← Κύπρος

Ταμείου Προνοίας Πιλότων και Ιπτάμενων Μηχανικών των Κυπριακών Αερογραμμών ν. Suphire Holdings Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2160/2005, 26/3/2021

Ταμείου Προνοίας Πιλότων και Ιπτάμενων Μηχανικών των Κυπριακών Αερογραμμών ν. Suphire Holdings Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2160/2005, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2160/2005 Μεταξύ: Ταμείου Προνοίας Πιλότων και Ιπτάμενων Μηχανικών των Κυπριακών Αερογραμμών Εναγόντων και

  1. Suphire Holdings Public Ltd
  2. Suphire Securities and Financial Services Ltd
  3. Suphire Trading & Investments Ltd
  4. XXXXX Ανδρονίκου
  5. XXXXX Ανδρονίκου Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 27.12.19 για Πώληση Ακίνητης Περιουσίας Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ν. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 4 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για την Alpha Bank Cyprus Ltd: κα Τ. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για την Αίαντας Επενδυτική Εταιρεία Λτδ: κ. Χ. Γκούντρας για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ Για το Τμήμα Φορολογίας: κ. Χ. Τσεκούρας για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα για την πώληση της εκεί περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 4 η οποία βαρύνεται με το MEMO ΕΒ660/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, το MEMO ΕΒ488/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και τα ΜΕΜΟ 557/12 και 2855/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Η υπό κρίση ακίνητη περιουσία περιλαμβάνει συνολικά 13 ακίνητα, εκ των οποίων πέντε γραφεία στη Λευκωσία, ένα διαμέρισμα στη Λευκωσία, τρία χωράφια στην επαρχία Λευκωσίας, ένα οικόπεδο στην επαρχία Λάρνακας και τρία χωράφια στην επαρχία Πάφου. Περαιτέρω ζητούν διάταγμα όπως το προϊόν της πιο πάνω πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή και ή έναντι της εκδοθείσας προς όφελος των Εναγόντων απόφασης ημ. 29.2.12 για το συνολικό ποσό των €784.416,32 πλέον τόκο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Λ. Νικολάου (εφεξής «ο ΛΝ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές. Σε αυτή ο ΛΝ παρουσιάζει αντίγραφο της απόφασης ημ. 29.2.12 και των MEMO τα οποία οι Ενάγοντες έχουν καταχωρίσει επί της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας. Ο ΛΝ αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το οποίο παραμένει οφειλόμενο και ότι το ένταλμα για εκποίηση της κινητής περιουσίας του Εναγομένου 4 έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο. Ο ΛΝ επισυνάπτει επίσης πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 13.5.14 στο οποίο καταγράφονται τα ΜΕΜΟ και οι Υποθήκες με τα οποία βαρύνεται η υπό κρίση ακίνητη περιουσία και σύμφωνα με το οποίο η συνολική αξία της κατά την 1.1.80 ανήρχετο στις €312.759,
  6. Ο ΛΝ αναφέρει επίσης ότι τα εμπράγματα βάρη σε ένα άλλο ακίνητο στην Πάφο (για το οποίο δεν ζητείται διάταγμα πώλησης) διαγράφηκαν κατόπιν αίτησης του Εναγομένου 4 και με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου, καθότι είχε ανευρεθεί αγοραστής και το τίμημα πώλησης θα κατατίθετο στο Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτών, πλην όμως οι Ενάγοντες δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό από την εν λόγω πώληση. Τέλος, ο ΛΝ αναφέρεται στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος προς όφελος των Αιτητών επί μετοχών εγγεγραμμένων στο όνομα των Εναγομένων 2 και 4 και σε αντίστοιχο διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 2 προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ισχυριζόμενος ότι το προϊόν οποιασδήποτε πώλησης θα πρέπει να διαμοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών πιστωτών και επομένως οι Αιτητές δεν είναι εξασφαλισμένοι καθότι εν πάση περιπτώσει οι εν λόγω μετοχές έχουν μηδαμινή αξία. Εξ ου και ο ΛΝ ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, η Αίτηση επιδόθηκε στον Εναγόμενο 4 όπως επίσης και σε διάφορα άλλα πρόσωπα. Οι δικηγόροι οι οποίοι εμφανίστηκαν για την Alpha Bank Cyprus Ltd (στην οποία έγινε επίδοση και για την Εμπορική Τράπεζα την οποία εξαγόρασε), την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (η οποία και καταχώρισε ένσταση και στην οποία έγινε επίδοση και για την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου και για την Cyprus Popular Bank οι οποίες συγχωνεύτηκαν και ή εξαγοράστηκαν από την Ελληνική), την Αίαντας Επενδυτική Εταιρεία Λτδ και το Τμήμα Φορολογίας προέβησαν σε από κοινού δήλωση με τη δικηγόρο των Αιτητών ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος εκποίησης, το ποσό που θα εισπραχθεί θα διανεμηθεί κατά σειρά προτεραιότητας μεταξύ των κατόχων εμπράγματων βαρών επί εκάστου ακινήτου σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και η επιφυλαχθείσα προσφορά θα καθοριστεί από το Δικαστήριο για έκαστο ακίνητο στις κτηματολογικές αξίες βάσει της εκτίμησης του Κτηματολογίου του
  7. Ο δικηγόρος ο οποίος εμφανίστηκε για την Astro Bank δήλωσε εξαρχής πως δεν φέρει ένσταση στην Αίτηση. Σημειώνεται επίσης ότι η Αίτηση επιδόθηκε και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η Αίτηση επιδόθηκε και στα Κτηματολόγια Λευκωσίας, Λάρνακας και Πάφου. Εκ μέρους του Κτηματολογίου Λευκωσίας δεν υπήρξε εμφάνιση. Εκ μέρους του Κτηματολογίου Λάρνακας στάληκε επιστολή ημ. 28.1.20 προς τον Πρωτοκολλητή του ΕΔ Λευκωσίας και τους δικηγόρους των Αιτητών, και εκ μέρους του Κτηματολογίου Πάφου στάληκε επιστολή ημ. 4.2.20 προς τον Πρωτοκολλητή του ΕΔ Λευκωσίας, οι οποίες βρίσκονται καταχωρημένες στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σε αυτές βασικά αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη με τα οποία βαρύνονται τα ακίνητα της κάθε επαρχίας και πως δεν υπάρχει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πώλησης νοουμένου ότι τηρηθούν οι πρόνοιες του Κεφ.
  8. Ο Εναγόμενος 4 ήταν ο μόνος που καταχώρισε και προώθησε την ένσταση του, με αποτέλεσμα η ακρόαση της Αίτησης να περιοριστεί μεταξύ των Αιτητών και του Εναγομένου
  9. Οι λόγοι ένστασης του Εναγομένου 4 συνοψίζονται ως εξής:
  10. Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των άρθρων 22, 23 και 28 του Μέρους V του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  11. Οι Αιτητές δεν έχουν παράσχει προς το Δικαστήριο ασφάλεια σε σχέση με τα έξοδα που θα προκύψουν κατά την πώληση.
  12. Κανένα ένταλμα κινητών δεν επιστράφηκε ανεκτέλεστο.
  13. Το ποσό που θα προκύψει από την πώληση των υπό κρίση ακινήτων είναι δυσανάλογο σε σχέση με το ποσό της αιτούμενης θεραπείας.
  14. Υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να είναι καταχρηστική αφού επιδιώκει αλλότριους σκοπούς.
  15. Τα παρουσιαζόμενα γεγονότα δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και οι Αιτητές κωλύονται στην έκδοση τους λόγω της συμπεριφοράς τους και προσπάθειας παραπλάνησης.
  16. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν παραθέτει λεπτομερώς τον αριθμό των μελών της οικογένειας του εξ αποφάσεως οφειλέτη, την οικία που παραμένει για διαμονή καθώς επίσης και τη γη που θα εξαιρεθεί ως αναγκαία για τη συντήρηση του οφειλέτη και της οικογένειας του.
  17. Οι Αιτητές δεν γνωστοποίησαν στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεση τους να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος πώλησης.
  18. Ενώ οι Αιτητές εξασφάλισαν διάταγμα επιβάρυνσης μετοχών το οποίο καλύπτει την απαίτηση τους, δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για την έκδοση διατάγματος πώλησης και δεν αποκαλύπτουν την έκδοση και άλλου διατάγματος πώλησης μετοχών εναντίον της Εναγομένης
  19. Ο Εναγόμενος 4 δεν στερείται κινητής περιουσίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι οι μετοχές, αντικείμενο των επιβαρυντικών διαταγμάτων, θεωρούνται κινητή περιουσία η αξία της οποίας υπερκαλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος και όμως οι Αιτητές δεν προχώρησαν σε οποιοδήποτε διάβημα πώλησης αυτών. Ο Εναγόμενος 4 επισυνάπτει επίσης έρευνα του Κτηματολογίου με την αξία του 2018 για το ακίνητο στην Πάφο (στο οποίο γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του ΛΝ και δεν περιλαμβάνεται στο αιτητικό για πώληση) από την οποία διαφαίνεται ότι η αξία των υπό κρίση ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ την αξία την οποία ισχυρίζονται οι Αιτητές. Αναφέρει επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οποιοσδήποτε άλλος πιστωτής προχώρησε με εκποίηση ακίνητης περιουσίας του με ενδεχόμενο την έκδοση διατάγματος πώλησης ακινήτου του οποίου δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης. Τέλος, αναφέρει ότι οποιοδήποτε ποσό πώλησης θα πρέπει να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και να δοθεί στους πιστωτές με σειρά προτεραιότητας, όμως για να γίνει εφικτό κάτι τέτοιο θα πρέπει να κατατεθούν κεφαλαιουχικοί φόροι οι οποίοι αναμένεται να καθοριστούν. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, καταχρηστικά και για αλλότριο σκοπό, ήτοι για προστατευτικό σκοπό, και θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διέπει την εκτέλεση μέσω πώλησης ακίνητης περιουσίας. Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.42 θ.1, οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται δυνάμει του Μέρους V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 για την πώληση ακίνητης περιουσίας, θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως και να αναφέρει την ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας ζητείται η πώληση, δίδοντας τον αριθμό εγγραφής, την τοποθεσία, το είδος και την έκταση αυτής. Περαιτέρω σε αυτή θα πρέπει να καταγράφονται τα ποσά τα οποία ζητείται να ανακτηθούν και να επισυνάπτονται οποιεσδήποτε αποδείξεις και ή άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών των ποσών, καθώς επίσης και πιστοποιητικά από το Κτηματολόγιο που να δείχνουν ότι η υπό κρίση περιουσία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εξ αποφάσεως χρεώστη. Με βάση τη Δ.42 θ.2, η Αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία να επιβεβαιώνεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται δυνάμει της απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκονά)

(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1844, στην οποία αναφέρεται ότι θα πρέπει να τηρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δυνάμει της Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προαναφερόμενες δικονομικές πρόνοιες έχουν ικανοποιηθεί. Η Αίτηση έγινε δια κλήσεως και στο πρώτο αιτητικό (για την πώληση της ακίνητης περιουσίας) δίδεται περιγραφή της ακίνητης περιουσίας της οποίας ζητείται η πώληση με αναγραφή του αριθμού εγγραφής, της πόλης και διεύθυνσης στην οποία αυτή βρίσκεται, του είδους του ακινήτου και του τεμαχίου και μεριδίου καθενός ακινήτου ξεχωριστά. Στην ένορκη δήλωση του ΛΝ που συνοδεύει την Αίτηση, επισυνάπτεται το πιστοποιητικό έρευνας ημ. 9.5.14 του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 8, δυνάμει του οποίου φαίνεται όλη η υπό κρίση ακίνητη περιουσία με την πλήρη περιγραφή της ως στο αιτητικό και πως αυτή είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί ότι αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 4 πως η έρευνα του Κτηματολογίου του 2014 την οποία παρουσίασε ο ΛΝ είναι ανακριβής καθότι έκτοτε εκδόθηκε το διάταγμα απαλλαγής του ενός ακινήτου στην Πάφο και δεν γνωρίζει κατά πόσο οποιοσδήποτε άλλος πιστωτής προχώρησε με εκποίηση, με κίνδυνο το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα του οποίου ο Εναγόμενος 4 δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης. Αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος και μια απλή εικασία. Αντιθέτως οι Αιτητές προσκόμισαν μαρτυρία για την εγγραφή των υπό κρίση ακινήτων στο όνομα του Εναγομένου 4 και επιπρόσθετα οι επιστολές των Κτηματολογίων Λάρνακας και Πάφου, καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι η υπό κρίση ακίνητη περιουσία στις δύο αυτές επαρχίες, της οποίας ζητείται η πώληση, εξακολουθεί να βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου
  2. Επίσης τόσο στο δεύτερο αιτητικό όσο και στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, γίνεται αναφορά στην έκδοση της απόφασης ημ. 29.2.12 στην παρούσα Αγωγή υπέρ των Εναγόντων για τα ποσά των €17.086 (ΛΚ10.000) με τόκο 2,44% από 4.1.05 μέχρι εξοφλήσεως, €2.117,79 (ΛΚ1.230) με τόκο 2,44% από 16.2.05 μέχρι εξοφλήσεως, €64.926,85 (ΛΚ38.000) με τόκο 4,13% από 1.7.04 μέχρι 30.11.06, τόκο 8% από 1.12.06 μέχρι 14.10.08 και τόκο 5,5% από 15.10.18 μέχρι εξοφλήσεως και €700.285,68 (ΛΚ409.859) με τόκο 4,13% από 1.6.04 μέχρι 15.9.06, τόκο 8% από 16.9.06 μέχρι 14.10.08 και τόκο 5,5,% από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Ο ΛΝ επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της εν λόγω απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως και επιβεβαιώνει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της απόφασης και επομένως ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό. Η Δ.42 θ.2 απαιτεί επίσης όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναγράφεται ο αριθμός των μελών της οικογένειας του εξ αποφάσεως χρεώστη, η κατοικία του η οποία εξαιρείται από την πώληση, εκεί (όπου κρίνεται αναγκαία) η περιουσία η οποία εξαιρείται για να υποστηρίξει τον εξ αποφάσεως χρεώστη και την οικογένεια του, καθώς επίσης ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν οι Αιτητές έχει γίνει επαρκής πρόνοια για τις ανάγκες διαβίωσης αυτού και της οικογένειας του. Είναι γεγονός ότι ο ΛΝ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ρητή αναφορά στην κατοικία του Εναγομένου 4 και ή στα μέλη της οικογένειας του και ή σε πρόνοια για την εξασφάλιση των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του. Μάλιστα πέραν του λόγου ένστασης πως δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.42 προβάλλεται ειδικά και λόγος ένστασης για τη μη τήρηση αυτής της συγκεκριμένης πρόνοιας της Δ.42 θ.2 ως προς τη μη ύπαρξη μαρτυρίας για τα μέλη της οικογένειας του Εναγομένου 4, την κατοικία του και την πρόνοια για τη διασφάλιση των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του - βλ. Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκονά) (ανωτέρω). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ίδια η περιγραφή της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας καταδεικνύει δίχως άλλο ότι αυτή δεν δύναται να αποτελεί την κατοικία του Εναγομένου και της οικογένειας του, εφόσον πρόκειται για γραφεία, οικόπεδο και χωράφια. Η μοναδική εξαίρεση είναι το διαμέρισμα στη Λευκωσία, το οποίο δυνατό να αποτελεί τέτοια κατοικία και για το οποίο δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Αιτητών. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην αίτηση για την έκδοση εντάλματος κινητής περιουσίας την οποία καταχώρισαν οι Ενάγοντες στις 7.12.18, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη κινητής περιουσίας του Εναγομένου 4, και ειδικότερα δύο οχημάτων, δίδεται μια νέα διεύθυνση, η οδός XXXXX 6 Αγλαντζιά. Αυτά καταγράφονται και στη συνημμένη στην εν λόγω αίτηση Κατάσταση Οχημάτων Ιδιοκτήτη από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει εύλογα ότι η υπό κρίση ακίνητη περιουσία δεν αποτελεί την κατοικία του Εναγομένου 4, με εξαίρεση το διαμέρισμα για το οποίο επαναλαμβάνεται πως οι Αιτητές δεν προσκόμισαν τα αναγκαία στοιχεία για να μπορεί να κρίνει κατάλληλα το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την εισήγηση της δικηγόρου των Αιτητών ότι η εν λόγω πρόνοια, ως επίσης και το άρθρο 23 του Κεφ. 6 στο οποίο θα γίνει αναλυτική αναφορά κατωτέρω, δεν εξαιρούν την κατοικία αλλά απλώς επιτρέπουν την πώληση της νοουμένου ότι ο εξ αποφάσεως χρεώστης δικαιούται να εξακολουθεί να διαμένει εκεί με την οικογένεια του. Σαφώς τέτοια ερμηνεία δεν προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του σχετικού άρθρου αλλά ούτε και από τον σκοπό του Νομοθέτη ο οποίος ήθελε να διασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση του εξ αποφάσεως χρεώστη και της οικογένειας του προστατεύοντας μόνο την κατοικία του. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δύναται να προχωρήσει στην περαιτέρω εξέταση της Αίτησης αναφορικά με την υπό κρίση περιουσία πλην του διαμερίσματος. Επιπλέον έχει τηρηθεί και η πρόνοια της Δ.42 θ.3, ήτοι η επίδοση της Αίτησης και της συνημμένης σε αυτή ένορκης δήλωσης στον εξ αποφάσεως χρεώστη, ο οποίος μάλιστα καταχώρισε ένσταση. Όπως αναφέρεται στη Δ.42 θ.1, η πώληση ακίνητης περιουσίας διέπεται από το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, κάποιες νομοθετικές διατάξεις του Μέρους V του Κεφ. 6 είναι όμοιες με τις προϋποθέσεις της Δ.
  4. Χρήσιμη ανάλυση της προβλεπόμενης στο Μέρος V του Κεφ. 6 διαδικασίας περιέχεται στο σύγγραμμα Το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα, Νομοθεσία και Κτηματολογικές Διαδικασίες, Ανδρέα Π. Ιωαννίδη, 1994, σελ. 261-271.Το άρθρο 22 του Κεφ. 6 προνοεί τα ακόλουθα: «Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.» Εφόσον ο Εναγόμενος 4 δεν συναινεί στην έκδοση εντάλματος πώλησης της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση αυτού είναι να έχει επιστραφεί ένταλμα κινητής περιουσίας ως ανεκτέλεστο. Μάλιστα αποτελεί λόγο ένστασης ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Δεν αμφισβητείται η καταχώριση της αίτησης ημ 7.12.18 για την έκδοση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, ούτε και αμφισβητείται το περιεχόμενο της σχετικής ειδοποίησης ημ. 14.1.19 με την υπογραφή του δικαστικού επιδότη, Τεκμήριο
  5. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω ειδοποίηση, η εκτέλεση του εντάλματος κινητής περιουσίας δεν κατέστη δυνατή καθότι ο Εναγόμενος 4 στερείται κινητής περιουσίας η οποία υπόκειται σε κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κεφ. 6 στη διεύθυνση που δόθηκε, XXXXX 6 Αγλαντζιά. Στην εν λόγω ειδοποίηση αναγράφεται επίσης ότι το όχημα μάρκας Mercedes είναι διαγραμμένο. Σύμφωνα δε με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΛΝ και όπως φαίνεται στην Κατάσταση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ο Εναγόμενος 4 είχε στην κατοχή του και δεύτερο όχημα το οποίο όμως, ως το μοναδικό όχημα που κατέχει, προστατεύεται δια νόμου. Με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποίησης προκύπτει ξεκάθαρα ότι το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω μη ύπαρξης κινητής περιουσίας στη δοθείσα διεύθυνση προς εκτέλεση αυτού. Η τυπωμένη παράγραφος που περιέχεται στο κάτω μέρος της ειδοποίησης για υπόδειξη εντός 15 ημέρων άλλης κινητής περιουσίας ή νέας διεύθυνσης «. διαφορετικά το ένταλμα αυτό θα επιστραφεί για εκτέλεση εναντίον του εξ αποφάσεως χρεώστη Νο. . στην οδό .» ουδόλως ισοδυναμεί με τη μη διενέργεια διαδικασίας εκτέλεσης του εντάλματος αλλά απλώς αποτελεί ένα αίτημα από τον επιδότη προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή για την υπόδειξη άλλης διεύθυνσης ή κινητής περιουσίας για να μπορέσει ενδεχομένως να προχωρήσει σε εκτέλεση με αυτά τα νέα δεδομένα. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για την υπόδειξη άλλης κινητής περιουσίας ή άλλης διεύθυνσης και δη εντός της εκεί τεθείσας προθεσμίας από την επίδοση της ειδοποίησης, ήτοι τις 14.1.19, τότε δεν τίθεται ζήτημα ή πιθανότητα μεταγενέστερης προσπάθειας εκτέλεσης του εντάλματος και επομένως το ένταλμα παραμένει ως είχε επιστραφεί, δηλαδή ανεκτέλεστο στη δοθείσα διεύθυνση. Ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι κατέχει και άλλη κινητή περιουσία. Ειδικότερα αναφέρει ότι κατέχει κινητή περιουσία εντός των υπό κρίση γραφείων τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του (το Δικαστήριο δεν αναφέρεται πλέον στο διαμέρισμα επειδή αυτό εξαιρείται σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω). Σημειώνεται ότι κάποια εξ αυτών του ανήκουν ανά 1/2 μερίδιο. Αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος καθότι ο Εναγόμενος 4 δεν περιγράφει ούτε και προσδιορίζει την εν λόγω κινητή περιουσία ούτως ώστε ενδεχομένως το Δικαστήριο να μπορούσε να την αξιολογήσει όσον αφορά την αξία της και κυρίως το είδος της και συνακόλουθα κατά πόσο αυτή δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης. Ο Εναγόμενος 4 αναφέρεται επίσης στις μετοχές οι οποίες αποτελούν κοινό έδαφος ότι είναι το αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 20.6.14, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ. Ο ισχυρισμός πως η ύπαρξη του επιβαρυντικού διατάγματος τόσο εναντίον του Εναγομένου 4 όσο και της Εναγομένης 2 αποτελεί εμπόδιο στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και κατάχρηση της διαδικασίας θα εξεταστεί κατωτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 23, η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο αυτή που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εξ αποφάσεως οφειλέτη στα βιβλία του Κτηματολογίου, κάτι το οποίο ικανοποιείται με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω. Το άρθρο 23 προνοεί επίσης τα εξής: «Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά η γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένειά του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του.» Η δικηγόρος των Αιτητών βασίστηκε στο λεκτικό των δύο αυτών επιφυλάξεων του άρθρου 23 για να εισηγηθεί ότι η κατοικία δεν εξαιρείται της πώλησης σε αντίθεση με τη γεωργική γη για την οποία χρησιμοποιείται ρητώς η λέξη «εξαίρεση». Το Δικαστήριο έχει ήδη αναφέρει ότι δεν υιοθετεί αυτή την εισήγηση. Το λεκτικό ότι «πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται» παραπέμπει στην εξαίρεση της αναγκαίας ιδιοκτησίας ακριβώς για να διασφαλίσει τη βασική ανάγκη διαβίωσης και στέγασης, στα πλαίσια προστασίας αυτού του συνταγματικού δικαιώματος. Αυτή η ερμηνεία προκύπτει επίσης και από την ανάγνωση ολόκληρης της επιφύλαξης, καθότι αυτή προνοεί ότι σε περίπτωση ύπαρξης μιας ή περισσότερων κατοικιών, θα πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται τέτοια στέγαση η οποία είναι απολύτως αναγκαία για τον οφειλέτη και την οικογένεια του, δηλαδή θα πρέπει να επιλεγεί μια εξ αυτών για να καλύπτει αυτή την ανάγκη, η οποία θα εξαιρεθεί από την πώληση σε αντίθεση με τις υπόλοιπες οι οποίες μπορούν να πωληθούν. Η χρήση της λέξης «εξαίρεση» αναφορικά με τη γεωργική γη δεν διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση, απλώς τονίζει πως πέραν της κατοικίας γίνεται «επίσης» ειδική εξαίρεση και για τη γεωργική γη εκεί όπου αυτή είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος για τις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του. Οι πρόνοιες του άρθρου 24 επίσης ικανοποιούνται εφόσον η Αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως και έχει γνωστοποιηθεί στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, έχει καταχωρίσει ένσταση στην Αίτηση. Όπως περιγράφεται στο πιστοποιητικό έρευνας ημ. 9.5.14 του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, και φαίνεται στις επιστολές των Κτηματολογίων Πάφου και Λάρνακας, όλα τα υπό κρίση ακίνητα βαρύνονται με υποθήκες και με memo, πλην των δυο χωραφιών στην επαρχία Λευκωσίας, ήτοι το ένα στην Κυθρέα και το άλλο στην Περιστερώνα, τα οποία βαρύνονται μόνο με memo. Αναφορικά με το χωράφι στην Τάλα της Πάφου, διευκρινίζεται ότι αυτό που περιλαμβάνεται στο αιτητικό αφορά το υπ΄ αρ. εγγραφής 9905 το οποίο βαρύνεται επίσης με υποθήκες και memo. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι στην ένορκη του δήλωση ο ΛΝ αναφέρεται σε άλλο ακίνητο στην Πάφο, και συγκεκριμένα στο υπ΄ αρ. εγγραφής 10409, για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα απαλλαγής και πώλησης. Είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο 4 ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με υποθήκες και memo και κατόπιν της Αίτησης 53/19 ΕΔ Πάφου, από τον Εναγόμενο 4, στις 11.6.19 εκδόθηκε διάταγμα καθορισμού της αγοραίας αξίας αυτού στο επιβληθέν από το Κτηματολόγιο ποσό των €103.700, μεταβίβασης του με τίμημα πώλησης όχι για χαμηλότερο ποσό από αυτό που καθόρισε το Δικαστήριο ανωτέρω, διαγραφής-απάλειψης όλων των εμπράγματων βαρών με την κατάθεση ολόκληρου του τιμήματος πώλησης στο Κτηματολόγιο Πάφου και διάθεσης του προϊόντος πώλησης από το Κτηματολόγιο Πάφου στα πρόσωπα προς όφελος των οποίων υπήρχε εμπράγματο βάρος. Η Αίτηση 53/19 και το διάταγμα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  6. Αυτή η αναφορά γίνεται, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 4, για να καταδειχθεί ότι με βάση την συνημμένη στην Αίτηση εκτίμηση της αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου κατά το 2018, αυτή ξεπερνά κατά πολύ την αντίστοιχη αξία του 1980, στην οποία στηρίζονται οι Αιτητές και δεν αντανακλά την ορθή εικόνα, επομένως η σημερινή συνολική αγοραία αξία των υπό κρίση ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος. Αυτοί οι ισχυρισμοί άπτονται του ζητήματος καθορισμού της τιμής πώλησης σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα, Νομοθεσία και Κτηματολογικές Διαδικασίες (ανωτέρω), σελ. 264, παρ. 13: «Κάθε πώληση που διεξάγεται με Ένταλμα Πωλήσεως θα υπόκειται σε επιφυλαχθείσα τιμή. Όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο, επιφυλαχθείσα τιμή είναι το ελάχιστο ποσό, το οποίο μπορεί να γίνει αποδεκτό σαν πρώτη προσφορά και αν δεν αυξηθεί, σαν τελευταία προσφορά, κατά την πώληση ακινήτου σε δημοπρασία, η οποία συντελείται από το αρμόδιο Κτηματολόγιο [Άρθρο 2(β) του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεως) Κεφάλαιο 223 και Νόμος 60/66]. Η διαδικασία, η οποία ακολουθείται, αναφορικά με τον καθορισμό και αναθεώρηση της επιφυλαχθείσας τιμής είναι εκείνη, που αναφέρεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, σχετικά με την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 37-43 του Νόμου 9/
  7. Όταν σε ένα Ένταλμα Πωλήσεως, μη ενυποθήκου ακινήτου ιδιοκτησίας, υπάρχει πρόνοια, για τον καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής από το Δικαστήριο, αυτή θα είναι η επιφυλαχθείσα τιμή για όλους τους σκοπούς του Νόμου [Άρθρο 7
(1)Κεφάλαιο 223 και άρθρο 40 του Κεφαλαίου 6]. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν παρίσταται ανάγκη να αποστέλλονται ειδοποιήσεις για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής. Αν το Ένταλμα Πωλήσεως ενυποθήκου κτήματος προνοεί ότι, η επιφυλαχθείσα τιμή θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, τότε, η επιφυλαχθείσα τιμή, η οποία θα καθοριστεί από το Κτηματολόγιο δεν θα είναι κατά οποιοδήποτε τρόπο χαμηλοτέρα από εκείνη που έχει καθορίσει το Δικαστήριο [Άρθρο 7
(2)του Κεφαλαίου 223].» Επομένως, για τα δύο ακίνητα στην Κυθρέα και στην Περιστερώνα, τα οποία δεν βαρύνονται με υποθήκη, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, τότε η επιφυλαχθείσα τιμή θα καθοριστεί από το αρμόδιο Κτηματολόγιο, ήτοι το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Η διαδικασία υπολογισμού της επιφυλαχθείσας τιμής από το Κτηματολόγιο διέπετο από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο, Κεφ. 223, και τον τροποποιητικό αυτού Ν.60/66, εξ ου και γίνεται παραπομπή σε αυτόν στο προαναφερόμενο σύγγραμμα. Τώρα διέπεται από τον ομώνυμο Ν.82(Ι)/02 ο οποίος κατήργησε το Κεφ. 223 και τον Ν.60/66. Επίσης διέπεται από τα άρθρα 37-43 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, στα οποία γίνεται χρήσιμη ανάλυση στο σύγγραμμα Το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα, Νομοθεσία και Κτηματολογικές Διαδικασίες (ανωτέρω), σελ. 234-256, παρ. 1-69. Για τα υπόλοιπα ακίνητα τα οποία βαρύνονται με υποθήκη, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 28 του Κεφ. 6 δυνάμει του οποίου η επιφυλαχθείσα τιμή καθορίζεται από το Δικαστήριο και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν η ιδιοκτησία βαρύνεται με υποθήκη- (α) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο, αφού το ενυπόθηκο χρέος καταστεί πληρωτέο, να πληρώσει στον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, όλα τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα και δύναται να προσθέσει τα χρήματα που πληρώθηκαν με τον τρόπο αυτό στο ποσό του χρέους από δικαστική απόφαση· και το δικαστήριο όταν ικανοποιηθεί ότι τα ασφαλιζόμενα με την υποθήκη χρήματα έχουν πληρωθεί, δύναται να διατάξει την πώληση της ιδιοκτησίας· (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνηθεί να δεχτεί την προσφορά των ασφαλισμένων με την υποθήκη χρημάτων που έγινε σε αυτόν από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το Δικαστήριο δύναται με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή να διατάξει όπως η ιδιοκτησία πωληθεί υπό τέτοιους όρους ως προς την πληρωμή από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή στο Δικαστήριο ή την εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους από αυτόν με άλλο τρόπο, όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο· (γ) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται αντί να πληρώσει ή να προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, να γνωστοποιήσει σε αυτόν την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο έκδοση εντάλματος πώλησης· στην αίτηση αυτή και αφού ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παράσχει ασφάλεια που ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν, δύναται να εκδοθεί ένταλμα για πώληση της ιδιοκτησίας, το οποίο ορίζει την επιφυλαχθείσα από το Δικαστήριο προσφορά για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης· και αν δεν υπάρξει προσφορά ίση με την επιφυλαχθείσα η ιδιοκτησία δεν πωλείται· (δ) το ποσό χρημάτων το οποίο εισπράττεται κατόπιν πώλησης δυνάμει της παραγράφου (γ), εφόσον αυτό επαρκεί, διατίθεται για πληρωμή πρώτα του οφειλόμενου βάσει της υποθήκης ποσού· δεύτερο, των εξόδων της πώλησης τρίτο, του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· και το υπόλοιπο, αν υπάρχει ανήκει στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους· (ε) αν το ποσό που εισπράχτηκε με τον τρόπο αυτό δεν επαρκεί για την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων της πώλησης, ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής είναι υπεύθυνος για το έλλειμα, αλλά δύναται, αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει κατ' αυτό τον τρόπο, να προσθέσει το ποσό του ελλείμματος στο ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως έξοδα εκτέλεσης: Νοείται ότι όταν το ακίνητο βαρύνεται με δύο ή περισσότερες υποθήκες- (α) οι διατάξεις των παραγράφων (α), (γ), (δ) και (ε) θα εφαρμόζονται σε όλες αυτές τις υποθήκες , στα χρηματικά ποσά που ασφαλίζονται με αυτές και στους αντίστοιχους ενυπόθηκους δανειστές· (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής οποιασδήποτε τέτοιας υποθήκης αρνηθεί να αποδεχθεί πληρωμή του ασφαλισμένου με την υποθήκη αυτή χρηματικού ποσού, με την προσφορά αυτού από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή όπως προνοείται στην παράγραφο (α), οι διατάξεις της παραγράφου (β) του άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται στον πιο πάνω ενυπόθηκο δανειστή, στην αντίστοιχη υποθήκη και στο ασφαλισμένο με αυτή χρηματικό ποσό: Νοείται ότι, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου αναστέλλεται στις περιπτώσεις ενυπόθηκου χρέους, το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται σε μη ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας.» Υπό το φως των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης, και οι δύο πλευρές επικαλούνται τις πρόνοιες της παρ. (γ). Είναι γεγονός ότι η εν λόγω παράγραφος προβλέπει όπως οι Αιτητές γνωστοποιήσουν στους ενυπόθηκους δανειστές την πρόθεση τους να αιτηθούν από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος πώλησης της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως δόθηκε αυτή η γνωστοποίηση πριν την καταχώριση της παρούσας. Όμως από τη στιγμή που η ίδια η παρούσα Αίτηση γνωστοποιήθηκε μέσω της επίδοσης της σε όλους τους ενυπόθηκους δανειστές, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές ενημερώθηκαν πλήρως για την πρόθεση των Αιτητών να ζητήσουν την υπό κρίση πώληση και έτσι αυτό το σκέλος της παρ. (γ) έχει ικανοποιηθεί. Αναφορικά με το θέμα της παροχής ασφάλειας, οι Αιτητές ως οι εξ αποφάσεως πιστωτές, δεν προσφέρονται ούτε και δηλώνουν πρόθυμοι και έτοιμοι να πληρώσουν τα ποσά των υποθηκών αλλά αντιθέτως ζητούν από το Δικαστήριο να τους διατάξει να παράσχουν την προβλεπόμενη ασφάλεια σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης. Με βάση το λεκτικό της εν λόγω παραγράφου, κρίνεται καθόλα βάσιμη αυτή η θέση των Αιτητών καθότι δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για πώληση νοουμένου ότι οι Αιτητές θα παράσχουν την ασφάλεια που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως ικανοποιητική για τα έξοδα που θα προκύψουν από την πώληση ή σε σχέση με αυτή. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι Αιτητές δεν παράσχουν την ασφάλεια ως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, τότε αυτό δεν θα μπορεί να προχωρήσει σε εκτέλεση. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 4 ότι για να είναι δυνατή η μεταβίβαση οποιουδήποτε ακινήτου θα πρέπει πρώτα να καθοριστούν και κατατεθούν οι κεφαλαιουχικοί φόροι, αυτό είναι ένα θέμα το οποίο θα ρυθμιστεί στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης και σύμφωνα με τον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Ν.52/80. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα, Νομοθεσία και Κτηματολογικές Διαδικασίες (ανωτέρω), σελ. 264-5, παρ. 13 και σελ. 267, παρ. 20, στην περίπτωση εντάλματος πώλησης ακινήτου το οποίο βαρύνεται με υποθήκη, το Δικαστήριο θέτει την επιφυλαχθείσα τιμή. Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν προσκομίσει την αξία της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας όπως αυτή υπολογίστηκε κατά την 1.1.1980. Είναι αυτονόητο ότι αυτή η αξία των υπό κρίση ακινήτων αφορά σε αρκετά παλαιά ημερομηνία. Όπως προκύπτει από την επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ημ. 4.2.20, τουλάχιστον το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου προέβη σε εκτιμήσεις των ακινήτων που βρίσκονται στην εν λόγω επαρχία κατά την 1.1.13 και 1.1.18. Μια σύγκριση των τιμών του 1980 και των τιμών του 2018 για τα εν λόγω ακίνητα σαφώς καταδεικνύει ότι υπάρχει σημαντική αύξηση στην αξία των ακινήτων η οποία όμως δεν μπορεί να καθοριστεί με ένα ενιαίο και συγκεκριμένο ποσοστό καθότι οι αυξήσεις των τιμών σε σχέση με τα τρία ακίνητα της Πάφου παρουσιάζουν διαφορετικό ποσοστό. Δεδομένο όμως είναι ότι υπάρχει σημαντική αύξηση της αξίας αυτών, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στην αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX της Πάφου στην οποία παρέπεμψε ο Εναγόμενος 4. Παρόλο που στην επιστολή του Κτηματολογίου Λάρνακας, δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε εκτίμηση της αξίας του υπό κρίση ακινήτου, στην ένσταση της Ελληνικής Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, και συγκεκριμένα στη συνημμένη σε εκείνη ένορκη δήλωση του κ. Κ. Καλλή (εφεξής «ο ΚΚ») επισυνάπτονται εκτυπώσεις από την επίσημη ιστοσελίδα του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις οποίες φαίνεται η εκτιμημένη αξία ενός εκάστου ακινήτου κατά την 1.1.18, Τεκμήριο 1. Σημειώνεται ότι αυτές αφορούν σε 14 ακίνητα, συμπεριλαμβανομένου και του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX στην Τάλα, Πάφος, το οποίο επαναλαμβάνεται δεν αποτελεί αντικείμενο στην υπό κρίση Αίτηση. Αυτά τα στοιχεία δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε πλευρά, αντιθέτως όλοι όσοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης, εκτός του Εναγομένου 4, συμφωνούν στον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής από το Δικαστήριο στην εκτιμημένη από το Κτηματολόγιο αξία κατά την 1.1.18. Ο δε Εναγόμενος 4 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο για την αξία των υπό κρίση ακινήτων παρά μόνο αρκέστηκε στη γενική και ατεκμηρίωτη θέση ότι η αξία των υπό κρίση ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος. Σύμφωνα με τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την αξία των υπό κρίση ακινήτων και με γνώμονα ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη των υποθηκών ή εμπράγματων βαρών memo όπως αντικατοπτρίζονται στο πιστοποιητικό έρευνας ημ. 9.5.14 του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, προκύπτουν τα ακόλουθα για καθένα των υπό κρίση ακινήτων ξεχωριστά: (
  1. i)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½. Προηγούνται οι υποθήκες XXXXX/01 και XXXXX/03 προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €73.200. (
  2. ii)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½. Προηγούνται η υποθήκη XXXXX/97 προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €41.150. (iii) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½. Προηγούνται η υποθήκη XXXXX/03 προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λτδ και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €66.200. (
  3. iv)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο το όλον. Προηγούνται οι υποθήκες XXXXX/01 και XXXXX/03 προς όφελος της Εμπορικής Τράπεζας και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €142.100. (
  4. v)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 13/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½. Προηγούνται η υποθήκη XXXXX/04 προς όφελος της Arab Bank και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €60.500. (
  5. vi)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία (Κυθρέα), Μερίδιο 4/12. Προηγούνται συνολικά 9 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €0. (vii) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία (Περιστερώνα), Μερίδιο το όλον. Προηγούνται συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €27.700. (viii) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία, Μερίδιο το όλον. Προηγούνται η υποθήκη XXXXX/03 προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λτδ και συνολικά 10 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ660/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €241.600. (
  6. ix)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Οικόπεδο στη Λάρνακα, Μερίδιο 6482/53200. Προηγούνται η υποθήκη XXXXX/04προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και συνολικά 11 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ488/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €613.456,48. (
  7. x)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιο το όλον. Προηγούνται οι υποθήκες XXXXX/94 και XXXXX/93 προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας και συνολικά 11 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ2855/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €334.500. (
  8. xi)Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιο το όλον. Προηγείται η υποθήκη XXXXX/95 προς όφελος της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και συνολικά 14 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ557/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €179.700. (xii) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιο το όλον. Προηγείται η υποθήκη XXXXX/94 προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας και συνολικά 11 memo από διάφορους πιστωτές για συνολικό ποσό πέραν των €44 εκ. και βαρύνεται με το memo των Αιτητών ΕΒ557/12. Η αξία κατά την 1.1.18 ανέρχεται στις €82.900. Σημειώνεται ότι τα πλείστα των memo με τα οποία βαρύνονται τα πιο πάνω υπό κρίση ακίνητα αφορούν τους ίδιους πιστωτές και τα ίδια χρέη. Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία διαφαίνεται ότι η αξία των υπό κρίση ακινήτων κατά την 1.1.18, μετά την ικανοποίηση των πιστωτών που προηγούνται των Αιτητών, δεν είναι τέτοια που να θωρηθεί ότι ξεπερνά κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος το οποίο, με ένα πρόχειρο υπολογισμό των ποσών πλέον τους τόκους, ανέρχεται σήμερα στα €1.300.000. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι πιθανότατα οι Αιτητές να μην μπορέσουν να εισπράξουν ολόκληρο το λαβείν τους δυνάμει της δικαστικής απόφασης υπέρ τους. Ως εκ τούτου ο συναφής ισχυρισμός του Εναγομένου 4 ότι η αξία των υπό κρίση ακινήτων είναι δυσανάλογη του εξ αποφάσεως χρέους δεν είναι βάσιμος, αφού αυτός (ο Εναγόμενος 4) προφανώς αγνοεί την ύπαρξη των εμπράγματων βαρών επί των ακινήτων, τα οποία θα πρέπει κατά σειρά προτεραιότητας να ικανοποιηθούν πριν τους Αιτητές. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο καθορισμός της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης των υπό κρίση ακινήτων στην εκτιμημένη αξία κατά την 1.1.18 αντικατοπτρίζει την πρόσφατη και εύλογη αξία των ακινήτων. Άλλωστε, η όλη διαδικασία πώλησης στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο καθορίζει την επιφυλαχθείσα τιμή καθορίζεται στο Μέρος V του Κεφ. 6 και ειδικότερα συγκεκριμένα άρθρα (άρθρα 30-32, 40, 43, 44, 46, 50 και 51) δίδουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να δώσει οδηγίες στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης μέχρι και να ακυρώσει το ένταλμα πώλησης. Ειδικής αναφοράς χρήζει το άρθρο 31 δυνάμει του οποίου το Κτηματολόγιο το οποίο εκτελεί το ένταλμα πώλησης δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση οδηγιών προς επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος ανακύπτει ή ενδέχεται να ανακύψει κατά την πορεία πώλησης. Ο ισχυρισμός του ΛΝ για την έκδοση στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής του επιβαρυντικού διατάγματος και διατάγματος πώλησης των μετοχών των Εναγομένων 2 και 4 ως επίσης και η έκδοση προγενέστερου διατάγματος επιβάρυνσης των ίδιων μετοχών της Εναγομένης 2 από τη Δημοκρατία, Τεκμήρια 9 και 10 στην ένορκη δήλωση του ΛΝ, αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ο ισχυρισμός του ΛΝ πως οποιοδήποτε προϊόν πώλησης αυτών θα πρέπει να διαμοιραστεί μεταξύ των Αιτητών και της Δημοκρατίας παρέμεινε αδιαμφισβήτητος. Εδώ κρίνεται κατάλληλο να λεχθεί ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, το διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης 122/14 ΕΔ Λευκωσίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον της εδώ Εναγομένης 2 και του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται απόκρυψη από τους Αιτητές της έκδοσης στις 30.10.15 διατάγματος για την ακύρωση του διατάγματος πώλησης των εν λόγω μετοχών της Εναγομένης 2, αντικείμενο του επιβαρυντικού διατάγματος (Τεκμήριο 10), ούτως ώστε, όπως αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα, να καταστεί δυνατή η πώληση αυτών με βάση το διάταγμα ημ. 20.6.14 στην (παρούσα) Αγωγή 2160/05 (Τεκμήριο 9) και τον διαμερισμό από την πώληση σε αναλογία κατά 60% για το Ταμείο Συντάξεως και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και 40% για τους Αιτητές. Το διάταγμα ημ. 30.10.15 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4. Ο δε ισχυρισμός του ΛΝ για τη μηδαμινή αξία των μετοχών αντικρούστηκε από τον Εναγόμενο 4 ο οποίος παρουσιάζει κατάσταση αποτίμησης των μετοχών, Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την οποία η αξία τους κατά τις 27.12.19 ανέρχετο στα €2.760.801. Η παράλειψη προώθησης αυτής της πώλησης των μετοχών και αναφοράς για τις τυχόν ενέργειες εκ μέρους των Αιτητών ως προς την πώληση αυτών, ως επίσης και η ύπαρξη αυτού του διατάγματος ουδόλως αποτελεί εμπόδιο στην παράλληλη προώθηση και της υπό κρίση Αίτησης. Η ταυτόχρονη επιδίωξη μέτρων εκτέλεσης δεν συνιστά από μόνη της κατάχρηση της διαδικασίας. Ακόμα και με βάση την αξία των μετοχών, σύμφωνα με την εκτίμηση του Εναγομένου 4, τυχόν πώληση αυτών δεν αναμένεται να επιφέρει την πλήρη ικανοποίηση της απόφασης υπέρ των Αιτητών εφόσον το 40% της αξίας αυτών ανέρχεται στις €1.104.302 το οποίο δεν καλύπτει το σημερινό οφειλόμενο ποσό δυνάμει της απόφασης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λτδ v. Σάκκη κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. Ε145/14, ημ. 15.11.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Στην Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 830 σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δεν απαγορεύεται η παράλληλη προώθηση διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης. Το άρθρο ρητά προνοεί ότι κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο πρώτο του εδάφιο. Αποφασίστηκε ότι η αναφορά στην Christodoulou ότι ως θέμα πρακτικής δεν θα πρέπει να υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση για λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης, ενόσω διάταγμα μηνιαίων δόσεων βρίσκεται σε ισχύ και γίνεται σεβαστό, δεν αντικατοπτρίζει ορθά το σημερινό κυπριακό δίκαιο επί του προκειμένου. Αναφέρεται, ωστόσο, ότι η επιλογή και προώθηση παράλληλων και διαφορετικών διαδικασιών εκτέλεσης δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο έχει διακριτική εξουσία, εφόσον θεωρήσει την παράλληλη προώθηση κάποιου μέτρου εκτέλεσης ως καταπιεστική, να την ανακόψει. Όπως και κάθε καταχρηστική δικαστική διαδικασία θα προσθέταμε. Σημασία έχει λοιπόν κατά πόσο αυτό που επιδιώκεται είναι καταχρηστικό. Στη Panaou (σελ.23) αναφέρεται ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπόκειται στην επιτήρηση και έλεγχο του Δικαστηρίου. Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης και σε κάθε περίπτωση για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από την δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Δεν υφίσταται άλλος περιοριστικός κανόνας. Η επιδίωξη αυτού που χορηγήθηκε ως θεραπεία, όταν δηλαδή στην αγωγή, πέραν του επιδικασμού χρηματικού ποσού, εκδίδεται και διάταγμα για εκποίηση υποθήκης, η προώθηση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετήσει καταπίεση. Ίσως μόνο αν το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους είναι πολύ μικρό και διαφαίνεται ότι μπορεί να εξοφληθεί σύντομα με άλλο τρόπο, ενδεχομένως με την καταβολή μερικών ακόμα μηνιαίων δόσεων τις οποίες ο εξ' αποφάσεως χρεώστης τακτικά καταβάλλει. Καταπίεση και κατ' ακολουθία κατάχρηση μπορεί πιο συχνά να διαπιστωθεί εκεί όπου, ενώ εκκρεμεί η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, με ενδείξεις ότι το ποσό που θα εισπραχθεί θα ικανοποιήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα, προωθείται και άλλο μέτρο εκτέλεσης, το οποίο εκ των πραγμάτων προβάλλει αχρείαστο. Έτσι ήταν τα γεγονότα στην Panaou όπου είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ του εφεσείοντα για χρηματικό ποσό και διατάχθηκε η εκποίηση υποθήκης που είχε δηλωθεί ως εξασφάλιση του χρέους. Ο εφεσείοντας καταχώρησε αίτηση για να ακυρώσει μεταβιβάσεις ακινήτων από τον εφεσίβλητο χρεώστη στη σύζυγο και τη θυγατέρα του ως δόλιες. Περίπου τον ίδιο χρόνο έλαβε και διαβήματα για να πωληθούν οι ενυπόθηκες περιουσίες όπως διατάχθηκε. Εκκρεμούσης της διαδικασίας πώλησης, καταχώρησε αίτηση για εξέταση του εξ αποφάσεως χρεώστη αναφορικά με την ικανότητα του να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι εκκρεμούσης της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων περιουσιών, τόσο η αίτηση ακύρωσης όσο και η αίτηση εξέτασης ήταν πρόωρες και τις απέρριψε. Οι αιτήσεις αυτές είχαν προωθηθεί στη βάση ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιείτο από την πώληση των ενυπόθηκων περιουσιών, όμως, τα γεγονότα και οι περιστάσεις συνιστούσαν ισχυρές ενδείξεις για το αντίθετο. Αναφέρεται στην απόφαση ότι η πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας είχε επιδιωχθεί για την εκτέλεση της απόφασης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ούτε και η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης δημιουργεί από μόνη της οποιοδήποτε εμπόδιο στην έγκριση αυτής, ειδικότερα εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτή καταχωρίστηκε για αλλότριο σκοπό. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
(1)Διάταγμα για την πώληση των ακινήτων του Εναγομένου 4 με αρ. εγγραφής 1/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία (Κυθρέα), Μερίδιο 4/12 και με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία (Περιστερώνα), Μερίδιο το όλον, και τα οποία βαρύνονται με το memo ΕΒ660/12 προς όφελος των Αιτητών, στην επιφυλαχθείσα τιμή η οποία θα καθοριστεί από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας.
(2)Διάταγμα όπως το προϊόν πώλησης των δύο ως άνω ακινήτων εισπραχθεί και διανεμηθεί κατά σειρά προτεραιότητας μεταξύ των κατόχων εμπράγματων βαρών και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και το υπόλοιπο εναπομένον στους Αιτητές προϊόν της πιο πάνω πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή και ή έναντι της εκδοθείσας απόφασης ημ. 29.2.12.
(3)Διάταγμα για την πώληση των ακινήτων του Εναγομένου 4 ® με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½, ® με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½, ® με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½, ® με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο το όλον, ® με αρ. εγγραφής 13/XXXXX, Γραφείο στη Λευκωσία, Μερίδιο ½, ® με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στη Λευκωσία, Μερίδιο το όλον και τα οποία βαρύνονται με το memo ΕΒ660/12 προς όφελος των Αιτητών, ¨ με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Οικόπεδο στη Λάρνακα, Μερίδιο 6482/53200 και το οποίο βαρύνεται με το memo ΕΒ488/12 προς όφελος των Αιτητών, · με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιο το όλον και το οποίο βαρύνεται με το memo ΕΒ2855/12 προς όφελος των Αιτητών, Ø με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιον το όλον, Ø με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Χωράφι στην Πάφο, Μερίδιο το όλον και τα οποία βαρύνονται με το memo ΕΒ557/12 προς όφελος των Αιτητών, στην επιφυλαχθείσα τιμή για το κάθε ακίνητο η οποία δια του παρόντος καθορίζεται από το Δικαστήριο ως η εκτιμημένη από το Κτηματολόγιο αξία εκάστου εξ αυτών κατά την 1.1.2018.
(4)Διάταγμα όπως το προϊόν πώλησης των ως άνω ακινήτων εισπραχθεί και διανεμηθεί κατά σειρά προτεραιότητας μεταξύ των κατόχων εμπράγματων βαρών και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και το υπόλοιπο εναπομένον στους Αιτητές προϊόν της πιο πάνω πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή και ή έναντι της εκδοθείσας απόφασης ημ. 29.2.12. Τα πιο πάνω διατάγματα να συνταχθούν μόνο εάν οι Αιτητές παράσχουν ικανοποιητική ασφάλεια, ήτοι υπογράψουν εγγύηση ύψους €50.000 για την κάλυψη των εξόδων τα οποία θα προκύψουν από την πώληση ή σε σχέση με αυτή. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον του Εναγομένου 4 - Καθ΄ ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον του ενδιαφερόμενου μέρους - Ελληνικής Τράπεζας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Alpha Bank, την Αίαντας Ασφαλιστική και τη Δημοκρατία, η κάθε πλευρά θα επωμισθεί τα έξοδα της. Κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα αναφορικά με αυτούς ακυρώνεται. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.