← Κύπρος

Τυρίμου ν. Θεοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6652/11, 10/3/2021

Τυρίμου ν. Θεοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6652/11, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6652/11 Μεταξύ: XXXXX Τυρίμου Ενάγοντας -και-

  1. XXXXX Θεοδούλου
  2. Α.L Vasiliou Motors Ltd 3.ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2021 Αίτηση ημερ. 17 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: Θ. Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγομένους 3 - αιτητές: Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της εναγόμενης
  3. Εκδόθηκε τελική απόφαση στην αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 στις 22/2/
  4. Η απόφαση έχει εφεσιβληθεί την 15/3/
  5. Με την παρούσα αίτηση ζητείται η ακόλουθη θεραπεία: «Αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδικάσεως, πλήρους αποπερατώσεως και έκδοσης απόφασης στην Έφεση που καταχωρήθηκε την 15.3.19 εναντίον της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 22.2.19 και/ή υπό τους όρους που αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση». Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 48, 35 και 40 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς τα γεγονότα της αίτησης αυτή υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της XXXXX Ηλία, υπάλληλος της εναγόμενης 3 η οποία αναφέρει ότι ο λόγος καταχώρησης της αίτησης είναι η καταχώρηση έφεσης εναντίον αιτιολογημένης τελεσίδικης απόφασης στην αγωγή. Εκτός της έφεσης εκ μέρους του ενάγοντα έχει καταχωρηθεί και αντέφεση κατά της απόφασης. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Είναι θέση της ότι οι λόγοι έφεσης κατά της απόφασης είναι καλοί και ουσίας ως αναφέρεται στις παραγράφους 6 μέχρι 13 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ως ακολούθως: 6.Η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την επιδίκαση των εξόδων και την απόφαση του να απορρίψει την αγωγή Εναντίον του Εναγομένου 1, είναι παντελώς λανθασμένη. Αφού το Πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο Εναγόμενος 1 ήτο κατά 80% υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος, αντί να εκδώσει απόφαση εναντίον του, απέρριψε την αγωγή του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου 1 χωρίς να επιδικάσει τις αποζημιώσεις εναντίον του ως αδικοπραγήσαντας κατά 80%. Ο λόγος αυτός Έφεσης των Εναγομένων 3, είναι ταυτόσημος με τον 2° λόγο Αντέφεσης του Ενάγοντα ως καταγράφεται στο Τεκμήριο Γ. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δίδει καμία δικαιολογία γιατί οι Εναγόμενοι 3 οφείλουν να καταβάλουν τα έξοδα της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1, ο οποίος καθηκόντως υπερασπίστηκε την αγωγή ως αδικοπραγήσας. Παρομοίως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αφού απέρριψε την αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 ως μη εκ προστήσεως υπεύθυνης, επιδίκασε τα έξοδα της εναντίον των Εναγομένων 3, ενώ έδει σύμφωνα με την Νομολογία να τα επιδικάσει εναντίον του Ενάγοντα. 7.Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, παραγνωρίζοντας την Νομολογιακή αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις επιβάλλεται με αυστηρότητα να δικογραφούνται και αποδεικνύονται, λανθασμένα επεδικασε επι πλήρους ευθύνης €26.405.00 ως ειδικές αποζημιώσεις. Με την Έκθεση Απαίτησης οι αξιούμενες αποζημιώσεις ήσαν €12.508.
  6. Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο περιέλαβε στις ειδικές αποζημιώσεις ποσό €15.000 σε σχέση με μελλοντικές επεμβάσεις και επέβαλε τόκο επί αυτών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Η παρουσίαση, επίσης, μεταξύ άλλων, μιας απόδειξης για το ποσό των €30 για φυσιοθεραπεία, δεν συνιστούσε απόδειξη στον απαιτούμενο βαθμό δαπάνης για φυσιοθεραπείες ύψους €1.500 που το Πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε.
  7. Η επιδίκαση επιπρόσθετου ποσού €20.000 για επηρεασμό της εισοδηματικής ικανότητας του Ενάγοντα, ήτο παντελώς αδικαιολόγητη. Ο Ενάγοντας επέστρεψε στην εργασία του 3 1/2 μήνες μετά το ατύχημα χωρίς επηρεασμό των απολαβών του. Ο Ενάγοντας εργαζόταν ανελλιπώς από τον Απρίλιο 2010 μέχρι τον Μάιο 2012, ότε και η εργοδότηση του διεκόπη αφού οι εργοδότες του έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους. Το ότι ο Ενάγοντας δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος εισόδημα €500 μηνιαίως ουδεμία σχέση είχε με την εισοδηματική του ικανότητα συνεπεία του τραυματισμού του.
  8. Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τον ΜΕ3 ως αξιόπιστο, καθότι από την μαρτυρία του προέκυψε σωρεία αντιφάσεων. Η θέση του ΜΕ3 αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο προκαλείται δυσκαμψία ήταν διαφορετική κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ενώ στην ιατρική έκθεση ημερ. 21 /07/10 την οποία εξέδωσε 10 μήνες μετά το χειρουργείο και κατόπιν εξέτασης του Ενάγοντα, τίποτα δεν αναφέρει για δυσκαμψία ή περιορισμό των κινήσεων του άνω δεξιού άκρου. Αναφορικά με το θέμα της ανισοσκέλειας του άνω άκρου, ενώ ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι η ανισοσκέλεια περίπου 2εκ επηρεάζει την εμβιομηχανική της βάδισης, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του παραδέχτηκε ότι με την χρήση πάτου, η βάδιση είναι φυσιολογική και η ανισοσκέλεια αποκαθίσταται. Ο ΜΕ3 χωρίς να γνωρίζει το είδος του επαγγέλματος του Ενάγοντα, κατέθεσε ότι επηρεάσθηκε η ικανότητα προς εργασία του.
  9. Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την μαρτυρία του ΜΥ2, την οποία μάλιστα είχε υποστηρίξει με επιστημονική βιβλιογραφία. Ενώ ο ΜΕ3 δεν γνώριζε καν το επάγγελμα του Ενάγοντα και πως επηρεάζετο η ικανότητα του για εργασία, απέρριψε την μαρτυρία του ΜΥ2 ο οποίος και γνώριζε το επάγγελμα του Ενάγοντα και υπέβαλε τον Ενάγοντα σε πραγματική δοκιμασία των στροφικών κινήσεων του χεριού του.
  10. Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αξίωση των Εναγομένων 3 εναντίον της Εναγομένης 2 και λανθασμένα απεφάνθη ότι κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου από τον Εναγόμενο 1 υπήρχε ισχυρή και έγκυρη ασφαλιστική κάλυψη για την ευθύνη του οποίου οι Εναγόμενοι 3 οφείλουν να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, λανθασμένα ερμήνευσε τον όρο «Motor Trade» που περιλαμβάνετο στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο το ασφαλιστήριο δεν καλύπτει χρήση για οποιοδήποτε σκοπό που σχετίζεται με την εμπορία οχημάτων, παραγνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή και έλεγχο του Εναγόμενου 1 κατ' ακολουθία και στα πλαίσια της εμπορικής πράξης, της συμφωνίας πώλησης που οχετίζετο με την άσκηση του επαγγέλματος της Εναγόμενης 2 που ήτο η εμπορία οχημάτων, αγοραπωλησίας τους. Η Εναγόμενη 2, με την πώληση με δόσεις του αυτοκινήτου και παράδοση του στον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 1 δεν ενέπιπτε στην κατηγορία του εξουσιοδοτημένου οδηγού (permitted driver). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ουδεμία μνεία κάνει ή αναφορά στην Νομολογία που αφορά και διέπει ίδια επίδικα θέματα ασφαλιστικής κάλυψης και χωρίς αιτιολογία απέρριψε την αξίωση των Εναγομένων 3 εναντίον της Εναγομένης
  11. Αξιολόγησε δε την μαρτυρία κατά αντίθεση και κατά παρέκκλιση των νομολογιακών αρχών που διέπουν το θέμα.
  12. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και άστοχα επελήφθη του δόγματος της συμβατικής σχέσης και ότι η Εναγόμενη 3 δεν εδικαιούτο να επικαλείτο την συμφωνία πώλησης για να αντλήσει δικαιώματα. Η επίκληση εκ πλευράς της Εναγόμενης 3 της συμφωνίας πώλησης ήταν για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι εφόσον το αυτοκίνητο είχε πωληθεί από την Εναγόμενη 2 στον Εναγόμενο 1 πριν την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν είχε ασφαλιστέο συμφέρον να το ασφαλίσει και δεν αποκάλυψε στην Εναγόμενη όταν αιτήθηκε την ασφαλιστική κάλυψη ότι το αυτοκίνητο ήδη είχε πωληθεί.
  13. Αναφορικά με το έκδηλα υπερβολικό ποσό των £90.000 ως γενικές αποζημιώσεις, ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να επιστρέψει και επέστρεψε στην εργασία του 3 ½ μήνες μετά το δυστύχημα. Σύμφωνα, επίσης, τόσο με τον ΜΕ3 όσο και ΜΥ2, με την χρήση πάτου αποκαταστάθηκε η ανισοσκέλεια και ο Ενάγοντας βαδίζει φυσιολογικά. Για τον περιορισμό των στροφικών κινήσεων όπως ο ΜΕ3 κατέθεσε, δεν παρουσίασε καμία καταγραφή των μετρήσεων που έκανε. Περαιτέρω, είναι θέση της ότι δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο που να διασφαλίζει ότι εάν στον ενάγοντα καταβληθούν τα ποσά της απόφασης αυτός θα είναι σε θέση να τα επιστρέψει στην ΚΟΣΜΟΣ Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ στην περίπτωση που πετύχει η Έφεση. Η εναγόμενη 3-αιτήτρια πρόκειται για φερέγγυα εταιρεία που εάν χάσει την έφεση θα είναι σε θέση να πληρώσει το ποσό της απόφασης. Εξάλλου το εχέγγυο είσπραξης οφειλόμενου ποσού από τον ενάγοντα είναι διασφαλισμένο δυνάμει τις πρόνοιες του νόμου 96

(1)/
  1. Γίνεται αποδεκτό όπως ο ενάγοντας καταθέσει τραπεζική εγγύηση προς διασφάλιση του ποσού που θα του πληρώσει η Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Δεν έχει εκδοθεί τραπεζική εγγύηση για την πληρωμή και ο ενάγοντας διά μέσω του Δικηγόρου του έχει πληροφορήσει τους δικηγόρους της εναγόμενης 3-αιτήτριας ότι έχει δώσει οδηγίες να καταχωρηθεί ένταλμα κινητής περιουσίας προκειμένου να εκτελεστεί η Δικαστική απόφαση. Ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και προβάλει με την ένσταση του τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α)Το επίδικο δυστύχημα που τραυματίστηκε ο Ενάγοντας επεσυνέβηκε την 15/12/2009 και η απόφαση εξεδόθηκε την 22/2/2019, χωρίς να ικανοποιηθεί μέχρι σήμερα η απόφαση. β) Ο Ενάγοντας ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο επίδικο δυστύχημα δικαιούται να αποκτήσει τα δικαιώματα του από την δικαστική απόφαση. γ) Οι Εναγόμενοι ελάχιστες πιθανότητες έχουν για επιτυχία της έφεσης τους. Αντίθετα ο Ενάγοντας έχει μεγάλες πιθανότητες για επιτυχία της αντέφεσης του ειδικά στο θέμα της ευθύνης, γεγονός που θα αυξήσει το ποσό της απόφασης προς όφελος του. δ) Το ποσό της Δικαστικής απόφασης και των Εξόδων που θα καταβάλουν οι Εναγόμενοι 3 είναι πλήρως εξασφαλισμένο, διότι ο κύριος λόγος της Έφεσης τους, αλλά και γενικά ο χειρισμός της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο αφορούσε ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 3 δεν καλύπτουν το επίδικο δυστύχημα και δεν παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη και ότι ασφαλιστική κάλυψη παρέχουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 και το Ταμείο Ασφαλιστών. Μηχανοκινήτων Οχημάτων. ε) Οι Εναγόμενοι 3 έχουν συμμορφωθεί με την απόφαση και έχουν καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα των Εναγόμενων 1 και
  2. στ) Ο Ενάγοντας επικοινωνούσε απευθείας με τους Εναγόμενους 3 και ειδικά με την Ενόρκως Δηλούσα κα XXXXX Ηλία και αξιούσε πληρωμή της Δικαστικής απόφασης. ζ) Η κα XXXXX Ηλία παρέπεμψε τελικά τον Ενάγοντα στην κα Ερωτοκρίτου γι' αυτό και ο δικηγόρος του επικοινώνησε με την κα Ερωτοκρίτου. Η ένσταση στηρίζεται ως προς τα πραγματικά της δεδομένα σε ένορκη δήλωση που καταχώρησε ο ενάγοντας. Ανέφερε σ' αυτή ότι, μεταξύ άλλων, το δυστύχημα εις το οποίο τραυματίσθηκε είχε συμβεί την 15/12/2009 ενώ η απόφαση εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα την 22/2/
  3. Πληρώθηκαν τα έξοδα της αγωγής των εναγόμενων 1 και 2 αλλά όταν επικοινώνησε με την XXXXX Ηλία και στην συνέχεια με τον δικηγόρο του ανακάλυψε ότι το ποσό της απόφασης δεν είχε πληρωθεί εν αναμονή της εκδίκασης της έφεσης με το αποτέλεσμα της. Του ζητήθηκε προκειμένου η απόφαση να πληρωθεί να προμηθεύσει τραπεζική εγγύηση. Μετά την εν λόγω πληροφόρηση έδωσε οδηγίες του Δικηγόρου του να προχωρήσει με την εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης. Επίσης, είναι θέση του ότι η έφεση έχει λίγες πιθανότητες επιτυχίας και ότι αντιθέτως, η αντέφεση του θα πετύχει με την οποία θα αυξηθεί το ποσό των επιδικασθέντων αποζημιώσεων προς όφελος του. Κύριο θέμα της υπεράσπισης των εναγόμενων 3 ήταν ότι δεν ήταν υπόχρεοι να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη για το δυστύχημα και ότι ασφαλιστική κάλυψη για τις απώλειες και τις ζημιές του ενάγοντα θα έπρεπε να παρέχεται διά μέσω των εναγόμενων 1 και 2 καθώς και το Ταμείο Ανασφάλιστων Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Με την πρωτόδικη απόφαση το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων 3-αιτητών να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη για το δυστύχημα και αυτός είναι ο λόγος που αναγκάστηκαν να καταβάλουν τα έξοδα των εναγόμενων 1 και 2 στην αγωγή. Στην περίπτωση που πετύχει η έφεση το ποσό που θα του καταβάλουν οι εναγόμενοι θα τους καταβληθεί από το Ταμείο Ανασφάλιστων Μηχανοκίνητων Οχημάτων το οποίο εμφανίστηκε στην αγωγή εκ μέρους τους εναγόμενου 1 και αμφισβήτησε την αξίωση των εναγόμενων 3 εναντίον τους. Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε μεταξύ των εναγόμενων 1, 2 και 3 είναι στο φάκελο της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αίτηση βασίζεται στην Δ.35 θ.18, 19 η οποία προνοεί ότι με την καταχώρηση εφέσεως δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης κατόπιν αιτήσεως. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.35 θ.18,19 είναι το O. 58 rr. 15a,
  4. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1955 σελ. 1284 η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης είναι ευρεία και δεν περιορίζεται από οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής (rule of practice). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπέρ της έκδοσης διαταγής για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μόνο όταν ο αιτητής δείξει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την απόκλιση του γενικού κανόνα ότι ο διάδικος που έχει επιτύχει στην αγωγή έχει το δικαίωμα να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση. Στην Αγγλική απόφαση Monk v Bartram [1891] 1 Q.B. 346 λέχθηκε ότι η ένδειξη του αιτούντος ότι η έφεση του έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας δεν αποτελεί ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής . Βεβαίως παρά του γεγονότος ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι καλές αυτός δεν αποτελεί ιδιαίτερος λόγος για την χορήγηση διατάγματος αναστολής (Βλ. EYRIK & Others 1 C.L.R. 625
(1986). Στην περίπτωση όμως που συντρέχουν βάσιμοι ειδικοί λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει τουλάχιστον ότι η έφεση που έχει καταχωρηθεί δεν είναι εντελώς χωρίς ουσία. Αυτή η προϋπόθεση είναι αναγκαία διά να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αιτητής δεν έχει καταχωρήσει την έφεση για επιπόλαιους λόγους, ήτοι μόνο για να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης, αλλά επειδή πράγματι επιθυμεί να προωθήσει τα νομικά του δικαιώματα. Αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση, EYRIK, πιο πάνω, είναι ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι να εξετάσει όλους τους παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον του και έπειτα να ζυγίσει τα δύο συμφέροντα τα οποία είναι αντίθετα μεταξύ τους δηλαδή αφενός το συμφέρον του διάδικου που έχει πετύχει πρωτόδικα να απολαύσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την πρωτόδικη απόφαση και αφετέρου το συμφέρον του διάδικου που έχει καταχωρήσει την έφεση, στην περίπτωση που η έφεση θα έχει επιτυχία αυτή να μην είναι χωρίς αποτέλεσμα εξαιτίας της εκτέλεσης της απόφασης κατά το διάστημα που η έφεση ακόμη εκκρεμούσε. "Two are the competing principles that should in each case be weighed in the light of the facts of the case. The first aims to protect the rights of the successful litigant. He is entitled to the fruits of his success notwithstanding the challenge of the decision by way of appeal. The finality attached to first instance judgments is not suspended when challenged by appeal. The imprint of finality attaches thereto unless reversed by the Court of Appeal. Under our judicial system finality is not dependent upon confirmation on appeal. On the other end of the scale there is the right of appeal. This is the second basic principle to which the Court should have regard in exercising its discretion under O.35 r.18. It is a right given by law and its efficacy must be sustained. Its exercise must not be allowed to dwindle into a theoretical measure.An equilibrium must be maintained between the principles of finality of first instance judgements and the preservation of the efficacy of the right to appeal." Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και θα πρέπει να κρίνεται με τις δικές τις περιστάσεις. Tο Δικαστήριο οφείλει, ώστε να επιτευχθεί η εξισορρόπηση των δύο, πιο πάνω, αντιθέτων συμφερόντων, να λάβει υπόψη του τους ακόλουθους παράγοντες: Το ύψος του ποσού της απόφασης, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων που πρέπει να πληρώσουν το ποσό που προνοείται στην απόφαση, ως και επίσης την οικονομική κατάσταση των διαδίκων που θα πληρώσουν το ποσό της απόφασης. ( Βλ. Cropper v Smith [1883] 24 Ch. D. 305). Περαιτέρω, συμφώνως των όσων έχουν λεχθεί στην απόφαση Cropper v Smith, πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του την καθυστέρηση που έχει σημειωθεί από διάδικο να καταχωρήσει αίτηση με την οποία ζητεί την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, παρά την διαπίστωση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αναστολής. " I do not mean by this to favour the idea that parties may come at any time to this Court, or that this Court will after great delay entertain a renewal of an application which has been refused by the Court below. The party who has delayed must shew why he has delayed, and probably would not get an order, unless he either gives a satisfactory explanation of the delay or comes on new grounds." ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η πρωτόδικη απόφαση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην αίτηση. Η παρούσα αίτηση καταχωρείται καθυστερημένα σχεδόν δύο χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης και την καταχώρηση της Έφεσης. Ο λόγος που τώρα έχει καταχωρηθεί η αίτηση είναι επειδή οι εναγόμενοι 3-αιτητές δεν έχουν πληρώσει το οφειλόμενο ποσό της απόφασης και ο ενάγοντας προτίθεται να προχωρήσει σε μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης. Με την πρωτόδικη απόφαση έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα για τα ακόλουθα ποσά ως η σελίδα 43 της απόφασης. Κατά συνέπεια αν και εφ' όσον ο εναγόμενος αρ.1 κρίνεται ως υπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 80%, και επί τη βάσει αυτού του ποσοστού ευθύνης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.3 τα ακόλουθα ποσά:
(1)€72.000 (€90.000x80%:100%) ως γενικές αποζημιώσεις 3 τις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστηκε και τις συνέπειες τους,
(2)€16.000 ως η απώλεια της εργασιακής του ικανότητας (€20.000x80%:100%) και
(3)€21.124 (€26.405x80%: 100%) ως οι ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσά των €72.000 και των €16.000 θα φέρουν τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 15.12.2009, ημερομηνία κατά την οποίαν συνέβηκε το δυστύχημα, μέχρι να εξοφληθούν. Το ποσόν των €21.124 θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από την 6.10.2011, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, μέχρι να εξοφληθεί. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.
  1. Η αγωγή σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ.1 και 2, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ.1 και 2 και εναντίον του ενάγοντος. Περαιτέρω, εκδίδεται διαταγή διά της οποίας οι εναγόμενοι αρ.3 διατάσσονται να καταβάλουν στον ενάγοντα και τα έξοδα τα οποία αυτός διετάχθηκε να καταβάλει στους εναγομένους αρ.1 και
  2. Η απαίτηση των εναγομένων αρ.3 εναντίον των εναγομένων αρ.2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επειδή η εκδίκαση της απαίτησης αυτής έγινε στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής, δεν εκδίδεται διαταγή για τα έξοδα. Περαιτέρω, η αγωγή έχει απορριφθεί σε όση έκταση αφορά τους εναγόμενους 1 και 2 και τα έξοδα αυτής έχουν επιδικασθεί εναντίον του ενάγοντα. Παράλληλα έχουν διαταχθεί οι εναγόμενοι 3 να καταβάλουν τα έξοδα τα οποία διατάχθηκε ο ενάγοντας να καταβάλει στους εναγόμενους 1 και
  3. Η απαίτηση των εναγόμενων 3 εναντίον των εναγόμενων 2 απέτυχε και απορρίφθηκε. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων 2 έναντι των εναγόμενων 3 είχε πετύχει. Ήταν θέση των εναγόμενων 3 - αιτητών ότι θα πρέπει να χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία για την αναστολή της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης επειδή θεωρούν βέβαιη την πρόγνωση της έφεσης ως προς την επιτυχία της. Αυτό επειδή το Δικαστήριο αντί να εκδώσει απόφαση κατά του εναγόμενου 1 στην αγωγή με την οποία να καθορίζεται η ευθύνη του και το ποσοστό της αμέλειας του για το δυστύχημα το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 χωρίς να επιδικάσει αποζημιώσεις εναντίον του ως αδικοπραγούντας κατά το ποσοστό των 80% που αποφασίσθηκε πρωτόδικά ότι ήταν ο βαθμός της ευθύνης. Περαιτέρω, εγείρουν σειρά από λόγους εφέσεως που αφορούν το ύψος των αποζημιώσεων που έχουν επιδικασθεί προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων
  4. Τέλος, προβάλουν ως λανθασμένη, με διάφορους λόγους εφέσεως, την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την συμφωνία πώλησης του οχήματος μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2 και την συνέπεια αυτής της πράξης αναφορικά με τις συμβατικές υποχρεώσεις των εναγόμενων 3 ως παρέχουσα ασφαλιστική κάλυψη στους εναγόμενους 2 σε σχέση με το εμπλεκόμενο όχημα. Ο άλλος σημαντικός λόγος που θεωρούν ότι η θεραπεία θα πρέπει να χορηγηθεί είναι επειδή εκείνοι είναι φερέγγυοι αλλά ο ενάγοντας όχι επειδή αρνείται να τους παρέχει τραπεζική εγγύηση προκειμένου να του πληρώσουν το ποσό εν αναμονή του αποτελέσματος στην έφεση. Την αντίπερα θέση έχει προβάλει ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης έναντι του ενάγοντα και ότι το μόνο πιθανό αποτέλεσμα στην Έφεση είναι η ακύρωση της πρωτόδικής κρίσης ως προς την συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ποσό που θα πρέπει να πληρώσουν οι εναγόμενοι 3 - αιτητές. Αναφορικά με την ανησυχία των εναγόμενων 3-αιτητών ότι ο ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει χρήματα της απόφασης στην περίπτωση που ακυρωθεί η απόφαση ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι 3-αιτητές θα μπορέσουν να ανακτήσουν τα χρήματα τους από το Ταμείο Ανασφάλιστων Οδηγών εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί Έφεση εναντίον του ενάγοντα σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης που έχει καταλογιστεί πρωτόδικα στο ποσοστό των 80% σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου
  5. Περαιτέρω, οι αιτητές-εναγόμενοι 3 δεν έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει χρήματα που μπορεί να κληθεί να επιστρέψει εάν μειωθούν οι αποζημιώσεις που είχαν υπολογισθεί προς όφελος του με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Διά να εκτιμήσω το βάσιμο των επιχειρημάτων των μερών ως προς την πιθανότητα της έφεσης εξέτασα τους λόγους έφεσης που επισυνάπτονται στην αίτηση ως τεκμήριο Β. Ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά το ποσό που επεδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντα σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις, ήτοι το ποσό των €26,405.
  6. Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά το ποσό που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντα για μελλοντικές επεμβάσεις ήτοι το ποσό των €15,000.
  7. Ο τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης αφορά τον τρόπο που το Δικαστήριο αξιολόγησε συγκεκριμένη μαρτυρία στην υπόθεση ώστε να καταλήξει σε πραγματικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν εν τέλει υπέρ του ενάγοντα. Ο πέμπτος και έκτος λόγος έφεσης ασχολούνται με ζητήματα που άπτονται το ύψος των αποζημιώσεων. Ο έβδομος, όγδοος και ένατος λόγος έφεσης δεν αφορούν τον ενάγοντα αλλά αφορούν εύρημα του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο η εναγόμενη 3-αιτήτρια ήταν υπόχρεα να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για την ευθύνη του εναγόμενου 1 σε σχέση με το δυστύχημα και την απαίτηση του ενάγοντα. Στην περίπτωση που αυτοί οι λόγοι έφεσης πετύχουν δεν επηρεάζουν την απαίτηση του ενάγοντα αλλά επιτρέπουν στην εναγόμενη 3 να ανακτήσει το ποσό που θα έχει πληρώσει στον ενάγοντα από τους άλλους διαδίκους. Ο δέκατος λόγος έφεσης αφορά την καταβολή και τον καταμερισμό των εξόδων της αγωγής και όχι ζήτημα με το οποίο ασχολείται η αίτηση που αφορά μόνο την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα. Οι μόνοι λόγοι έφεσης που πραγματικά αφορούν τον ενάγοντα είναι αυτοί που καταπιάνονται με το ύψος των αποζημιώσεων. Οι άλλοι λόγοι έφεσης αφορούν την υποχρέωση της εναγόμενης 3 να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη σε σχέση με την ευθύνη του εναγόμενου 1 για το δυστύχημα. Δεν μπορώ να προκρίνω με βεβαιότητα κατά πόσο οι λόγοι έφεσης που αφορούν τις αποζημιώσεις του ενάγοντα θα πετύχουν. Μάλιστα ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος έφεσης αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συγκεκριμένων μαρτύρων για το θέμα του ύψους των αποζημιώσεων. Επειδή αυτοί οι λόγοι καταπιάνονται με ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας είναι αδύνατον να εκτιμηθεί εκ των προτέρων πιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτών των λόγων έφεσης. Κατά συνέπεια δεν έχει εφαρμογή η απόφαση Christakis Pilides Construction Ltd ν Philpool Ltd Πολιτική Έφεση 185/19 12 Ιουνίου 2020 στην οποία με είχαν παραπέμψει οι εναγόμενοι 3-αιτητές. Σε εκείνη την υπόθεση το Εφετείο ήταν σε θέση να προκρίνει με κάποια σιγουριά το αποτέλεσμα της καταχωρηθείσας έφεσης επειδή οι λόγοι έφεσης λαμβάνοντας υπόψη την παράμετρο της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης, εδραζόταν σε νομικά ζητήματα που διέπονται από το Νόμο και παγιωμένη νομολογία. Επομένως το Δικαστήριο ήταν σε θέση να καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ήταν ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της Εφεσείουσας και να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης με τους όρους που η Εφεσείουσα είχε εισηγηθεί. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση τέτοια εκτίμηση σε σχέση με τους λόγους έφεσης που αφορούν το ύψος των αποζημιώσεων που αποδόθηκαν στον ενάγοντα είναι αδύνατον να γίνει και έτσι ισχύει αυτό που λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Χριστόφου ν Ελληνας Σολωμονίδης Μωσαϊκά Λτδ. ECLI:CY:AD:2021:A14, Πολιτική Έφεση 435/2019 ημερομηνίας 20 Ιανουαρίου 2021 ήτοι, ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι οριακής σημασίας για να προκρίνουν την τύχη της αίτησης. Αυτό επειδή η πραγματική προοπτική της έφεσης και το βάσιμο των λόγων έφεσης δεν καταδεικνύει βεβαιότητα επιτυχίας. Δεν είναι γνωστό ποιος λόγος έφεσης από τους πολλούς λόγους έφεσης μπορεί να πετύχει στην έφεση. Ακόμη και εάν αυτή η εκτίμηση ήταν εφικτή να γίνει είναι αδύνατον για το Δικαστήριο να προκρίνει τι ποσοστό των αποζημιώσεων θα έπρεπε ο ενάγοντας να επιστρέψει στους εναγόμενους 3 στην περίπτωση που κάποιος λόγος έφεσης που αφορά τις αποζημιώσεις πετύχει. Τούτο έχει την σημασία του διότι εν τέλει το ποσό που θα κληθεί ο ενάγοντας να επιστρέψει μπορεί να είναι μικρό ή ανύπαρκτο και έτσι δεν έχει νόημα να στερηθεί ολοκληρωτικά το ποσό που έχει να λάβει με βάση την απόφαση μέχρι να αποπερατωθεί η έφεση. Η όλη κατάσταση των πραγμάτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο ένεκα του γεγονότος ότι ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει και αντέφεση προκειμένου να αντιστρέψει μέρος της απόφασης που τον έχει καταστήσει κατά 20% συνυπεύθυνο για την πρόκληση του δυστυχήματος στην βάση της αρχής της συντρέχουσας αμέλειας. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των εναγόμενων 3-αιτητών ότι με βεβαιότητα θα ανατραπεί εκείνο το μέρος της απόφασης που αφορά τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις του ενάγοντα δεν ευσταθεί και έτσι αυτός ο παράγοντας δεν είναι λόγος που να επιδρά στην κρίση μου για να εκτιμήσω θετικά το αίτημα των αιτητών-εναγόμενων
  8. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση που καταπιάστηκε με όλα τα επίδικα θέματα. Ως προς το δεύτερο επίδικο θέμα κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν συμβατική υποχρέωση να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη στον εναγόμενο 1 για το δυστύχημα σχετική αναφορά γίνεται στην σελίδα 37 της απόφασης (βλ. τεκμήριο Α στην αίτηση). «Όσον αφορά στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα της πλευράς των εναγομένων αρ. 3 περί ακυρότητας του καλυπτικού σημειώματος (τεκμήριο 28) και του ασφαλιστηρίου εγγράφου (τεκμήριο 4) και/ή περί της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2, παρατηρούνται και διαπιστώνονται τα εξής: (α) Ως ο εναγόμενος αρ.1 XXXXX Θεοδούλου (Μ.Υ.1) και ο XXXXX Βασιλείου (Μ.Υ.5) εδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η συμφωνία πώλησης του αυτοκινήτου, η οποία συνήφθηκε μεταξύ του πρώτου και των εναγομένων αρ.2, περιελάμβανε τον ρητό όρο πως η μεταβίβαση της κυριότητας και η εγγραφή του επ' ονόματι του πρώτου θα ελάμβανε χώρα αμά τη εξοφλήσει της τιμής πώλησης. Η τιμή πώλησης θα εξοφλείτο μεταγενέστερα με δόσεις. Για το λόγον αυτό οι εναγόμενοι αρ.2, ως οι ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου, μερίμνησαν, ιδίοις εξόδοις, για την ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου όταν αυτό παρεδόθηκε στον εναγόμενο αρ.
  9. Μετά την παράδοση του αυτοκινήτου στον εναγόμενο αρ.1 αυτός το οδηγούσε με την σύμφωνη γνώμη και την εξουσιοδότηση των εναγομένων αρ.
  10. Μετά το δυστύχημα, οι εναγόμενοι αρ.2 παρέλαβαν το αυτοκίνητο ως οι ιδιοκτήτες του. Η μαρτυρία αυτή δεν αντεκρούσθηκε με την παρουσίαση θετικής, πλήρους και αξιόπιστης μαρτυρίας περί του αντιθέτου. Δεν επαρουσιάσθηκε θετική, πλήρης και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να παρουσιάζει μια άλλην συνεννόηση μεταξύ του εναγομένου αρ.1 και των εναγομένων αρ.2, εν σχέσει με τους όρους πώλησης του αυτοκινήτου, δεν επαρουσιάσθηκε θετική, πλήρης και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία παρουσιάζει τον εναγόμενο αρ.1 ως το πρόσωπο το οποίο ανέλαβε, ιδίοις εξόδοις, την ασφάλιση του αυτοκινήτου και ούτε επαρουσιάσθηκε μαρτυρία η οποία να παρουσιάζει τον αρ.1 να διατηρεί την κατοχή του αυτοκινήτου μετά από το δυστύχημα. Εν όψει τούτων, διαπιστώνεται πως, κατά το χρόνο συνομολόγησης του καλυπτικού σημειώματος και του ασφαλιστηρίου εγγράφου (τεκμήρια 28 και 4, αντιστοίχως) ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου ήσαν οι εναγόμενοι αρ.
  11. Συνεπώς, οι περί τούτου δηλώσεις τους προς τους διαμεσολαβητές «Stelios Insurance Agencies Ltd" ήσαν ακριβείς. Διαπιστώνεται, επίσης, πως κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το δυστύχημα, ο εναγόμενος αρ.1 οδηγούσε το αυτοκίνητο κατ' εξουσιοδότησιν των εναγομένων αρ.2, ως η επίδικη ασφαλιστική κάλυψη επιτρέπει. Για τους λόγους αυτούς ουδεμία ακυρότητα του πιστοποιητικού κάλυψης και του ασφαλιστηρίου εγγράφου (τεκμήρια 28 και 4, αντιστοίχως) συντρέχει. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος αρ.1 εκαλύπτετο από έγκυρη και εν ισχύι ασφάλεια, για την οποίαν υπεύθυνοι ήσαν οι εναγόμενοι αρ.3». Ενόψει της πιο πάνω αιτιολογημένης απόφασης οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης που καταπιάνονται με το κατά πόσο η εναγόμενη 3 - αιτήτρια ήταν υπεύθυνη να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για το δυστύχημα θα πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα της απόφασης. Αυτή δεν είναι από τις περιπτώσεις που είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να συμπεραίνει ότι η έφεση αναγκαστικά θα πετύχει. Τούτο διότι ανάλυση της πιο πάνω απόφασης είναι αναγκαία προκειμένου να γίνει εκτίμηση ως προς το βάσιμο των σχετικών λόγων εφέσεως. Υπό το φως των, πιο πάνω, επιχειρημάτων για την πειστικότητα και την δύναμη των λόγων εφέσεως η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι παράγοντας που επιμετρά σημαντικά στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να στερήσει από επιτυχόντα διάδικο τον καρπό της επιτυχίας του βάση τελεσίδικης απόφασης. Η αιτήτρια-εναγόμενη 3 δεν έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία για να καταδείξει ότι ο ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην περίπτωση που όλη ή μέρος της απόφασης ανατραπεί κατ' έφεση. Δεν έχει καταδείξει ότι η άρνηση του ενάγοντα να καταχωρήσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό της απόφασης συνιστά αδυναμία να πληρώσει τα τέλη για να πραγματοποιηθεί η έκδοση της τραπεζικής εγγύησης. Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τους οικονομικούς πόρους που έχει στην διάθεση του ο ενάγοντας προκειμένου να επιστρέψει το ποσό της απόφασης. Το ποσό που επιδικάσθηκε προς όφελος του με την απόφαση αφορούσε αποκατάσταση του σε σχέση με απώλειες και τραύματα που είχε υποστεί ως συνέπεια δυστυχήματος που έγινε το
  12. Οι εναγόμενοι 3 δεν έχουν εφεσιβάλει εκείνο το μέρος της απόφασης που να αφορά το ποσοστό της ευθύνης του εναγόμενου 1 για το δυστύχημα κατά συνέπεια, ακόμη και να ανατραπεί μέρος της απόφασης που να αφορά τις αποζημιώσεις δεν είναι δυνατόν να κληθεί ο ενάγοντας να επιστρέψει όλο το ποσό που έχει επιδικασθεί προς όφελος του με την απόφαση. Τουναντίον, είναι πιθανό το ποσό να αυξηθεί ενόψει αντέφεσης που έχει καταχωρήσει εναντίον πρωτόδικης κρίσης ότι είναι κατά 20% συνυπεύθυνος βάση της αρχής της συντρέχουσας αμέλειας για το δυστύχημα. Στην υπόθεση Χριστόφου ν Ελληνας Σολωμονίδης Μωσαϊκά Λτδ., πιο πάνω, το Εφετείο υπέδειξε ότι πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκειμένου να προβλεφθεί με βάση τα στοιχεία, «ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης δεν υπάρχει προοπτική ανάκτησης από τον εφεσείοντα του ποσού που επιδικάστηκε πρωτοδίκως υπέρ της εφεσίβλητης». Κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση με βάση το μοναδικό στοιχείο που η αιτήτρια-εναγόμενη 3 έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ήτοι, την απλή άρνηση του ενάγοντα να παρέχει εις αυτούς τραπεζική εγγύηση για την καταβολή του ποσού, άρνηση για την οποία θα μπορούσε να υπάρχουν πολλοί και ποικίλοι λόγοι, περιλαμβανομένου και άρνηση του ενάγοντα ως επιτυχόντας διάδικος να υποστεί τα έξοδα έκδοσης τέτοιας τραπεζικής εγγύησης για χρόνια μέχρι να δικαστεί η έφεση χωρίς να είναι σε θέση να ανακτήσει από κάποιο άλλο τα έξοδα αυτής στην περίπτωση που επικυρωθεί η απόφαση. Αναφορικά με το επιχείρημα του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι στην περίπτωση που ακυρωθεί εκείνο το μέρος της απόφασης που αφορά την υποχρέωση της αιτήτριας- εναγόμενης 3 να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για το δυστύχημα αυτή δεν θα είναι εκτεθειμένη επειδή θα αναλάβει να πληρώσει το Ταμείο Ανασφάλιστών Οδηγών για λογαριασμό του εναγόμενου 1 δυνάμει το άρθρου 28 του Ν.96
(1)/2000 αφού το Ταμείο εμφανίστηκε στην αγωγή και υπεράσπισε την αγωγή για λογαριασμό του εναγόμενου 1 με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 28, πρόκειται για ενδεχόμενο που δεν είναι εκτός του πεδίου των πιθανοτήτων ανάλογα με το αποτέλεσμα της Έφεσης. Παραθέτω πιο πάνω το άρθρο 28 του Ν.96
(1)/2000: 28.-
(1)Το Ταμείον Ασφαλιστών δεσμεύεται έναντι του Υπουργού από συμφωνία που στο εξής θα αναφέρεται ως "η Βασική Συμφωνία", που υπογράφεται κατά καιρούς μεταξύ του Ταμείου Ασφαλιστών και του Υπουργού και δημοσιεύεται με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία το Ταμείον Ασφαλιστών αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, αποζημιώσεις προς τρίτα πρόσωπα.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, τρίτα πρόσωπα θεωρούνται και πρόσωπα που έχουν υποστεί σωματική βλάβη ή έχουν αποθάνει ως αποτέλεσμα ευθύνης αγνώστων οδηγών.
(3)Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, η Βασική Συμφωνία δε θα ερμηνεύεται κατά τρόπο που να δημιουργεί, υπέρ του απαιτητή, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Ταμείου Ασφαλιστών. Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη προκύπτει, ότι ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να ανακτήσει το ποσό από το Ταμείο στην περίπτωση που ο υπαίτιος οδηγός του δυστυχήματος κριθεί εν τέλει ως ανασφάλιστος. Στην περίπτωση που ήθελε ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση υποθέτω ότι υπάρχει μία διέξοδος για την ασφαλιστική εταιρεία να ανακτήσει τα χρήματα της από το Ταμείο αν και αυτό φαίνεται νομικά να είναι μία περίπλοκος και έμμεση οδός ενόψει των προνοιών του άρθρου 32 πιο κάτω: Διαδικασία καταβολής αποζημίωσης από το Ταμείον Ασφαλιστών 32. Η διαδικασία που ακολουθείται για την καταβολή αποζημίωσης από το Ταμείον Ασφαλιστών καθορίζεται στη Βασική Συμφωνία: Νοείται ότι, για το σκοπό καταβολής αποζημίωσης προς τρίτα πρόσωπα, το Ταμείον Ασφαλιστών δε θα απαιτεί από τα πρόσωπα αυτά να αποδείξουν ότι το πρόσωπο που ευθύνεται για το ατύχημα δε διαθέτει τα οικονομικά μέσα ή αρνείται να πληρώσει. Παρά την περιπλοκότητα που δυνατόν να δημιουργήσει μία τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων ο τελευταίος που θα πρέπει να τον απασχολεί το ζήτημα είναι ο ενάγοντας που σε κάθε περίπτωση δικαιούται αποζημίωση για αποκατάσταση από τους υπαίτιους του δυστυχήματος και έτσι τυχόν δυσκολία κατά την εκπόνηση πρακτικών λύσεων για ένα υπαρκτό πρόβλημα δεν είναι λόγος διά να αποστερηθεί ο ενάγοντας την αποζημίωση που δικαιούται και που έρχεται πολύ καθυστερημένα, ήτοι πέραν των 10 ετών μετά το δυστύχημα. Το ότι εν τέλει ο ενάγοντας έχει δικαίωμα σε αποκατάσταση της απώλειας του ανεξάρτητα από την κρίση του Εφετείου σε σχέση με τους λόγους έφεσης που αφορούν την υποχρέωση της εναγόμενης 3-αιτήτριας να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για το δυστύχημα το αναγνωρίζει και η αιτήτρια η οποία έχει επιχειρηματολογήσει ότι το εχέγγυο είσπραξης οφειλόμενου ποσού από τον ενάγοντα είναι διασφαλισμένο δυνάμει τις πρόνοιες του νόμου 96
(1)/2000. Το ζήτημα της καθυστέρησης εν τέλει είναι και ο τελευταίος και καθοριστικός παράγοντας που επιδρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας ενόψει και της αδυναμίας της αιτήτριας-εναγόμενης 3 να αποδείξει ότι η αναστολή είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλισθεί η προοπτική της Έφεσης. Η Δικαστική απόφαση εκδόθηκε πριν από δύο χρόνια. Η Έφεση καταχωρήθηκε πριν από δύο χρόνια όμως η αιτήτρια-εναγόμενη 3 δεν αποτάθηκε παράλληλα για να ζητήσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Στο διάστημα αυτό η αιτήτρια-εναγόμενη 3 δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό στον ενάγοντα παρόλο ότι αυτός είχε αποταθεί σε λειτουργό της ασφαλιστικής εταιρείας ώστε να του καταβληθεί η πληρωμή. Είναι μόνο όταν πληροφορήθηκε μέσω του Δικηγόρου του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση ότι υπήρχε πρόθεση να καταχωρήσει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Για περίοδο δύο ετών ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση δεν έχει κατορθώσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του με βάση την πρωτόδικη απόφαση. Με την έκδοση διατάγματος αναστολής θα συμβιβάζεται η αρχή της τελεσιδικίας διότι θα εξακολουθεί να στερείται ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας του ενώ θα παρέχεται παράλληλα στην εναγόμενη 3-αιτήτρια το δικαίωμα να μην πληρώσει όταν η ίδια έχει καθορίσει τον χρόνο για το δικαίωμα της να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή χωρίς να δώσει εξηγήσεις για την εν λόγω καθυστέρηση. Η αίτηση για αναστολή της απόφασης θα έπρεπε να είχε γίνει παράλληλα με την καταχώρηση της έφεσης ή σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της έφεσης. Εξάλλου ο λόγος που ζητείται η αναστολή είναι για να μην είναι χωρίς αποτέλεσμα η έφεση στην περίπτωση που πετύχει. Επομένως, η πέραν των δύο χρόνων καθυστέρηση υποδηλεί ότι η καταχώρηση της αίτησης δεν έγινε μόνο για να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα της εναγόμενης 3-αιτήτριας στην περίπτωση που πετύχει η έφεση. Σε αντίθεση με τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση που δεν έχουν ακόμη πληρωθεί, τα δικηγορικά έξοδα των εναγόμενων 1 και 2 έχουν πληρωθεί παρόλο ότι έχει καταχωρηθεί Έφεση και για εκείνο το μέρος της απόφασης. Υπό αυτές τις συνθήκες η περαιτέρω στέρηση του ενάγοντα των καρπών της επιτυχίας του, όταν δεν έχει καταδειχθεί το βάσιμο των ανησυχιών της εναγόμενης 3-αιτήτριας δύο χρόνια μετά την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα για την αποκατάσταση της απώλειας και τραυμάτων που έχει υποστεί συνέπεια δυστυχήματος, είναι μέτρο άδικο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.