Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Comet Hatcheries Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2558/08, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2558/08 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Comet Hatcheries Ltd 2. XXXXX Παπαευσταθίου 3. XXXXX Παπαευσταθίου 4. XXXXX Παπαευσταθίου Ιωάννου 5. XXXXX Παπαευσταθίου 6. XXXXX Παπαευσταθίου 7. XXXXX Παπαευσταθίου Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 26.9.11 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Comet Hatcheries Ltd 2. XXXXX Παπαευσταθίου 3. XXXXX Παπαευσταθίου 4. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της πτωχεύσασας XXXXX Παπαευσταθίου 5. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της XXXXX Παπαευσταθίου 6. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της XXXXX Παπαευσταθίου 7. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Παπαευσταθίου Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 2.3.18 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και- 1. Comet Hatcheries Ltd 2. XXXXX Παπαευσταθίου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Παπαευσταθίου 3. XXXXX Παπαευσταθίου 4. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της πτωχεύσασας XXXXX Παπαευσταθίου 5. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της XXXXX Παπαευσταθίου 6. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας της XXXXX Παπαυεσταθίου 7. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Παπαευσταθίου Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Θ. Καουτζάνη με κα Λ. Σάββα, κα Τ. Κέντελη και κα Ι. Γεωργιάδου (ασκούμενη δικηγόρο) για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3: κ. Γ. Αδαμίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-3 το ποσό των €1.143.986,19, πλέον τόκο προς 12,5% επί του ποσού των €1.107.619,35 από τις 17.4.08 μέχρι ξοφλήσεως, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου και εγγύησης ημ. 14.6.06 καθώς επίσης και διατάγματα εκποίησης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρεται ότι κατόπιν απόφασης έγκρισης ημ. 15.5.06, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους 1, στις 14.6.06 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 δάνειο ύψους ΛΚ625.000. Ως εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραφαν εγγύηση ημ. 14.6.06, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν Υποθήκες και οι Εναγόμενοι 1 παραχώρησαν Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 19.5.95. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγομένων 1 με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της υπό κρίση συμφωνίας, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημ.1.2.08 προς τους Εναγόμενους 1-3 με την οποία τους καλούσαν να ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι Εναγόμενοι 1-3 παρέλειψαν να πράξουν τούτο, εξ ου και οι Ενάγοντες προβάλλουν τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 1-3 εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες ουσιαστικά συνίστανται στο ότι (
- i)οι όροι των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων είναι άκυροι και ή καταχρηστικοί καθότι είναι γενικοί όροι και ή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ή περιέχουν αδιαφανείς ρήτρες, (
- ii)οι συμφωνίες εγγύησης και ή Υποθηκών είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες καθότι αυτές υπεγράφησαν χωρίς οι Ενάγοντες να γνωστοποιήσουν στους Εναγόμενους τις υποχρεώσεις τους, (iii) η συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε χωρίς γνωστοποίηση στους Εναγόμενους και επομένως είναι άκυρη και (
- iv)οι Ενάγοντες με την αντισυμβατική τους συμπεριφορά προκάλεσαν τη μη εξόφληση του επίδικου λογαριασμού και ως εκ τούτου κωλύονται και ή δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά. Ανεξαρτήτως των προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι 1-3 ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπάλληλος των Εναγόντων είχε σύγκρουση συμφερόντων με την επιχείρηση των Εναγομένων 1, οι Ενάγοντες επιδείκνυαν αυθαίρετη και ή καταπιεστική και ή καταχρηστική συμπεριφορά ως προς τις υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις των Εναγομένων 1, και ενώ οι τελευταίοι ζητούσαν νέες χρηματοδοτήσεις και ή αναδιαρθρώσεις των εν λόγω διευκολύνσεων τους, οι Ενάγοντες ενίσχυσαν την καταπιεστική τους συμπεριφορά και εξανάγκασαν τους Εναγόμενους 1-3 στην παραχώρηση περαιτέρω εγγυήσεων και ή Υποθηκών και στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου ακυρώνοντας όλες τις υφιστάμενες τραπεζικές διευκολύνσεις των Εναγομένων 1. Οι Εναγόμενοι 1-3 ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου συνήφθη χωρίς την ελεύθερη συναίνεση των Εναγομένων 1 και συνεπεία ψυχικής πίεσης και ή οικονομικού εξαναγκασμού και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων, καθώς επίσης και χωρίς την ύπαρξη αντιπαροχής. Επιπλέον οι Εναγόμενοι1-3 ισχυρίζονται ότι οι Υποθήκες είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες καθότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Ν.9/65 και οι Ενάγοντες προέβησαν σε λανθασμένες εκτιμήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων, καθώς επίσης και ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν οποιαδήποτε ποσά λόγω του ότι το οποιοδήποτε ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι προϊόν δόλου και ή παράνομων χρεώσεων και ή παράνομου ανατοκισμού. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 1-3 εγείρουν Ανταπαίτηση στην οποία ισχυρίζονται επιπλέον αμέλεια, παράβαση σύμβασης και καταπιστεύματος καθώς επίσης και σύγκρουση συμφερόντων των Εναγόντων, εξ ου και ανταπαιτούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι συμβάσεις είναι άκυρες και ότι οι Εναγόμενοι 1-3 δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες καθώς επίσης και αποζημιώσεις για απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων και ή παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων τους ως επίσης και τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στην τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση τους, οι Ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά όλες τις προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1-3 κωλύονται να προβάλλουν αυτές, ότι είναι οι Εναγόμενοι 1 που αιτήθηκαν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας για την ομαλοποίηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων τους και ότι οι Εναγόμενοι 1-3 είχαν τον χρόνο να μελετήσουν και κατανοήσουν τους όρους όλων των υπό κρίση συμφωνιών και τις υπέγραψαν αποδεχόμενοι πλήρως τους όρους αυτών. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όλοι οι όροι των συμφωνιών και οι χρεώσεις δεν είναι παράνομες, αντισυμβατικές ούτε και καταχρηστικές. Στα πλαίσια ακρόασης της παρούσας Αγωγής κατέθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες, τρεις για την πλευρά των Εναγόντων και ένας για τους Εναγόμενους 1-3. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και όπως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 21.2.12 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 4-7, λόγω μη εμφάνισης τους στη διαδικασία, για το ποσό των €1.143.986,19, πλέον τόκο προς 12,5% επί του ποσού των €1.107.619,35 από τις 17.4.08 μέχρι ξοφλήσεως, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 19. Εξ ου και η Αγωγή προχώρησε για ακρόαση μόνο για τους Εναγόμενους 1-3. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Μ. Αδάμου (ΜΕ1), ο οποίος μέχρι και τις 31.12.19 ήταν λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου και από τις 2.1.20 εργοδοτείται από την εταιρεία Gordian Holdings Ltd. O ME1 αναφέρθηκε στην έκδοση δικαστικού διατάγματος ημ. 23.5.19 με το οποίο επικυρώθηκε η μεταβίβαση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς τη Gordian, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, και κατέθεσε το διάταγμα και τις σχετικές ενημερωτικές επιστολές προς τους Εναγόμενους 1-3, καθώς επίσης και όλα τα έγγραφα που αφορούν τη συμφωνία δανείου και τις εξασφαλίσεις, επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η υπό κρίση διευκόλυνση δόθηκε προς εξόφληση υφιστάμενων διευκολύνσεων έναντι των υπό κρίση εξασφαλίσεων και ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε πλήρως. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στις συνθήκες αποστολής της ενημερωτικής επιστολής από τη Gordian για τη μεταβίβαση της επίδικης διευκόλυνσης, των επιστολών τερματισμού και καταστάσεων λογαριασμού. Κλήθηκε επίσης να διευκρινίσει ποιοι εκ μέρους των Εναγόμενων 1-3 υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου και τις συμβάσεις Υποθήκης. Η δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα Χ. Ευσταθίου (ΜΕ2), η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου εδώ και 26 έτη, από το 2000 εργάστηκε σε διάφορες Μονάδες Εξυπηρέτησης Πελατών Μεγάλων και Μεσαίων Επιχειρήσεων και από το 2008 βρίσκεται στην Κεντρική Υπηρεσία Εκτελέσεων CBCs (Corporate Business Centre) στην Περιφερειακή Διεύθυνση Λευκωσίας. Η ΜΕ2 κατέθεσε για τις συνθήκες αποστολής των επιστολών τερματισμού του επίδικου δανείου τις οποίες υπέγραψε και η ίδια, επιβεβαιώνοντας ότι αυτές στάληκαν στις δηλωμένες διευθύνσεις των Εναγομένων 1-3 όπως αυτές καταγράφονται στις σχετικές συμφωνίες. Η ίδια δήλωσε πως δεν περιήλθε στην αντίληψη της οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με την αποστολή των εν λόγω επιστολών. Στην αντεξέταση της επιβεβαίωσε ότι η ανάμειξη της ίδιας τερματίστηκε με την τοποθέτηση των επιστολών στον φάκελο για αποστολή τους με ταχυδρομείο και ότι δεν είναι η ίδια που τις ταχυδρόμησε. Ο κ. Χ. Στυλιανού (ΜΕ3) ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για τους Ενάγοντες. Είναι Ορκωτός Λογιστής, από το 1995 μέχρι και σήμερα εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και κατά το 2006 εργαζόταν στον Τομέα Μεγάλων Επιχειρήσεων της Τράπεζας. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, ανάμεσα στα καθήκοντα του, ήταν η συλλογή στοιχείων, η ανάλυση και η αξιολόγηση αιτήσεων πελατών και η διαμόρφωση εισήγησης προς την αρμόδια αρχή της Τράπεζας για έγκριση αιτημάτων των πελατών. Ο ίδιος κατέθεσε ότι αυτός χειριζόταν τους Εναγόμενους 1, αναφέροντας ότι η Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα των Εναγόμενων 1 για αναδιάρθρωση των υφιστάμενων υποχρεώσεων τους με την επιστολή-απόφαση έγκρισης ημ. 15.5.06, στην οποία αναφέρονταν οι εγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι εξασφαλίσεις και όλοι οι όροι και προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 ακολούθησε η ετοιμασία και υπογραφή όλων των σχετικών εγγράφων, ήτοι της συμφωνίας χρηματοδότησης και των εξασφαλίσεων. Δήλωσε επίσης ότι οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν την εν λόγω επιστολή και την υπέγραψαν χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι αναγνωρίζει επί της επιστολής έγκρισης την υπογραφή του διευθυντή ή μετόχου που δεσμεύει τους Εναγόμενους 1. Για τους Εναγόμενους 1-3 κατέθεσε ο κ. Δ. Παπαευσταθίου (ΜΥ1), διευθυντής της C. Hatcheries Nominees Ltd η οποία είναι διευθυντής των Εναγόμενων 1 από τις 12.2.10 μέχρι σήμερα. Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι η επιστολή τερματισμού ουδέποτε στάληκε από τους Ενάγοντες και ουδέποτε παραλήφθηκε από τους Εναγόμενους 1. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του αυτός διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου δεν ασχολείτο με τις εργασίες των Εναγόμενων 1 και επομένως δεν έχει προσωπική γνώση για το τι διημείφθη τότε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων 1. Η δική του γνώση προκύπτει από τα όσα του είχε αναφέρει ο πατέρας του XXXXX Παπαευσταθίου, διευθυντής των Εναγομένων 1, ο οποίος του εξέφραζε παράπονα ότι οι Εναγόμενοι 1 είχαν αδικηθεί στην προκειμένη περίπτωση. Η μόνη ανάμειξη του ιδίου στην υπόθεση ήταν η παροχή εγγύησης την οποία υπέγραψε, δηλώνοντας ότι η Τράπεζα δεν τον εξανάγκασε να την υπογράψει αλλά ούτε και του είχε αφήσει άλλη επιλογή. Τέλος εξήγησε πως ο λόγος που ανέφερε ότι η επιστολή τερματισμού δεν στάληκε από τους Ενάγοντες ήταν ότι δεν είχε εντοπίσει τέτοια επιστολή στο αρχείο των Εναγόμενων 1 που του είχε παραδοθεί. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων 1-3 επεσήμανε ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει το διάταγμα μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς τη Gordian, εντούτοις σε αυτό δεν περιλαμβάνονται οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Ήταν η θέση του πως οι επιστολές αναφορικά με την ως άνω μεταβίβαση δεν στάληκαν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου και της εγγύησης και πως η συμφωνία δανείου δεν υπεγράφη από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των Εναγομένων 1. Εισηγήθηκε επίσης πως οι συμβάσεις Υποθήκης φαίνεται να καταρτίστηκαν προς όφελος άλλου προσώπου, ήτοι της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, και δεν υπάρχει μαρτυρία που να τη συνδέει με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και εν πάση περιπτώσει αυτές οι συμβάσεις είναι προγενέστερες της συμφωνίας δανείου και δεν την αφορούν. Ο κ. Αδαμίδης εξέφρασε τη θέση πως δεν αποδείχθηκε η αποστολή και παραλαβή των επιστολών τερματισμού και πως οι Ενάγοντες παραβίασαν τον Ν.197(Ι)/03 εφόσον δεν ενημέρωναν την Εναγομένη 3 ως εγγυήτρια για τις καθυστερήσεις του δανείου. Ως εκ τούτου ζήτησε την απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας και την έκδοση απόφασης ως η Ανταπαίτηση. Στη δική της αγόρευση η δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων 1-3 εστιάζονται στις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας δανείου και στο ότι το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο είναι προϊόν δόλου και παράνομων χρεώσεων. Η κα Καουτζάνη εξέφρασε τη θέση πως οι Εναγόμενοι 1-3 δεν προώθησαν τις δικογραφημένες τους θέσεις και προσπάθησαν να προωθήσουν μη δικογραφημένους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Αφού αναφέρθηκε στη μαρτυρία που προσάχθηκε για την κάθε πλευρά, εισηγήθηκε πως η μαρτυρία για τους Ενάγοντες ήταν καθόλα αξιόπιστη και αυτοί κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση στον απαιτούμενο βαθμό ενώ η μαρτυρία για τους Εναγόμενους 1-3 ήταν πολύ περιορισμένη και όχι ικανή να αποδείξει την Ανταπαίτηση η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής πως μέρος της μαρτυρίας των μαρτύρων των Εναγόντων παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και η παραχώρηση των σχετικών εξασφαλίσεων, εγγύησης, Υποθηκών και Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Ουσιαστικά αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης οι συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου, το ποια άτομα υπέγραψαν εκ μέρους των Εναγομένων 1 και το κατά πόσο στάληκε και παραλήφθηκε η επιστολή τερματισμού από τους Εναγόμενους 1. Για αυτά τα αμφισβητούμενα και άλλα επίδικα ζητήματα, θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατ΄ αρχάς η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με τη μεταβίβαση της επίδικης διευκόλυνσης από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στη Gordian παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Επομένως, γίνεται δεκτό πως στις 23.5.19 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian για τη μεταβίβαση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς τη Gordian, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, η οποία μεταβίβαση έγινε κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Ν.69(Ι)/15. Το διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως στο Τεκμήριο 1 δεν περιλαμβάνεται η επίδικη διευκόλυνση δεν είναι ορθή. Όπως φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο, τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των μεταβιβαζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετικών εξασφαλίσεων, περιέχονται στα Συνημμένα στο διάταγμα, τα οποία όμως δεν κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 1. Ως εκ τούτου, αυτή η παράλειψη δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία καθότι αυτό το σκέλος έχει καλυφθεί από την προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία, όπως έχει ήδη λεχθεί, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Περαιτέρω, με βάση την κοινώς αποδεκτή ή αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Στις 18.5.06 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με επιστολή της ημ. 15.5.06 προς τους Εναγόμενους 1 ενέκρινε την παροχή σε αυτούς δανείου ύψους ΛΚ625.000 με εξασφαλίσεις προσωπικές εγγυήσεις, Υποθήκες και Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί του ενεργητικού των Εναγομένων 1. Η επιστολή φέρει την υπογραφή των Εναγομένων 1 κάτω από τη δήλωση αποδοχής του περιεχομένου της και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. 2. Στις 14.6.06 υπεγράφη η σχετική συμφωνία δανείου μεταξύ των Εναγομένων 1 και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Τεκμήριο 6. 3. Στις 14.6.06 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 δυνάμει της συμφωνίας δανείου, για το ποσό των ΛΚ625.000 πλέον τόκους και έξοδα. Η συμφωνία εγγύησης αποτελεί το Τεκμήριο 7. 4. Οι Εναγόμενοι 1 παραχώρησαν τις Υποθήκες XXXXX/96, XXXXX/96, XXXXX/96, XXXXX/95 και XXXXX/96 και ο XXXXX Παπαευσταθίου παραχώρησε τις Υποθήκες XXXXX/05 και XXXXX/05 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για τα ποσά όπως αυτά καταγράφονται στις αντίστοιχες συμβάσεις Υποθήκης, Τεκμήρια 8-14. 5. Οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν και Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημ. 19.5.95 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Το Ομόλογο και τα πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 1 στην οποία αποφασίστηκε η έκδοση του Ομολόγου για το ποσό των ΛΚ100.000 πλέον τόκους και έξοδα και η εξουσιοδότηση του κ. Σ Παπαευσταθίου και της κας Φ. Παπαευσταθίου για να υπογράφουν εκ μέρους της εταιρείας, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 (α) και (β) αντίστοιχα. 6. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν το επίδικο δάνειο στους Εναγόμενους 1 στον λογαριασμό με αριθμό XXXXX5107. 7. Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 1 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας δανείου, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με επιστολή της ημ. 1.2.08 προς τους Εναγόμενους 1 τερμάτισε τη λειτουργία του πιο πάνω δανείου, κατέστησε απαιτητό το οφειλόμενο υπόλοιπο και τους κάλεσε να εξοφλήσουν αυτό. Η επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17. 8. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με επιστολές ημ. 1.2.08 προς τους Εναγόμενους 2 και 3, τους πληροφόρησε για την απαίτηση εξόφλησης του δανείου. Οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 18. 9. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ απέστειλε επιστολές ημ. 31.5.19 προς τους Εναγόμενους 1-3, Τεκμήρια 2 (α)-(γ), και η Gordian απέστειλε επιστολές της ίδιας ημερομηνίας προς τους ίδιους Εναγόμενους, Τεκμήρια 3 (α)-(γ), πληροφορώντας τους για τη μεταβίβαση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Στα πλαίσια αξιολόγησης του κάθε μάρτυρος ξεχωριστά, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 βασικά περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος γνώριζε λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων του στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ακολούθως στη Gordian. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη αναφορά του ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ παρέδωσε στη Gordian δυνάμει συμφωνίας ημ. 23.5.19 όλα τα έγγραφα που αφορούν στην υπό κρίση διευκόλυνση και ότι ο ίδιος συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ενόσω εργαζόταν στην Τράπεζα και τα μετέφερε στη Gordian. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι υπό την εν λόγω ιδιότητα του παρέδωσε και παρέλαβε τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και ότι ενόσω εργοδοτείτο στην Τράπεζα αυτός εργαζόταν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και χειριζόταν και ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης του επίδικου λογαριασμού. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 περιορίστηκε στην κατάθεση των σχετικών εγγράφων και στην παραπομπή στους όρους και στο περιεχόμενο αυτών. Κατά την αντεξέταση του κλήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τον λόγο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου και τη φύση των εξασφαλίσεων και απάντησε με αμεσότητα και με κάθε λεπτομέρεια δίδοντας έτσι μια ολοκληρωμένη και λογική εικόνα των γεγονότων. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι η παραχώρηση του επίδικου δανείου αφορούσε εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και τελούσε υπό τον όρο παροχής των υπό κρίση εξασφαλίσεων, όπως αυτές άλλωστε περιγράφονται αναλυτικά στην επιστολή, Τεκμήριο 5 και αφορούν είτε νέες είτε ήδη δοθείσες εξασφαλίσεις. Ο ΜΕ1 έδωσε βάσιμες και πειστικές απαντήσεις προς αντίκρουση της υποβολής ότι οι Υποθήκες δεν έχουν σχέση με το επίδικο δάνειο, λέγοντας ότι οι Υποθήκες ήταν μεν προγενέστερες του επίδικου δανείου όμως οι Εναγόμενοι 1 δέχθηκαν να τις παραχωρήσουν ως εξασφάλιση αυτού, όπως επιβεβαιώνεται και στην επιστολή. Ως εκ τούτου οι απαντήσεις του μάρτυρος βρίσκουν έρεισμα στα ίδια τα έγγραφα και παρουσιάζουν μια ολοκληρωμένη και συνεπή εικόνα των γεγονότων. Η αντικειμενικότητα του μάρτυρος διεφάνη επίσης και από το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως για την εξασφάλιση του Ομολόγου η Τράπεζα απαίτησε και είχε στον φάκελο τα πρακτικά με τη σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 1 για την παροχή αυτής της εξασφάλισης ενώ δεν εντοπίστηκε αντίστοιχο πρακτικό για τη σύναψη και υπογραφή της συμφωνίας δανείου και την παραχώρηση των Υποθηκών. Η προθυμία και πρόθεση του μάρτυρος να αναφερθεί μόνο σε όσα γνώριζε προκύπτει και από την απάντηση του πως η συμφωνία δανείου υπεγράφη εκ μέρους των Εναγομένων 1 από την κα Μ. Παπαευσταθίου, κάτι το οποίο διαπίστωσε με μια σύγκριση της υπογραφής της στη συμφωνία εγγύησης, ενώ δεν αναγνώρισε την υπογραφή εκ μέρους των Εναγομένων 1 επί της Υποθήκης, Τεκμήριο 8, δίδοντας την καθόλη λογική και βάσιμη θέση πως για να γίνει δεκτή η Υποθήκη, αυτό σημαίνει πως ακολουθήθηκε αυστηρή διαδικασία και έλεγχος στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και επομένως ελέγχθηκε δεόντως και η υπογραφή. Ο ΜΕ1 επέμενε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του σταθερά και με σαφήνεια στο σύστημα αποστολής εγγράφων από την Τράπεζα, ήτοι πως σε περίπτωση επιστροφής οποιασδήποτε επιστολής υπήρχε σχετική σημείωση στον φάκελο. Εξ ου και παρέμεινε σταθερός στη θέση πως για όλες τις επιστολές δεν εντοπίστηκε στον φάκελο σημείωση επιστροφής τους εξ ου και θεωρεί ότι αυτές παραλήφθηκαν κανονικά. Η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι επιστολές στάληκαν διπλοσυστημένες δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία του ΜΕ1. Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την αντεξέταση του μάρτυρος, αυτός ουδέποτε είπε ότι στάληκαν διπλοσυστημένες και σε σχετική ερώτηση κατά πόσο η επιστολή προς τον Σ. Παπαευσταθίου στάληκε διπλοσυστημένη, ο ΜΕ1 απλώς ανέφερε ότι είχε ήδη απαντήσει επί του θέματος και ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στον φάκελο που να δείχνει ότι η επιστολή επιστράφηκε, χωρίς να απαντήσει ευθέως στην ερώτηση αλλά ούτε και να δεχθεί με οποιονδήποτε τρόπο πως η επιστολή στάληκε διπλοσυστημένη. Ο ΜΕ1 ήταν επίσης σαφής και συνεπής στη θέση του πως οι επιστολές στάληκαν στις δηλωθείσες διευθύνσεις. Εξ ου και ανέφερε ότι οι επιστολές της Τράπεζας ημ. 31.5.19, Τεκμήριο 2, στάληκαν στη διεύθυνση, ΤΚ XXXXX, Λευκωσία, η οποία φαίνεται στις συμβάσεις Υποθήκης, Τεκμήρια 8-12, όπου επίσης στάληκαν και οι καταστάσεις λογαριασμού. Διευκρίνισε δε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν μόνο στον χρεώστη ανά εξάμηνο και δεν αποστέλλονται στους εγγυητές και ότι περιέχουν τις συμφωνηθείσες χρεώσεις του επιτοκίου. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε επίσης και σε ακόμα μια δηλωθείσα διεύθυνση των Εναγομένων, ήτοι την οδό XXXXX 1517, Λευκωσία, η οποία δηλώθηκε ως η διεύθυνση τους στη συμφωνία δανείου και στη συμφωνία εγγύησης Τεκμήρια 6 και 7, ως επίσης και στις συμβάσεις Υποθήκης, Τεκμήρια 13 και 14, και στην οποία (διεύθυνση) στάληκαν οι επιστολές τερματισμού και απαίτησης πληρωμής, Τεκμήρια 17 και 18. Εδώ σημειώνεται ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με την αποστολή των Τεκμηρίων 17 και 18 επιβεβαιώθηκε και από τη ΜΕ2 η οποία ήταν αυτή που τις έλεγξε και υπέγραψε, ενώ η μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς τη μη αποστολή και παραλαβή της επιστολής τερματισμού παρέμεινε απλή εικασία και ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Και τούτο, καθότι ο ΜΥ1 δικαιολόγησε τη θέση του περί μη παραλαβής της επιστολής στη μη ύπαρξη αντιγράφου στον φάκελο που του παρεδόθη, στοιχείο το οποίο από μόνο του ουδόλως καταδεικνύει τη μη αποστολή και παραλαβή αυτής. Άλλωστε, ο ΜΥ1 δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων και αντλεί την όποια γνώση του από τον φάκελο που του παραδόθηκε, σε αντίθεση με τον ΜΕ1 και κυρίως τη ΜΕ2 οι οποίοι είχαν ιδία γνώση και άμεση προσωπική εμπλοκή με την υπόθεση και το θέμα της αποστολής των επιστολών αυτών. Επίσης, η θέση του ΜΥ1 πως η μη ύπαρξη της επιστολής στον φάκελο καταδεικνύει τη μη αποστολή της, πέραν του ότι αντικρούστηκε με επάρκεια από τους ΜΕ1 και 2, παρέμεινε μια ατεκμηρίωτη εικασία και επομένως δεν γίνεται δεκτή. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί πως ο δικηγόρος των Εναγομένων αμφισβήτησε ότι ο κ. Σ. Παπαευσταθίου παρέλαβε την επιστολή ημ. 31.5.19, καθότι είχε αποβιώσει το 2017. Ο ΜΕ1 περιορίστηκε στην επανάληψη των λεγομένων του περί αποστολής της επιστολής και μη επιστροφής της. Μάλιστα, ο ΜΕ1 δεν δίστασε να δεχθεί την υποβολή της Υπεράσπισης πως σύμφωνα με διαταγή του Δικαστηρίου ημ. 2.3.18 ο τίτλος της Αγωγής τροποποιήθηκε με την αντικατάσταση του Εναγομένου 2, αντί Σ. Παπαευσταθίου σε Μ. Παπαευσταθίου ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στον οποίο εντοπίζεται η σχετική αίτηση τροποποίησης από τους Ενάγοντες ως προς τούτο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια, συνέπεια και αντικειμενικότητα για όλα όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση και επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Ο ΜΕ1 κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού, συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο 16. Στο Πιστοποιητικό ο ΜΕ1 αναφέρει την ιδιότητα του, ήτοι πως είναι ένας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου των Εναγόντων αναφορικά με τους λογαριασμούς των Εναγομένων 1, και είναι σε θέση να βεβαιώσει ότι τα όσα αναφέρει ακολούθως είναι ορθά και αληθή. Πιστοποιεί ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού των Εναγόντων σε σχέση με τον λογαριασμό XXXXX5107 για τη χρονική περίοδο μεταξύ 14.9.06 και 2.1.08 αφορούν τους Εναγόμενους 1 και αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων. Αφού πιστοποιεί ότι οι Ενάγοντες ως το αποκτών πρόσωπο έχουν υποκαταστήσει και αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματα της αναφορικά με την επίδικη διευκόλυνση, αναφέρει ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο - τραπεζικό βιβλίο και ειδικότερα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και τις 30.5.19, ημερομηνία μεταφοράς του λογαριασμού και του αρχείου στους Ενάγοντες. Ο ΜΕ1 συνεχίζει πως στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόντων, η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων και βεβαιώνει ότι ο επίδικος λογαριασμός εμπίπτει στο πλαίσιο της συμφωνίας. Ο ΜΕ1 πιστοποιεί ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον λογαριασμό των Εναγομένων 1. Τέλος, πιστοποιεί ότι οι Ενάγοντες από τη σύσταση τους, στις 19.12.17, ασκούν εργασίες συστηματικά και αδιάλειπτα με σκοπό το κέρδος. Ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του ανέφερε επίσης ότι όταν ήταν ακόμα εργοδοτούμενος στην Τράπεζα και ένας εκ των υπευθύνων της υπόθεσης, είχε ετοιμαστεί για να δώσει μαρτυρία στις 9.10.17 και στις 21.11.18 και τότε είχε προβεί σε αναλυτικό έλεγχο των τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας σε ηλεκτρονική μορφή και ότι στο σύστημα που τηρείτο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούσαν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Ο ΜΕ1 συνεχίζει ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο στην Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο από το άνοιγμα του μέχρι και τη μεταφορά του στη Gordian ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας, βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας, υπό τον έλεγχο της και σε αυτό είχαν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ1. Οι καταστάσεις λογαριασμού, μετά από εντολή του, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Τέλος, ανέφερε ότι όταν παρέλαβαν τις καταστάσεις λογαριασμού από την Τράπεζα, τις μετέφεραν αυτούσιες στο αρχείο της Gordian και αποτελούν πλέον μέρος του αρχείου της επιχείρησης της τελευταίας. Αυτή η μαρτυρία κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Επίσης πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την αναδομημένη κατάσταση την οποία ετοίμασε ο ΜΕ1, συνοδευόμενη από αντίστοιχο Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 20, στην οποία αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις και το επιτόκιο περιορίστηκε στο συμβατικό πριν τον τερματισμό προς 7% χωρίς τόκο υπερημερίας, περιορίζοντας αναλόγως και την απαίτηση των Εναγόντων. Σημειώνεται ότι και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Από τη στιγμή που η αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου και μάλιστα αφορούσε χαμηλότερο ποσό, και αυτές γίνονται αποδεκτές δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του Κεφ. 9. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.16. Η μαρτυρία της ΜΕ2 περιορίστηκε στη διαδικασία που αφορά στην αποστολή των επιστολών τερματισμού και απαίτησης πληρωμής. Ως άμεσα εμπλεκόμενη, η ΜΕ2 εξήγησε πως η Μονάδα στην οποία εργαζόταν ετοίμασε τις επιστολές τερματισμού, τις οποίες έλεγξε η ίδια με τον τότε συνάδελφο της κ. Λ. Βαρνάβα, με τον οποίο τις υπέγραψαν. Η υπογραφή του κ. Βαρνάβα φαίνεται καθαρά στις επιστολές πάνω από το τυπωμένο όνομα του ενώ η ΜΕ2 αναγνώρισε ως δική της τη δεύτερη υπογραφή. Η θέση της μάρτυρος πως ακολούθως η Υπηρεσία τους προέβαινε στη συλλογή όλων των πρωτοτύπων εγγράφων και στοιχείων που σχετίζονταν με τη συγκεκριμένη διευκόλυνση και μετά προωθούσε αυτά στην Υπηρεσία Δικαστικών Υποθέσεων της Τράπεζας, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα της μάρτυρος διεφάνη από την αντεξέταση της κατά την οποία δήλωσε ότι η δική της ανάμειξη και γνώση φθάνει μέχρι την τοποθέτηση των επιστολών στον φάκελο για αποστολή. Επανέλαβε πως οι επιστολές στάληκαν στις δηλωθείσες διευθύνσεις των Εναγομένων και δεν επιστράφηκαν πίσω, θέση η οποία βρίσκει έρεισμα στα έγγραφα και συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΕ1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ΜΕ2 ήταν αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως δεκτή. Ο ΜΕ3 με τη σειρά του επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στη δική του εμπλοκή ως προς την υπογραφή της επιστολής-απόφασης έγκρισης ημ. 15.5.06, Τεκμήριο 5, και στην αποδοχή και υπογραφή αυτής από τους Εναγόμενους 1. Αυτή η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και αντικατοπτρίζεται από το περιεχόμενο της επιστολής στην οποία φαίνεται η υπογραφή των μερών και οι εγκριθείσες διευκολύνσεις, οι εξασφαλίσεις και οι όροι. Αναντίλεκτη παρέμεινε και έτσι γίνεται δεκτή και η μαρτυρία του αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθούσε η Τράπεζα για την έγκριση αιτημάτων των πελατών. Έτσι γίνεται δεκτό πως όταν λαμβάνεται έγκριση από την αρμόδια επιτροπή της Τράπεζας, η Υπηρεσία του ετοιμάζει σχετική επιστολή-κοινοποίηση απόφασης στην οποία αναφέρονται οι εγκριθείσες διευκολύνσεις, οι εξασφαλίσεις, η τιμολόγηση και οι όροι και προϋποθέσεις. Στη συνέχεια, με τη σύμφωνη γνώμη και την υπογραφή των πελατών, προωθούσαν την επιστολή στο Τμήμα Εκτελέσεων της Τράπεζας για την ετοιμασία των σχετικών εγγράφων, ήτοι τη συμφωνία χρηματοδότησης, εγγυητήρια, τις υποθήκες και τις εκχωρήσεις ή δεσμεύσεις. Γίνεται επίσης δεκτό ότι αυτή η διαδικασία ακολουθήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι 1 αιτήθηκαν την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων υποχρεώσεων τους και το αίτημα τους εγκρίθηκε από την Τράπεζα μέσω της απόφασης, Τεκμήριο 5, η οποία τους κοινοποιήθηκε. Οι Εναγόμενοι 1 έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από τη φράση ότι αποδέχονται το περιεχόμενο της. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η δεύτερη υπογραφή εκ μέρους της Τράπεζας είναι της προϊσταμένης του, κας Α. Αντωνίου, και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Και αυτός φάνηκε να μην επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε που δεν γνώριζε εξ ου και δήλωσε πως δεν θυμόταν ποιος υπέγραψε εκ μέρους των Εναγομένων 1 παρά μόνο ανέφερε ότι ήταν η υπογραφή του διευθυντή ή μετόχου που δεσμεύει την εταιρεία. Τέλος, η μαρτυρία του ΜΥ1 αναφορικά με την αποστολή και παραλαβή της επιστολής τερματισμού, Τεκμήριο 17, δεν έχει γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Το Δικαστήριο αδυνατεί επίσης να δεχθεί τη μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου, καθότι αφενός ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση για το ζήτημα, και αφετέρου οι όποιες τοποθετήσεις του επί τούτου προέρχονταν από τον πατέρα του και παρέμειναν παντελώς γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες. Ο ΜΥ1 σαφώς δεν ήταν σε θέση και δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τη στάση των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων για σκοπούς εξασφάλισης του επίδικου δανείου με αποτέλεσμα οι αναφορές του να παρέμεναν παντελώς αιωρούμενες και ασαφείς. Η απάντηση του πως ο ίδιος υπέγραψε την εγγύηση καθότι δεν είχε επιλογή ακολούθως αναιρέθηκε από τον ίδιο καθότι είπε ότι τον έφεραν στο σημείο «είτε υπογράφεις είτε σε κλείνω» ενώ αμέσως μετά δήλωσε ότι αυτός μόλις είχε έρθει από τις σπουδές του, του είπαν να υπογράψει και το αποδέχθηκε ακολουθώντας ό,τι του είπαν οι υπόλοιποι. Αυτές οι αναφορές του παρέμειναν γενικές, χωρίς στοιχεία για το ποιος, πότε και πώς του ελέχθη οτιδήποτε πριν την υπογραφή αλλά ταυτόχρονα είναι και κάπως αντιφατικές εφόσον τελικώς άφησε να νοηθεί ότι υπέγραψε με τη θέληση του χωρίς πίεση ακολουθώντας τις συμβουλές και υποδείξεις των άλλων. Με άλλα λόγια, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν έδωσε συγκεκριμένες και πειστικές εξηγήσεις για το ότι ο ίδιος πιέστηκε να υπογράψει την εγγύηση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αξιόπιστη και έτσι αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της Αγωγής, θα πρέπει πρώτα να λεχθεί ότι το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εναγόντων, της Gordian Holdings Ltd, το οποίο περιλαμβάνει την επίδικη συμφωνία δανείου, επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα, Τεκμήριο 1. Επομένως, οι Ενάγοντες έχουν πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων αυτής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου με ημερομηνία 20.6.19 και κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο
- Από τη στιγμή που η μεταβίβαση της εν λόγω διευκόλυνσης και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, τότε δεν παρέχεται εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και να κληθεί να αποφασίσει διαφορετικά. Αυτή άλλωστε ήταν και η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 στην αγόρευση του. Επομένως θεωρώ ότι τυχόν ενασχόληση με αυτό το ζήτημα απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο καθότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η ανατροπή και διαφοροποίηση της όποιας απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.
- Σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με την αποστολή των επιστολών της Τράπεζας και της Gordian προς τους Εναγόμενους 1-3 αναφορικά με τη μεταβίβαση, Τεκμήρια 2 και 3, όπως προνοείται στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, καθότι αυτές αποτελούν μέρος της διαδικασίας μεταβίβασης. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αν οι Εναγόμενοι 1-3 είχαν οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με την ορθότητα ή νομιμότητα της διαδικασίας μεταβίβασης όσον αφορά την αποστολή των σχετικών επιστολών προς αυτούς, τότε αυτό το ζήτημα σαφώς θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο άλλης διαδικασίας και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν τέτοια ούτε ακόμα και μετά την καταχώριση στον φάκελο του Δικαστηρίου της σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης των Εναγόντων. Με αυτή τη στάση τους οι Εναγόμενοι 1-3 δεν αμφισβήτησαν με οποιονδήποτε τρόπο είτε τη μεταβίβαση είτε τη δέουσα πληροφόρηση τους γι΄ αυτή, ούτε και αμφισβήτησαν την ιδιότητα της Gordian ως των νέων Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες δύνανται να προωθούν την παρούσα Αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αποτέλεσε κοινό έδαφος αφενός η αποστολή της επιστολής έγκρισης ημ. 15.5.06, Τεκμήριο 5, η οποία φέρει την υπογραφή και δήλωση αποδοχής του περιεχομένου της από τους Εναγόμενους 1 και αφετέρου η υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημ. 14.6.06, Τεκμήριο 6. Η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως η συμφωνία δανείου δεν υπεγράφη από πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από τους Εναγόμενους 1 δεν δύναται να εξεταστεί καθότι δεν υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός στο δικόγραφο τους. Αντιθέτως, στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι Εναγόμενοι 1-3 παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και εγείρουν ζήτημα ακυρότητας αυτής στη βάση μόνο της σύναψης της χωρίς την ελεύθερη συναίνεση τους κατόπιν ψυχικής πίεσης, οικονομικού εξαναγκασμού, απάτης, ψευδών παραστάσεων, έλλειψης αντιπαροχής και δόλου. Το Δικαστήριο διατηρεί τη θέση πως ο ισχυρισμός για ακυρότητα της συμφωνίας δανείου λόγω της μη δέουσας υπογραφής της από τους Εναγόμενους 1 θα έπρεπε να δικογραφηθεί ειδικά και με σαφήνεια καθότι πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος άπτεται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου σε συγκεκριμένη βάση. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 η οποία αφορούσε απαίτηση για προμήθεια για την εξεύρεση αγοραστή μετοχών του εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφεσίβλητη είχε εκτελέσει την εντολή να εισπράξει προμήθεια από τον εφεσείοντα, πλην όμως προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω δικαίωμα της εφεσίβλητης είχε απωλεσθεί διότι η εφεσίβλητη είχε ταυτόχρονα, χωρίς τη γνώση του εφεσείοντος, εισπράξει προμήθεια και από τον αγοραστή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν προέκυπτε από την υπεράσπιση και επομένως δεν τον εξέτασε. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας τα εξής: «Εφόσον είναι παραδεκτό ότι οι εφεσίβλητοι εισέπραξαν προμήθεια από τη συμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών και από τον αγοραστή, εισηγήθηκε ο δικηγόρος του εφεσείοντα, η απαίτηση για προμήθεια πρέπει να κριθεί απαράδεκτη και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί του αντιθέτου να ανατραπεί. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί, ορθά κατά την κρίση μας, ενόψει του ότι αυτά ανάγονται κατά κύριο λόγο στην εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Οι εφεσίβλητοι αμφισβητούν ότι ο λόγος που έχει προβληθεί μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο έφεσης ενόψει του ότι ευρίσκετο εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. Στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων, θέμα της αγωγής παρά τη συμπτωματική αναφορά που έγινε στο γεγονός της είσπραξης προμήθειας από τον αγοραστή. Ως γεγονός, η αναφορά στην είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή έγινε συμπτωματικά με την περιγραφή των συνθηκών τελείωσης της συμφωνίας για την πώληση των μετοχών. Προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι μετά την αποκάλυψη του γεγονότος αυτού απασχόλησε το δικηγόρο του εφεσείοντα η πιθανότητα τροποποίησης της υπεράσπισης αλλά τελικά δεν επεδιώχθη και τοιουτοτρόπως αφέθη ανέπαφος ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων από τη δικογραφία. Η διαπίστωση αυτή θέτει το λόγο που έχει προβληθεί προς υποστήριξη της έφεσης εκτός των θεμάτων της δίκης. Εξέταση του σ' αυτό το στάδιο θα προκαλούσε όχι μόνο αιφνιδιασμό στους εφεσίβλητους αλλά συγχρόνως θα τους αποστερούσε το δικαίωμα να απαντήσουν, το οποίο θα είχαν αν ο εφεσείων προέβαινε σε τροποποίηση της υπεράσπισης του. Η θέση των εφεσίβλητων κρίνεται ορθή. . Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αν τους παρείχετο η ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι θα είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, ότι η είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή ήταν εν γνώσει και έγινε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα καθώς και σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή πρακτική. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική. Περαιτέρω η άρνηση της απαίτησης με τη διατύπωση της σε ξεχωριστή παράγραφο δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το πλαίσιο της υπεράσπισης το οποίο στοιχειοθετείται από το σύνολο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο σχετικό κείμενο της δικογραφίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων εκτός από την άρνηση της απαίτησης προσδιόρισε και τα θετικά γεγονότα τα οποία την καθιστούσαν ανεδαφική. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα επέτρεψε αναφορά και στα γεγονότα που αφορούν την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή δεν μεταβάλλει τα επίδικα θέματα και έρχεται μάλιστα σε αντίθεση με την προηγούμενη άρνηση του δικαστηρίου να επιτρέψει διερεύνηση του ιδίου θέματος κατά τη διάρκεια της δίκης. Συγκεκριμένα το δικαστήριο ανέφερε ότι η μαρτυρία για την είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή βρισκόταν εκτός του πεδίου των επίδικων θεμάτων και για τον λόγο αυτό έπρεπε να αγνοηθεί εκτός αν επιδιωκόταν η τροποποίηση της υπεράσπισης. Με το ίδιο πνεύμα έπρεπε να είχε κριθεί και το αίτημα του εφεσείοντα για την εξέταση του θέματος κατά την επανεξέταση του εφεσείοντα. Δηλαδή αν πράγματι το θέμα είχε θιγεί κατά την αντεξέτασή του έπρεπε να αγνοηθεί. Συνεπώς ευσταθεί η αντέφεση ότι η σχετική απόφαση (ruling) του δικαστηρίου στο θέμα αυτό ήταν εσφαλμένη. Ούτε αναφορά στο κείμενο της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου στο παρεμφερές αυτό θέμα μεταβάλλει τα επίδικα θέματα, τα οποία παραμένουν προσδεδεμένα σε όλη τη διάρκεια της δίκης στη δικογραφία και τις λογικές προεκτάσεις των θεμάτων που προσδιορίζονται με τις εγγράφους προτάσεις των διαδίκων.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό κρίση περίπτωση, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός ο ισχυρισμός περί υπογραφής της συμφωνίας δανείου από μη εξουσιοδοτημένο από τους Εναγόμενους 1 πρόσωπο επιχειρήθηκε να προβληθεί μέσω της Γραπτής Δήλωσης του ΜΥ1 η οποία θα αποτελούσε την κυρίως εξέταση του και το Δικαστήριο, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, διέγραψε αυτό το μέρος από τη Δήλωση και δεν έκανε δεκτή αυτή τη μαρτυρία ακριβώς στη βάση του ότι το ζήτημα δεν καλυπτόταν από το δικόγραφο των Εναγομένων 1-3. Επομένως είναι με έκπληξη που το Δικαστήριο άκουσε τον δικηγόρο των Εναγομένων 1-3 να επαναφέρει το ίδιο ζήτημα στην αγόρευση του. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι επίσης η υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 549 στην οποία αποφασίστηκε ότι σε αγωγή που αφορά σύμβαση, αν η παρανομία είναι πρόδηλη από την ίδια τη σύμβαση τότε το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα να την εξετάσει έστω και αν δεν εγερθεί από διάδικο ένσταση για την παρανομία της σύμβασης. Αν όμως η παρανομία δεν είναι πρόδηλη από τη σύμβαση, τότε δεν μπορεί να εξεταστεί τέτοιο θέμα, εκτός αν αναφέρονται στα δικόγραφα γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Μάλιστα το Εφετείο τόνισε τα ακόλουθα: «. η Δ.19, θ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι διάδικος, ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Το Δικαστήριο, όμως, αυτεπάγγελτα, εάν λάβει γνώση παρανομίας, η οποία είναι πρόδηλη στη σύμβαση, εξετάζει αυτή, παρόλο ότι δεν ηγέρθη από διάδικο η ένσταση για παρανομία της σύμβασης - (βλ., The Supreme Court Practice 1982, σελ. 308, 309· Belvoir Finance Co. v. Harold G. Cole & Co. [1969] 2 All E.R. 904, στη σελ. 908). Στην παρούσα υπόθεση η Έκθεση Υπερασπίσεως δεν περιέχει οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou ν. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959 - 1960) 24 C.L.R. 97, στη σελ. 106· Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134· HJiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433· Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82, στη σελ. 86.) Εάν, κατά τη διάρκεια της δίκης, οποιοσδήποτε διάδικος κρίνει ότι οι έγγραφοι προτάσεις του είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν, πρέπει να λαμβάνει το συντομότερο μέτρα για την τροποποίηση τους. (Βλ. Homeros Th. Courtis and Others ν. Panos Κ. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, στη σελ. 183· Federated Agencies v. Tsikkos
(1979)1 C.L.R. 134· Mahattou v. Viceroy
(1979)1 C.L.R. 542.) Στην παρούσα υπόθεση, η σύμβαση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία παρανομίας.» Η ίδια νομική αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 836, 839). Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Louis Clappas Investments Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, επαναλαμβάνεται ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το κατ' αντιπαράθεση σύστημα δίκης που ισχύει στο δικό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε διάδικου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπως η πρωτόδικη διαδικασία, έτσι και η έφεση δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Έτσι και αυτός ο λόγος θα πρέπει να απορριφθεί, αφού ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την ύπαρξη ανωτέρας βίας δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ισχυρισμός για υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, αποτελεί νομικό ισχυρισμό ο οποίος βασίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοιος θα έπρεπε να δικογραφείτο ρητώς και ξεκάθαρα στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1-3. Ως εκ τούτου, αυτός δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, σημειώνεται ότι ακόμα και σε περίπτωση που ήταν δυνατή η εξέταση τέτοιου ισχυρισμού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να τον αποδεχθεί λόγω της φαινόμενης εξουσιοδότησης προς τον τρίτο καλόπιστο συναλλασσόμενο, ήτοι την Τράπεζα στην προκειμένη περίπτωση. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Karayiannis Brothers & Co Ltd v. Τράπεζας Κύπρου v. Καραγιάννη, Πολ. Έφεση αρ. 367/20, ημ. 26.10.17, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «. Δημιουργήθηκε κατ΄ ελάχιστον φαινόμενη εξουσιοδότηση (αν και ήταν σαφώς ρητή), και η τράπεζα δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τις ενέργειες τις οποίες η εταιρεία εμφάνιζε προς τα έξω και προς τρίτους ως προερχόμενες νομίμως και κατ΄ εντολή του διοικητικού της συμβουλίου. Σημασία έχει για τον τρίτο καλόπιστο συναλλασσόμενο η εμφάνιση των πραγμάτων που προωθείται ή προτείνεται από τον έτερο των συμβαλλομένων, (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 και Paneuropean Insurance Co Ltd v. Χειμάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713). Αποτελεί εσωτερικό θέμα της εταιρείας αν η φαινόμενη εξουσιοδότηση που εμφανίζει ή παριστάνει να έχει κάποιος είναι ή όχι ορθή κατά το δικό της καταστατικό ή αποφάσεις της διοίκησης. Κατά τη γνωστή αρχή στην υπόθεση Turquand, πρόσωπα που συναλλάσσονται με μια εταιρεία δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τα εσωτερικά της εταιρείας και δύνανται να εκλαμβάνουν ότι όλες οι εσωτερικές διεργασίες διακυβέρνησης έχουν νόμιμα και ορθά τηρηθεί, (Royal British Bank v. Turquand
(1856)6 E & B 327), εκτός και εάν γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν την έλλειψη τήρησης των ορθών και νομότυπων διαδικασιών, (B Liggett (Liverpool) Ltd v. Barclays Bank Ltd
(1928)1 K. B. 48 και Morris v. Kanssen
(1946)1 All E.R. 586). Εδώ, η τράπεζα ενεργούσε ως καλόπιστος τρίτος και μάλιστα στη βάση εγγράφων που παρουσιάστηκαν και υπογράφηκαν από ή εκ μέρους της εφεσείουσας εταιρείας. Υπήρχε φαινόμενη αντιπροσωπεία εκ μέρους του Χρίστου και της Ρίτας που δέσμευε την εταιρεία (Chitty on Contracts Specific Contracts 24η έκδ. παρ. 2045 και Φετοκάκη κ.ά. ν. Cyprus Trading Corporation PLC, Πολ. Έφ. Αρ. 328/2010 κ.ά, ημερ, 31.3.2017). Η τραπεζική τους υπάλληλος Ρίτα, και άλλοι, διεκπεραίωναν τις εντολές εκ μέρους της τράπεζας και όχι προς ίδιον όφελος και ήσαν, κατά πάντα χρόνο, επιμελείς στην εργασία τους. Οι εξηγήσεις που έδωσε η Ρίτα και έγιναν δεκτές ως αξιόπιστες από το Δικαστήριο δεν μπορούν βάσιμα να αμφισβητηθούν. Άλλωστε, όλες οι ενέργειες που έγιναν από τη Ρίτα ως εξουσιοδοτημένη από τον Χρίστο και κατ΄ επέκταση από την εφεσείουσα, κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως επικυρωμένες από την εταιρεία, όπως ορθά έκρινε το Δικαστήριο. Η εκ των υστέρων έγκριση ενεργειών και πράξεων προσώπου που τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου, χωρίς τη γνώση του τελευταίου, θέτει τέρμα στην αναζήτηση θεραπείας. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη γνώση της εταιρείας γενικώς περί των όσων συνέβαιναν από τον Χρίστο και τη Ρίτα, αλλά ουδέν έπραξαν για περίοδο πενταετίας. Αντίθετα σιωπηρώς ενέκριναν τα τεκταινόμενα και ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο. Ενδεικτικό δε αυτής της αποδοχής ήταν και η μεταφορά των λογαριασμών σε άλλο κατάστημα της ίδιας όμως τράπεζας, αφαιρώντας πλέον τον Χρίστο ως υπογραφέα. Κατά τα λοιπά, δεν υπήρξε ούτε αντίδραση, ούτε αποκήρυξη, ούτε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που μπορούσε να θέσει επί των ευθυνών της την τράπεζα. Δημιουργήθηκαν έτσι συνθήκες εφαρμογής του κωλύματος διά συμπεριφοράς, (Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Παυλίνα Γρηγορίου ν. Γρηγορίου Νικόλα Γαβριήλ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263). Όπως αναφέρεται και εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law σελ. 177 κ.ε., εκεί όπου δυνατόν να διαπιστώνεται υπέρβαση εξουσίας από το καταστατικό εταιρείας, η εταιρεία μπορεί απλά να επιλέξει να επικυρώσει τις όποιες ενέργειες, ο δε συναλλασσόμενος τρίτος, κατά τα αναφερόμενα στη σελ. 185 κ.ε., μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση ακόμη και ο εάν διευθυντής δεν είχε ποτέ τυπικά διορισθεί ως «managing director». Στην υπόθεση Freeman and Lockyer v. Buckhurst Park Properties (Mangul) Ltd
(1964)1 All E.R. 630, καταγράφηκαν τέσσερεις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι μια εταιρεία δεσμεύεται από τις ενέργειες αντιπροσώπου, ακόμη και αν ο τελευταίος δεν είχε τέτοια ρητή εξουσία. Πρώτο, ότι έγινε παράσταση ότι ο αντιπρόσωπος είχε εξουσιοδότηση να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας, δεύτερο, ότι τέτοια παράσταση έγινε από κάποιο πρόσωπο που είχε εξουσία να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της εταιρείας, είτε γενικώς, είτε σε συσχετισμό με εκείνα τα θέματα που αφορούσε το συγκεκριμένο συμβόλαιο ή συμφωνία, τρίτο, ότι ο αντισυμβαλλόμενος είχε ενεργήσει λόγω ή εξαιτίας αυτής της παράστασης και, τέταρτο, ότι δυνάμει του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας, η εταιρεία δεν αποστερείτο του δικαιώματος να συνομολογήσει τέτοια συμφωνία. Στην προκείμενη περίπτωση, όλα τα ως άνω προαπαιτούμενα ίσχυαν και αυτή ήταν και η πραγματική κατάσταση πραγμάτων με τα Τεκμήρια 7 και 9, αλλά και τη φαινόμενη κατάσταση προς την τράπεζα.» Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως δεν κρίνεται βάσιμη η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως οι Ενάγοντες όφειλαν να δικογραφήσουν τον ισχυρισμό περί δέουσας εξουσιοδότησης εκ μέρους των Εναγομένων 1 για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και να παρουσιάσουν τέτοια εξουσιοδότηση. Κατ΄ αρχάς, είναι πολύ γνωστή η νομική αρχή πως το δικόγραφο περιέχει τους βασικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα και όχι τη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών. Σχετική είναι η Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157. Σύμφωνα με την υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης σύμβασης, τα ονόματα των μερών και κατά πόσο αυτή ήταν προφορική ή γραπτή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ (ανωτέρω), «. ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος του ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο». Με γνώμονα και την αρχή της φαινόμενης εξουσιοδότησης, οι Ενάγοντες ορθώς επικαλούνται μόνο τη σύναψη της συμφωνίας και εναπόκειτο στους Εναγόμενους 1-3 να προβάλλουν τον ισχυρισμό περί της ακυρότητας αυτής στη βάση της μη νομότυπης υπογραφής εκ μέρους των Εναγομένων 1, κάτι το οποίο σαφώς οι Εναγόμενοι 1-3 παρέλειψαν να πράξουν. Μέσα από τη μαρτυρία έχει διαφανεί ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 1-3 αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου, και ειδικότερα πως αυτή υπεγράφη κατόπιν πίεσης, εξαναγκασμού, δόλου, απάτης και ή ψευδών παραστάσεων, στον βαθμό που προβλήθηκαν από τον ΜΥ1 δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο. Αντιθέτως το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως πλήρως αξιόπιστη και στην ολότητα της τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3, δυνάμει της οποίας διαφαίνεται πως η επίδικη συμφωνία δανείου συνήφθη κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων 1, οι οποίοι αποδέχθηκαν πλήρως τους όρους της και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν γι΄ αυτή. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου συνήφθη κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων 1 οι οποίοι και την αποδέχθηκαν οικειοθελώς, χωρίς να ασκηθεί οποιαδήποτε πίεση, εξαναγκασμός, δόλος ή ψευδής παράσταση αναφορικά με τη φύση, το περιεχόμενο και τους όρους της, συμπεριλαμβανομένων των εξασφαλίσεων. Συναφώς, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και της συναίνεσης των Εναγομένων 1, οι οποίοι ουδέποτε εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση όσον αφορά την εγκυρότητα και την εφαρμογή αυτής. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως η επίδικη συμφωνία δανείου αφορούσε την παροχή ποσού ΛΚ625.000 για την εξόφληση υφιστάμενων διευκολύνσεων. Θεωρώ αβάσιμη την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθότι δεν δικογραφείται η θέση του τι αφορούσε η επίδικη συμφωνία δανείου. Τέτοιος ισχυρισμός αφορά σε μαρτυρία ως προς τον σκοπό και το αντάλλαγμα της συμφωνίας και όχι ουσιώδη ισχυρισμό ως προς τη φύση της συμφωνίας και επομένως δεν έπρεπε να δικογραφηθεί - βλ. Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά. (ανωτέρω). Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί πως η συμφωνία δανείου περιλαμβάνει τους όρους αυτής ενώ και η επιστολή έγκρισης, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους 1 και οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας δανείου, περιλαμβάνει τους βασικούς όρους της συμφωνίας δανείου, κάποιοι εκ των οποίων ενσωματώθηκαν στην τελευταία, καθώς επίσης και τις εξασφαλίσεις για την εν λόγω συμφωνία. Αυτές οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την παροχή προσωπικής εγγύησης από τους Εναγόμενους 2 και 3, τις προαναφερόμενες υφιστάμενες Υποθήκες και το υφιστάμενο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Επομένως, καθίσταται σαφές πως τα μέρη συμφώνησαν και αποδέχθηκαν στην παροχή των εν λόγω εξασφαλίσεων αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου, οι οποίες είναι οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3, οι Υποθήκες από τους Εναγόμενους 1 και 2 και το Ομόλογο από τους Εναγόμενους 1, για τα αντίστοιχα ποσά όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα. Η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως δεν έχει καταδειχθεί η σχέση των Υποθηκών με την επίδικη συμφωνία δανείου καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, εφόσον στην επιστολή έγκρισης, η οποία υπογράφεται με δήλωση αποδοχής της από τους Εναγόμενους 1, αναφέρονται ρητώς οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις και η καθεμιά των προαναφερόμενων Υποθηκών. Επομένως, το γεγονός ότι οι Υποθήκες είχαν προγενέστερα παραχωρηθεί δεν αποτελεί εμπόδιο στην εκ νέου παραχώρηση τους ως επιπρόσθετη εξασφάλιση και με σειρά προτεραιότητας για το επίδικο δάνειο. Η θέση πως οι Υποθήκες δόθηκαν προς όφελος άλλου προσώπου, ήτοι της Τράπεζας Κύπρου, και δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για τη σχέση αυτής με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν δικογραφείται και επομένως δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί πως οι Εναγόμενοι 1-3 ουδέποτε αμφισβήτησαν την ιδιότητα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με το ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ως η Τράπεζα Κύπρου προς όφελος του οποίου παραχωρήθηκαν οι επίδικες Υποθήκες. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, και πάλι το Δικαστήριο θεωρεί πως από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 συμφώνησαν στην παραχώρηση των εν λόγω Υποθηκών ως εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας δανείου, τότε οι ίδιοι αναγνώρισαν πως αυτές (οι Υποθήκες) αφορούν το ίδιο και αυτό πρόσωπο, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου, η οποία είναι το πιστωτικό ίδρυμα που παραχωρεί το επίδικο δάνειο και προς όφελος του οποίου δόθηκαν οι εν λόγω Υποθήκες. Επομένως, οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν για την επίδικη συμφωνία δανείου, ήτοι οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3, οι Υποθήκες από τους Εναγόμενους 1 και 2 και το Ομόλογο από τους Εναγόμενους 1, έχουν και αυτές μεταβιβαστεί στη Gordian σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του Ν.169(Ι)/
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής έγκρισης και της συμφωνίας δανείου, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ7.450, η πρώτη δόση πληρωτέα στις 31.5.07, ενώ για την περίοδο μεταξύ 1.5.06 μέχρι και τις 30.4.07 θα καταβάλλονταν οι εκάστοτε δεδουλευμένοι μηνιαίοι τόκοι εκ ΛΚ3.950 μηνιαίως. Η επιστολή έγκρισης και η συμφωνία περιείχαν όρους για τη χρέωση του τόκου ως επίσης και για τις προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα έξοδα. Η εκταμίευση του ποσού του δανείου και η κατάθεση του στον λογαριασμό των Εναγομένων 1, όπως άλλωστε φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 16 και 20, οι οποίες αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 16 και 20, οι Εναγόμενοι 1 δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή του δανείου με βάση τους όρους της συμφωνίας, με αποτέλεσμα κατά τον Απρίλιο του 2011 ο λογαριασμός των Εναγομένων 1 να παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους, σύμφωνα με την Τράπεζα μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1, €1.143.986,19 πλέον τόκο. Έτσι η Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημ. 1.2.08 προς τους Εναγόμενους 1 και στους Εναγόμενους 2 και 3 ζητώντας άμεση εξόφληση του δανείου, Τεκμήρια 17 και
- Η θέση του ΜΥ1 περί μη παραλαβής της επιστολής από τους Εναγόμενους 1 δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε πλήρως τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 αναφορικά με την ετοιμασία, υπογραφή και αποστολή των επιστολών προς τους Εναγόμενους 1-3 στις δηλωθείσες από τους ίδιους διευθύνσεις με κανονικό ταχυδρομείο και τη μη επιστροφή τους στην Τράπεζα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως οι επιστολές στάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση η οποία καταγράφεται στη συμφωνία δανείου ως η διεύθυνση αποστολής οποιωνδήποτε επιστολών προς τους Εναγόμενους 1, όρος 17, και στη συμφωνία εγγύησης ως η διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 και στην οποία, σύμφωνα με τον όρο 10 θα αποστέλλονται οποιεσδήποτε επιστολές. Σημειώνεται εδώ πως στην Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός για τη μη αποστολή των εν λόγω επιστολών. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 ότι οι προειδοποιητικές επιστολές ταχυδρομήθηκαν κανονικά στη διεύθυνση των Εναγομένων 1-3 και δεν έχουν επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, τότε τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Επιπλέον, στις υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η πιο πρόσφατη υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 3.12.19, στην οποία λέχθηκαν περαιτέρω τα εξής: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. Στην υπόθεση εκείνη ο γενικός ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία διά της επιστολής ημερ 27.2.1995 και/ή καθόλου, δεν κάλυπτε το ζήτημα της καθυστερημένης λήψης της επιστολής το οποίο δεν ήταν απλώς νομικό, αλλά ήταν θέμα γεγονότων.» Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων, Υποθηκών και Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, η παράβαση των όρων της συμφωνίας από τους Εναγόμενους 1 και η απαίτηση εξόφλησης του δανείου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως επειδή η Αγωγή αφορά σε δάνειο, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτή η θέση καταρρίπτει και την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως η προειδοποιητική επιστολή δεν στάληκε στη διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος τότε Εναγομένου 2, Σ. Παπαευσταθίου, καθότι ήταν γνωστό στους Ενάγοντες πως ο ίδιος είχε αποβιώσει. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1322, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.» Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του.» Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση.» Σύμφωνα με την υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), ακόμα και η ίδια η καταχώριση της Αγωγής αποτελεί απαίτηση της Τράπεζας για πληρωμή και τερματισμό της συμφωνίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Το ότι η αγωγή τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία το αποδέχονται και οι ίδιοι οι εφεσείοντες στο περίγραμμα τους με μόνη διαφορά ότι ο τερματισμός ενεργοποιείτο από 5.7.2006, αντί από 11.1.2006, που ήταν η ημερομηνία επιστολής του τερματισμού.» Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας δανείου, το ύψος του οποίου επίσης ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης από την Υπεράσπιση τόσο κατά τη μαρτυρία όσο και στα πλαίσια της αγόρευσης. Πριν το Δικαστήριο ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, κρίνει σκόπιμο να αναφέρει ότι η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων 1-3 πως η Εναγομένη 3 δεν δεσμεύεται από την εγγύηση της καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισµένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197(Ι)/03 περί ενημέρωσης της για την καθυστέρηση καταβολής δόσεων, και πάλι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και επομένως δεν δύναται να εξεταστεί. Είναι αξιοσημείωτο πως αυτή η θέση ούτε καν ηγέρθη κατά τη μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων παρά μόνο ηγέρθη στο στάδιο της αγόρευσης. Σχετική είναι η υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω). Σύμφωνα με τον όρο 2 του Εγγράφου Εγγύησης, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν το επίδικο δάνειο για το ποσό των ΛΚ625.000 πλέον τόκο όπως αυτός είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Τράπεζας και του πρωτοφειλέτη και ή σύμφωνα με την συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη. Η εγγύηση είναι συνεχής και για συγκεκριμένο ποσό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Οι υποθήκες αποτελούν περαιτέρω εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο για τα συγκεκριμένα ποσά που αναγράφονται στις συμβάσεις υποθήκης. Εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο αποτελεί επίσης το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Αναφορικά με το ύψος της οφειλής, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, όπως αυτή αποτυπώνεται και στην επιστολή έγκρισης, περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Ενώ σε αυτή προνοείται η χρέωση κυμαινόμενου τόκου προσαυξημένο κατά 3.250%, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, και στην προειδοποιητική επιστολή αναφέρεται χρέωση τόκου προς 12%, εντούτοις οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου προς 7% τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό χωρίς χρέωση τόκου υπερημερίας. Επομένως, ανεξαρτήτως της ρύθμισης του ύψους του τόκου υπερημερίας με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/14 και τον Ν.66(Ι)/15, δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με αυτόν από τη στιγμή που δεν απαιτείται τέτοιος τόκος. Ενώ η συμφωνία δανείου προνοούσε και για τη χρέωση άλλων εξόδων, και πάλι αυτά δεν χρεώνονται και δεν καθίστανται απαιτητά από τους Ενάγοντες, όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ότι συνάδει με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, και ο οποίος δεν υπέστη οποιαδήποτε αντεξέταση επί αυτής, η κατάσταση παραμένει ως αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τέλος, γίνεται δεκτό ότι στην αναδομημένη κατάσταση γίνεται κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30 Ιουνίου και τις 31 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τον Ν.160(Ι)/99, με ορθό τον τρόπο υπολογισμού αυτής. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αναδομημένη κατάσταση περιέχει τον ορθό υπολογισμό των ποσών. Η εγγύηση έχει δοθεί για περιορισμένο ποσό, ήτοι για το ποσό του δανείου των ΛΚ625.000 πλέον τόκους και έξοδα, και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι για τα εν λόγω ποσά όπως προνοείται στη σχετική συμφωνία εγγύησης. Και οι Υποθήκες δόθηκαν ως εξασφάλιση για συγκεκριμένα ποσά όπως αυτά αναγράφονται επί των σχετικών συμβάσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 1-3 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι 1-3 δεν κατάφεραν να αποδείξουν την Ανταπαίτηση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1-3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €1.127.232,67 πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί του ποσού των €1.104.047,68 από τις 17.4.08, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ140.000 (€239.204) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος τους, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ15.000 (€25.629) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 για την πώληση των ενυπόθηκου κτήματος τους, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ10.000 (€17.086) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 για την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων τους, όπως αυτά περιγράφονται στην Υποθήκη XXXXX/95 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ310.000 (€529.666) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 για την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων τους, όπως αυτά περιγράφονται στην Υποθήκη XXXXX/96 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ80.000 (€136.688) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη 2 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/05 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ55.000 (€93.973) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη 2 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη 2 για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου, όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη XXXXX/05 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, για το ποσό των ΛΚ550.000 (€939.731) πλέον τόκο και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων, τυχόν δε πλεόνασμα να λογιστεί έναντι των λοιπών υποχρεώσεων της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη 2 που διασφαλίζονται με την πιο πάνω Υποθήκη νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων των Εναγόντων οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος Σ. Παπαευσταθίου εκπροσωπούμενης από τη διαχειρίστρια αυτής Εναγομένη
- Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λαμβανομένου υπόψιν ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1-3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, εκδίδεται αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 4-7 εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο