Ψαρούδη ν. Cyprus Popular Bank Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1548/2016, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1548/2016 Μεταξύ: Ψαρούδη XXXXX Ενάγοντος v. 1. Cyprus Popular Bank Public Ltd 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ 3. XXXXX Παύλου, Ειδικού Διαχειριστή για την εκτέλεση μέτρων εξυγίανσης στη Cyprus Popular Bank Public Ltd 4. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 5. Υπουργού Οικονομικών δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 27.5.20 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη παραγράφων στις οποίες ουσιαστικά: (
- i)να καταγράφονται οι λογαριασμοί του Ενάγοντος στην Εναγομένη 2, (
- ii)να περιλαμβάνονται ισχυρισμοί περί εξάλειψης και ή απομείωσης τους, (iii) να περιλαμβάνονται λεπτομέρειες πράξεων και ή εγκληματικών παραλείψεων της Εναγομένης 2 και ή των υπαλλήλων και ή των αντιπροσώπων της, (
- iv)να περιλαμβάνονται ισχυρισμοί περί πλουτισμού της Εναγομένης 2 εις βάρος του Ενάγοντος, και (
- v)να αυξάνεται το ποσό το οποίο αξιώνεται ως αποζημιώσεις για τη ζημιά και ή την απομείωση στους εν λόγω λογαριασμούς λόγω αμέλειας και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή δόλου και ή συνωμοσίας και ή παράνομης επέμβασης στα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντος. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κ. Ορφανίδου (εφεξής «η ΚΟ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σε αυτή η ΚΟ αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της Αγωγής, διαπιστώθηκαν κάποια καλόπιστα λάθη και παραλείψεις αναφορών κατά τη δακτυλογράφηση της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα δεν αναγράφηκαν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος σε σχέση με τους καταθετικούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην Εναγομένη 2 και οι οποίοι, ομοίως με τους λογαριασμούς στην Εναγομένη 1, υπέστησαν απομείωση δυνάμει των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης. Η ΚΟ ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται με καλή πίστη και δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά. Σύμφωνα με την ΚΟ, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να εκτεθούν με περισσότερη σαφήνεια και ακρίβεια οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος και για να τεθούν όλα τα πραγματικά γεγονότα και ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγωγής. Οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 3-5 δήλωσαν πως δεν φέρουν ένσταση στην Αίτηση παρά μόνο ζητούν τα έξοδα. Μόνο η Εναγομένη 2 (εφεξής «η Καθ΄ ης») καταχώρισε ένσταση για την οποία και προχώρησε σε ακρόαση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. 2) Η καταχώριση της Αίτησης συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. 3) Υπάρχει υπέρμετρη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης αναφορικά με γεγονότα τα οποία ήταν ή θα έπρεπε να ήταν εξαρχής γνωστά στον Αιτητή από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής και ή της έκθεσης απαίτησης. 4) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και ή αβλεψίας του Αιτητή αλλά προσπάθεια πρόκλησης καθυστέρησης και «ψαρέματος μαρτυρίας». 5) Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής εισαγάγει νέα θέματα και βασικά αντικαθιστά την έκθεση απαίτησης και επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα. 6) Δεν έχει καταδειχθεί η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. 7) Δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται, φαίνονται στον φάκελο και περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Ξ. Κόκκινου (εφεξής «η ΞΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Καθ΄ ης. Η ΞΚ εγείρει προδικαστικές ενστάσεις, για την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας για γεγονότα τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά στον Αιτητή και για την καταχώριση της σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας ενώ αναμένεται να ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής. Ακολούθως η ΞΚ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Λόγω του ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 24.3.16, εφαρμόζεται η νέα Δ.25 θ.1
(3)η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1
(3): «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Το λεκτικό της εν λόγω δικονομικής διάταξης είναι σαφές και ξεκάθαρο, ήτοι πως μετά την Κλήση για Οδηγίες (βάσει της Δ.30) δεν επιτρέπεται τροποποίηση εκτός από τις καθοριζόμενες σε αυτή εξαιρέσεις. Αυτή η περιοριστική πρόνοια θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στο πνεύμα του συνόλου της νέας Δ.25 η οποία παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων χωρίς καν άδεια του Δικαστηρίου πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1
(1)και
(2), ενώ θέτει ως ορόσημο την Κλήση για Οδηγίες ως το σημείο όπου ουσιαστικά σταματά τέτοια δυνατότητα τροποποίησης εκτός από τις προβλεπόμενες σε αυτή εξαιρέσεις και τούτο κατόπιν σχετικής άδειας. Λόγω ακριβώς αυτής της διαφοροποίησης στην ευχέρεια τροποποίησης πριν και μετά την Κλήση για Οδηγίες, σε αντιπαραβολή με την προγενέστερη Δ.25 η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι εύλογη η διαπίστωση πως η νομολογία επί της προγενέστερης Δ.25 δεν προσφέρει πλέον διαφωτιστική καθοδήγηση αλλά ενδεχομένως μόνο περιορισμένη και επικουρική χρησιμότητα. Ως εκ τούτου, με βάση το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.1
(3), καθίσταται σαφές πως στην προκειμένη περίπτωση, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή μόνο αν συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται ρητά στον εν λόγω θεσμό, ήτοι το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή όπου, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών έγερσης της αγωγής ή σύνταξης της έκθεσης απαίτησης. Ο Αιτητής επικαλείται το καλόπιστο λάθος προς υποστήριξη της Αίτησης του. Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο και αποδεκτό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση καθότι, όπως εισηγείται η πλευρά της Εναγομένης 2, αυτή προέρχεται από δικηγόρο. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82, αναγνωρίστηκε ότι «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Όσον αφορά την αναγκαιότητα παροχής εξήγησης γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος, το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Η πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον συναφή λόγο ένστασης και την εισήγηση της Εναγομένης
- Παρόλο που η ΚΟ δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για το ότι η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, εντούτοις με βάση τη φύση της Αίτησης και το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι αφενός η Αίτηση αφορά σε νομικό ζήτημα, ήτοι τροποποίηση δικογράφου, και αφετέρου ότι αυτή στηρίζεται στο γεγονός πως η διαπίστωση για την ανάγκη υποβολής της Αίτησης προέκυψε προφανώς από τους ίδιους τους δικηγόρους κατά την ετοιμασία για την ακρόαση της Αγωγής. Ως εκ τούτου, από την ίδια την Αίτηση διαφαίνεται καλός λόγος και ο οποίος κρίνεται καθόλα βάσιμος και επαρκής ως προς το γιατί ορκίζεται δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο Ενάγων, καθιστώντας την ένορκη δήλωση της ΚΟ καθόλα νομότυπη και ως τέτοια δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Ανεξαρτήτως της κατάληξης του Δικαστηρίου επί τούτου, αξίζει να σημειωθεί πως προκαλεί έκπληξη η στάση της Εναγομένης 2 να εγείρει ζήτημα ως προς το νομότυπο της ένορκης δήλωσης της Αίτησης για τον λόγο ότι αυτή προέρχεται από δικηγόρο και όχι διάδικο, τη στιγμή που και η ίδια υιοθετεί την ίδια τακτική, ήτοι και η ένορκη δήλωση της ένστασης να συνοδεύεται από δικηγόρο. Στα πλαίσια της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι η παρούσα Αγωγή αφορά την απομείωση τεσσάρων καταθετικών λογαριασμών τους οποίους ο Ενάγων διατηρούσε στην Εναγομένη
- Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι η Εναγομένη 2 ενάγεται ως το αποκτών πρόσωπο όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 δυνάμει της ΚΔΠ 104/
- Αφού παρατίθενται λεπτομέρειες ρητών και ή εξυπακουόμενων όρων σύμβασης καταθετικού λογαριασμού από πλευράς Εναγομένης 1 προς τον Ενάγοντα, γίνεται αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στη ψήφιση του Ν.17(Ι)/13 και στη δημοσίευση των ΚΔΠ 103/13 και 104/13 και στην απομείωση των επίδικων λογαριασμών κατά ποσό €93.739,
- Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται επίσης · λεπτομέρειες ψευδών δηλώσεων και ή παραστάσεων της Εναγομένης 1 και ή της Εναγομένης 4 και ή του Εναγομένου 5 · λεπτομέρειες κατάχρησης εξουσίας από τους Εναγόμενους ως προς την απομείωση · λεπτομέρειες πράξεων και ή παραλείψεων και ή εγκληματικών παραλείψεων και ή αμέλειας και ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων της Εναγομένης 4 · λεπτομέρειες πράξεων και ή παραλείψεων και ή εγκληματικών παραλείψεων της Εναγομένης 1 και ή δόλιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων και ή αντιπροσώπων της · λεπτομέρειες πράξεων και ή παραλείψεων και ή εγκληματικών παραλείψεων και ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων και ή δόλιας συμπεριφοράς της Κυπριακής Δημοκρατίας και ή των υπαλλήλων της και ή του Υπουργικού Συμβουλίου και ή του Προέδρου της Δημοκρατίας και ή του Εναγομένου
- Εξ ου και ο Ενάγων εγείρει σωρεία αξιώσεων, μεταξύ των οποίων για: Α. Γενικές αποζημιώσεις Β. Τιμωρητικές αποζημιώσεις Γ. Δήλωση ότι η όποια επέμβαση στους λογαριασμούς του Ενάγοντος παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος Δ. Αποζημιώσεις ύψους €93.739,67 λόγω αμέλειας και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή δόλου και ή συνωμοσίας Ε. Απόφαση για το εν λόγω ποσό δυνάμει των συμβάσεων καταθέσεων του Ενάγοντος με τις Εναγομένες 1 και 2 και ή λόγω της παράνομης επέμβασης στα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντος και ή καταδολίευση του ως πιστωτή των Εναγομένων 1 και 2 ΣΤ. Αποζημιώσεις για την παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντος. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντος δεν εμπίπτει εντός των υποχρεώσεων τις οποίες ανέλαβε δυνάμει της ΚΔΠ 104/13, καθώς επίσης και ότι η ίδια ουδέποτε αποτέλεσε διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Επίσης ισχυρίζεται ότι μόνο το εγγυημένο ποσό, μετά την απομείωση που έγινε βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, μεταφέρθηκε στην ίδια και αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς τους οποίους ο Ενάγων διατηρούσε στη Cyprus Popular Bank Public Company Ltd. Περαιτέρω, η Εναγομένη 2 αρνείται τις αποδιδόμενες σε αυτή λεπτομέρειες αμέλειας και ή παρανομίας και ή δόλου και ή συμβατικών υποχρεώσεων και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και κωλύεται να εγείρει και προωθεί την παρούσα Αγωγή. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, επικαλείται και ματαίωση της σύμβασης ή πως ο Ν.17(Ι)/13και τα σχετικά Διατάγματα είναι νόμιμα λόγω του Δικαίου της Ανάγκης. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγων επιδιώκει να αναφερθεί σε επτά άλλους λογαριασμούς με πιστωτικά υπόλοιπα τους οποίους διατηρούσε στην Εναγομένη 2 πριν τις 26.3.13 και να προβάλει ισχυρισμό ότι με βάση την ΚΔΠ 103/13 οι εν λόγω λογαριασμοί θα έπρεπε να υποστούν μείωση κατά ποσοστό 37.5% μετά την αφαίρεση ποσού €100.000, μηδενισμό κατά 22.5% του υπερβάλλοντος ποσού και μηδενισμό του εναπομείναντος 40% του υπερβάλλοντος ποσού. Ο Ενάγων επιθυμεί να προσθέσει ισχυρισμό ότι δυνάμει των πιο πάνω, η Εναγομένη 2 προέβη σε εξάλειψη και ή απομείωση των εν λόγω λογαριασμών και ή σε δέσμευση ποσού €564.713,27 κατά παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του Ενάγοντος. Επιθυμεί επίσης αφενός να προσθέσει λεπτομέρειες πράξεων και ή παραλείψεων και ή εγκληματικών παραλείψεων της Εναγομένης 2 και ή των υπαλλήλων και η αντιπροσώπων της και το ως άνω ποσό στο ποσό των €93.739,67 ως το ποσό με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 πλούτισαν εις βάρος του Ενάγοντος και αφετέρου την αντίστοιχη αύξηση του ποσού των αξιώσεων υπό τις παρ. (Δ) και (Ε) ανωτέρω. Είναι εμφανές ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγων βασικά επιδιώκει να προσθέσει νέους και ανεξάρτητους λογαριασμούς τους οποίους κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε στην Εναγομένη 2, να αποδώσει ξεχωριστές ενέργειες και ή παραλείψεις στην Εναγομένη 2 αναφορικά με αυτούς, και να προσθέσει το ποσό που κατ΄ ισχυρισμό ζημιώθηκε στην υφιστάμενη αξίωση του εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις σαφώς και αφορούν την Εναγομένη 2 υπό διαφορετική ιδιότητα από αυτή με την οποία έχει εναχθεί αρχικά, δηλαδή αντί ως απλή διάδοχο της Εναγομένης 1 να αποδίδεται πλέον ευθύνη στην ίδια σε σχέση με τον χειρισμό των λογαριασμών οι οποίοι διατηρούνταν εξαρχής κοντά της. Το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης, και ειδικότερα η φύση και η έκταση αυτής, οι οποίες σαφώς τη διαχωρίζουν και διακρίνουν πλήρως από την υφιστάμενη αρχική βάση και αντικείμενο της απαίτησης του Ενάγοντος, εύλογα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη συμπερίληψης των όσων επιχειρούνται να προστεθούν δεν αποτελεί μια μικρή παράλειψη ούτε και «καλόπιστα λάθη και παραλείψεις αναφορών κατά τη δακτυλογράφηση της έκθεσης απαίτησης», όπως εισηγείται η ΚΟ. Είναι αρκετά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για το Δικαστήριο να κρίνει βάσιμο τον ισχυρισμό της ΚΟ πως όλοι οι εν λόγω ουσιώδεις ισχυρισμοί απλώς εκ λάθους δεν καταγράφηκαν στο στάδιο ετοιμασίας της έκθεσης απαίτησης. Αν αυτή ήταν η περίπτωση, είναι άξιον απορίας γιατί αυτή η παράλειψη δεν εντοπίστηκε ενωρίτερα και ειδικότερα αμέσως μετά τη δακτυλογράφηση της έκθεσης απαίτησης και στα πλαίσια ενός αναμενόμενου ελέγχου αυτής πριν την καταχώριση της στις 22.1.18, και κυρίως κατά το στάδιο της ετοιμασίας της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και του ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας εκ μέρους του Ενάγοντος; Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, στις 29.1.19 η πλευρά του Ενάγοντος εξέδωσε Κλήση για Οδηγίες και ακολούθησε η καταχώριση των Παραρτημάτων από τους Εναγόμενους. Κατόπιν κοινού αιτήματος όλων των πλευρών, στις 8.4.19 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώριση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης με συνημμένα αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρονται σε αυτές, εντός ενός μηνός και ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας εντός δύο μηνών από την εν λόγω ημερομηνία. Ο Ενάγων καταχώρισε ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 15.5.19 και ονομαστικό κατάλογο και σύνοψη μαρτυρίας στις 21.6.
- Το πρώτο έγγραφο το οποίο καταγράφεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Ενάγοντος είναι κατάσταση λογαριασμών του Ενάγοντος μετά το διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας για τη Λαϊκή ημ. 22.5.13 και στον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων αναφέρεται ως πρώτος μάρτυρας ο Ενάγων ο οποίος «θα δώσει μαρτυρία σε σχέση με τους καταθετικούς λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσε στην Εναγομένη
- Περαιτέρω, θα αναφερθεί στα υπόλοιπα που έφεραν οι εν λόγω λογαριασμοί προ της 29/03/2013 όσο και για τα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών μετά την 29/03/2013». Η πιο πάνω διαδικασία καταδεικνύει πως μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης τόσο ο Ενάγων όσο και οι δικηγόροι του ασχολήθηκαν με τη μελέτη της Αγωγής για να ετοιμάσουν και καταχωρίσουν ένορκη αποκάλυψη και κατάλογο και σύνοψη μαρτυρίας. Ουδεμία απολύτως εξήγηση προβάλλεται ως προς το γιατί κατά την ετοιμασία αυτών των εγγράφων και ενώ γίνεται ρητή αναφορά στους λογαριασμούς του Ενάγοντος στην Εναγομένη 1, δεν έγινε τότε αντιληπτή είτε από τον Ενάγοντα είτε από τους δικηγόρους του η παράλειψη αναφοράς στους λογαριασμούς που διατηρούσε στην Εναγομένη 2 αφού, ως ισχυρίζεται η ΚΟ, ήταν πρόθεση του Ενάγοντος, και αυτοί να αποτελούσαν αντικείμενο της Αγωγής διότι υπέστησαν επίσης απομείωση. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταρρίπτουν τη θέση περί παράλειψης δακτυλογράφησης καθότι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, αυτή η παράλειψη εύλογα θα αναμενόταν να γινόταν αντιληπτή κατά το στάδιο ετοιμασίας των προαναφερόμενων εγγράφων προς καταχώριση στο Δικαστήριο. Η απλή προβολή του γενικού και αόριστου ισχυρισμού περί καλόπιστου λάθους και παράλειψης δακτυλογράφησης στην έκθεση απαίτησης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση ή δικαιολογία για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των περίπου δύο ετών από τότε μέχρι και την υποβολή της παρούσας και κυρίως για το στάδιο της ετοιμασίας της ένορκης αποκάλυψης και του καταλόγου και της σύνοψης της μαρτυρίας, δεν είναι ικανή να αποτελέσει όντως καλόπιστο λάθος για σκοπούς της Δ.25 που να δικαιολογεί την κατ΄ εξαίρεση χορήγησης άδειας για τροποποίηση. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί μόνο η απλή επίκληση του ισχυρισμού περί καλόπιστου λάθους, προφανώς για να ενταχθεί εντός των λόγων της νέας Δ.25 που δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση, αλλά θα πρέπει να παρέχονται τέτοιες εξηγήσεις οι οποίες να ικανοποιούν το Δικαστήριο ως προς το βάσιμο αυτού του λόγου αφενός ως προς την παράλειψη συμπερίληψης των προτεινόμενων ισχυρισμών στο αρχικό δικόγραφο και αφετέρου την καθυστέρηση στη διαπίστωση αυτής και το χρονικό στάδιο υποβολής της αίτησης για τροποποίηση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Ενάγων δεν καταφέρει να καταδείξει ικανοποιητικό λόγο για την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή και υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ΄ ης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 1 και 3-5 οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην ακρόαση και είχαν δηλώσει ότι δεν έφεραν ένσταση αλλά ζητούσαν τα έξοδα, επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή και υπέρ των Εναγομένων 1 και 3-5 - Καθ΄ ων μόνο τα αρχικά έξοδα στην Αίτηση, ήτοι μέχρι την πρώτη εμφάνιση τους σε αυτή, τα οποία θα είναι επίσης πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο