← Κύπρος

Σάββα κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2509/13, 31/3/2021

Σάββα κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2509/13, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2509/13 Μεταξύ:-

  1. XXXXX Σάββα
  2. THEOSAVVA CO LTD Εναγόντων -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ----------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες : κ. Α. Δημητριάδης Για Εναγόμενο : κ. Δ. Παπαμιλτιάδους Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές ή και παρεπόμενες αποζημιώσεις λόγω αμελείας του εναγομένου. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, ο ενάγων 1 από το 1967 και μέχρι το 1989 ήταν εισαγωγέας φαρμάκων και καλλυντικών προϊόντων από τη Γερμανία και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Το 1989 ενεγράφη η ενάγουσα
  3. Επίδικο της παρούσας αγωγής είναι το προϊόν Ederma Cream, στη συνέχεια το προϊόν, το οποίο το 1979, μέσω του Συμβουλίου Φαρμάκων κατατάχθηκε στην κατηγορία των φαρμάκων, με αποτέλεσμα να διατίθεται στην αγορά ως φάρμακο. Τον Απρίλιο του 1997, η ενάγουσα 2 αιτήθηκε στο Τμήμα τελωνείων τον καθορισμό κατάταξης του εμπορεύματος. Κατατάχθηκε στην δασμολογική κλάση 3304, ήτοι ως καλλυντικό. Σύμφωνα με την παράγραφο 32 της εκθέσεως απαιτήσεως, ο εναγόμενος εκτελώντας αμελώς, τα καθήκοντα του έναντι των εναγόντων, λανθασμένα επέτρεψε τη δημιουργία και τη λειτουργία δυο διαφορετικών και/ή αντικρουόμενων και/ή αντιφατικών καθεστώτων ταξινόμησης, καθιστώντας την ελεύθερη διακίνηση και/ή διαφήμιση και/ή πώληση του εν λόγω προϊόντος εξαιρετικά δυσχερή και/ή προβληματική και/ή συγκεχυμένη. Στη συνέχεια, παρατίθενται λεπτομέρειες αμελείας του εναγομένου που απορρέουν από τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή την Εθνική Νομοθεσία και κανονισμούς καθηκόντων του εναγομένου. Απαιτεί, ως ειδικές αποζημιώσεις για τη περίοδο 1979 έως 2002, το ποσό των €5,330,539.00, το ποσό των €6,834.00, έξοδα για την αλλαγή συσκευασίας και φύλλου οδηγιών του προϊόντος και ως έξοδα άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να προβεί σε αναθεώρηση και έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Επί της ουσίας, αρνούμενος τους διάφορους ισχυρισμούς των εναγόντων, είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες αιτήθηκαν και πρότειναν την 17.7.1979 και εξασφάλισαν την 22.1.80, αναφορικά με το επίδικο προϊόν, άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος, η έκδοση της οποίας αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Την 16.4.97 η ενάγουσα αρ.2 αιτήθηκε να πληροφορηθεί τη δασμολογική κατάταξη του ρηθέντος προϊόντος, και το Τμήμα Τελωνείων την πληροφόρησε ότι αυτό κατατάσσεται στη διάκριση της δασμολογικής κλάσης 3304 99 00 10 με προτιμησιακό συντελεστή δασμού 3.1% κατ' αξίαν. Ουδείς εκ των εναγόντων αμφισβήτησε με προσφυγή οποιαδήποτε απόφαση του Διευθυντή τελωνείων είτε στη δασμολογική κατάταξη, ή την επιβολή φόρου και/ή δασμού επί του επίδικου προϊόντος. Κρίνεται ότι τα πιο πάνω σκιαγραφούν επαρκώς τα επίδικα θέματα και τούτο γιατί, δια των παραδεκτών γεγονότων που κατέθεσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι, έγγραφο Α, μαζί με σειρά τεκμηρίων, ρίχνουν άπλετο φως στο ιστορικό και στις επί μέρους λεπτομέρειες όλων των γεγονότων. Η μαρτυρία δε του ενάγοντα αρ.1 (ΜΕ1), κινήθηκε ακριβώς μέσα στα πιο πάνω πλαίσια και το ιστορικό που περιβάλλει την υπόθεση. Πέραν των 53 τεκμηρίων που αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα, καταχωρήθηκαν επίσης ακόμα 8 τεκμήρια, ήτοι συνολικά, 60 τεκμήρια. Ο ενάγων αρ.1, σε συντομία και συνοπτικά, στη γραπτή του δήλωση (έγγραφο Β), αναφέρει ότι από το 1979 μέχρι το 2006 το Συμβούλιο Φαρμάκων κατέτασσε το προϊόν ως φαρμακευτικό. Κατά το 1997 το Τμήμα Τελωνείων για σκοπούς δασμολογικής κατάταξης το κατέταξε ως καλλυντικό, ήτοι για την περιποίηση του δέρματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα περιορισμούς ως προς την τιμολόγηση, διάθεση και διαφήμιση του ως φάρμακο, επιβολή ΦΠΑ ως καλλυντικό και όχι ως φάρμακο και δασμός ως καλλυντικό και όχι ως φάρμακο. Αναγκάζονταν να πωλούν το προϊόν σε χαμηλή τιμή που καθόριζαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες, με την ταυτόχρονη δραστική μείωση του περιθωρίου κέρδους, γιατί επιβαλλόταν ΦΠΑ σε ψηλότερο συντελεστή ως καλλυντικό, γεγονός που επηρέαζε τις προοπτικές πωλήσεων. Αναφέρεται στη συνέχεια στο ιστορικό όπως αυτό αναδύεται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και τα διάφορα τεκμήρια, και είναι η θέση του ότι λόγω της αντιφατικής και διφορούμενης συμπεριφοράς του εναγομένου, η ενάγουσα αρ.2 εξ ανάγκης και μη έχοντας άλλη επιλογή, περιόρισε την τιμή πώλησης του προϊόντος, με άμεσο αντίκτυπο στον κύκλο εργασιών αλλά και του περιθωρίου κέρδους που πραγματοποίησε μέχρι το 1997 που χαρακτηριζόταν ως φάρμακο, αλλά και από το 1997-2002 που επιβλήθηκε συντελεστής ΦΠΑ, αναθεωρούμενο το προϊόν ως καλλυντικό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι υπέβαλε αίτηση για την κατάταξη του προϊόντος ως φαρμακευτικού και όταν το τελωνείο το κατέταξε ως καλλυντικό, ζήτησε από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες πιστοποιητικό ότι η Ederma είναι εγγεγραμμένη ως φάρμακο, ώστε να απαλλαγεί της υποχρέωσης επιβολής και είσπραξης ΦΠΑ. Ζήτησε από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες να το διαγράψουν από φάρμακο και να μην του καθορίζουν την τιμή, ώστε να το διαχειρίζεται ως καλλυντικό. Δεν προσέφυγε στο δικαστήριο για να προσβάλει την απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων γιατί δεν ήθελε να είναι σε σύγκρουση με τις υπηρεσίες, παρόλο που η απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων είναι λανθασμένη. Ως καλλυντικό, η τιμή του είναι ελεύθερη και δεν υποχρεώνεται να το πωλεί μόνο στα φαρμακεία, ενώ το φάρμακο δεν επιτρέπεται να το διαφημίζεις. Δεν έχει παράπονο είτε από την μια, είτε από την άλλη υπηρεσία για να την πάρει στο δικαστήριο, αλλά το παράπονο του είναι ότι η μια υπηρεσία δεχόταν ότι είναι φάρμακο και η άλλη ότι είναι καλλυντικό. Την τιμή πώλησης του προϊόντος την καθόριζαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες. Το 1997 το τελωνείο το κατέταξε ως καλλυντικό. Με την αίτηση του να διαγραφεί ως φάρμακο κατατάχθηκε ως καλλυντικό, με την οδηγία να αλλάξει 2 λέξεις από πάνω, όχι όμως τη συσκευασία ή την σύνθεση του προϊόντος και κατατάχθηκε ως καλλυντικό. Αντεξετάστηκε και επί των ζημιών, αλλά παρέπεμψε επί τούτου σε μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Ο ΜΕ2 XXXXX Αναγιωτός, εγκεκριμένος λογιστής, κατέθεσε ως τεκμ.57 εκτίμηση οικονομικής ζημιάς μέχρι το 2002 και αναγωγή του 2011 ως τεκμ.
  4. Αντεξετάστηκε επί διαφόρων πτυχών της έκθεσης εκτίμησης και άλλων συναφών ζητημάτων. Αναφορά στη μαρτυρία του θα γίνει στη συνέχεια. Η XXXXX Σταύρου, ΜΥ1, φαρμακοποιός εργάζεται από το 1996 στις φαρμακευτικές υπηρεσίες με καθήκοντα εντεταλμένης επιθεωρήτριας. Σύμφωνα με τη γραπτή της δήλωση (έγγραφο Γ), ατά τον κρίσιμο χρόνο, το προϊόν ενέπιπτε στις πρόνοιες του Νόμου Περί Φαρμάκων. Η αξιολόγηση ενός προϊόντος γίνεται κατά περίπτωση και λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η σύνθεση όσο και η σήμανση του καθώς και το καθεστώς αδειοδότησης του στην χώρα προέλευσης του. Αναφέρθηκε στο ιστορικό του προϊόντος, με αναφορά σε διάφορα τεκμήρια, και ότι οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν την απόφαση του Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, ή του Τμήματος Τελωνείων για τις αποφάσεις που έλαβαν. Ανέφερε ότι την πρώτη φορά που οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα για αλλαγή της κατάταξης από φαρμακευτικό σε καλλυντικό, επισύναψαν σήμανση του προϊόντος ως φαρμακευτικού και η αίτηση απερρίφθη. Στη συνέχεια, υπέβαλαν νέα αίτηση με νέα σήμανση από άλλη χώρα, την Μάλτα, με αλλαγή των ενδείξεων και έτσι μπορούσε να καταταχθεί ως καλλυντικό. Η διαφορά ήταν ότι στην πρώτη σήμανση αναγράφονταν θεραπευτικές ενδείξεις, ενώ στην επόμενη σήμανση αφαιρέθηκαν οι ενδείξεις αυτές. Αντεξεταζόμενη εξήγησε ότι τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα δικαιούνται να διαφημιστούν και το επίδικο μπορούσε να διαφημιστεί, αλλά πριν το 2001 δεν υπήρχε επί τούτου σχετική νομοθεσία. Το επίδικο προϊόν ήταν μη συνταγογραφούμενο. Ο ενάγων αρ.1 υπέβαλε αίτηση για να εγγράψει το προϊόν ως φάρμακο και όχι ερώτημα αν είναι φάρμακο. Η κατάταξη που γίνεται από το Τελωνείο είναι για δικούς του σκοπούς και για σκοπούς του ΦΠΑ. Η κατάταξη του προϊόντος ως φαρμακευτικού ή μη, γίνεται μόνο από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες και το Συμβούλιο Φαρμάκων. Η κατάταξη του ως καλλυντικού, έγινε γιατί παρατήρησαν ότι πάνω στην σήμανση δεν γινόταν πλέον αναγραφή θεραπευτικών ενδείξεων, όπως γινόταν στην προηγούμενη σήμανση του προϊόντος. Β. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στις αγορεύσεις των συνηγόρων, συνοπτικά, γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και σε διάφορες πτυχές που αφορούν διάφορα ζητήματα. Εκ μέρους του κ. Δημητριάδη γίνεται αναφορά στις αρχές της αμέλειας, αλλά και της παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εναγόντων, με την έννοια ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν μεν την νομιμότητα των δυο τμημάτων, αλλά οι αποφάσεις τους έχουν ως αποτέλεσμα μια αντιφατική και παράλογη προσέγγιση που οδήγησε τους ενάγοντες σε ζημιά. Στην αντίπερα όχθη, η κ. Παπαμιλτιάδους αναφέρει ότι πρόκειται για διοικητικές πράξεις οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί και το παρόν δικαστήριο δεν έχει εξουσία και αρμοδιότητα να αποφασίσει επί της νομιμότητας τους. Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις όπως αυτές αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις, και όπου χρειαστεί στην συνέχεια, θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της απόφασης. Η βάση της αγωγής των εναγόντων είναι η αμέλεια, όπως αυτή καταγράφεται στη παράγραφο 32 της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατά συνέπεια, ζητήματα απτόμενα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν δικογραφούνται, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ( Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, Πολ. Έφεση 180/10, ημερ.20.2.15, Votarco Ltd v. Bitech Komi Holdings Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση 92/13, ημερ.20.7.20). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Πριν γίνει ειδικότερη αναφορά και αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε με τεκμήρια. Περαιτέρω στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Είναι συνεπώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα, που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Ο εναγόμενος εγείρει δυο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη ότι δεν αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής, γιατί το δικαστήριο καλείται να αναθεωρήσει τη νομιμότητα εκτελεστών διοικητικών πράξεων και η δεύτερη την απόρριψη της αγωγής, στη βάση της ολιγωρίας (laches). Η δεύτερη ένσταση δεν προωθήθηκε και ως εκ τούτου θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. Το δικαστήριο πριν επιληφθεί των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, θα καταγράψει τα αναγκαία γεγονότα, όπως αυτά κυρίως αναδύονται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και τα σχετικά παραδεκτά τεκμήρια που τα συνοδεύουν. Όπου χρειαστεί, θα παρεμβάλλεται και σχετική μαρτυρία. Ο ενάγων αρ.1 την 17.7.79 αιτήθηκε την έκδοση άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος σε σχέση με την Ederma Cream, συνοδευόμενη με τη συσκευασία και το φύλλο οδηγιών, τα οποία πρότεινε προς την Αρμόδια αρχή. Πρόκειται για τα τεκμ.1-3, όπως και μέρος του τεκμ.47, όπως το διευκρίνισε η ΜΥ1, ήτοι μέχρι εκεί που αναγράφεται, στο πάνω δεξιό μέρος ο αριθμός
  1. Πρόκειται για το έντυπο που είναι μέρος του τεκμ.47, που φέρει χειρόγραφα σε κύκλο τον αριθμό
  2. Όπως διευκρίνισε η ΜΥ1, το υπόλοιπο μέρος του τεκμ.47 που αρχίζει με τον χειρόγραφο αριθμό σε κύκλο 31, αφορά μεταγενέστερο έντυπο που υπεβλήθη από την ενάγουσα αρ.2 για διαγραφή του προϊόντος ως φαρμακευτικού. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι δεν είναι εξ ιδίων του που υπέβαλε την αίτηση, αλλά γιατί του ζητήθηκε να υποβάλει το σχετικό έντυπο και κατόπιν παραστάσεων των λειτουργών του Συμβουλίου Φαρμάκων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, τόσο γιατί προσκρούει στο παραδεκτό γεγονός αρ.6, ήτοι «οι ενάγοντες αιτήθηκαν έκδοση άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος αναφορικά με την Ederma .» , όσο και γιατί ήταν δική του ευθύνη να υποβάλει οποιοδήποτε προϊόν προς έγκριση προς το Συμβούλιο Φαρμάκων και όχι αντίστροφα. Μετά από επιστολή της ενάγουσας αρ.2 για να πληροφορηθεί την κατάταξη του πιο πάνω προϊόντος στο Τμήμα Τελωνείων, ο Διευθυντής του Τμήματος, με επιστολή του ημερ.23.4.97, την ενημέρωσε ότι το προϊόν κατατάσσεται στη διάκριση της δασμολογικής κλάσης 3304 99 00 10 με προτιμησιακό συντελεστή δασμού 3.1% κατ' αξίαν. Πρόκειται για το τεκμ.
  3. Στις 13.6.1997 οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες εξέδωσαν πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιείτο η εγγραφή του προϊόντος ως ελεγχόμενου φαρμακευτικού σκευάσματος με αριθμό αδείας 7284 (τεκμ.5). Οι ενάγοντες αμφισβήτησαν την κατάταξη του προϊόντος ως καλλυντικό με βάση την τελωνειακή νομοθεσία. Σειρά επιστολών προς τον σκοπό αυτό έχουν κατατεθεί στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων. Είναι σαφές, παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο, ότι οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν με το ένδικο μέσο της προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καμία εκ των πιο πάνω αποφάσεων. Όπως το έθεσε ο ΜΕ1 δεν προσέβαλε την απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων γιατί δεν ήθελε να είναι σε σύγκρουση με τις υπηρεσίες, παρόλο που η απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων είναι λανθασμένη. Επί τούτου, το μόνο που μπορεί να λεχθεί, είναι ότι ο ίδιος, εξ ιδίας πρωτοβουλίας που υπέβαλε αίτηση για την εγγραφή του προϊόντος ως φαρμάκου και εγκρίθηκε. Υπό αυτή την έννοια δεν εγείρεται ζήτημα λανθασμένης απόφασης, αλλά εν πάση περιπτώσει, αν αυτή ήταν η θέση και η άποψη του ΜΕ1, όφειλε να προσβάλει την απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων, ή να ζητήσει να μην καταταχθεί ως φάρμακο. Το παρόν δικαστήριο δεν έχει ούτε εξουσία, ούτε και αρμοδιότητα να εξετάσει την απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων. Την 5.2.02 η ενάγουσα 2 απέστειλε στο Συμβούλιο Φαρμάκων επιστολή και ζητούσε εξαίρεση του προϊόντος από τα φαρμακευτικά προϊόντα. Το αίτημα απορρίφθηκε. Η απόφαση αυτή δεν έχει επίσης προσβληθεί, στα πλαίσια του Αρ.146 του Συντάγματος. Τα τεκμήρια 13 και 14 είναι σχετικά. Σύμφωνα με το τεκμ.15, το Τμήμα Τελωνείων επιβεβαίωσε ότι το συγκεκριμένο προϊόν κατατασσόταν ως καλλυντικό με επιβάρυνση κανονικού συντελεστή ΦΠΑ, παρά το ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Έχει επίσης κατατεθεί πληθώρα αλληλογραφίας σε σχέση με το θέμα αυτό, ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων, την οποία το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του. Κρίνεται όμως ότι για τους σκοπούς καταγραφής της απόφασης, δεν απαιτείται η παράθεση της. Εκείνο που έχει σημασία, είναι ότι η ενάγουσα 2 με επιστολή της ημερ.11.11.05 προς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, επιθυμούσε την απόσυρση της άδειας κυκλοφορίας του προϊόντος και την αφαίρεση της από τον τιμοκατάλογο φαρμάκων (τεκμ.41 και 42). Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες την ενημέρωσαν ότι η σήμανση του προϊόντος πρέπει να συνάδει με την Περί Καλλυντικών Προϊόντων Νομοθεσία και ότι αυτή ισχύει και για τα αποθέματα του προϊόντος που υπάρχουν στην αγορά. Στις 24.1.06 οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ενημέρωσαν, κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας 2, ότι εφόσον το προϊόν θα κυκλοφορεί ως καλλυντικό προϊόν, δεν υπήρχε ένσταση για την προτεινόμενη στοιχειώδη και εξωτερική συσκευασία του, καθώς και για το ένθετο φύλλο οδηγιών τα οποία τους προσκόμισε. Πρόκειται για το τεκμήριο 46 και το ένθετο φύλλο οδηγιών, ως μέρος του τεκμηρίου 47, με την διευκρίνιση που έχει ήδη γίνει από την ΜΥ1, στην οποία έγινε ήδη αναφορά. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΥ1, η ενάγουσα 2 υπέβαλε αίτηση με νέα σήμανση, από τη Μάλτα, και έτσι μπορούσε το προϊόν να καταταχθεί ως καλλυντικό. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί αυτής της πτυχής της μαρτυρίας της, αλλά πέραν αυτού, το δικαστήριο δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία, ούτε και κανένα δισταγμό να κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΥ1, η οποία άφησε άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς δισταγμό, ούτε και έχει υποπέσει σε αντιφάσεις που να την καθιστούν αναξιόπιστη. Η μαρτυρία της υποστηριζόταν πλήρως από τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων, και επεξήγησε με σαφήνεια όλα όσα η ίδια γνωρίζει ως εκ της θέσης που κατέχει. Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές, με σταθερότητα, σαφήνεια, αλλά και με ειλικρίνεια. Η μαρτυρία της συνεπώς γίνεται πλήρως αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Από την μαρτυρία της ΜΥ1 και εκ των τεκμηρίων 46 και 47, το μέρος που αφορά τη νέα σήμανση, δεν προκύπτει ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες έδωσαν οδηγία στους ενάγοντες να αλλάξουν 2 λέξεις, ως η σχετική επί τούτου μαρτυρία του ΜΕ
  4. Αντίθετα και σύμφωνα με το τεκμ.46, εκείνο που καταγράφεται είναι ότι εφόσον το προϊόν θα κυκλοφορεί ως καλλυντικό, δεν υπάρχει ένσταση η εκ μέρους της ενάγουσας 2, «προτεινόμενη στοιχειώδη και εξωτερική συσκευασία του καθώς και το ένθετο φύλλο οδηγιών χρήσης, τα οποία μας έχετε προσκομίσει στις 23/1/2006». Πρόκειται για το μέρος του τεκμ.47 που έγινε αναφορά. Κατά συνέπεια η επί τούτου μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Άλλωστε, είναι με πρωτοβουλία των εναγόντων που προσκομίστηκε από την Μάλτα το νέο έντυπο. Επειδή η ενάγουσα 2 δεν πλήρωσε το επιβληθέν πρόστιμο, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε την αγωγή υπ' αριθμό 6197/2007 εναντίον της ενάγουσας
  5. Στις 30.3.12 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της (τεκμ.50 και 51). Πρόκειται για διοικητικά πρόστιμα που επιβλήθηκαν από το Συμβούλιο Φαρμάκων, γιατί η ενάγουσα 2 πωλούσε το ρηθέν φαρμακευτικό προϊόν σε τιμή ψηλότερη από την προβλεπόμενη. Από πιο πάνω απόφαση (τεκμ.51), προκύπτει ότι η μόνη υπεράσπιση που πρόβαλε η ενάγουσα 2 και εναγόμενη στην πιο πάνω αγωγή, ήταν ότι η απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων να κατατάξει το προϊόν στην κατηγορία των φαρμάκων ήταν εσφαλμένη και ότι θα έπρεπε να το κατατάξει στην κατηγορία των καλλυντικών. Επί τούτου, σχετική είναι και η απορριπτική απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Theosavva Co Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ.177/2012, ημερ.5.3.21, σε ασκηθείσα έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Το Εφετείο υπέδειξε ότι η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και οι εφεσείοντες παρέλειψαν να προωθήσουν, μέσω των ορθών δικονομικών μέτρων που είχαν στη διάθεση τους και τα οποία τους διασφάλιζαν αποτελεσματική προστασία για όλο το φάσμα των θέσεων τους. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Φαρμάκων λήφθηκαν κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου Περί του Ελέγχου της Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών Φαρμάκων του 1967, που ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο, ο οποίος καταργήθηκε με τον Ν.116(Ι)/2001, η δε απόφαση του Διευθυντή Τελωνείων, λήφθηκε με βάση τις πρόνοιες του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004, Ν.94(Ι)/
  6. Τα πιο πάνω συνθέτουν το πλαίσιο εντός του οποίου θα κριθεί η παρούσα υπόθεση. Προκύπτει ότι και οι δυο Υπηρεσίες εφάρμοσαν την ισχύουσα κατά τον επίδικο χρόνο νομοθεσία. Οι δε Φαρμακευτικές Υπηρεσίες έλαβαν τις πιο πάνω αποφάσεις, με βάση τα αιτήματα των εναγόντων, ως έχουν εκτεθεί. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο, ότι οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν καμιά εκ των πιο πάνω εκτελεστών διοικητικών πράξεων, και ως λέχθηκε στην πιο πάνω Πολ. Έφεση Αρ.177/2012, η νομιμότητα των διοικητικών αποφάσεων δεν τελούν υπό αμφισβήτηση και οι ενάγοντες παρέλειψαν να προωθήσουν, μέσω των ορθών δικονομικών μέτρων που είχαν στη διάθεση τους και τα οποία τους διασφάλιζαν αποτελεσματική προστασία για όλο το φάσμα των θέσεων τους. Προκύπτει μάλιστα, ότι οι ενάγοντες μόνο όταν προσκόμισαν νέα σήμανση από την Μάλτα, επιδίωξαν τη διαγραφή του επίδικου προϊόντος από φάρμακο. Γεγονός που υποδηλώνει, αν μη τι άλλο, ότι αναγνώριζαν, με βάση την αρχική σήμανση, ότι το προϊόν ήταν και κατατασσόταν ως φάρμακο. Ήταν ο ενάγων 1 που αιτήθηκε στο Συμβούλιο Φαρμάκων την εγγραφή του ως φάρμακο, και με βάση τα στοιχεία που ο ίδιος υπέβαλε, το προϊόν κατατάχθηκε ως φάρμακο. Κατά συνέπεια, η θέση του ότι δεν προσέφυγε στο δικαστήριο γιατί δεν ήθελε να είναι σε σύγκρουση με τις Υπηρεσίες του Κράτους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού, πέραν αυτών που έχουν ήδη αναφερθεί, αναδεικνύει ολιγωρία εκ μέρους του προς άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του. Και όχι μόνο, αλλά να προσκομίσει στη συνέχεια και τα σχετικά αποδεικτικά, που συνηγορούσαν στη διαγραφή του ως φάρμακο. Ήταν ευθύνη των εναγόντων να υποβάλουν στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες τα σχετικά δικαιολογητικά που συνηγορούσαν και δικαιολογούσαν, είτε στην εγγραφή του προϊόντος ως φάρμακο, είτε στη διαγραφή του ως τέτοιο. Οι λεπτομέρειες αμελείας ή και παράβαση καθηκόντων του εναγομένου, που παρατίθενται στις παραγράφους 31 και 32 της εκθέσεως απαιτήσεως αναφορικά με τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου Φαρμάκων και του Διευθυντή Τελωνείων, ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, θα έπρεπε να τεθούν προς έλεγχο, δια ασκήσεως προσφυγής εναντίον τους, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Περαιτέρω, οι λεπτομέρειες που καταγράφονται, σχετίζονται με νομοθετικά ζητήματα, ή κατ' ισχυρισμό κενά στις νομοθεσίες, ή και σύγκρουση νομοθεσιών και κανονισμών, που δεν αφορούν όμως τον εναγόμενο, αλλά ούτε και μπορούν να εξεταστούν από το παρόν δικαστήριο, ως αναρμόδιο επί των θεμάτων αυτών. Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν εφάρμοσαν ορθά την κείμενη νομοθεσία, και πάλι αυτό, είναι ζήτημα που εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μ. Σ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολ. Έφεση 379/09, ημερ.10.7.15, που παραπέμπει ο κ. Δημητριάδης, κρίθηκε ότι η έκδοση Υπουργικού Διατάγματος δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη για την οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας εξέτασης. Στην παρούσα υπόθεση είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι πιο πάνω αποφάσεις αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις που δεν προσβλήθηκαν, για τις οποίες το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να τις εξετάσει. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η προδικαστική ένσταση ευσταθεί και το παρόν δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Αν η πιο πάνω κατάληξη κριθεί εσφαλμένη, το δικαστήριο θα εξετάσει την απαίτηση των εναγόντων, υπό το πρίσμα των λεπτομερειών αμελείας που καταγράφονται στην παράγραφο 32 της εκθέσεως απαιτήσεως. Καθόσον αφορά τη δικογράφηση, στην πιο πάνω υπόθεση Μ. Σ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, υπεδείχθη ότι: «Πρέπει τώρα να εξεταστεί κατά πόσο η άξια προστασίας περιουσία των εφεσειουσών μειώθηκε σε αξία κατά το συμφωνηθέν συνολικό ποσό, εξ αιτίας της αμέλειας και ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Δημοκρατίας. Είναι πρωτίστως οφειλόμενη η παρατήρηση ότι η δικογράφηση των σχετικών θέσεων των εφεσειουσών για επίδειξη αμέλειας και ή παράβαση νομίμων καθηκόντων, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Έχει κατά κόρον αναφερθεί από τη νομολογία ότι είναι διαφορετικό το αστικό αδίκημα της αμέλειας από την θεμελίωση της παράβασης νομίμου καθήκοντος. Η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης νομίμων καθηκόντων αποτελεί, όπως υποδείχθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, σελ. 445-446, συγκεκριμένη θεραπεία του Κοινοδικαίου και δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση ή να επικαλύπτεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια. Αυτό, έστω και αν η ίδια ζημία, η έκταση της ή το ύψος της, δυνατόν να προέλθει είτε από συμπεριφορά που συνάδει με τη συνήθη αμέλεια, είτε με συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νομίμου καθήκοντος. Κατά ορθή δικογράφηση, τα δύο αυτά αγώγιμα δικαιώματα θα πρέπει να ξεχωρίζονται όπως υποδεικνύει η υπόθεση London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60. Τα ίδια αναφέρονται και στην Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, όπου υποδείχθηκε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας απαιτούν με τη Δ.19 θ.13, την ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων, (δέστε και Annual Practice 1958, Order 19 rule 15, σελ. 468-9). Η αναγκαιότητα ορθής και επιμελημένης δικογράφησης έχει βέβαια σημασία ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του από πλευράς νομικής τοποθέτησης, ενώ είναι σημαντικό και για τον εναγόμενο να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην υπεράσπιση του». Ανεξάρτητα από τη πιο πάνω νομολογιακή προσέγγιση ως προς τη δικογράφηση, εξετάζοντας την παράγραφο 32, καταλογίζεται στον εναγόμενο αμέλεια γιατί επέτρεψε λανθασμένα τη δημιουργία δυο διαφορετικών και αντικρουόμενων καθεστώτων ταξινόμησης, καθιστώντας έτσι την κυκλοφορία του προϊόντος εξαιρετικά δυσχερή, προβληματική και/ή συγκεχυμένη. Παρεμβάλλεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες ενέργησαν κατά νομοθετική επιταγή, η νομιμότητα δε των αποφάσεων που έλαβαν, δεν έχει αμφισβητηθεί. Να υπομνησθεί, υπό τύπο επανάληψης, ότι πρόκειται για Νόμους ψηφισθέντες υπό του Νομοθετικού Σώματος και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καταλογιστεί η ισχυριζόμενη ευθύνη και αμέλεια για τους Νόμους αυτούς στον εναγόμενο. Αναφορικά με τα υπό στοιχείο i και ii των λεπτομερειών αμελείας, επαναλαμβάνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες ενέργησαν κάτω υπό νομοθετική επιταγή, και οι πράξεις τους επιφέρουν έννομα αποτελέσματα, εκτός και αν ακυρωθούν. Αναφορικά με τα υπό στοιχείο iii και iv δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία αναφορικά με το καθεστώς και τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν κάποιων γενικών και αναπόδεικτων αναφορών εκ μέρους του ΜΕ1. Σε σχέση με τα υπό στοιχείο vi, vii και viii, επαναλαμβάνεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες ενέργησαν και έλαβαν αποφάσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες των ισχυόντων κατά τον επίδικο χρόνο νομοθεσίες, η νομιμότητα των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί. Όσα αναφέρθησαν πιο πάνω ισχύουν και εφαρμόζονται και για τις υπόλοιπες λεπτομέρειες αμελείας του εναγομένου. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν έχουν καταδειχθεί οι ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμελείας του εναγομένου. Η κατάταξη του προϊόντος των εναγόντων, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντα 1, ως φάρμακο και η μετέπειτα κατάταξη του από το Τμήμα Τελωνείων για σκοπούς δασμολόγησης ως καλλυντικό, σύμφωνα με τις πρόνοιες των ισχυόντων νόμων, από μόνο του γεγονός αυτό, δεν συνιστά αμέλεια και μάλιστα εκ μέρους του εναγομένου. Αν οι ενάγοντες διαφωνούσαν με την όποια πιο πάνω απόφαση, όφειλαν να προωθήσουν δικαστικά μέτρα στο αρμόδιο δικαστήριο και να εγείρουν τις αξιώσεις και τους διάφορους ισχυρισμούς τους προς προστασία των νομίμων συμφερόντων τους. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες αιτήθηκαν τη διαγραφή το επίδικου προϊόντος από φάρμακο, με νέα σήμανση ως λέχθηκε από την Μάλτα, και κατάταξη του ως καλλυντικό, συνιστά αναγνώριση αλλά και αποδοχή εκ μέρους τους, ότι η αρχική σήμανση και αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους του ενάγοντα 1 για εγγραφή του ως φάρμακο, έγινε με δική του πρωτοβουλία και περαιτέρω ότι αναγνώριζαν και αποδέχονταν ότι επρόκειτο, με βάση την αρχική σήμανση, περί φαρμάκου. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που προσκόμισαν άλλο έντυπο από την Μάλτα, για να το διαγράψουν ως φάρμακο. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Σε σχέση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η προσφερθείσα δια του ΜΕ2 μαρτυρία ήταν γενική και αόριστη και απείχε από όσα η νομολογία ορίζει. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι ειδικές αποζημιώσεις όχι μόνο πρέπει να δικογραφούνται, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Είναι καλά γνωστή αρχή σύµφωνα µε την πάγια νοµολογία, ότι οι ειδικές ζηµιές πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις µε λεπτοµέρεια και ν' αποδεικνύονται µε αυστηρότητα, µε σαφήνεια και µε συγκεκριμένα στοιχεία (Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ 1083 και Jamal ν. Αντωνίου κ.ά
(2014)1 Α.Α.Δ. 347, 368). Η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΕ2, για τους λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως στη συνέχεια, απέχει κατά πολύ από τα πιο πάνω απαιτούμενα. Ο μάρτυρας ετοίμασε έκθεση εκτίμησης οικονομικής ζημιάς/απολεσθέντων εισοδημάτων κατά την περίοδο 1979-
  1. Η έκθεση ολοκληρώθηκε το 2011 (τεκμ.57). Στις σελ.9-10 καταγράφονται οι πηγές των πληροφοριών. Αυτές είναι οι συνολικές πωλήσεις για τη περίοδο 1989-2010, δειγματοληπτικά στη βάση περίπου 1600 τιμολογίων ανά έτος, πωλήσεις και αγορές για τη περίοδο 1995-2005 που έχουν πιστοποιηθεί από ελεγκτικό οίκο, επίσημα στατιστικά στοιχεία, όπως πληθωρισμός, δημογραφικά στοιχεία και γεννήσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, για παράδειγμα, για τις πωλήσεις της περιόδου 1979-1993, ο ελεγκτικός οίκος, λόγω της έλλειψης επαρκών στοιχείων, βασίστηκε στην υπόθεση ότι η εταιρεία αύξανε κατά τα έτη αυτά, ετησίως τις πωλήσεις, με ρυθμό ανάπτυξης αντίστοιχο της περιόδου 1994-2002, που το προϊόν πωλείτο ως φάρμακο. Πρόκειται βεβαίως περί υποθετικής άσκησης, βασιζόμενης επί αορίστων και ανασφαλών στοιχείων και όχι επί πραγματικών δεδομένων. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι τα στοιχεία αυτά δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, όπως ούτε και τα στατιστικά στοιχεία που επικαλέστηκε ο μάρτυρας, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν. Με βάση τα στοιχεία που υπολογίστηκαν για έσοδα και ποσότητες, προσδιορίστηκε η μέση τιμή πώλησης του προϊόντος. Οι ποσότητες αγορών του προϊόντος για τα έτη 1979-1993 θεωρήθηκαν ότι είναι ίσες με τις ποσότητες που πωλήθηκαν. Προκύπτει και εδώ, ότι και πάλι πρόκειται για υποθετική άσκηση και όχι ανάλυση επί πραγματικών δεδομένων. Για την εκτίμηση του κόστους αγοράς για τα έτη 1979-1993, λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων, ο ελεγκτικός οίκος βασίστηκε στο μέσο ετήσιο ποσοστό μεικτού κέρδους για τα έτη 1995-2002, κατά τα οποία υπήρχαν στοιχεία και το φάρμακο πωλείτο ως καλλυντικό. Αυτά σε συντομία καταγράφονται στη σελ.9 του τεκμ.57, τα οποία υποστήριξε δια ζώσης ο ΜΕ
  2. Εξ αυτών και μόνο, ως έχουν παρατεθεί και καταγράφονται στην έκθεση, είναι φανερό ότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εκτίμηση βασίστηκε επί ανεπαρκών στοιχείων και καθ' υπολογισμό επί υποθετικών σεναρίων, και όχι με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία προς απόδειξη ειδικών αποζημιώσεων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις επιβεβαιώθηκαν κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Για παράδειγμα, εξήγησε ότι εκτίμησαν κάποιους αριθμούς που δεν υπήρχαν για το 1989, και οι υπολογισμοί βασίστηκαν σε στοιχεία που τους δόθηκαν από τους ενάγοντες, γιατί είχαν να κάνουν με ένα μόνο προϊόν, ενώ στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας παρουσιάζονται οι συνολικές πωλήσεις (όλων των προϊόντων). Πήραν στοιχεία από την εταιρεία αναφορικά με το ποιο κομμάτι αφορούσε τις πωλήσεις του επίδικου προϊόντος και βασίστηκαν στα στοιχεία αυτά. Δεν έκαμαν επαλήθευση των στοιχείων, αλλά πήραν δειγματοληπτικά τιμολόγια για να καταλάβουν πως θα προσεγγίσουν την εκτίμηση της πώλησης των κερδών. Δεν πήραν 1600 τιμολόγια, δεν θυμόταν ακριβώς πόσα, ήταν όμως λιγότερα από 500, ούτε και θυμόταν για ποιες χρονιές. Ο ενάγων 1 δεν είχε ελεγμένους λογαριασμούς. Για να υπολογίσουν τους αριθμούς που έλειπαν από τα στοιχεία πριν το 1994, πήραν τις συνολικές πωλήσεις και υπολόγισαν το ποσοστό πωλήσεων, με βάση αναλύσεις που έκαμαν, για τα μεταγενέστερα έτη, χρησιμοποίησαν δε και στατιστικά στοιχεία για τις γεννήσεις, αφού το προϊόν αφορούσε νεογέννητα. Επί του συγκεκριμένου, εξήγησε ότι βασίστηκαν πάνω σε ένα ποσοστό γεννήσεων, δια τις ποσότητες του προϊόντος. Δηλαδή, για κάθε τεμάχιο πόσες γεννήσεις αναλογούν. Δέχτηκε, σε σχετική ερώτηση, ότι υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες, όπως οι συνθήκες αγοράς και ζήτησης σε σχέση με άλλα προϊόντα που υπήρχαν στην αγορά, αλλά και οι ανάγκες του καταναλωτή κατά τα διάφορα έτη, όμως όπως το έθεσε, θεώρησαν ότι η προσέγγιση που χρησιμοποίησαν ήταν η ενδεδειγμένη. Για παράδειγμα, ερωτηθείς ότι είναι σημαντικό το γεγονός ότι έπρεπε να γνωρίζουν το καταναλωτικό καθεστώς του μέσου καταναλωτή που γεννά ένα παιδί το 1979 που μπορεί να υπήρχε στην αγορά και άλλη κρέμα, ή άλλες 10 παρόμοιες το 2002, απάντησε ότι αν είχαν τα στοιχεία δεν θα μιλούσαν για υπολογισμούς, γι' αυτό μιλούν για εκτιμήσεις. Συμφώνησε ότι η αγορά μπορεί να ήταν ανταγωνιστική το 2003, αλλά δεν είδαν τον λόγο γιατί έπρεπε να πανε πίσω, γιατί το προϊόν έδειξε ότι μπορούσε να έχει μια αυξητική πορεία, είτε υπήρχαν ανταγωνιστικά προϊόντα είτε όχι, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τον πληθωρισμό στις τιμές. Σε σχετική υποβολή ότι η αναφερόμενη άνοδος του 2006 εξαρτιόταν από την κατηγοριοποίηση ή την πώληση του ως καλλυντικό, απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, αλλά θεωρεί ότι η ανάλυση που έγινε με βάση την επαγγελματική κρίση, παρέχει ένα ασφαλές συμπέρασμα. Εξήγησε επίσης ότι η ελαστικότητα της τιμής είναι οικονομικός δείκτης που δείχνει πώς η αλλαγή της τιμής ενός προϊόντος επηρεάζει τις ποσότητες ζήτησης του. Τα σιτηρά για παράδειγμα και το πετρέλαιο δεν επηρεάζονται από την ελαστικότητα της τιμής, γιατί η ανάγκη υπάρχει ανεξαρτήτως της τιμής. Δέχτηκε όμως τελικά, ότι πιθανόν η ελαστικότητα της τιμής να ίσχυε και για το επίδικο προϊόν. Εκ των πιο πάνω σταχυολογήσεων που ανέφερε ο μάρτυρας, εξάγεται ότι, όπως και ο ίδιος ανέφερε, πρόκειται για μια εκτίμηση της ζημιάς, με ένα συμπερασματικό και κατά προσέγγιση υπολογισμό, στη βάση διαφόρων, τελικά, αστάθμητων παραγόντων και στοιχείων που δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να αποτελέσει ασφαλή βάση υπολογισμού αλλά και εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος, με την έννοια που αποδίδει η νομολογία, προς απόδειξη των ζημιών των εναγόντων, ή του κάθε ενός εξ αυτών ξεχωριστά. Ο μάρτυρας, στη βάση των στοιχείων που του δόθηκαν, και λαμβάνοντας υπόψη διάφορους αστάθμητους παράγοντες, στην πραγματικότητα κατέληξε σε κάποια συμπεράσματα υπό μορφή εκτίμησης, και όχι υπό την έννοια της ασφαλούς απόδειξης των ζημιών για τα επίδικα έτη. Είναι για τους πιο πάνω λόγους που κατά την κρίση του δικαστηρίου οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις ισχυριζόμενες ζημιές που απαιτούν. Καταληκτικά, και για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Κατά συνέπεια απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και υπέρ του εναγομένου. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.