν του ότι αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να σταματήσει να χρηματοδοτείται από διάφορες τράπεζες μεγιστάνες ανά το παγκόσμιο, αντιμετωπίζει διοικητικά προβλήματα και διαφωνίες μετόχων, με αποτέλεσμα ο CEO της κ. XXXXX Μάτσης να έχει υποβάλει παραίτηση και να αντικατασταθεί. Η Εναγόμενη Αιτήτρια είναι πλήρως αφερέγγυα και δεν έχει αποδείξει με κανέναν τρόπο ότι αυτός ο ισχυρισμός των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι προσωπικές και οικονομικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζουν τη λειτουργία των οικογενειακών επιχειρήσεων όπως ούτε και η απουσία των Εναγουσών Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 στο εξωτερικό, και αυτό έχει αποδειχτεί μέσα από τα χρόνια και με τον τρόπο που λειτουργεί η οικογενειακή επιχείρηση. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως προοπτική επιτυχίας της Έφεσης που έχει καταχωρήσει η Εναγόμενη Αιτήτρια, ενώ αντίθετα οι προοπτικές επιτυχίας της Αντέφεσης που έχουν καταχωρήσει οι ίδιοι είναι πολύ καλές, με αποτέλεσμα και πάλι, το επιδικασθέν ποσό που δυνατό να επιδικαστεί υπέρ τους να μην καλύπτεται από την τραπεζική εγγύηση της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ. Θεωρώ ορθό πριν από οτιδήποτε άλλο να σχολιάσω τις θέσεις των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 αναφορικά με την νομική βάση της αίτησης όπως αυτές αναπτύσσονται στην αγόρευση τους. Έχουν τη θέση ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια επικαλείται θεσμούς που θα υποστήριζαν μονομερή αίτηση αλλά υπέβαλε την αίτηση της διά κλήσεως κάτι που οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης αφού πάσχει η νομική της βάση. Η θέση αυτή δεν είναι απόλυτα σωστή. Με βάση τη Δ.48 θ.8
(1)(ee) αιτήσεις με βάση την Δ.35 θ.18, μεταξύ άλλων, μπορούν (δική μου υπογράμμιση), στο αυτούσιο αγγλικό κείμενο αναγράφεται η λέξη may, να υποβληθούν μονομερώς. Πουθενά δεν υπάρχει πρόνοια ότι αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης με βάση τη Δ.35 Θ. 18 πρέπει (δική μου υπογράμμιση) να υποβάλλεται μονομερώς και έτσι το επιχείρημα των συνήγορων των Εναγομένων 1, 3 και 6 ότι η Αιτήτρια έχει επιλέξει να υποβάλει αίτηση διά κλήσεως αλλά να τη στηρίξει σε θεσμούς που αφορούν υποβολή αίτησης μονομερώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απορρίπτεται ο σχετικός ισχυρισμός τους. Συνυφασμένη με την πιο πάνω θέση τους, είναι και η επόμενη εισήγηση τους ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει επειδή δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική της βάση η Δ.40 θ.11 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Με όλο τον σεβασμό προς τη θέση των συνήγορων των Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6, η ερμηνεία που δίδουν στην εν λόγω διάταξη ότι δηλαδή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης διά κλήσεως μπορεί να υποβληθεί μόνο με βάση τη Δ.40 θ.11 είναι λανθασμένη κατά την άποψη μου. Η εν λόγω Διαταγή (Δ.40 θ.11) έχει αποκλειστική εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου οι λόγοι που επικαλείται το μέρος που ζητά αναστολή εκτέλεσης της απόφασης έχουν προκύψει σε κατοπινό στάδιο που δεν θα μπορούσαν να δικογραφηθούν. Αυτή δεν είναι η περίπτωση που ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Οι λόγοι που η Αιτήτρια Εναγόμενη επικαλείται για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, δεν είναι καινούργιοι λόγοι που δεν μπορούσε να τους δικογραφήσει στο στάδιο της αγωγής. Αντίθετα, επεξηγεί τους δικογραφημένους από στο στάδιο της αγωγής λόγους για τους οποίους θεωρεί, α) Ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη και συνεπώς ότι η Έφεση που έχει καταχωρήσει έχει πιθανότητες επιτυχίας, β) Η τραπεζική εγγύηση την οποία επικαλείται ως ικανοποιητική ασφάλεια για τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση και της οποίας ζητά μάλιστα μείωση του ποσού στο ποσό της απόφασης, είναι ήδη κατατεθειμένη προς όφελος του Πρωτοκολλητή από το 2016, γ) Τα όσα ισχυρίζεται για τις προσωπικές σχέσεις και δη τις οικονομικές διαφορές μεταξύ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση που είναι διαχρονικές είναι δικογραφημένες και αποτέλεσαν και αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας όπως και το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 έχουν αποβιώσει και πιθανόν να υπάρξουν δυσκολίες σε ό,τι αφορά τα δικά τους μερίδια. Η Δ.40 θ.11 δεν καταταγεί την Δ.35 θ.18 αντίθετα, όπως έχω ήδη επισημάνει, σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία, ισχύει σε πολύ ειδικές και συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή εκεί όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης που έχει εκδοθεί, έχουν επισυμβεί σε στάδιο που δεν μπορούσαν άλλως πως να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Δ.35 με γενικό τίτλο «Appeals», δηλαδή Eφέσεις, ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με όλα τα θέματα που αφορούν μια Έφεση, από την καταχώρηση της, τον τρόπο με τον οποίο οι λόγοι Έφεσης πρέπει να δικογραφούνται, την επίδοση της, τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις διαταγές στις οποίες μπορεί να προβεί στα πλαίσια μιας Έφεσης. Η Δ.35 θ.18 ξεκάθαρα αναφέρει, σε δική μου ελεύθερη μετάφραση ότι, μια Έφεση δεν θα λειτουργεί σαν αναστολή εκτέλεσης είτε της απόφασης είτε των διαδικασιών που πηγάζουν από την απόφαση που έχει εφεσιβληθεί, εκτός εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο του οποίου η απόφαση εφεσιβάλλεται, ή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ή Δικαστής οποιουδήποτε από αυτά τα δύο Δικαστήρια, διατάξει τέτοια αναστολή και μάλιστα αναφέρει περεταίρω ότι, σε περίπτωση έκδοσης διαταγής αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το πρόσωπο που επιτυγχάνει την αναστολή, πρέπει να δώσει τέτοια ασφάλεια ως διαταχθεί. Η Δ.40 έχει σαν τίτλο Execution In General, δηλαδή εκτέλεση αποφάσεων γενικά. Ασχολείται ειδικά και συγκεκριμένα με τους τρόπους εκτέλεσης μιας απόφασης και επαναλαμβάνω τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω σύμφωνα με τη Δ.40 θ.
  2. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα και πάλι των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 6 αναφορικά με τις πρόνοιες του Άρθρου 9 του Κεφ. 6 αναφέρω ότι κατά την άποψη μου και πάλι δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση, γιατί δεν αναφέρεται, όπως ορθά αναφέρουν οι συνήγοροι της Εναγομένης γενικά σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, αλλά στην εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει writs of execution. Ούτε για το επιχείρημα τους, αναφορικά με τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου που επικαλείται σαν βάση της αίτησης της η Εναγόμενη Αιτήτρια, δεν με βρίσκει σύμφωνη η ερμηνεία των συνήγορων των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και
  3. Όντως, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν χρησιμοποιείται in abstracto, ούτε αποτελεί καταφύγιο για καταχώρηση αιτήσεων ή προσφυγή στο Δικαστήριο για έκδοση Διαταγμάτων εκεί που δεν υπάρχει άλλη νομοθετική πρόνοια που να καλύπτει το θέμα. Επομένως ούτε το επιχείρημα τους για το θέμα της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου θεωρώ ότι μπορεί να επιτύχει. Σημειώνω, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει οτιδήποτε, ότι οι συνήγοροι των Εναγουσών 4 και 5, Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, δεν έχουν συμπεριλάβει τέτοιους λόγους ένστασης στην ένσταση τους. Αναφέρω εξ αρχής ότι το αιτητικό υπό παράγραφο Β της αίτησης για τροποποίηση της εγγυητικής του ποσού των €13,030.000 ή μείωση του στο ποσό των €5,700.000 δεν έχει έρεισμα με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ποσό στο οποίο ζητά η Αιτήτρια να μειωθεί η εγγύηση δεν λαμβάνει υπόψη τη διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου με βάση την οποία το ποσό που οφείλει η Ενάγουσα στους Ενάγοντες έχει αυξηθεί στο ποσό των €8,629.167, πλέον τόκους, πλέον έξοδα, επομένως εξ αντικειμένου αυτό για το ποσό των €5,700.000 που ζητά η Αιτήτρια, απορρίπτεται. Επομένως η αίτηση θα εξεταστεί στη βάση του κατά πόσο εάν δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ποιοι είναι οι ορθοί όροι που θα πρέπει να τεθούν σε αυτή σύμφωνα με τη Δ.35 θ.2 η οποία προνοεί για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω οποιασδήποτε Έφεσης ως ήθελε διαταχτεί κάτω από ειδικές περιστάσεις. Η έκδοση οδηγιών, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, για παροχή ασφάλειας εξόδων αποβλέπει, ακριβώς, στη διασφάλιση ότι ο επιτυχών διάδικος σε Έφεση δε θα αποστερηθεί των εξόδων του, στην περίπτωση που αυτά επιδικαστούν προς όφελός του. Οι λόγοι για τους οποίους διατάσσεται ασφάλεια εξόδων κατ' Έφεση είναι οι ίδιοι με τους λόγους που ένα πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη με τη διαφοροποίηση ότι υπεισέρχονται στην εικόνα οι «ειδικές περιστάσεις» (special circumstances). Η εξουσία, επομένως, παροχής ασφάλειας εξόδων κατ' Έφεση είναι δυνατή με κριτήρια που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.
  4. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα
(2011)1 Α.Α.Δ.1314 είναι απόλυτα σχετικό: «. Η καταληκτική πρόταση της Δ.35, θ.2, προνοεί για την κατάθεση ασφάλειας εξόδων που δημιουργούνται λόγω οποιασδήποτε Έφεσης ως ήθελε διαταχθεί από το Εφετείο κάτω από ειδικές περιστάσεις. Στο Supreme Court Practice 1970, σελ. 790 και 796, όπου σχολιάζεται το O.59, r.10 των τότε Αγγλικών Θεσμών, αναγράφεται ότι αυτό προήλθε από το προηγούμενο O.59, r.9 (αντίστοιχο με τη Δ.35, θ.2), εξηγείται δε στην παρ. 59/10/14, ότι οι λόγοι για τους οποίους δυνατόν να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων κατ' Έφεση είναι οι ίδιοι με τους λόγους που ένα πρωτόδικο Δικαστήριο δυνατόν να λάβει υπόψη, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε ειδικών περιστάσεων που κατά τη γνώμη του Εφετείου καθιστούν την περίπτωση δίκαιη για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Η εξουσία επομένως παροχής ασφάλειας εξόδων κατ' Έφεση είναι δυνατή, με κριτήρια που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60.» Όπως έχει επίσης επισημανθεί στην πιο πάνω υπόθεση, στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Τονίσθηκε, περαιτέρω, ότι ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και ότι δεν αποκλείεται η περίπτωση, η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Ανθίτσα Ιωάννου κ.ά. v. Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, ECLI:CY:AD:2016:A362, Π.Ε.155/2015, ημερ. 15/7/2016, η Δ.35, θ.2 εισάγει το κριτήριο των «ειδικών περιστάσεων» ως αυτοτελή και ανεξάρτητο λόγο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Εφετείου. Όταν δε το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης για ασφάλεια εξόδων δυνάμει της Δ.35, θ.2, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί κριτήριο για την άσκηση της εξουσίας του Εφετείου η διαπίστωση ότι ο Εφεσείων έχει τη συνήθη διαμονή του σε χώρα εκτός της Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις ή ότι συντρέχουν κάποιοι άλλοι θεσμοθετημένοι λόγοι. Έτσι είναι δυνατή η ενάσκηση της κατ' Έφεση δικαιοδοσίας κάτω από τη Δ.35, θ.2 ακόμη και εκεί όπου ο Εφεσείων είναι Κύπριος ή κάτοικος Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπάρχουν άλλες ειδικές περιστάσεις όπως το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, η παραβίαση του δεδικασμένου, η κατάχρηση της διαδικασίας και το ενοχλητικό μιας Έφεσης. Το τι μπορεί δε να συνιστά «ειδικές περιστάσεις» δεν είναι δυνατόν να προκαθοριστεί· εξετάζεται στη βάση των δεδομένων της κάθε περίπτωσης. Όπως υπογραμμίστηκε στην υπόθεση Ayda Karaoglanian κ.ά. ν. Hagop Boyadjian, Π.Ε.213/2014, ημερ. 21/6/16, ο όρος "special circumstances" που απαντάται στη Δ.35, θ.2 και παρουσιάζεται και στον αντίστοιχο Αγγλικό όρο στο O.58, r.9, δεν περιορίζεται μόνο στο κριτήριο της έλλειψης περιουσίας ή οικονομικής ανικανότητας και των άλλων κριτηρίων που τίθενται από τη νομολογία δυνάμει της Δ.60, αλλά εκτείνεται και στις περιπτώσεις που διαπιστωθεί εκ πρώτης όψεως κατά τη διαδικασία της Έφεσης ότι η αγωγή είναι ενοχλητική ή ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας, ώστε να είναι δίκαιο να διαταχθεί ασφάλεια. Όπως για παράδειγμα, όπου ο Ενάγων του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε ως επιπόλαιη ή ενοχλητική, καταχωρεί δεύτερη αγωγή για ουσιαστικά το ίδιο επίδικο θέμα και στη συνέχεια εφεσιβάλλει και τη διαταγή για απόρριψη και της δεύτερης αγωγής ως επιπόλαιης ή ενοχλητικής. Απορρίπτοντας λοιπόν τα θέματα που αφορούν την νομική βάση της ένστασης όπως εγείρονται από τους Καθ' ων η Αίτηση Ενάγοντες 1, 3 και 6 προχωρώ τώρα να εξετάσω την αίτηση με βάση τη Δ.35 θ.18 όπως έχει αναλυθεί εκτενώς από τη Νομολογία, αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω. Η θέση όλων των Εναγόντων Καθ' ων η αίτηση για το γεγονός ότι η παροχή τραπεζικής εγγύησης από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ δεν είναι ικανή εξασφάλιση ενόψει της περιρρέουσας ατμόσφαιρας που υπάρχει σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα γενικότερα στον κόσμο, αλλά και στην Κύπρο ενόψει της πανδημίας, αλλά και των εσωτερικών διοικητικών προβλημάτων της Ελληνικής Τράπεζας που είχαν ως αποτέλεσμα την παραίτηση του CEO της κ. XXXXX Μάτση, δεν θεωρώ ότι είναι λόγος στον οποίο μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο και να μην διατάξει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Αλοίμονο εάν λόγω της κρίσης που υπάρχει αυτή τη δεδομένη στιγμή θεωρούσαμε ότι οι τράπεζες γενικότερα και δη το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο βρίσκεται υπό κατάρρευση, δεν μπορεί να παρέχει καμιά ασφάλεια και οι εγγυήσεις που δίδει έχουν μηδενική αξία. Η παραίτηση του CEO της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και η αντικατάσταση του με άλλο πρόσωπο, δεν σημαίνει ότι τα οποιαδήποτε εσωτερικά διοικητικά προβλήματα της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ δεν μπορούν να ξεπεραστούν και επίσης, όπως η Αιτήτρια αναφέρει και παραπέμπει και στην επίσημη ιστοσελίδα της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, η εν λόγω τράπεζα και κέρδη πραγματοποίησε και τόσο ο δείχτης κεφαλαιακής της επάρκειας όσο και η κάλυψη ρευστότητας της, όπως είναι δημοσιευμένα, συγκρίνονται ευνοϊκά με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως ούτε αυτό το επιχείρημα θεωρώ ότι έχει οποιανδήποτε ισχύ για να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση διαταγής για μη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Τα ποσά τα οποία αφορά η παρούσα αγωγή είναι πολύ μεγάλα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η πρωτόδικη απόφαση από το ποσό των €5.695.000,00 έχει ήδη διορθωθεί και είναι πλέον για ποσό €8.629.167,
  1. Με την Αντέφεση τους δε οι Ενάγοντες ζητούν όπως το υπέρ τους επιδικασθέν ποσό αυξηθεί σε €13.876.514,83 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο είναι όντως μικρότερο από το ποσό της τραπεζικής εγγύησης που είναι κατατεθειμένη και η οποία είναι της τάξης των €13.030.
  2. Υπάρχει επιπλέον το θέμα των τόκων και των εξόδων και οι κατάλογοι που έχουν ήδη υποβληθεί για υπολογισμό από τον Πρωτοκολλητή και έγκριση από το Δικαστήριο, είναι για πολύ μεγάλα ποσά. Δεν θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα η Αιτήτρια Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει για την αφερεγγυότητα των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση, ούτε και για τις επιπλοκές που θα έχουν στην όλη υπόθεση οι κακές μεταξύ τους σχέσεις και οι σοβαρές οικογενειακές τους διαφωνίες. Το θέμα δε των μεριδίων των αποβιωσάντων γονέων τους φαίνεται επίσης ότι έχει τακτοποιηθεί. Από την άλλη, η Αιτήτρια Εναγόμενη δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους της σε σχέση με το επιχείρημα των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση ότι η ίδια είναι αφερέγγυα, δεν διεξάγει εργασίες, αρκετά από τα κτήρια της, συμπεριλαμβανόμενης και της οικίας του κύριου Ν. Σιακόλα, έχουν ήδη κατασχεθεί από τις τράπεζες και ουσιαστικά βρίσκεται σε άτυπη εκκαθάριση. Ακόμα και αν έτσι έχουν τα πράγματα, δηλαδή όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί εκ μέρους των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση για την Εναγόμενη Αιτήτρια είναι ορθοί, το Δικαστήριο και πάλι έχει τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση ισχύς μιας πρωτόδικης απόφασης χωρίς να επιβάλει οποιαδήποτε διαταγή για ασφάλεια εξόδων εκεί όπου η επιβολή όρων για ασφάλεια εξόδων μπορεί να οδηγήσουν στο να αποστερηθεί ένας διάδικος το δικαίωμα του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη απόφαση Μοναχή Μαρκέλλα κ.ά. ν. Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανού Σταύρου κ.ά., Π.Ε.9/16, ημερ. 29.1.
  3. Καταλήγοντας, έχοντας υπόψη μου τις αρχές της Νομολογίας όπως ανωτέρω έχουν παραταθεί, αλλά δίνοντας και ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση 273/2019 Χατζηιωάννου ν Gordian Holdings Ltd, ημερομηνίας 9/9/20, σε ό,τι αφορά το θέμα των προοπτικών επιτυχίας της Έφεσης ή Αντέφεσης, περιορίζομαι και εγώ με τη σειρά μου να αναφέρω ότι οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης ή της Αντέφεσης θεωρώ ότι δεν μπορούν να έχουν καταλυτική σημασία ούτε ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πέραν του ότι πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μετά από αίτηση των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση αυξήθηκε κατά €3 εκατομμύρια περίπου. Θεωρώ ότι η πολύ πρόσφατη απόφαση Peletico Ltd v. XXX Χριστοδούλου, Π.Ε.85/19, ημερ. 29.1.21 διαχωρίζεται πλήρως από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση είναι κατά την άποψη μου ξεκάθαρο ότι εάν οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση πετύχουν στην Αντέφεση τους και δεν υπάρχει η εγγυητική θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να μπορέσει να ικανοποιηθεί η οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί στα πλαίσια της Αντέφεσης. Αντίθετα, αν η Εναγόμενη Αιτήτρια πετύχει στην Έφεση της οι Ενάγοντες Αιτητές είναι φερέγγυοι και θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση εκδοθεί εναντίον τους. Η βασική αρχή είναι ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, κάτι που έχει ιδιαίτερη σχέση με το Κράτος Δικαίου. Δεν παραβλέπω στο σημείο αυτό ότι η Αιτήτρια Εναγόμενη στην αίτηση της παρέλειψε να αναφερθεί στην Αντέφεση, γεγονός πολύ σημαντικό κατά την άποψη μου, διότι όφειλε καταφεύγοντας στο δίκαιο της επιείκειας να έρθει με καθαρά χέρια. Το θέμα εμπίπτει καθαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη μου τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η παρούσα υπόθεση που αφορούν και το υφιστάμενο κτίριο και το γεγονός ότι ακόμα δεν έχει εκδοθεί τελική άδεια για αυτό, και τις προσωπικές σχέσεις των Εναγόντων, την ύπαρξη της εγγυητικής η οποία για το ποσό που είναι κατατεθειμένη καλύπτει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως έχει εκδοθεί, τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με την πιθανότητα να επιτύχουν οι Ενάγοντες στην Αντέφεση του και το δικαίωμα του Δικαστηρίου να επιβάλει τέτοιους όρους για να εξασφαλίσει τον επιτυχόντα διάδικο στην απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του, έχω αποφασίσει να εγκρίνω την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης υπό τους πιο κάτω όρους: 1) Η εγγύηση που είναι κατατεθειμένη προς όφελος του Πρωτοκολλητή, θα παραμείνει κατατεθειμένη προς όφελος του μέχρι το τέλος της διαδικασίας της Έφεσης και της Αντέφεσης στην παρούσα υπόθεση. 2) Η Εναγόμενη Αιτήτρια θα πληρώσει προς τους δικηγόρους των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση τα επιδικασθέντα έξοδα της αγωγής εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της επίδοσης στους δικηγόρους της των εγκεκριμένων καταλόγων εξόδων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 3) Η αναστολή θα συνεχίζεται εφόσον κάθε 6 μήνες, ξεκινώντας από την 01/04/21, η Εναγόμενη Αιτήτρια παρέχει μέσα σε 15 ημέρες εγγύηση κατά τον ίδιο τρόπο όπως η εγγύηση που ήδη υπάρχει για τους τόκους που θα έχουν συσσωρευτεί κατά τον χρόνο που θα έχει παρέλθει. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης Αιτήτριας. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.