Σταθόπουλου κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 306/2021, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 306/2021 Μεταξύ:
- XXXXX Σταθόπουλου
- XXXXX Σταθόπουλου Εναγόντων v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Eναγομένης Αίτηση Εναγόντων ημ. 18.2.21 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ε. Χατζηαποστόλου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Κωνσταντίνου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη - Καθ΄ ης να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και ή να πωλήσει και ή άλλως πως διαθέσει για περίοδο δύο ετών από την έκδοση του διατάγματος τα ακίνητα τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ...39/10, με βάση την ειδοποίηση ΙΑ ημ. 10.12.20 και ή άλλως πως. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 - Αιτητή. Ο Ενάγων 1 αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, και ειδικότερα στη σύναψη διαφόρων συμφωνιών δανείου. Ειδικότερα ο Ενάγων 1 αναφέρεται στη σύναψη αρχικά δύο συμφωνιών δανείου. Η μεν πρώτη ημ. 25.1.07 αφορούσε δάνειο στο όνομα του Ενάγοντος 2 και της συζύγου του, το οποίο ήταν «δάνειο διασύνδεσης», δηλαδή δάνειο για να καλύψει μια χρονική περίοδο μεταξύ δύο συναλλαγών και συγκεκριμένα δάνειο για αγορά οικίας και το οποίο θα αποπληρωνόταν με το ποσό αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων. Η δεύτερη συμφωνία ημ. 30.3.09 αφορούσε δάνειο στο όνομα του Ενάγοντος 2 και ήταν πάλι η συνεννόηση μεταξύ των μερών πως και αυτό το δάνειο θα αποπληρωνόταν από το ποσό της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, υπήρξε καθυστέρηση στην είσπραξη της αποζημίωσης, καθότι η Δημοκρατία καταχώρισε έφεση κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις προσφυγές, οι οποίες (αποφάσεις) εκδόθηκαν υπέρ των Εναγόντων για ακύρωση της απαλλοτρίωσης. Λόγω αυτής της καθυστέρησης, στις 26.2.09 και κατόπιν απαίτησης της Εναγομένης, ο Ενάγων 2 και η σύζυγος του εξαναγκάστηκαν να συνάψουν νέα συμφωνία δανείου αλλιώς το δάνειο θα γινόταν άμεσα απαιτητό. Με αυτή τη νέα συμφωνία εξοφλήθηκε το αρχικό δάνειο και έτσι παρατείνετο το δάνειο διασύνδεσης, και υποθηκεύτηκε ακόμα ένα ακίνητο. Η εν λόγω συμφωνία δεν ήταν συμφέρουσα καθότι περιείχε κεφαλαιοποίηση τόκων και αδικαιολόγητες χρεώσεις. Μετά την επικύρωση κατ΄ εφέση των πρωτόδικων αποφάσεων για την ακύρωση της απαλλοτρίωσης και την παράλειψη της Δημοκρατίας να καταβάλει αποζημίωση, περί το 2010 ο Ενάγων 2 αιτήθηκε ανανέωση του δανείου μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποζημίωσης, όμως το αίτημα δεν έγινε δεκτό. Στις 30.9.10 η Εναγομένη ανάγκασε τον Ενάγοντα 2 να συνάψει νέο δάνειο το οποίο θα αποπληρωνόταν με μια δόση, ήτοι μετά την είσπραξη της αποζημίωσης, και απαίτησε όπως ο Ενάγων 1 προστεθεί ως πρωτοφειλέτης. Οι Ενάγοντες υπέκυψαν καθότι η Εναγομένη τους απειλούσε ότι αν δεν υπέγραφαν τότε το δάνειο του Ενάγοντος 2 θα γινόταν μη εξυπηρετούμενο και η Εναγομένη θα προχωρούσε άμεσα σε εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εξασφάλιση του νέου δανείου ο Ενάγων 2 υποθήκευσε τα υπό κρίση ακίνητα. Ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται ότι το τελευταίο δάνειο περιέχει πολλές παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις επιτοκίου, καθώς επίσης και μονομερείς και αυθαίρετους όρους ως προς τον τρόπο καθορισμού, αύξησης και χρέωσης των επιτοκίων, καθώς επίσης και ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας. Επικαλείται μελέτη χρηματοοικονομικής αναλύτριας, στην οποία υπολογίζεται ορθώς ο τόκος και αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την αναδιάρθρωση του δανείου. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες ζήτησαν τον υπολογισμό του νομίμως οφειλόμενου ποσού και την πληρωμή μηνιαίας δόσης ίσης με τους τόκους για δύο έτη και ακολούθως την καταβολή μιας δόσης (αφού εισπράξουν την αποζημίωση) προς εξόφληση του δανείου. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, η Εναγομένη ενήργησε καταστρατηγώντας την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και αρνούμενη να προβεί σε αναδιάρθρωση. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο όρος για το ύψος του επιτοκίου εξουδετερώνει το εξ επιείκειας δικαίωμα (equity of redemption) για εξόφληση του ποσού που καλύπτει η υποθήκη. Ο Ενάγων 1 θεωρεί ότι εντός των επόμενων δύο ετών θα εκδικαστεί η Αγωγή η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους τους και εναντίον της Δημοκρατίας για αποζημίωση και με την είσπραξη αυτής θα είναι σε θέση και δεσμεύονται να καταβάλουν το νομίμως οφειλόμενο ποσό στην Εναγομένη. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται καθ΄ ύλη αρμοδιότητας να εκδικάσει την Αίτηση καθότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην επαρχία Λεμεσού. 2) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και περιφρόνηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης. 3) Χρησιμοποιείται λανθασμένο ένδικο μέσο για την απαγόρευση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/
- 4) Ο Ν.9/65υπερισχύει ως ειδικότερος έναντι του Κεφ. 6 και του Ν.14/
- 5) Το αιτούμενο διάταγμα παραβιάζει τα δικαιώματα της Εναγομένης τα οποία απορρέουν από το Μέρος VIA του Ν.9/
- 6) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 7) Η Εναγομένη ακολούθησε ορθά και νομότυπα τη διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Ανδρέου (εφεξής «ο ΑΑ»), ο οποίος αναφέρει ότι μέχρι και τις 31.1.18 ήταν λειτουργός ανάκτησης χρεών της Εναγομένης και ότι από την 1.2.18 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων δανείων και εξασφαλίσεων. Ο ΑΑ αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος 1 αναφορικά με τη φύση και τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείων, προσθέτοντας ότι σε καμία συμφωνία δεν υφίσταται όρος για «δάνειο διασύνδεσης» ή για αποπληρωμή των δανείων από την καταβολή τυχόν αποζημίωσης και ότι όλοι οι όροι των συμφωνιών περιέχονται στις εν λόγω συμφωνίες. Ο ΑΑ ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η Εναγομένη ενήργησε κακόπιστα, ανέντιμα και καταχρηστικά αλλά πάντοτε με καλή πίστη, δίκαια, έντιμα και με τη δέουσα επιμέλεια και επαγγελματισμό και ότι όλες οι χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών είναι καθόλα νόμιμες και συμβατικές. Ο ΑΑ ισχυρίζεται επίσης ότι και η υπό κρίση υποθήκη είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και παραχωρήθηκε με την ελεύθερη βούληση του Εναγόντος 2, ότι η Εναγομένη ακολούθησε ορθά τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι πράγματι υπήρξε επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων για πιθανή εξώδικη διευθέτηση χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων της κάθε πλευράς. Ο ΑΑ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προσθέτοντας ότι ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος οι Ενάγοντες θα υποστούν ζημιά, τότε η Εναγομένη είναι φερέγγυος οργανισμός και δύναται να τους αποζημιώσει και εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν μαρτυρία για την αδυναμία της Εναγομένης να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε την ίδια μέρα με την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, περιλαμβάνονται αξιώσεις για · ακύρωση των συμφωνιών δανείου ημ. 25.1.07 και 30.3.09 και όλων των παρεπόμενων συμφωνιών λόγω δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράβασης προσυμβατικών υποχρεώσεων · ακύρωση των υποθηκών, εγγυήσεων και άλλων εξασφαλίσεων συνεπεία δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και ή παραπλάνησης και ή άσκησης πίεσης και ή αθέμιτης επιρροής και ή λόγω παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών καθηκόντων · αποζημιώσεις για δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις και ή για παράβαση σύμβασης και ή για αμέλεια · διαγραφή των καταχρηστικών και ή παράνομων όρων της συμφωνίας δανείου και ή των παρεπόμενων συμφωνιών εξασφάλισης · απόφαση ότι το απαιτούμενο υπόλοιπο δεν είναι το νομίμως οφειλόμενο και ως εκ τούτου η Εναγομένη δεν δικαιούται να προχωρεί με απαίτηση του εν λόγω λογαριασμού και με πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων · αποζημιώσεις και ή επιστροφή των ποσών που προέκυψαν από παράνομες και ή αντισυμβατικές και ή αυθαίρετες χρεώσεις και ή καταχρηστικές ρήτρες · διάταγμα ότι ο τόκος δεν μπορεί να ξεπερνά αυτόν που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα · διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη να υποχρεώνεται να συμμορφωθεί με την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις · απόφαση και ή διάταγμα για περιοδικές πληρωμές προς εξόφληση οποιουδήποτε νομίμως οφειλόμενο ποσού. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα δόλου και ή ψευδών παραστάσεων ως προς τη σύναψη των δύο εκεί αναφερόμενων συμφωνιών δανείου και συνακόλουθα των εξασφαλίσεων, συμπερίληψης παράνομων, αυθαίρετων και ή καταχρηστικών όρων στις εν λόγω συμφωνίες και αμφισβητείται το ύψος των ισχυριζόμενων οφειλόμενων υπολοίπων των δύο επίδικων λογαριασμών δανείου. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο βασικός ισχυρισμός των Εναγόντων είναι αφενός η φύση και οι συνθήκες σύναψης των δανείων και αφετέρου η ύπαρξη καταχρηστικών, μονομερών και αυθαίρετων όρων στις συμφωνίες και η υπερχρέωση στις συμφωνίες και στους αντιστοίχους λογαριασμούς. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο παρατηρεί πως η Αγωγή, με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, φαίνεται να αφορά μόνο τις δύο συμφωνίες δανείου ημ. 25.1.07 και 30.3.09 και τις συνακόλουθες εξασφαλίσεις. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο Ενάγων 1 αναφέρεται τόσο σε αυτές τις δύο συμφωνίες ως τις αρχικές, πλην όμως ακολούθως απομονώνει την πρώτη και προβάλλει ισχυρισμούς για την σύναψη δύο μεταγενέστερων νέων συμφωνιών οι οποίες βασικά αντικατέστησαν την πρώτη. Ειδικότερα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ΑΑ, η πρώτη συμφωνία δανείου ημ. 25.1.07 αφορούσε ποσό εκ ΛΚ130.000 με αρ. λογαριασμού ..30-7 στο όνομα του Ενάγοντος 2 και της συζύγου του και η δεύτερη ημ. 30.3.09 αφορούσε ποσό εκ €15.000 με αρ. λογαριασμού .91-4 στο όνομα του Ενάγοντος 2, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Στις 26.2.09 ο Ενάγων 2 και η σύζυγος του συνήψαν νέα συμφωνία δανείου με την οποία εξοφλήθηκε το (πρώτο) δάνειο με αρ. λογαριασμού .30-7 και συνήφθη άλλο νέο δάνειο με αρ. λογαριασμού .26-2 εκ €300.000, Τεκμήριο
- Ακολούθως, μετά την απόρριψη του αιτήματος του Ενάγοντος 2 για ανανέωση αυτού του τελευταίου δανείου, στις 30.9.10 οι Ενάγοντες συνήψαν νέο δάνειο με αρ. λογαριασμού .10-7 εκ €369.000, Τεκμήριο
- Για το τελευταίο δάνειο ημ. 30.9.10 παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση η υπό κρίση υποθήκη Υ.39/10, Τεκμήριο
- Όπως φαίνεται στο Έγγραφο Υποθήκης, Τεκμήριο 8, αυτή δόθηκε στις 30.9.10 και αφορά τον λογαριασμό υπ΄ αρ. .10-7 ο οποίος ακολούθως έγινε .75-
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύναψη των εν λόγω συμφωνιών και οι όροι αυτών, όπως φαίνεται στα αντίστοιχα έγγραφα, είναι παραδεκτή και από τον ΑΑ. Επομένως, σύμφωνα πάντα με την απλή παράθεση των ισχυρισμών του Ενάγοντος 1, και χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση τους, διαφαίνεται ότι η Αγωγή και η απαίτηση των Εναγόντων αφορά τις δύο αρχικές συμφωνίες δανείου και δεν αφορά την τελευταία συμφωνία δανείου και την υπό κρίση υποθήκη ημ. 30.9.
- Και τούτο, καθότι όπως ο ίδιος ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται, το δάνειο της πρώτης συμφωνίας εξοφλήθηκε με τη μετέπειτα συμφωνία ημ. 26.2.09, το δάνειο της οποίας και πάλι με τη σειρά του εξοφλήθηκε με την τελευταία νέα συμφωνία ημ. 30.9.10, για την οποία μάλιστα δόθηκε ως εξασφάλιση η υπό κρίση υποθήκη. Επομένως, οι ίδιοι οι Ενάγοντες φαίνεται να ισχυρίζονται εξόφληση του αρχικού δανείου υπ΄ αρ. .30-7, με αποτέλεσμα αυτό να μην υφίσταται πλέον, και να ισχυρίζονται τη σύναψη άλλων μεταγενέστερων συμφωνιών με την τελευταία να βρίσκεται σε ισχύ, ήτοι αυτή ημ. 30.9.10 με αρ. λογαριασμού ..10-7 και για την οποία παραχωρήθηκε η υπό κρίση υποθήκη. Ως εκ τούτου, χωρίς να μου διαφεύγει ότι πρόκειται για γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η αναφορά στην πρώτη αξίωση στις παρεπόμενες συμφωνίες (οι οποίες ουδόλως προσδιορίζονται) ενδεχομένως να μην καλύπτει τις μετέπειτα συμφωνίες οι οποίες, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, αφορούσαν εξόφληση παλαιού δανείου και παροχή νέου. Αντίστοιχη είναι και η διαπίστωση του Δικαστηρίου για την αναφορά και στις παρεπόμενες συμφωνίες εξασφάλισης καθότι η υπό κρίση υποθήκη δόθηκε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, ως εξασφάλιση μόνο για την τελευταία συμφωνία του
- Επομένως, μια ανάγνωση της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση καταδεικνύει δίχως άλλο πως ενδεχομένως η συμφωνία δανείου ημ. 30.9.10 για την οποία δόθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκη Υ.39/10 δεν αποτελεί μέρος των αξιώσεων στην παρούσα Αγωγή και ουδόλως αποτελεί μέρος της βάσης της απαίτησης των Εναγόντων. Αυτή η διαπίστωση αναμφίβολα δεν δύναται να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση περί ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αγωγής από τη στιγμή που η ίδια η συμφωνία και η παραχωρηθείσα ως εξασφάλιση υποθήκη δεν φαίνεται να αποτελούν μέρος της απαίτησης των Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης και ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η Αγωγή καλύπτει και αφορά την συμφωνία δανείου ημ. 30.9.10 και την παραχωρηθείσα ως εξασφάλιση υποθήκη Υ.39/10, θεωρώ ότι για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και με δεδομένη τη φύση των αξιώσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, καταδεικνύεται η ύπαρξη δικαιοδοσίας του ΕΔ Λευκωσίας. Παραπέμπω σχετικά στο άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 και στην υπόθεση N.S.K. Leather Plast Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 145. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος 1 αναφορικά με τη φύση και τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών δανείου και της παραχωρηθείσας υποθήκης ως εξασφάλισης, είναι γενικοί και αόριστοι και αποτελούν αντικείμενο άρνησης και αντικρούονται από την Εναγομένη. Η καταγραφή όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του Ενάγοντος 1 καταδεικνύει χωρίς δυσκολία ότι αυτός περιορίζεται σε απλή αναφορά των ισχυρισμών του χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας ή λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών. Κατ΄ αρχάς ο Ενάγων 1 αναφέρεται σε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών, στο στάδιο της κατάρτισης των δύο αρχικών γραπτών συμφωνιών και ανεξαρτήτως των όρων αυτών για την αποπληρωμή των δανείων με δόσεις, για την αποπληρωμή τους με την αποζημίωση την οποία θα λάμβαναν από την απαλλοτρίωση καθότι, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα 1, η Εναγομένη γνώριζε ότι ο Ενάγων 2 και η σύζυγος του ήταν άνεργοι και δεν είχαν εισοδήματα. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών ούτε και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα, περιορίζομαι στην επισήμανση ότι τέτοια ισχυριζόμενη συνεννόηση ή συμφωνία δεν αντικατοπτρίζεται στις γραπτές συμφωνίες, αλλά ούτε και ο Ενάγων 1 έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να διαφαίνεται η ύπαρξη τέτοιας συνεννόησης ή συμφωνίας ασχέτως του περιεχόμενου των γραπτών συμφωνιών. Μάλιστα, ο Ενάγων 1 περιορίζεται στην αναφορά παντελώς γενικών και αόριστων ισχυρισμών τόσο αναφορικά με αυτή την ισχυριζόμενη συνεννόηση όσο και αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των μετέπειτα δύο συμφωνιών και της παραχώρησης της υπό κρίση υποθήκης, καθότι δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με αυτά τα ισχυριζόμενα γεγονότα. Ειδικότερα, ο Ενάγων 1 δεν δίδει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των εν λόγω συμφωνιών και παραλείπει παντελώς να αναφέρει πότε και από ποιους εκ μέρους της Εναγομένης έγιναν αυτές οι συνεννοήσεις και ή παραστάσεις και ή πιέσεις και ή απειλές, ούτως ώστε οι ισχυρισμοί του να παραμένουν απλές αναφορές χωρίς όμως οποιαδήποτε στοιχεία προς υποστήριξη αυτών. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ πως όλοι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος 1 τίθενται με τέτοια γενικότητα και αοριστία, ούτως ώστε να μην έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας ως προς την υποστήριξη αυτών. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια ακριβώς διαπίστωση ισχύει και για την αλληλογραφία και επικοινωνία μεταξύ των μερών, στα πλαίσια διαβουλεύσεων για πιθανή εξώδικη διευθέτηση. Η εν λόγω επικοινωνία περιορίζεται στην αναζήτηση από πλευράς Εναγόντων του πραγματικώς οφειλόμενου ποσού και της τιμής για την απαλλαγή των ενυπόθηκων ακινήτων ενόψει και του επικείμενου ορισμένου πλειστηριασμού, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ή έστω νύξη για το ζήτημα, πόσω μάλλον για συμφωνία-συνεννόηση, αποπληρωμής του δανείου με την αποζημίωση που αναμένεται και ελπίζουν οι Ενάγοντες να εισπράξουν. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την εισήγηση της δικηγόρου των Εναγόντων πως ο ΑΑ προβαίνει σε μια γενική άρνηση η οποία δεν είναι ικανή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος
- Ο ΑΑ αρνείται και αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος 1 ως προς τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών και της παραχώρησης της υποθήκης και επιπρόσθετα προβάλλει τις δικές του θέσεις ως προς το ότι οι ίδιες οι συμφωνίες αντικατοπτρίζουν τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών, παραπέμποντας στα σχετικά έγγραφα των συμφωνιών, και ως προς το ότι η υπό κρίση υποθήκη παραχωρήθηκε με την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντος
- Ως εκ τούτου και πάλι το Δικαστήριο δεν θα ικανοποιείτο ότι οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής τους. Θεωρώ ακόμα σκόπιμο να επισημάνω πως εκτός από τους πιο πάνω ισχυρισμούς ως προς τη σύναψη των συμφωνιών, οι Ενάγοντες παραδέχονται τη σύναψη αυτών, τη λειτουργία των λογαριασμών για αρκετά έτη χωρίς να έχει διαφανεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους τους και προβάλλουν ισχυρισμούς για την καταχρηστικότητα όρων αυτών. Παρόλο που το Δικαστήριο θεωρεί ότι και πάλι οι ισχυρισμοί για καταχρηστικότητα παρέμειναν γενικοί και αόριστοι, καθότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών, εντούτοις η καταχρηστικότητα κάποιων εκ των όρων των συμφωνιών δεν οδηγεί αυτομάτως και δίχως άλλο στην ακύρωση ολόκληρης της συμφωνίας η οποία εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ και να εφαρμόζεται. Οι υποθέσεις C-125/18, Marc Gomez del Moral Guash v. Bankia SA, ημ. 3.3.20 και C-26/13, Kásler και Káslerné Rábai, ημ. 30.4.14, στις οποίες παραπέμπει η δικηγόρος των Εναγόντων, ακριβώς καθιερώνουν την αρχή πως η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας δεν θεωρείται αυτομάτως και δίχως άλλο καταχρηστική αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αυτή είναι αφενός κατανοητή στον δανειολήπτη και αφετέρου παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. Και οι περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι του 1996 και του 1999, στους οποίους και πάλι παραπέμπει η δικηγόρος των Εναγόντων, απαιτούν την εξέταση από το Δικαστήριο διαφόρων παραγόντων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας και τη διαπραγματευτική δύναμη των μερών. Μάλιστα, ο ίδιος ο Ενάγων 1 επισυνάπτει μελέτη της λογίστριας κας Ρ. Κορομία, Τεκμήρια 10Α και 10Β, στην οποία υπολογίζεται το οφειλόμενο υπόλοιπο με τη χρέωση επιτοκίου προς 5% και κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως και με τη χρέωση του εκάστοτε επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον συμβατικό επιτόκιο με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Σύμφωνα με αυτές, αντί το οφειλόμενο ποσό να είναι €837.235,17 κατά τις 31.12.10, ως η κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης, Τεκμήριο 11, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται είτε στις €493.419,59 είτε στις €440.304,21 αναλόγως του επιτοκίου. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 για συμφωνία με την Εναγομένη για αναδόμηση του υπολοίπου με υπολογισμό τόκου προς 5% δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην αλληλογραφία μεταξύ των μερών, Τεκμήριο 10Γ, στην οποία παραπέμπει. Και τούτο καθότι στο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγομένης ημ. 12.2.21, μέρος του Τεκμηρίου 10Γ, αναφέρεται μεν ότι το ποσό της διαγραφής θα γίνει με προεξοφλητικό επιτόκιο προς 5% αλλά προστίθεται ότι η τιμή απαλλαγής των ακινήτων δεν μπορεί να δοθεί αν δεν προσκομιστούν κάποια στοιχεία, επομένως η δήλωση στο 5% αποτελεί μέρος των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, ως επίσης και όχι τελική συμφωνία μεταξύ τους εφόσον εκκρεμούσαν και άλλα ζητήματα. Έτσι, ακόμα και με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, διαφαίνεται η ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου το οποίο οι ίδιοι στο παρόν στάδιο αδυνατούν να αποπληρώσουν και ζητούν χρόνο δύο ετών όταν και ελπίζουν να λάβουν την αποζημίωση. Επομένως, οι Ενάγοντες δηλώνουν αδυναμία αποπληρωμής και ουσιαστικά στηρίζονται σε ένα αβέβαιο μελλοντικό γεγονός, ήτοι την εκδίκαση της Αγωγής, την επιτυχία αυτής και την είσπραξη της αποζημίωσης, η οποία θα είναι ικανή να αποπληρώσει την οφειλή τους δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, καταδεικνύεται αφενός πως οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι οφείλουν στην Εναγομένη και αφετέρου πως αυτοί δεν είναι σε θέση να την αποπληρώσουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες μιλούν για δέσμευση αποπληρωμής μόνο αφότου λάβουν την αποζημίωση, κάτι το οποίο οδηγεί το Δικαστήριο στο εύλογο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες επιδιώκουν την προσωρινή αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού και συνακόλουθα της όποιας απαίτησης αποπληρωμής για περίοδο δύο ετών απλώς και μόνο με την ελπίδα αποπληρωμής τότε, νοουμένου βεβαίως ότι θα έχουν λάβει την αποζημίωση. Επομένως, η δέσμευση εκ μέρους των Εναγόντων ότι εντός δύο ετών θα αποπληρώσουν το οποιοδήποτε νομίμως οφειλόμενο ποσό καταρρίπτεται από τους ίδιους τους ισχυρισμούς τους ως προς το ότι αυτή η δέσμευση στηρίζεται σε ένα μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, χωρίς την υλοποίηση του οποίου δεν παρέχεται οποιαδήποτε δυνατότητα πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι οι Αιτητές έχουν καταφέρει να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με την παρούσα Αγωγή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αδυναμία των Εναγόντων να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο