← Κύπρος

Y.S. Trustees Ltd κ.α. ν. Αντωνιάδου ως διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1323/2014, 19/3/2021

Y.S. Trustees Ltd κ.α. ν. Αντωνιάδου ως διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1323/2014, 19/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1323/2014 Μεταξύ: 1. Y.S. Trustees Ltd 2. XXXXX Leviev Εναγόντων v. 1. XXXXX Αντωνιάδου ως διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Eναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 6.3.14 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 19 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κα Μ. Τριανταφυλλίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Παναγιώτου με κα Α. Σιαξιατέ για Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης ημ. 6.3.14, την ίδια μέρα το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα (τα οποία προωθούνται πλέον μόνο για την Εναγομένη 1) με τα οποία: (
  2. i)απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 και ή στους αντιπροσώπους και ή υπαλλήλους της από του να προβούν σε οποιαδήποτε μεταβίβαση και ή αποξένωση και ή πώληση και ή ενεχυρίαση και ή δημιουργία οποιουδήποτε άλλου εμπράγματου βάρους και ή άλλως πως διαθέσουν 69.806.988 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ονομαστικής αξίας €1 η καθεμιά, (
  3. ii)επιβάλλεται επιβάρυνση στις εν λόγω μετοχές και (iii) απαγορεύεται στην Εναγομένη 2 από του να καταχωρεί αγωγή και ή λαμβάνει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα στην Κύπρο και στο εξωτερικό εναντίον των Αιτητών αναφορικά με την είσπραξη του ποσού του δανείου με αρ. .68 το οποίο η Αιτήτρια 1 διατηρούσε με την πρώην Λαϊκή Τράπεζα και τώρα με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και ή νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. J. Βραχίμη (εφεξής «ο JB») ο οποίος δηλώνει ότι είναι σύμβουλος των Εναγόντων. Σύμφωνα με τον JB, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων 2 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (εφεξής «η Λαϊκή Τράπεζα») με αριθμό ..70 με πιστωτικό υπόλοιπο κατά τις 26.3.13 US$15.783.361,05 και μετά το «κούρεμα» €100.000 και η Ενάγουσα 1 ήταν η εμπιστευματοδόχος του καταπιστεύματος CD Trust και είχε λογαριασμό δανείου με τη Λαϊκή Τράπεζα με αρ. ..68 με χρεωστικό υπόλοιπο κατά τις 26.3.13 US$35.231.462,23. Όπως αναφέρει ο JB, ο Ενάγων 2 ήταν και εξακολουθεί να είναι ο τελικός δικαιούχος του CD Trust και εγγυήθηκε προσωπικά το εν λόγω δάνειο. Ο JB ισχυρίζεται ότι με βάση τις πρόνοιες της ΚΔΠ 104/13 το ποσό του λογαριασμού του Ενάγοντος 2 θα έπρεπε να συμψηφιζόταν με το ποσό των δανειακών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα το ποσό των δανειακών υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 να ανήρχετο κατά τις 26.3.13 στα US$19.448.101. Ο JB αναφέρει ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν επιστολή ημ. 14.5.13 προς τη Λαϊκή Τράπεζα και αργότερα επιστολή ημ. 28.6.13 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ζητώντας τον συμψηφισμό της κατάθεσης του Ενάγοντος 2 με το δάνειο της Εναγομένης 1. Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας και διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών και τελικώς η Κεντρική Τράπεζα αποτάθηκε στον Υπουργό Οικονομικών ο οποίος με τη σειρά του αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για γνωμάτευση επί του ζητήματος. Στις 8.11.13, ο Γενικός Εισαγγελέας απέστειλε γραπτή γνωμάτευση στον Υπουργό Οικονομικών στην οποία εξέφρασε τη συμφωνία του με τη νομική γνωμάτευση του νομικού συμβούλου της Λαϊκής Τράπεζας πως δικαιολογείται ο συμψηφισμός. Κατόπιν αυτής της γνωμάτευσης, οι Ενάγοντες συνέχισαν τις διαβουλεύσεις με τις Εναγόμενες για την υλοποίηση του συμψηφισμού και παρόλο που καμιά εκ των Εναγομένων αμφισβητεί το δικαίωμα των Εναγόντων σε συμψηφισμό, εντούτοις η καθεμιά επιρρίπτει την ευθύνη στην άλλη. Σύμφωνα πάντα με τον JB, το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης 1 είναι το 18.056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2, ήτοι 4.698.219.049 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 η καθεμιά και, σύμφωνα με εκτίμηση για την αξία των μετοχών κατά τις 31.12.13, θα πρέπει να δεσμευτεί ο αιτούμενος αριθμός μετοχών. Ο JB επικαλείται πληροφορίες για την εκκρεμότητα στο Δικαστήριο αίτησης από δύο πρώην καταθέτες της Λαϊκής ως πιστωτές οι οποίοι επιδιώκουν την έκδοση σχεδίου διακανονισμού με το οποίο όλες οι μετοχές της Εναγομένης 2 τις οποίες κατέχει η Εναγομένη 1 να μεταβιβαστούν σε θεματοφύλακα ο οποίος θα τις κατέχει προς όφελος των πρώην καταθετών κατ΄ αναλογία του πιστωτικού υπολοίπου εκάστου εξ αυτών. Από τα πιο πάνω είναι η θέση του JB ότι με τη μεταβίβαση και ή αποξένωση όλων των μετοχών, είναι πολύ πιθανόν να καταστεί ανικανοποίητη η όποια απόφαση στην Αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 η οποία έχει χιλιάδες πιστωτές οι οποίοι είναι οι πρώην καταθέτες της Λαϊκής, έχουν υποστεί κούρεμα και έχουν καταχωρίσει ή απειλούν να καταχωρίσουν αγωγές. Τέλος, ο JB προβάλλει τους λόγους για τους οποίους ζητείται και διάταγμα απαγόρευσης της Εναγομένης 2 να εγείρει αγωγή και ότι είναι απολύτως αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 2) Η Εναγομένη 1 οφείλει να συμμορφωθεί και εφαρμόσει τόσο τον Ν.17(Ι)/13 όσο και τις ΚΔΠ 94/13 και 104/13. 3) Η Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθότι έχουν συντελεστεί οι πράξεις που αναφέρονται στην ΚΔΠ 104/13. 4) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης. 5) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στη Λαϊκή Τράπεζα και στους πιστωτές της. 6) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της Εναγομένης 1. 7) Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. 8) Η Αίτηση είναι πρόωρη και ή καταχρηστική. 9) Τυχόν έγκριση της Αίτησης αποτελεί δυσμενή διάκριση προς τους λοιπούς καταθέτες και άλλους πιστωτές της Λαϊκής. 10) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα αναγκάσει την Εναγομένη 1 να παραβεί τις υποχρεώσεις της οι οποίες προκύπτουν από το Μνημόνιο ημ. 18.2.14 το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τρόικας. 11) Η Αγωγή είναι πρόωρη καθότι η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων των Εναγόντων θα διαφανεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Α. Αντωνιάδου (εφεξής η ΑΑ»). Η ΑΑ παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν τους προαναφερόμενους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα αντίστοιχα και αναφέρεται στον Ν.17(Ι)/13, στις διάφορες ΚΔΠ και στις συνέπειες εφαρμογής τους. Η ΑΑ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, αναφέρει ότι με βάση το νέο Μνημόνιο ημ. 18.2.14 έχει υποχρέωση να προβεί στα αναγκαία διαβήματα ούτως ώστε μέχρι τα τέλη Απριλίου του 2014 να βρεθεί επενδυτής να αγοράσει το μερίδιο των μετοχών (18%) που κατέχει η Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου για να αρχίσει η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής προς ικανοποίηση των πιστωτών της και ότι τα εκδοθέντα διατάγματα εμποδίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της. Η ΑΑ αρνείται ότι η ίδια προέβη σε παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς τους Ενάγοντες και ισχυρίζεται πως το γεγονός ότι η Λαϊκή βρίσκεται πλέον σε καθεστώς εξυγίανσης και υπόκειται στον πλήρη έλεγχο της Αρχής Εξυγίανσης την καθιστά αδύνατη να λαμβάνει αφ΄ εαυτής αποφάσεις και ή να προβαίνει σε οποιοδήποτε διάβημα σχετικά με την εφαρμογή του Νόμου. Στις 8.5.14, κατόπιν δήλωσης του δικηγόρου των Εναγόντων περί εξώδικης διευθέτησης της αίτησης όσον αφορά την Εναγομένη 2, η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε εναντίον της και συνακόλουθα το διάταγμα που την αφορούσε ακυρώθηκε. Εξ ου και η Αίτηση εκκρεμεί και εκδικάζεται μόνο αναφορικά με την Εναγομένη 1. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Γ. Λέφα (εφεξής «ο ΓΛ»), ο οποίος μέχρι τις 29.3.13 κατείχε τη θέση Προϊσταμένου Εσωτερικού Ελέγχου Διαδικασιών της Λαϊκής, έκτοτε και δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και από τις 17.3.14 εργάζεται στο γραφείο του Διαχειριστή της Λαϊκής για τη διεκπεραίωση όλων των εργασιών προς εξυγίανση της Λαϊκής. Σε αυτή ο ΓΛ ισχυρίζεται ότι έλαβαν πληροφορία πως το έγγραφο δυνάμει του οποίου το εμπίστευμα κατείχετο προς όφελος του Ενάγοντος 2 πλαστογραφήθηκε με την εισαγωγή προγενέστερης της σύνταξης του ημερομηνίας και καταχωρίστηκε στα αρχεία της Τράπεζας στις 15.3.13 ούτως ώστε να φαίνεται ότι ήταν ήδη καταχωρημένο. Ο ΓΛ περιγράφει τις προσπάθειες καταγγελίας της υπόθεσης, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Τμήμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, χωρίς επιτυχία και παρουσιάζει επιστολή ημ. 6.10.14 των δικηγόρων της Λαϊκής προς τον Γενικό Εισαγγελέα στην οποία αναφέρονται τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους και ζητούν όπως δοθούν οδηγίες στην Αστυνομία για την καταγραφή και διερεύνηση της καταγγελίας. Οι Ενάγοντες, σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημ. 10.10.18 του JB, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς για την πλαστογραφία του εγγράφου και εν πάση περιπτώσει ισχυρίζονται ότι αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής. Αρνούνται τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος παραπέμποντας στη μη προώθηση της καταγγελίας της ΑΑ από την Αστυνομία και στη μη λήψη οποιωνδήποτε διαβημάτων από τον Γενικό Εισαγγελέα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών με κάποιες επιπρόσθετες προφορικές εισηγήσεις και διευκρινίσεις. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Επιπλέον, η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «9.-
(1)Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το πιο πάνω διάταγμα, μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει βάσιμη αξίωση και ότι με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται βάσει των πιο πάνω προνοιών πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζονται από αυτό, καθώς επίσης και το πρόσωπο (ή πρόσωπα) προς το οποίο το εν λόγω διάταγμα πρέπει να επιδοθεί.
(4)Οι πρόνοιες των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφαρμόζονται στην περίπτωση διατάγματος επιβάρυνσης που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του παρόντος άρθρου.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 9 του Ν.31(Ι)/92, τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις, η ύπαρξη βάσιμης αξίωσης και ο κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου σε περίπτωση μεταβίβασης ή αποξένωσης των υπό κρίση περιουσιακών στοιχείων. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις αντιστοιχούν στις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1463, «Τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει ο εν λόγω νόμος εκτίθενται στο άρθρο 4
(2), ιδωμένου όμως υπό το φως της ερμηνευτικής διάταξης για, μεταξύ άλλων, τα "ομόλογα (stock)" στο άρθρο 2
(1). Περιλαμβάνονται σε αυτά και οι μετοχές.» Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 9 του Ν.31(Ι)/
  1. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε την ίδια μέρα με την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, περιλαμβάνονται αξιώσεις για το ποσό των US$15.783.361,05 ή το αντίστοιχο ποσό των €11.867.188 ως αποζημιώσεις για παράβαση εκ του Νόμου και ή των εκ ΚΔΠ καθηκόντων των Εναγομένων και ή για παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων προς τους Ενάγοντες και ή για αστικά αδικήματα και ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό και ή για συνωμοσία προς καταδολίευση των Εναγόντων καθώς επίσης και αξιώσεις για τον συμψηφισμό των ποσών των δύο λογαριασμών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον με την παρούσα Αγωγή εγείρονται ζητήματα λανθασμένης ερμηνείας και εφαρμογής του Νόμου και των ΚΔΠ και συνακόλουθα της πρόκλησης ζημιάς στους Ενάγοντες. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν τους επίδικους λογαριασμούς στη Λαϊκή κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 26.3.
  2. Η θέση του JB πως κατά την εφαρμογή του Νόμου και των ΚΔΠ οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν προβεί σε συμψηφισμό του ποσού του λογαριασμού του Ενάγοντος 2 με το υπόλοιπο του δανείου της Εναγομένης 1 στη βάση του ότι ο Ενάγων 2 είναι ένας εκ των τελικών δικαιούχων του εμπιστεύματος του οποίου επίτροπος είναι η Ενάγουσα 1, φαίνεται αφενός να επιβεβαιώνεται στη Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Υπουργό Οικονομικών ημ. 8.11.18, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του JB, και αφετέρου να μην αποτελεί αντικείμενο άρνησης στη μετέπειτα αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, Τεκμήρια 7-14Α στην ένορκη δήλωση του JB, στην οποία η καθεμιά των Εναγομένων απλώς αρνείται ότι το ζήτημα εμπίπτει στη δική της αρμοδιότητα και παραπέμπει στην άλλη. Η προβολή από την ΑΑ της γενικής θέσης πως η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε παράβαση των νομίμων καθηκόντων της, των συμβατικών της υποχρεώσεων με σκοπό μάλιστα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την καταδολίευση των Εναγόντων, δεν είναι ικανή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του JB. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται με οποιονδήποτε τρόπο στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε τελικά ευρήματα και ή συμπεράσματα είτε επί των επίδικων γεγονότων είτε επί των επίδικων νομικών θεμάτων παρά μόνο περιορίζεται στη διακρίβωση περί ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αγωγής και συνακόλουθα βάσιμης αξίωσης. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι συναφείς ισχυρισμοί του JB είναι παντελώς γενικοί και αόριστοι, σε βαθμό που δεν τείνουν να καταδείξουν πως σε περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μελλοντικά στους Ενάγοντες. Και τούτο καθότι ο JB αναφέρεται πολύ γενικά και αόριστα σε μια δικαστική διαδικασία η οποία ηγέρθη από δύο πρώην καταθέτες της Εναγομένης 1 με την οποία επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος σχεδίου διακανονισμού με το οποίο όλες οι μετοχές της να μεταβιβαστούν σε επαγγελματία θεματοφύλακα ο οποίος θα τις κατέχει προς όφελος των πρώην καταθετών κατ΄ αναλογία του πιστωτικού υπολοίπου του καθενός. Αυτός ο ισχυρισμός τίθεται με πλήρη γενικότητα χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας αυτής της διαδικασίας. Η ύπαρξη απλώς και μόνο αυτής της διαδικασίας, δίχως άλλο, δεν ικανοποιεί το βάρος απόδειξης που έχουν οι Ενάγοντες στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Η παράλειψη σχολιασμού και ή αντίκρουσης από την άλλη πλευρά δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι το άλλο μέρος έχει καταδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Αντίστοιχη είναι και η διαπίστωση του Δικαστηρίου για την εισήγηση ότι τυχόν αποξένωση των υπό κρίση μετοχών «είναι πολύ πιθανόν να καταστήσει ανικανοποίητη ενδεχόμενη απόφαση» στην παρούσα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 η οποία έχει χιλιάδες πιστωτές που έχουν υποστεί κούρεμα και έχουν καταχωρίσει ή απειλούν ότι θα καταχωρίσουν αγωγές. Και αυτός ο ισχυρισμός διατυπώνεται με πλήρη αοριστία και γενικότητα, χωρίς να έχει καταδειχθεί αρχικά η ύπαρξη μεγάλου αριθμού τέτοιων αγωγών και κυρίως ο ορατός κίνδυνος επιτυχίας αυτών. Με άλλα λόγια, οι προβαλλόμενοι από τον JB ισχυρισμοί επί τούτου του ζητήματος, παραμένουν στη σφαίρα της απλής πιθανολόγησης και αοριστίας και ως τέτοιοι δεν κρίνονται ικανοί να καταδείξουν ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Η ΑΑ εγείρει ζήτημα ενδεχόμενης παραβίασης των Νόμων και των Διαταγμάτων και συνακόλουθα επιδίωξης εξασφάλισης προτεραιότητας των Εναγόντων έναντι των υπόλοιπων πιστωτών της Εναγομένης
  5. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να αναφερθεί στον Ν.17(Ι)/13 και στις διάφορες ΚΔΠ που ακολούθησαν. Αυτοί αποτελούν και το νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται η απαίτηση και οι αξιώσεις των Εναγόντων, όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, και σε αυτό γίνεται αναφορά και από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Άλλωστε και το ίδιο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση των Νόμων και Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτών. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η ΑΑ, στις 22.3.13 τέθηκε σε ισχύ ο προϊσχύσας περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13, δυνάμει του οποίου η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίστηκε ως η Αρχή Εξυγίανσης - άρθρο
  6. Με τον τροποποιητικό Ν.97(Ι)/13, η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης διαφοροποιήθηκε με την προσθήκη του Υπουργού Οικονομικών και του Προέδρου του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Σύμφωνα με την ΑΑ, δυνάμει του αρχικού Νόμου η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος - άρθρο 3
(1)(ζ). Τα μέτρα εξυγίανσης απαριθμούνται στο άρθρο 7 του Νόμου ως εξής: «(α) αύξηση κεφαλαίου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8, (β) πώληση εργασιών, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, (γ)μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε ενδιάμεση τράπεζα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10, (δ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11, (ε) διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12.» Στο άρθρο 3
(2)παρατίθενται οι γενικές αρχές οι οποίες εφαρμόζονται κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ακόλουθες: «(α) Οι μέτοχοι ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, (β) οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, (γ) εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ή εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, (δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση.» Όπως εξηγεί και η ΑΑ, δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα Διατάγματα:
(1)ΚΔΠ 94/13 - Το Περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(2)Κ.Δ.Π. 97/13 - To Περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(3)ΚΔΠ 103/13 - To Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(4)ΚΔΠ 104/13 - To Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(5)ΚΔΠ 105/13 - To Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013.
(6)ΚΔΠ 133/13 - To Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) Διάταγμα του 2013.
(7)ΚΔΠ 156/13 - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διάταγμα του 2013.
(8)ΚΔΠ 276/13 - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διάταγμα του 2013. Με βάση την ΚΔΠ 94/13 αποφασίστηκε η λήψη μέτρων εξυγίανσης της Εναγομένης 1 με την πώληση των εργασιών της (Εναγομένης 1) με σκοπό τη διαφύλαξη της οικονομικής της κατάστασης. Με βάση την ΚΔΠ 104/13 αποφασίστηκε η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 στην Εναγομένη 2, με αποτέλεσμα από την ημερομηνία μεταβίβασης, 29.3.13, η Εναγομένη 2 ως το αποκτών πρόσωπο να υποκατασταθεί σε όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμια και υποχρεώσεις που είχαν μεταβιβαστεί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ΑΑ, αφού η Εναγομένη 1 τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης, στις 26.3.13 η Αρχή Εξυγίανσης διόρισε την ίδια ως Ειδική Διαχειρίστρια, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.17(Ι)/13, και δυνάμει της ΑΔΠ 197/13, Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση, για να αναλάβει τη διοίκηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Με βάση το άρθρο 22 του Νόμου, διαφαίνεται ότι για σκοπούς εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης εργασιών, η Αρχή Εξυγίανσης θα πρέπει να διενεργήσει προκαταρκτική αποτίμηση και ακολούθως να διορίσει εκτιμητή για την σύνταξη έκθεσης αποτίμησης των τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Η Αρχή αξιολογεί τα αποτελέσματα των δύο αποτιμήσεων και καθορίζει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 22
(5)και
(6), στόχος της αποτίμησης είναι η εκτίμηση της εύλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος και η οποία συμπληρώνεται μεταξύ άλλων από «κατάλογο με τις υποχρεώσεις που εκκρεμούν, με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και του επιπέδου προτεραιότητας, βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου». Έχει ήδη λεχθεί ότι η ΑΑ αναφέρεται στο Μνημόνιο το οποίο συμφωνήθηκε στις 18.2.14 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τρόικας, Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση, βάσει του οποίου η ίδια ως ειδική Διαχειρίστρια οφείλει να προβεί σε κάποιες ενέργειες μέχρι και τον Απρίλιο του 2014 με στόχο την εξεύρεση αγοραστή του 18% του μετοχικού κεφαλαίου, το οποίο η Εναγομένη 1 κατέχει στην Εναγομένη 2 για να αρχίσει η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αναφέρθηκαν σε διάφορα γεγονότα που ακολούθησαν, όπως π.χ. ο μεν δικηγόρος των Εναγόντων ότι μέχρι σήμερα εκκρεμεί η εφαρμογή αυτού του Μνημονίου, ο δε δικηγόρος της Εναγομένης 1 ότι έχει αντικατασταθεί ο Ειδικός Διαχειριστής της Εναγομένης 1 και ότι έχει πλέον καταχωριστεί αίτηση εκκαθάρισης της. Οι όποιες τοποθετήσεις των δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις του δεν αποτελούν όμως μαρτυρία και επομένως δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Πέραν του Μνημονίου, το Δικαστήριο δύναται να αναφερθεί στο μετέπειτα νομοθετικό καθεστώς (για το οποίο, επαναλαμβάνεται, λαμβάνει δικαστική γνώση) και το οποίο σαφώς αφορά την υπό κρίση περίπτωση. Πρόκειται για τον μεταγενέστερο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Ν.22(Ι)/16, ο οποίος κατάργησε τους παλαιούς περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013 έως 2014 και περιέχει μεταβατική πρόνοια (άρθρο 115) για την ισχύ όλων των μέτρων που έχουν ληφθεί δυνάμει των καταργηθέντων Νόμων. Το άρθρο 45 προνοεί για τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Ειδικότερα, στο άρθρο 45
(6)αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(6)(α) Όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ή (β) του εδαφίου
(3), και χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, το εναπομένον ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο από το οποίο έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις, εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. (β) Η εκκαθάριση δυνάμει της παραγράφου (α) πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης του εν λόγω ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 67, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας του εναπομένοντος ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 44.» Το άρθρο 44 περιλαμβάνει τις ίδιες αρχές που διέπουν την εξυγίανση με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του παλαιού Ν.17(Ι)/13. Αξίζει να σημειωθεί η υποπαρ.
(1)(ζ) η οποία προνοεί ότι «κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 75 έως 77». Τα άρθρα 75-77 προνοούν τα ακόλουθα: «75. Εφόσον έχουν εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης και, ιδίως, για τους σκοπούς του άρθρου 77, εφαρμόζονται τα εξής: (α) Εκτός των περιπτώσεων όπου εφαρμόζεται η παράγραφος (β), σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει μόνον εν μέρει τα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι και οι πιστωτές εκείνοι των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· . 76.-
(1)(α) Προκειμένου να αποτιμηθεί κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, και για τους σκοπούς του άρθρου 75, διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντομότερο δυνατόν, αφού έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης. (β) Η εν λόγω αποτίμηση είναι χωριστή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 47. .
(2)Με την αποτίμηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)προσδιορίζεται - (α) Η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι και οι πιστωτές, ή το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση, στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· και (β) η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και (γ) αν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (β). . 77. Εάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 76 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 75 ή το σύστημα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 105
(1), έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από το Ταμείο Εξυγίανσης.» Οι «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» ερμηνεύονται στο άρθρο 2 όσον αφορά τράπεζα, εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. Όλη η πιο πάνω παράθεση κρίνεται χρήσιμη για να διαφανεί ότι από τη στιγμή που, με βάση την ΚΔΠ 94/13, η Εναγομένη 1 έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης, τότε η πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί αφορά την αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και των όποιων μετοχών κατέχει στην Εναγομένη 2, και την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης, με στόχο την εφαρμογή των αρχών που τίθενται στον Νόμο, ήτοι ίση μεταχείριση των πιστωτών της ίδιας τάξης και πρόκληση ζημιάς στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους. Η ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος με το οποίο δεσμεύονται μετοχές της Εναγομένης 1 στην Εναγομένη 2, οι οποίες και σαφώς αποτελούν περιουσιακό της στοιχείο πράγματι εμποδίζει την όποια ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Εναγομένης 1, υπό την έννοια ότι μέρος των περιουσιακών της στοιχείων θα είναι δεσμευμένο και επομένως δεν θα μπορεί να υπολογιστεί ως μέρος της περιουσίας της και να αποτελέσει μέρος της ενδεχόμενης διαδικασίας εκκαθάρισης της. Επίσης παρεμβαίνει στη σειρά των πιστωτών της Εναγομένης 1, παραβιάζοντας την αρχή της ισότητας αυτών, καθότι με την ισχύ του διατάγματος βασικά δίδεται προτεραιότητα στην ενδεχόμενη ικανοποίηση των Εναγόντων ως εξ αποφάσεων πιστωτών εις βάρος των υπόλοιπων πιστωτών της Εναγομένης 1. Ουσιαστικά η ισχύς του διατάγματος δεν δύναται να δίδει προβάδισμα τόσο σε σειρά όσο και σε τάξη πιστωτών, κατά παράβαση των προνοιών των περί Εξυγίανσης Νόμων. Υπό αυτή την έννοια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη ζημιά των Εναγόντων για να παραμείνει σε ισχύ ένα διάταγμα αναφορικά με τη δέσμευση περιουσίας της Εναγομένης 1 το οποίο παραβιάζει τις αρχές και τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ως προς την εν εξελίξει διαδικασία εξυγίανσης της. Επί τούτου είναι σχετικός ο αναντίλεκτος ισχυρισμός της ΑΑ πως η Αγωγή είναι πρόωρη καθότι η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων του Ενάγοντος 2 θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Εναγομένης 1 και ότι, όπως όλοι οι πιστωτές της, έτσι και οι Ενάγοντες θα πρέπει να αναμένουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης και αποζημιωθούν με τον ίδιο τρόπο όπως όλοι οι πιστωτές της. Η ΑΑ συνεχίζει ότι δεν θα πρέπει οι Ενάγοντες να τύχουν διαφορετικής και ή προνομιακής μεταχείρισης εις βάρος των υπόλοιπων καταθετών και ή πιστωτών της Εναγομένης 1 και ότι με την ισχύ του διατάγματος οι υπόλοιποι καταθέτες και πιστωτές οι οποίοι επίσης δικαιούνται να αποζημιωθούν από την πώληση των μετοχών θα αποστερηθούν πλήρως των δικαιωμάτων τους. Όπως καταλήγει η ΑΑ, αφ΄ ης στιγμής οι Νόμοι και τα Διατάγματα που ρυθμίζουν τα μέτρα εξυγίανσης βρίσκονται πλήρως σε ισχύ, αυτοί θα πρέπει να τύχουν καθολικής και όχι επιλεκτικής εφαρμογής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου απολήγουν στο ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της Εναγομένης 1 και της διασφάλισης της τήρησης της νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία εξυγίανσης της και όχι υπέρ των Εναγόντων οι οποίοι επιδιώκουν να πετύχουν διασφάλιση της ικανοποίησης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ τους, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα και εις βάρος των οποιωνδήποτε άλλων πιστωτών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα ημ. 6.3.14 ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.