← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Πίριλλο, Ειδ. Πτώχευσης: 23/2020, 24/3/2021

Επί τοις αφορώσι τον Πίριλλο, Ειδ. Πτώχευσης: 23/2020, 24/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Ειδ. Πτώχευσης: 23/2020 Επί τοις αφορώσι τον XXXXX Πίριλλο, Λευκωσία Αίτηση ημ. 30.6.20 για Παραμερισμό Ειδοποίησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Οφειλέτη: κα Ρ. Καλογήρου για Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Πιστωτές: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.6.20 εκδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης (εφεξής «η Ειδοποίηση») εκ μέρους των Α.Ι. Καρπασίτης & Υιοί ως εξ αποφάσεως Πιστωτών (εφεξής «οι Πιστωτές») εναντίον του ως άνω αναφερόμενου XXXXX Πίριλλου, Οφειλέτη, κατόπιν της απόφασης ημ. 8.1.20 στην Αίτηση Ε33/16 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας Αμμοχώστου. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης από τον Α. Πίριλλο (εφεξής «ο Αιτητής») με την οποία ζητείται ο παραμερισμός και ή η διαγραφή της Ειδοποίησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (
  2. i)Η Ειδοποίηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή αντίθετη με τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου και των Κανονισμών. (
  3. ii)Οι Πιστωτές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας και στην έκδοση της Ειδοποίησης καθότι στην απόφαση ημ. 14.11.11 στην Αγωγή 2621/08 ΕΔ Λάρνακας αναγνωρίστηκε ότι οι Αιτητές ως συνεταιρισμός διαλύθηκε λόγω εκπνοής του χρόνου διάρκειας του. (iii) Επιπλέον ο συνεταιρισμός διαλύθηκε λόγω του ότι κάποιοι εκ των συνεταίρων απεβίωσαν και αντικαταστάθηκαν από τους κληρονόμους τους ως συνέταιροι για σκοπούς κληρονομικούς και διάλυσης του συνεταιρισμού. (
  4. iv)Στην εν λόγω απόφαση εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους συνεταίρους η εκτέλεση αδικοπραξιών ή οποιωνδήποτε άλλων πράξεων στο όνομα του συνεταιρισμού, δόθηκαν οδηγίες για διεξαγωγή εκκαθάρισης του και παρασχέθηκαν εξουσίες εκκαθάρισης σε διορισμένο εκκαθαριστή ως επίσης και διορίστηκε αποκλειστικός εκκαθαριστής των εργασιών του συνεταιρισμού ο κ. Α. Χ΄΄Μιχαήλ. (
  5. v)Με νέα αίτηση στην Αγωγή 2621/08 ζητήθηκε η αντικατάσταση του εκκαθαριστή κ. Χ΄΄Μιχαήλ, η οποία και απορρίφθηκε με βάση την απόφαση ημ. 10.7.15 (προφανώς η εκεί αναγραφόμενη ημερομηνία 29.1.15 είναι λανθασμένη). (
  6. vi)Στις 9.2.15 ο κ. Χ΄΄Μιχαήλ παραιτήθηκε από εκκαθαριστής και έκτοτε δεν διορίστηκε άλλος. (vii) Ενόψει των ανωτέρω η Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν δύναται να εκδοθεί από τον συνεταιρισμό αλλά μόνο από τον διορισμένο εκκαθαριστή, και επομένως η παρούσα Ειδοποίηση δεν είναι νόμιμη. (viii) Η Ειδοποίηση είναι καταχρηστική και ή εκβιαστική καθότι εναντίον της απόφασης ημ. 8.1.20 καταχωρίστηκε και εκκρεμεί έφεση και επομένως δεν κατέστη τελεσίδικη. (
  7. ix)Ο Αιτητής κατέχει ακίνητη περιουσία, επί της οποίας οι Πιστωτές μπορούν να εγγράψουν memo και η οποία υπερκαλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος και επομένως η Αίτηση είναι καταπιεστική. (
  8. x)Η Αίτηση είναι εκδικητική και ενοχλητική καθότι οι Πιστωτές δεν προέβησαν σε άλλα μέτρα εκτέλεσης παρά μόνο επέλεξαν να προχωρήσουν με πτωχευτική διαδικασία. (
  9. xi)Η Ειδοποίηση είναι παράτυπη καθότι με αυτή ο Αιτητής δεν καλείται να παράσχει εξασφάλιση για το εξ αποφάσεως χρέος, κάτι το οποίο μπορεί να πράξει. (xii) Ο Αιτητής είναι σε θέση να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις. Οι Πιστωτές καταχώρισαν ένσταση με την οποία προβάλλουν ουσιαστικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, εκπρόθεσμη, καταχρηστική και κακόπιστη. 2) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση και ή με σκοπό να εμποδίσει τους Πιστωτές από την καταχώριση αίτησης πτώχευσης. 3) Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν τον παραμερισμό της Ειδοποίησης. 4) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αναληθή στοιχεία και ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. 5) Δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημ. 8.1.20. 6) Δεν τίθεται ζήτημα παρατυπίας στην έκδοση ή κακή επίδοση της Ειδοποίησης. 7) Τα θέματα που εγείρει ο Αιτητής έχουν ήδη αποφασιστεί και επομένως αυτός κωλύεται να τα εγείρει ξανά. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Καρπασίτη (εφεξής «ο ΑΚ»), ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένας εκ των ομόρρυθμων συνεταίρων και εξουσιοδοτημένος από τους Πιστωτές να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σε αυτή ο ΑΚ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφέρει τα ακόλουθα: (α) H Ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 24.6.20. (β) Η Ειδοποίηση είναι καθόλα νομότυπη και ορθή. (γ) Οι Πιστωτές νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας διαδικασίας καθότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία, μετά τη διάλυση ενός συνεταιρισμού η εξουσία κάθε συνεταίρου συνεχίζει στην έκταση που είναι αναγκαίο να εκκαθαριστούν οι υποθέσεις του συνεταιρισμού και να συμπληρωθούν οι συναλλαγές οι οποίες άρχισαν αλλά δεν τελείωσαν κατά τον χρόνο της διάλυσης, όπως αναφέρεται και στην απόφαση ημ. 8.1.20. (δ) Η απόφαση ημ. 8.1.20 είναι άμεσα εκτελεστή εφόσον αυτή δεν τελεί υπό αναστολή και η έφεση δεν διαφοροποιεί αυτή την κατάσταση. (ε) Η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Επιπλέον, είναι άξιον απορίας πώς ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατέχει περιουσία αλλά δεν συμμορφώθηκε με την παρούσα Ειδοποίηση και εν πάση περιπτώσει παρουσιάζει γενικά και αόριστα στοιχεία αναφορικά με την εν λόγω περιουσία του. (στ) Ο σκοπός της διαδικασίας πτώχευσης είναι η προστασία της περιουσίας του Αιτητή και επομένως οι Πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση να προβούν σε μέτρα εκτέλεσης πριν την έκδοση της παρούσας Ειδοποίησης. (ζ) Η θέση του Αιτητή για την πρόθεση παροχής ασφάλειας είναι εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, εφόσον αν όντως είχε τέτοια δυνατότητα θα συμμορφωνόταν με την Ειδοποίηση και δεν θα πρόβαλλε γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις ως προς τα κατ΄ ισχυρισμό εισοδήματα του. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, η παρούσα Ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή στις 24.6.20 και στις 30.6.20 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης: «(ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε [δεν] συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε [δεν] ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. (Οι λέξεις «δεν» προστέθηκαν από το Δικαστήριο καθότι σαφώς πρόκειται περί προφανούς παράλειψης αυτών στο κείμενο της εν λόγω υποπαραγράφου). Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα. (στ) Αν, ενώ οφείλει σε πιστωτή χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση παραλείπει να πληρώσει, ή να εξασφαλίσει ή να συμβιβάσει το χρέος αυτό, μέσα σε τέτοιο χρόνο που θα επιτραπεί από διάταγμα που εκδίδεται από το Δικαστήριο σε αίτηση του πιστωτή, νοουμένου πάντοτε ότι καμία τέτοια αίτηση δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο, εκτός αν επιδόθηκε προηγουμένως στο χρεώστη ειδοποίηση πτώχευσης που απαιτεί την πληρωμή του χρέους και έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και κλήθηκε να δείξει λόγο εναντίον της ίδιας·» Από τη στιγμή που η Αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης βασίζεται σε λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ε) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 και στον Κανονισμό 40
(2), ήτοι ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, τότε ο Αιτητής ορθώς καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης και όχι ένορκη δήλωση, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365 και Αλωνεύτη v. Alpha Bank Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 475 οι οποίες αφορούσαν το αντίστοιχο παλαιό άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου και επομένως τυγχάνουν εφαρμογής. Ένας από τους βασικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση είναι ότι οι Πιστωτές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας λόγω της διάλυσης του συνεταιρισμού από τις 25.11.07 βάσει δικαστικής απόφασης ημ. 14.11.11 και λόγω του θανάτου συνεταίρων και αντικατάστασης τους μόνο για σκοπούς κληρονομιάς και διάλυσης αυτού. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ζητήματος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται ο συγκεκριμένος λόγος. Κατ΄ αρχάς αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Πιστωτές αποτελούν ομόρρυθμο συνεταιρισμό με έδρα τη Λάρνακα και συνέταιρο, μεταξύ άλλων, τον ΑΚ, σύμφωνα με την ηλεκτρονική έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του ΑΚ. Ο ΑΚ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του Αιτητή αναφορικά με την έκδοση των αποφάσεων και το ιστορικό της διάλυσης του συνεταιρισμού και διορισμού εκκαθαριστή. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η γενική άρνηση δεν είναι ικανή να αντικρούσει αυτούς τους ισχυρισμούς οι οποίοι αφενός επιβεβαιώνονται από τις σχετικές αποφάσεις και αφετέρου δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε περί του αντιθέτου συγκεκριμένη θέση από τον ΑΚ. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, γίνεται δεκτό ότι στις 14.11.11, στα πλαίσια της Αγωγής 2621/08 ΕΔ Λάρνακας, εκδόθηκαν διατάγματα, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, με τα οποία: · Αναγνωρίζεται η διάλυση του συνεταιρισμού, ήτοι των Πιστωτών, από τις 25.11.07 λόγω εκπνοής του χρόνου διάρκειας του · Διορίζεται ο κ. Α. Χ΄΄Μιχαήλ ως αποκλειστικός εκκαθαριστής του διαλυθέντος συνεταιρισμού με πρόνοια σε περίπτωση μη αποδοχής από τον κ. Χ΄΄Μιχαήλ, για τον διορισμό άλλου εκκαθαριστή · Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε των ομόρρυθμων συνεταίρων του διαλυθέντος συνεταιρισμού η εκτέλεση δικαιοπραξιών ή οποιωνδήποτε άλλων πράξεων στο όνομα του συνεταιρισμού · Καθορίζεται η διεξαγωγή της διαδικασίας εκκαθάρισης του διαλυθέντος συνεταιρισμού και η παροχή εξουσίας στον διοριζόμενο εκκαθαριστή όπως προβεί σε διάφορες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της είσπραξης και πληρωμής οποιωνδήποτε οφειλόμενων ποσών. Γίνεται επίσης δεκτό ότι στα πλαίσια της ίδιας Αγωγής, στις 10.7.15 εκδόθηκε απόφαση, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, με την οποία απορρίφθηκε σχετική αίτηση για την αντικατάσταση του εκκαθαριστή κ. Χ΄΄Μιχαήλ. Το Δικαστήριο δέχεται επίσης ότι στις 9.2.15 ο κ. Χ΄΄Μιχαήλ παραιτήθηκε από εκκαθαριστής και έκτοτε δεν διορίστηκε άλλος εκκαθαριστής. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Ειδοποίηση εκδόθηκε στη βάση της απόφασης ημ. 8.1.20 στην Αίτηση Ε33/16 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας Αμμοχώστου υπέρ των Πιστωτών και εναντίον του Αιτητή για το ποσό των €186.579,12 πλέον τόκο προς 4% ετησίως από 8.6.16 μέχρι 31.12.16, τόκο προς 3,5% ετησίως από 1.1.17 μέχρι 31.12.18 και τόκο προς 2% ετησίως από 1.1.19 μέχρι εξοφλήσεως. Αντίγραφο της συνταχθείσας απόφασης επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση και το κείμενο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του ΑΚ. Ο ΑΚ υποστηρίζει ότι το εγερθέν ζήτημα έχει εξεταστεί και επιλυθεί από το Δικαστήριο Ελέγχου και Ενοικιάσεων Λάρνακας στην απόφαση του ημ. 8.1.
  1. Πράγματι, στις σελ. 29-32 της απόφασης το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της νομιμοποίησης των εκεί Αιτητών (εδώ Πιστωτών) να εγείρουν την εν λόγω Αίτηση Ε33/16 και με αναφορά στη Δ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 40 του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116 καταλήγει ότι καλώς η Αίτηση εγείρεται στο όνομα του συνεταιρισμού απορρίπτοντας τη θέση του δικηγόρου του εκεί Καθ΄ ου (εδώ Αιτητή). Είναι επίσης χρήσιμη η παραπομπή και στη σελ. 6 της απόφασης ημ. 10.7.15, στην οποία ο έντιμος Πρόεδρος, ως ήταν τότε, Χ. Μαλαχτός αναφέρθηκε στις πρόνοιες των άρθρων 40 και 41 του Κεφ. 116 και σημείωσε ότι η διάλυση του συνεταιρισμού δεν σημαίνει και τον τερματισμό του, αλλά αντίθετα, κατ΄ ακολουθία της διάλυσης, ο συνεταιρισμός συνεχίζει μέχρι να εκκαθαριστούν οι εργασίες και υποθέσεις του και με τη διάλυση του οι συνέταιροι οφείλουν να εκκαθαρίσουν τον συνεταιρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, η απάντηση βρίσκεται όντως στις πρόνοιες των άρθρων 40 και 41 του Κεφ. 116 τα οποία προνοούν ως ακολούθως: «
  2. Μετά τη διάλυση συνεταιρισμού η εξουσία κάθε συνεταίρου να δεσμεύει τον οίκο, και τα άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνεταίρων, και σε περίπτωση διάλυσης με διάταγμα του Δικαστηρίου, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, συνεχίζουν ανεξάρτητα από τη διάλυση, στην έκταση κατά την οποία είναι αναγκαίο για να εκκαθαριστούν οι υποθέσεις του συνεταιρισμού, και για να συμπληρωθούν οι συναλλαγές οι οποίες άρχισαν αλλά δεν τελείωσαν κατά το χρόνο της διάλυσης, αλλά όχι για άλλο λόγο: Νοείται ότι ο οίκος σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύεται από τις πράξεις συνεταίρου ο οποίος πτώχευσε αλλά η επιφύλαξη αυτή δεν επηρεάζει την ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει, μετά την πτώχευση, παρουσιαστεί ή εν γνώσει του ανέχθηκε να παρουσιαστεί ως συνέταιρος του πτωχεύσαντα.
  3. Με τη διάλυση συνεταιρισμού, κάθε συνέταιρος δικαιούται, έναντι των άλλων συνεταίρων του οίκου και όλων των προσώπων που αξιώνουν μέσω αυτών σχετικά με τα συμφέροντα των ως συνεταίρων, να διαθέσει την περιουσία του συνεταιρισμού για την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων του οίκου, και να διαθέσει το πλεόνασμα του ενεργητικού μετά την πληρωμή αυτή για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που τυχόν οφείλεται στους συνέταιρους αντίστοιχα, μετά την αφαίρεση αυτού που τυχόν οφείλεται από αυτούς ως συνεταίρων στον οίκου και για το σκοπό αυτό οποιοσδήποτε συνέταιρος ή αντιπρόσωποι του δύναται, με τη λύση του συνεταιρισμού να αποταθεί στο δικαστήριο για την εκκαθάριση των εργασιών και υποθέσεων του οίκου.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 40, καθίσταται σαφές ότι με τη διάλυση του συνεταιρισμού, για οποιονδήποτε λόγο, είτε λόγω λήξης της χρονικής διάρκειας του (άρθρο 34) είτε λόγω θανάτου συνεταίρου (άρθρο 35), ο συνεταιρισμός συνεχίζει να υφίσταται και οι συνέταιροι εξακολουθούν να τον δεσμεύουν στην έκταση που είναι αναγκαίο για να εκκαθαριστούν οι υποθέσεις του. Το άρθρο 40 του Κεφ. 116 είναι πανομοιότυπο με το Αγγλικό άρθρο 38 του Partnership Act
  4. Η εμβέλεια του άρθρου 38 αποφασίστηκε στην υπόθεση I.R.C. v. Graham's Trustees
(1971)SC (HL) 1 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «[The partners'] right and duty is to wind up its affairs. In my view this must mean that the surviving partners have the right and duty to complete all unfinished operations necessary to fulfil contracts of the firm which were still in force when the firm was dissolved. . . . Otherwise the position would be intolerable. Suppose the firm was employed to build a bridge and the bridge was half finished when the firm was dissolved. The surviving partners must be bound to finish the work, for otherwise they could hold the employer to ransom by refusing to proceed unless he made a new contract more favourable to them, and conversely the employer could refuse to allow the work to proceed unless the surviving partners made a new contract more favourable to him. That could not be right.» Σημειώνεται ότι η εν λόγω απόφαση και το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρονται και στην απόφαση ημ. 8.1.20 στην οποία γίνεται επίσης παραπομπή στην πιο πρόσφατη υπόθεση Boghani v. Nathoo
(2011)2 All ER (Comm) 743 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «It is clear that the Firm is contractually bound to third parties by the various agreements to which I have referred. To that extent the obligations of the Firm continue notwithstanding its dissolution. The affairs of the Firm cannot be finally wound up unless and until those obligations are satisfied by performance, release or novation or the payment of damages.» Χρήσιμη ανάλυση ως προς την εφαρμογή του άρθρου 38 περιέχεται στο σύγγραμμα Lindley on the Law of Partnership, 14η έκδοση, σελ. 345-348. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Further, in pursuance of this duty to attend to all unfinished business of the partnership, the partners must show proper care and skill otherwise they may expose themselves to a claim for negligence even though the partnership has been dissolved. Although dicta may be found in many cases which state the authority of a partner to bind the firm after a dissolution in wider terms than those contained in this section, the statement in the section appears to be in conformity with the actual decisions on this subject. Notwithstanding a dissolution each partner can pay, or receive payment of, a partnership debt; for it is clearly settled that payment by one of several joint debtors, or to one of several joint creditors, extinguishes the debt irrespective of any question of partnership. So, again, it has been held that a continuing or surviving partner may issue a bankruptcy notice in the firm name in respect of a judgment obtained before the dissolution. and that notice to him of the dishonor of a bill of exchange is sufficient, and that he can withdraw a deposit or sell the partnership assets, or pledge them for the purpose of completing a transaction already commenced, or of securing a debt already incurred, or the overdraft on the partnership current account at the bank.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η αρχή ότι ένας συνέταιρος δύναται να εκδώσει ειδοποίηση πτώχευσης στο όνομα του συνεταιρισμού για απόφαση εκδοθείσα πριν τη διάλυση του καθιερώθηκε στην υπόθεση Re Frank Hill, ex p. Holt & Co.
(1921)2 K.B. 831 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «This is an appeal from a receiving order made in the Brentford County Court against the appellant on the petition of the firm of Holt & Co. On November 15, 1919, that firm recovered judgment against the appellant. When that judgment was obtained there were four partners in the firm. On March 31, 1920, one of the partners, H. F. Guinness, retired from the firm. On January 1, 1921, a bankruptcy notice following the form of the judgment issued against the appellant which purported to be issued in the name of Holt & Co. On February 16, 1921, a bankruptcy petition by Holt & Co. was presented and filed, and thereupon the receiving order was made. It is now said that because Guinness had retired from the firm there had been a "change . in the parties entitled . to execution" within the meaning of Order XLII., r. 23, and that leave should have been obtained under that rule, in order to enable a bankruptcy notice to be issued by the three remaining partners of the firm. In my opinion there was not a change of parties within the meaning of the rule, and it was not necessary to obtain the leave of the Court under the rule. At the time when the judgment was recovered by Holt & Co. the persons who were entitled to enforce it were the four persons who were at that time the members of the firm. On the retirement of Guinness, the persons entitled to enforce the judgment were still the members of the firm of Holt & Co. By virtue of s. 38 of the Partnership Act, 1890, there was for this purpose no change in the firm. That section provides: "After the dissolution of a partnership the authority of each partner to bind the firm, and the other rights and obligations of the partners, continue notwithstanding the dissolution so far as may be necessary to wind up the affairs of the partnership, and to complete transactions begun but unfinished at the time of the dissolution. Here it is clear that the proceedings were perfectly regular. The judgment was obtained in the name of Holt & Co. The bankruptcy notice was in the name of that firm, and the petition was presented in the name of that firm. The firm of Holt & Co. originally consisted of four members and the surviving or continuing partners of the firm were quite at liberty to issue the bankruptcy notice and to present that petition. I shall not assume that they had not authority to do so.» Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ίδια αρχή εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση στην οποία μάλιστα η απόφαση ημ. 8.1.20 εκδόθηκε μετά από τη διάλυση του συνεταιρισμού και στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, της Αίτησης Ε33/16, η οποία ηγέρθη από τον συνεταιρισμό και υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. Από τη στιγμή που είναι επιτρεπτή η έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης από τον συνεταιρισμό για απόφαση εκδοθείσα πριν τη διάλυση του, πόσω μάλλον είναι επιτρεπτή η έκδοση τέτοιας ειδοποίησης για απόφαση εκδοθείσα μετά τη διάλυση και στα πλαίσια διαδικασίας εγερθείσας από τον συνεταιρισμό. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη και η περικοπή του ακόλουθου αποσπάσματος από το ίδιο σύγγραμμα, σελ. 347, με αναφορά στην υπόθεση Re Bourne
(1906)1 Ch. 113, από την οποία διαφαίνεται καθαρά ότι ο σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι η διασφάλιση της περιουσίας του συνεταιρισμού για σκοπούς εκκαθάρισης του. Η διαδικασία πτώχευσης έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό, ήτοι την προστασία της περιουσίας στην οποία ο συνεταιρισμός δικαιούται πριν την εκκαθάριση του. Αναφορά στην σχετική Κυπριακή νομολογία επί τούτου γίνεται κατωτέρω. «The Court of Appeal, affirming the decision of the court of first instance, held, however, that as regards the power of a surviving partner to deal with partnership assets, no distinction could be drawn between real estate and personal estate; that it is not only the right but the duty of a surviving partner to realize the assets for the purpose of winding up the partnership affairs, that the bank were entitled, in the absence of evidence showing the contrary, to treat the amount as continued by the surviving partner for this purpose, and the sums paid into and drawn out of that account as paid and drawn for the purpose of winding up the partnership ; and that consequently the bank's security was valid for the balance ultimately due to them, and took priority over any claim by the executors of the deceased partner in respect of his share in the partnership.» Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Πιστωτές νομιμοποιούντο να προωθήσουν την παρούσα διαδικασία και να εκδώσουν την υπό κρίση Ειδοποίηση. Το Δικαστήριο οφείλει να σημειώσει ότι η εν λόγω διαπίστωση του δεν έρχεται σε αντίθεση ή αναιρεί την απόφαση ημ. 14.11.11, ως η εισήγηση του Αιτητή, καθότι σε εκείνη το Δικαστήριο αποφάσισε τη διάλυση του συνεταιρισμού και έδωσε οδηγίες ρυθμίζοντας τη διαδικασία εκκαθάρισης η οποία έπεται της διάλυσης του συνεταιρισμού, απαγορεύοντας στους συνεταίρους να προβαίνουν σε αδικοπραξίες και παρέχοντας εξουσία στον εκκαθαριστή να προβαίνει στην είσπραξη οφειλόμενων ποσών, υπό το φως των προνοιών του άρθρου 40 το οποίο εξακολουθεί να ισχύει. Η απαγόρευση προς τους συνεταίρους προφανώς αφορά σε νέες αδικοπραξίες οι οποίες απαγορεύονται δια Νόμου και η εξουσία στον εκκαθαριστή δόθηκε επιπλέον των εξουσιών των συνεταίρων δυνάμει του άρθρου 40 για να διευκολύνει την προώθηση της διαδικασίας εκκαθάρισης, κυρίως σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ των συνεταίρων. Η απόφαση ημ. 8.1.20 είναι τελεσίδικη υπό την έννοια ότι σε εκείνη τα επίδικα ζητήματα αποφασίστηκαν τελειωτικά από Δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία, έτσι ώστε να δεσμεύουν πλέον τα άλλα Δικαστήρια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239, Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897 και Ord v. Ord
(1923)2 K.B.
  1. Το γεγονός ότι καταχωρίστηκε και εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ημ. 8.1.20, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, δεν καθιστά την απόφαση μη εκτελεστή. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΑΚ, η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν έχει ανασταλεί και επομένως αυτή εξακολουθεί να ισχύει και να είναι άμεσα εκτελεστή. Ως εκ τούτου οι Πιστωτές είχαν δικαίωμα να εκδώσουν την υπό κρίση Ειδοποίηση δυνάμει της εν λόγω απόφασης. Ο λόγος ένστασης ότι η Ειδοποίηση είναι παράτυπη και αντικανονική δεν κρίνεται βάσιμος. Ο μοναδικός λόγος ο οποίος προβάλλεται επί τούτου από τον Αιτητή είναι ότι δεν καλείται να εξασφαλίσει ή παράσχει ασφάλεια για το εξ αποφάσεως χρέος είτε πριν είτε με την έκδοση της Ειδοποίησης. Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, οι Πιστωτές δεν έχουν υποχρέωση να απαιτήσουν εξασφάλιση πριν την προώθηση της παρούσας. Επιπλέον, όπως καταγράφεται στην Ειδοποίηση, αυτή εκδόθηκε σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 38-43 και με αυτή ο Αιτητής καλείται, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίσει το ποσό της απόφασης προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι με την Ειδοποίηση δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει ακίνητη περιουσία αξίας €770.400, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό εγγραφής, την οποία δεν προτίθεται να πωλήσει και επομένως οι Πιστωτές γνωρίζουν ότι ο Αιτητής έχει περιουσία η οποία υπερκαλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Σύμφωνα με τον Αιτητή, αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την παράλειψη λήψης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, καθιστά την Ειδοποίηση καταπιεστική με σκοπό την πίεση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Επιπλέον ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, και προς υποστήριξη αυτού παρουσιάζει δύο συμβόλαια που αφορούν τις άδειες στοιχημάτων ποδοσφαίρου και ιπποδρομιών για τη λειτουργία του πρακτορείου του, Τεκμήριο
  2. Ο ΑΚ ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής παρουσιάζει αντίγραφο πιστοποιητικού και όχι πρωτότυπο, χωρίς να δίδει εξήγηση γι΄ αυτό, ότι δεν παρουσιάζεται η βάση της εκτίμησης η οποία αφορά την αξία του ακινήτου κατά την 1.1.13 και ότι στο πιστοποιητικό δεν καταδεικνύεται κατά πόσο αυτό βαρύνεται με οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Οικονομίδης v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255, η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Συνεπώς αυτή δεν σχετίζεται ούτε και εξαρτάται από την προγενέστερη λήψη μέτρων εκτέλεσης δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Αντιθέτως, οι Πιστωτές έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν με την παρούσα διαδικασία και την έκδοση της Ειδοποίησης χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγουμένως προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης, είτε με μηνιαίες δόσεις είτε άλλως πως, όπως π.χ. την εγγραφή memo. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Αρέστης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1258, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής χωρίς αμφιβολία δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Οι εφεσίβλητοι, είχαν προηγουμένως επιλέξει να επιδιώξουν την είσπραξη του λαβείν τους μέσω μιας άλλης δικαστικής διαδικασίας, η οποία προφανώς δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. ....Οι εφεσίβλητοι, αν επιθυμούσαν, μπορούσαν να στραφούν εναντίον του εφεσείοντα με διάταγμα παραλαβής, χωρίς προηγουμένως να επιχειρήσουν και επιτύχουν την έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις.» Χρήσιμη είναι και η υπόθεση Σταυρινίδης v. Eλληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 645, στην οποία λέχθηκε ότι: «.Το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μεγαλύτερη της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν επηρέαζε το νομικό δικαίωμα της εφεσίβλητης να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος..» Είναι επίσης η θέση του Αιτητή ότι η κατοχή από αυτόν ακίνητης περιουσίας, και δη αξίας που καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος, καθιστά τους Πιστωτές εξασφαλισμένους. Το κατά πόσον οι Πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της Ειδοποίησης Πτώχευσης αλλά στα πλαίσια πιθανής αίτησης πτώχευσης, οπότε και οι Πιστωτές θα πρέπει να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 5. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.ά. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1669, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η χρήση διαδικασίας για σκοπό ο οποίος καταλήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Σοφίας Νικολάου Βασιλείου ν Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία γίνεται αναφορά σε σχετική Αγγλική νομολογία που εφάρμοσε τον πιο πάνω κανόνα σε διαδικασίες πτώχευσης και ο οποίος τυγχάνει πλέον καθολικής εφαρμογής σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Στην προαναφερόμενη υπόθεση γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re A Debtor
(1955)2 All E.R. 65 (C.A.), στην οποία καθιερώθηκε ότι σε διαδικασίες πτώχευσης η χρήση ή απειλή χρήσης της εν λόγω διαδικασίας για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο προορίζεται αποτελεί κατάχρηση. Επίσης γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re A Judgement Summons
(1953)1 All E.R. 424, όπου λέχθηκε ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης αν αυτό αποτελεί καταπιεστικό μέσο για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Πότε προκύπτει κατάχρηση εξηγείται στην υπόθεση Re Shaw
(1928)Ch. 206, ως ακολούθως: «It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a petitioning creditor to an order, and, therefore, the fact that in the present case the debtor refused to pay the costs of the Sherbourne Trust, Ltd., and that that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose.» Το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση London Clubs (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεoνέκτημα για τον πιστωτή.» Στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης ο Αιτητής δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει καταπίεση ή κατάχρηση από πλευράς των Πιστωτών εις βάρος του. Ούτε από το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει διαφανεί ότι οι Πιστωτές έχουν καταχωρίσει την υπό κρίση Ειδοποίηση για αλλότριο σκοπό. Αντιθέτως προκύπτει ότι οι Πιστωτές εξέδωσαν την Ειδοποίηση στα πλαίσια προώθησης διαδικασίας πτώχευσης με σκοπό την προστασία της περιουσίας του Αιτητή. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η Ειδοποίηση είναι καταχρηστική ή καταπιεστική δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Πιστωτών και εναντίον του Αιτητή - Οφειλέτη όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. Ενόψει του γεγονότος ότι η τρίμηνη προθεσμία για την καταχώριση αίτησης πτώχευσης αναστάληκε με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης μέχρι και την εκδίκαση αυτής, αυτή συνεχίζει κατά το υπόλοιπο της να προσμετρά από σήμερα. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.