← Κύπρος

MARFUT ν. CHRISTOFER JAMES SMITH κ.α., Αρ. Αγωγής: 3560/18, 30/3/2021

MARFUT ν. CHRISTOFER JAMES SMITH κ.α., Αρ. Αγωγής: 3560/18, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3560/18 Μεταξύ: XXXXX MARFUT, από την Ουκρανία Ενάγοντα και

  1. XXXXX CHRISTOFER JAMES SMITH, από Αγγλία
  2. EBC EASTERN BEVERAGE COMPANY LTD, από Λευκωσία
  3. ZAFORPO VENTURES LTD, από Λευκωσία
  4. TMC TRADEMARK COMPANY AG, από Λευκωσία
  5. XXXXX HART, από Αγγλία
  6. XXXXX MALCOM MASTERS WALE, από Αγγλία
  7. LLC "SPS HETMAN", από Ουκρανία
  8. FLORIN ADVISERS LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29.10.20 για επιστροφή εγγύησης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κ. Καρατσής Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 8 : κ. Χρ. Κληρίδης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 3 : κ. Λ. Ανδρέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, την 10.1.19, εκδόθηκε μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 2 να μην αποξενώσει αριθμό εμπορικών σημάτων (trademarks) και εναντίον της εναγόμενης 3, να μην εκχωρεί τη χρήση συγκεκριμένων εμπορικών σημάτων. Ο ενάγων, κατόπιν διαταγής του δικαστηρίου, την 16.1.2019, δια των δικηγόρων του, κατέθεσε ως εγγύηση το ποσό των €100.
  9. Την 27.10.20 τα εκδοθέντα διατάγματα, κατόπιν ακρόασης ακυρώθηκαν και η αίτηση απερρίφθη. Την 29.10.20 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση για την επιστροφή της πιο πάνω κατατεθείσας εγγύησης, έχουσα ως νομικό βάθρο την Δ.22, Θ.8, την Δ.48 και την Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, η εγγύηση κατατέθηκε εκ μέρους του ενάγοντα προσωπικά από τους δικηγόρους του, και μετά την ακύρωση των απαγορευτικών διαταγμάτων, η κατατεθείσα εγγύηση είναι πλέον αχρείαστη και θα πρέπει να επιστραφεί. Απαιτείται προς τούτο, η ανάλογη διαταγή του δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 8 έφεραν ένσταση στο αίτημα, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η αίτηση είναι αβάσιμη και ανεδαφική, η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και δεν στηρίζεται στο ορθό δικονομικό πλαίσιο και ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν υποστεί ζημιές και δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί μέχρι και σήμερα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ότι η αγωγή ευρίσκεται σε εξέλιξη και είναι αδύνατο στο στάδιο αυτό, οι καθ' ων η αίτηση, να υποβάλουν τις απαιτήσεις τους για την κάλυψη των ζημιών που έχουν υποστεί πριν την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση 3 στην ένσταση της, προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Επίσης, ότι η καθ' ης η αίτηση έχει υποστεί ζημιές συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος και θα προχωρήσει σε αίτηση αξιώνοντας αποζημιώσεις συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Οι πιο πάνω λόγοι προωθούνται και δια της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, αναλύοντας επί μέρους πτυχές αυτής. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων. Το δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του όσα αναφέρονται τόσο στην αίτηση, όσο και στις αντίστοιχες ενστάσεις. Έχει επίσης ενδιατρίψει και μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Εγείρεται κατ' αρχήν, δια των ενστάσεων των καθ' ων η αίτηση, θέμα ορθής δικονομικής θεμελίωσης της αίτησης και ως δικαιοδοτικό θέμα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.22, Θ.8, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία όμως δεν παρέχει δικονομικό υπόβαθρο για υποβολή τέτοιας αίτησης, ούτε και παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η Δ.22 αφορά και πραγματεύεται την καταβολή χρημάτων στο δικαστήριο (payment into court) προς ικανοποίηση αιτίας αγωγής για καταβολή χρέους ή αποζημιώσεων, και δεν έχει σχέση με την εγγύηση που παρέχεται κατά την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος. Η εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης προς εξασφάλιση για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα, πηγάζει από το Άρθρο 9

(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, και το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Στην υπόθεση Egiazaryan κ.ά v. Denoro Investments Ltd κ.ά
(2013)1 Α.Α.Δ. 409, υπεδείχθησαν τα εξής: «.... η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ Λοΐζος
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.». Η αίτηση συνεπώς για τον πιο πάνω λόγο κρίνεται απορριπτέα. Επί της ουσίας, ακόμα και να εφαρμοζόταν η Δ.22, Θ
(8), σύμφωνα με την υπόθεση Group DF Holdings Ltd κ.ά, Πολ. Αίτηση ατ.4/2019, ημερ.31.1.19, η εγγύηση δίδεται όχι προς τον καθ' ου η αίτηση, αλλά προς το δικαστήριο, το οποίο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα ενεργοποιηθεί η εγγύηση. Κατά τα λοιπά, και τόσο ως προς την υπό κρίση αίτηση, αλλά και όσα διαλαμβάνονται στις ενστάσεις, την απάντηση την δίνει το Άρθρο 32
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προνοεί ότι: «
(3)Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv απαγoρευτικόv διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς. Πληρωμή απoζημιώσεως δυvάμει τoυ εδαφίoυ τoύτoυ θα είvαι κώλυμα δι' oιαvδήπoτε αγωγήv δι' απoζημιώσεις εv σχέσει πρoς o,τιδήπoτε εγέvετo συvεπεία τoυ διατάγματoς. Και εάv τoιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή τo δικαστήριov δύvαται vα διακόψη αυτήv κατά τoιoύτov τρόπov και επί τoιoύτoις όρoις, ως ήθελε θεωρήσει τoύτo πρέπov». Ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στο Άρθρο 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, το οποίο προνοεί ότι: 7. Αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό δυνάμει των τριών προηγούμενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή με άλλο τρόπο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιμο, με αίτηση του εναγομένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος. Η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυμα για έγερση οποιασδήποτε αγωγής για αποζημίωση σε σχέση με ο,τιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγματος κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους όπως το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο». Εκ των πιο πάνω άρθρων, εξάγεται ότι το αίτημα είναι πρόωρο, αφού τελική κρίση ως προς το ζητούμενο, μπορεί να δοθεί ακόμα και μετά από την ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας της. Αλλά και στο σύγγραμμα Blackstone's Civil Practice 2013, σελ.618, παρα.37.68, επεξηγείται πως όταν διαφανεί στο δικαστήριο ότι ένα ενδιάμεσο διάταγμα δεν θα έπρεπε να δοθεί, για παράδειγμα αν ο ενάγων αποτύχει στην απαίτηση του, ο εναγόμενος μπορεί να επιζητήσει (seek) την ενεργοποίηση την ανάληψη της υποχρέωσης για αποζημίωση, με αίτηση για διάταγμα έρευνας αναφορικά με τις ζημιές (applying for an order for an inquiry as to damages). Στην περίπτωση που το διάταγμα ακυρώνεται πριν την ακρόαση της υπόθεσης, το δικαστήριο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, έχει διάφορες επιλογές, επί αιτήσεως του εναγομένου για έρευνα αναφορικά με τις ζημιές. Δεν είναι βέβαια του παρόντος να αναλυθούν αυτές, αλλά εκείνο που ξεκάθαρα προκύπτει, είναι ότι η απόρριψη και ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος πριν την εκδίκαση της αγωγής, δεν επενεργεί αυτομάτως ως απαλλαγή και της παρασχεθείσης, εκ μέρους του ενάγοντα, εγγυήσεως. Χρήσιμη παραπομπή επί του κρινόμενου θέματος, μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Greenock Navigation Co Ltd v. Tradax Ocean Transportation S.A
(1999)1 Α.Α.Δ. 852. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου, για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, ότι το αίτημα δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.