Κουρτελλάρη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 3/2021, 3/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 3/2021 Επί τοις αφορώσιν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και τους Νόμους 142(Ι)/2014 και 87(Ι)/2018 Επί τοις αφορώσιν την Αίτηση των 1. XXXXX Π. Κουρτελλάρη 2. KOURTELLARIS ESTATES LIMITED 3. KOURTELLARIS TRADE AND TOURS LIMITED Εφεσειόντων-Αιτητών και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εφεσίβλητης-Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες - Αιτητές: κα Ε. Πουλλά-Μακαρούνα με κ. Μ. Μούρο Για την Εφεσίβλητη - Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεση οι Αιτητές-Εφεσείοντες ζητούν (
- i)Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις ΙΓ αναφορικά με την σκοπούμενη πώληση στις 3.3.21 των ενυπόθηκων ακινήτων του Αιτητή 1 μέσω πλειστηριασμού και (
- ii)Απόφαση με την οποία να κηρύσσονται ως αντισυνταγματικές οι πρόνοιες των άρθρων 37 και 44Α-44ΙΖ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.142(Ι)14. Η Αίτηση βασίζεται σε σωρεία λόγων οι οποίοι βασικά αφορούν την αντισυνταγματικότητα του Ν.9/65, κατάχρηση της διαδικασίας και τη μη ορθή ακολουθητέα διαδικασία σε σχέση με την σκοπούμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 (εφεξής «ο ΚΠ») στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι η ειδοποίηση ΙΓ δεν εφεσιβάλλεται δυνάμει του Ν.9/65, η Αίτηση είναι καταχρηστική, προσκρούει στις αρχές του κωλύματος και ή του δεδικασμένου, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασκεί εξουσία αναθεώρησης απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου το οποίο έχει ήδη εξετάσει τα ίδια επίδικα θέματα, η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη και η διαδικασία πώλησης έχει ακολουθηθεί ορθά και νομότυπα προς πλήρη συμμόρφωση με τον Ν.9/65. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Στυλιανού (εφεξής «ο ΜΣ») υπαλλήλου της Καθ΄ ης. Σε αυτή ο ΜΣ αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων από την παραχώρηση των υπό κρίση Υποθηκών μέχρι και την αποστολή των ειδοποιήσεων ΙΓ και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων οι οποίες κατατέθηκαν και από τις δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Είναι σαφές ότι με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται ο παραμερισμός και ή η ακύρωση των ειδοποιήσεων ΙΓ ημ. 1.12.20 οι οποίες, όπως αναφέρεται από τον ΚΠ και αποτελεί κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές, στάλησαν από την Καθ΄ ης με συστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκαν από τους Αιτητές 2 και 3 στις 11.12.20 και από τον ΚΠ στις 23.12.20. Οι ειδοποιήσεις ΙΓ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ και εκ νέου με τις αποδείξεις παραλαβής τους ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ. Με αυτές η Καθ΄ ης η Αίτηση ενημερώνει τους Αιτητές ότι για τα ενυπόθηκα ακίνητα τα οποία περιλαμβάνονται στις Υποθήκες XXXXX/2007 και XXXXX/2009 θα προχωρήσει στην πώληση τους στις 3.3.21 δυνάμει πλειστηριασμού. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων, αυτές εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 44Η
(1)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014, το οποίο έχει ως εξής: «44Η.-
(1)Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασμό, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε με πλειστηριασμό είτε απ' ευθείας με πώληση και προς το σκοπό αυτό επιδίδει ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΓ» του Δεύτερου Παραρτήματος στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των είκοσι
(20)ημερών από την ημερομηνία πώλησης, περιλαμβανομένης της προτιθέμενης μεθόδου πώλησης.» Σύμφωνα με το άρθρο 44Η
(1), η ειδοποίηση ΙΓ επιδίδεται όταν οριστεί νέα πώληση από τον ενυπόθηκο δανειστή, αφού ο πρώτος πλειστηριασμός αποτύχει. Ο τύπος της ειδοποίησης ΙΓ, όπως περιέχεται στο Δεύτερο Παράρτημα, καταδεικνύει πως πρόκειται για ειδοποίηση καθαρά ενημερωτικής φύσης προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη για την προτιθέμενη πώληση είτε με πλειστηριασμό είτε με απ΄ ευθείας πώληση. Η δυνατότητα περαιτέρω προσπαθειών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του άρθρου 44H, σε περίπτωση μη πώλησης αυτού κατά τον πρώτο πλειστηριασμό προβλέπεται και στο άρθρο 44Ε
(3). Ο λόγος αποστολής των ειδοποιήσεων ΙΓ στην υπό κρίση περίπτωση είναι προφανής. Όπως είναι κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, αναφορικά με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορά στις υπό κρίση Υποθήκες η Καθ΄ ης επέδωσε στους Αιτητές ειδοποιήσεις Ι ημ. 14.11.18 και ακολούθως ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ ημ 13.5.
- Όπως αναφέρεται στις ειδοποιήσεις ΙΑ, η Καθ΄ ης θα προχωρούσε με την πώληση των ενυπόθηκων ακίνητων με τη διαδικασία πλειστηριασμού ο οποίος ορίστηκε στις 30.10.19, δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/
- Οι ειδοποιήσεις Ι, ΙΑ και ΙΒ αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 1(α)-1(στ) στην ένορκη δήλωση του ΚΠ ημ. 1.7.19 και επισυνάπτονται ως μέρος του Τεκμηρίου 2 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΣ, ο πρώτος πλειστηριασμός στις 30.10.19 διενεργήθηκε χωρίς όμως να εξευρεθεί αγοραστής και επομένως η Καθ΄ ης προχώρησε στην αποστολή ειδοποιήσεων ΙΓ ορίζοντας ημερομηνία δεύτερου πλειστηριασμού στις 3.3.21, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 44Η
(1). Είναι απολύτως ορθός ο λόγος ένστασης πως ο Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, δυνάμει του οποίου στάλησαν οι υπό κρίση ειδοποιήσεις ΙΓ, δεν προβλέπει τη δυνατότητα παραμερισμού και ή ακύρωσης της ειδοποίησης ΙΓ στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκης περιουσίας με πλειστηριασμό με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Σε αυτό το Μέρος του Νόμου προβλέπεται μόνο η δυνατότητα παραμερισμού και ή ακύρωσης της ειδοποίησης ΙΑ, κατόπιν καταχώρισης έφεσης, με βάση το άρθρο 44Γ
(3). Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως η δυνατότητα καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ειδοποίησης ΙΓ, προνοείτο ρητώς στον παλαιότερο Ν.142(Ι)/14, άρθρο 44ΙΓ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας πώλησης των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό με την επίδοση της ειδοποίησης Ι. Επομένως αυτό το άρθρο δεν υφίσταται πλέον αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις οι οποίες σαφώς εκδόθηκαν μετά την κατάργηση της εν λόγω πρόνοιας. Το νυν άρθρο 44Γ
(3), το οποίο μάλιστα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα με την τελευταία τροποποίηση του από τον Ν.212(Ι)/20, παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Η εισήγηση της δικηγόρου των Αιτητών ότι η ειδοποίηση ΙΓ είναι εφέσιμη βάσει του άρθρου 51 του Ν.6/65 δεν κρίνεται βάσιμη. Και τούτο καθότι το εν λόγω άρθρο προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης εναντίον οποιασδήποτε «διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου» και ο Διευθυντής, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 2 σημαίνει τον Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών και οποιονδήποτε Λειτουργό διοριζόμενο από τον Διευθυντή. Επομένως, το άρθρο 51 ουδόλως παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης κατά της ειδοποίησης από ενυπόθηκο δανειστή για πώληση ενυπόθηκης περιουσίας καθότι τέτοια ειδοποίηση εκδίδεται και αποστέλλεται ή επιδίδεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, στην προκειμένη περίπτωση την Καθ΄ ης η Αίτηση, και ουδεμία σχέση ή σύνδεση έχει με τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και δεν συνιστά διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν παρέχεται σε αυτό εξουσία δυνάμει του Ν.9/65 να παραμερίσει την ειδοποίηση ΙΓ. Ο εν λόγω Νόμος δεν προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης κατά της ειδοποίησης ΙΓ ούτε και το Δικαστήριο έχει εξουσία να την παραμερίσει. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης η οποία και καθορίζει την πορεία της Αίτησης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η όποια εισήγηση για την αντισυνταγματικότητα των προαναφερόμενων άρθρων του Ν.9/65 δεν δύναται να εξεταστεί εφόσον δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αφηρημένα αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης. Παρόλο που η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί επιβεβλημένο να επισημάνει τα ακόλουθα. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων ΙΑ ημ. 13.5.19 για την σκοπούμενη πώληση στις 30.10.19 των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των υπό κρίση Υποθηκών με πλειστηριασμό, οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση-Έφεση 273/19 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 1.7.19, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ. Όπως ισχυρίζεται ο ΜΣ και διαπιστώνεται και από το ίδιο το Δικαστήριο, μια ανάγνωση της Αίτησης-Έφεσης 273/19 και της συνημμένης σε αυτή ένορκης δήλωσης του ΚΠ καταδεικνύει ότι εκείνη είναι πανομοιότυπη με την υπό κρίση Αίτηση-Έφεση και τη συνοδεύουσα σε εκείνη ένορκη δήλωση. Η μόνη διαφορά που εντοπίζεται από το Δικαστήριο είναι η προσθήκη στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η παρούσα Αίτηση ότι τυχόν εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων θα είναι καταστροφική για τον ΚΠ και τα μέλη της οικογένειας του και η προσθήκη των παραγράφων 31-40 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ στις οποίες εκτίθενται γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα από τις 29.10.19 μέχρι και την αποστολή των υπό κρίση ειδοποιήσεων ΙΓ. Οι λόγοι ένστασης η οποία καταχωρίστηκε στην Αίτηση-Έφεση 273/19 και το περιεχόμενο της συνημμένης σε εκείνη ένορκης δήλωσης, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ, είναι επίσης πανομοιότυποι με την ένσταση στην παρούσα με την προσθήκη στην παρούσα των λόγων και ισχυρισμών που αφορούν στις ειδοποιήσεις ΙΓ και στη διαδικασία από την έκδοση της απόφασης στην Αίτηση-Έφεση 273/19 μέχρι και την αποστολή των ειδοποιήσεων ΙΓ. Αποτελεί και πάλι κοινό έδαφος ότι το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της Αίτησης-Έφεσης 273/19, κατόπιν ακρόασης αυτής, εξέδωσε απόφαση στις 29.10.19 με την οποία απέρριψε την Αίτηση-Έφεση. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ και ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ. Και οι δύο πλευρές συμφωνούν πως στις 10.12.19 οι Αιτητές καταχώρισαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΚΠ. Όπως φαίνεται από την απόφαση (των 29 σελίδων) στην Αίτηση-Έφεση 273/19, το Δικαστήριο εξέτασε όλους τους λόγους στους οποίους στηρίζετο η Αίτηση καθώς επίσης και τους ισχυρισμούς οι οποίοι προωθούντο από τους Αιτητές μέσω της ένορκης δήλωση του ΚΠ που τη συνόδευε. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο προέβη στην εξέταση ακριβώς των ίδιων ζητημάτων τα οποία εγείρονται στην παρούσα. Από τη στιγμή που οι Αιτητές άσκησαν το δικαίωμα τους να καταχωρίσουν Αίτηση-Έφεση κατά των ειδοποιήσεων ΙΑ με βάση τον Ν.9/65, αναφορικά με τη σκοπούμενη πώληση των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των ίδιων Υποθηκών μέσω πλειστηριασμού και μάλιστα εξασφάλισαν και απόφαση μετά από την εκδίκαση αυτής, τότε δεν δύνανται να επανέρχονται με την ίδια ακριβώς Αίτηση, κατά αυτή τη φορά, των ειδοποιήσεων ΙΓ οι οποίες, εκτός του ότι δεν είναι εφέσιμες, αφορούν ακριβώς την ίδια διαδικασία πώλησης των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων. Με άλλα λόγια η ορθότητα και νομιμότητα της διαδικασίας πώλησης των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/65 έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 273/19 με την οποία ζητείτο ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων ΙΑ. Υπενθυμίζεται πως η ειδοποίηση ΙΑ είναι μέρος της ίδιας και ενιαίας διαδικασίας πώλησης όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου και η οποία (διαδικασία) ξεκινά με την επίδοση της ειδοποίησης Ι - βλ. άρθρο 44Γ
(1), και η ειδοποίηση ΙΓ συνιστά ένα μεταγενέστερο βήμα στη διαδικασία και απλά μια γνωστοποίηση της πρόθεσης του ενυπόθηκου δανειστή να ορίσει νέα ημερομηνία πλειστηριασμού εφόσον ο πρώτος πλειστηριασμός ο οποίος είχε οριστεί με την ειδοποίηση ΙΑ δεν ήταν επιτυχής. Επομένως καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65 έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο προγενέστερης Αίτησης-Έφεσης, εκδίκασης και έκδοσης σχετικής απόφασης από το εκεί Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν παρέχεται η δυνατότητα καταχώρισης νέας Αίτησης-Έφεσης αναφορικά με την ίδια ακριβώς διαδικασία και με επιδίωξη την εκ νέου εξέταση της νομιμότητας αυτής και στην ίδια ακριβώς βάση από το παρόν Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο θα κατέληγε στην εκ νέου εκδίκαση της ίδιας διαδικασίας και στην επιδίωξη ουσιαστικά αναθεώρησης της ήδη εκδοθείσας και εν ισχύι απόφασης άλλου ισόβαθμου πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ιδίου θέματος. Κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο αλλά και ανεπίτρεπτο καθότι θα ισοδυναμούσε με διπλή εκδίκαση της ίδιας ακριβώς διαδικασίας με την ελπίδα όπως οι Αιτητές επιτύγχαναν αυτή τη φορά στην Αίτηση τους, ανεξαρτήτως της προγενέστερης απόφασης. Ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο θεωρεί πως η καταχώριση της παρούσας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον ουσιαστικά οι Αιτητές επιζητούν την εκδίκαση για δεύτερη φορά της ίδια διαδικασίας και των ίδιων ακριβώς ζητημάτων με την ελπίδα ανατροπής και ή διαφοροποίησης της προγενέστερης απόφασης. Αναφορικά με την κατάχρηση, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. . Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...". . Διαπιστώνουμε ότι η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Beogradska DD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, στην οποία λέχθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μεταγενέστερης διαδικασίας: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Wayplay Technologies Ltd, Πολ. Εφέσεις 43/14 και 44/14, 11.5.15 και N7D Entertainment Ltd v. Του σκάφους "Nikolaos" κ.ά., Αγωγή Ναυτοδικείου 4/19, ημ. 17.7.
- Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι τυχόν ενασχόληση με την υπό κρίση Αίτηση απολήγει σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο της προγενέστερης απόφασης, βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
- Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή . Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, . Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν την περαιτέρω πορεία χωρίς να καθίσταται αναγκαία αλλά ούτε και να είναι επιτρεπτή η εξέταση των υπόλοιπων λόγων στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση ή των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται εναντίον των Εφεσειόντων-Αιτητών και υπέρ της Εφεσίβλητης-Καθ΄ ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο