← Κύπρος

AMICORP INVESTMENTS LIMITED ν. BOGERS, Αρ. Αγωγής: 3560/19, 26/3/2021

AMICORP INVESTMENTS LIMITED ν. BOGERS, Αρ. Αγωγής: 3560/19, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3560/19 Μεταξύ: AMICORP INVESTMENTS LIMITED Ενάγουσας και XXXXX BOGERS Εναγόμενου --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04/06/2020 για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της άδειας για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Μίτλεντον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Λύτρας για Μιχαλάκη Κυπριανού Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτησή του ο Αιτητής ‑ Eναγόμενος ζητά διάταγμα παραμερισμού ή/και ακύρωσης ή/και αναστολής της αγωγής ή/και της ειδοποίησης του Κλητήριου Εντάλματος ή/και του ίδιου του Κλητήριου Εντάλματος. Επιπρόσθετα, ζητά διάταγμα παραμερισμού ή/και ακύρωσης του διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στις 20/11/2019 καθώς και ακύρωση της άδειας για σφράγιση και καταχώρηση του Κλητήριου Εντάλματος που παραχωρήθηκε στα πλαίσια της Αίτ. Αρ. 340/

  1. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.6 θ.θ. 1 ‑ 7, Δ.16 θ.θ. 1 ‑ 11, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.θ. 1 - 3, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 ‑ 13, Δ.51, Δ.57 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 26 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 7, 20 - 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ε.Κ. 1215/2012 στα Άρθρα 22 και 23 της Σύμβασης για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Αποφάσεις του 2007 (Σύμβαση του Λουγκάνο), στα άρθρα 21, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 27 του περί Συμβάσεως Νόμου, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 ημερομηνίας 13/11/2007, στον περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις, στη Σύμβαση της Χάγης καθώς και στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις Συμφυείς Εξουσίες, τη Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, σε σχέση με τα γεγονότα, με ένορκες δηλώσεις του κ. Μακρίδη και του κ. Παρπαρίνου, δικηγόρων. Η ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου αφορά την μετάφραση, από τον ίδιο, εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μακρίδη. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του κ. Μακρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή - Eναγόμενο, ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος ο Αιτητής δεν έχει προβεί στην ένορκη δήλωση είναι λόγω του ότι κατοικεί στο εξωτερικό και ενόψει των επαγγελματικών του υποχρεώσεων αλλά και την ισχύ απαγορεύσεων λόγω της πανδημίας, δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, ο ίδιος έχει μελετήσει τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά και τα έγγραφα που έχουν παρασχεθεί από τον ίδιο τον Eναγόμενο και συγκεκριμένα έχει αναγνώσει την Αίτ. Αρ. 340/19 η οποία αφορούσε τη σφράγιση και καταχώρηση του Κλητήριου Εντάλματος, το διάταγμα σφράγισης ημερομηνίας 26/09/2019, το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 07/11/2019, την αίτηση για την επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, καθώς και το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 20/11/
  2. Εξασφαλίστηκε άδεια για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 17/02/
  3. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η εταιρεία Amicorp Investments Limited, Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση είναι ιθύνουσα εταιρεία αριθμού θυγατρικών εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνται παγκοσμίως και η ίδια δεν έχει πραγματική δραστηριότητα πλην του να είναι η κύρια εταιρεία ή το όχημα μέσω του οποίου κατέχονται άμεσα ή έμμεσα διάφορες μετοχές των υπόλοιπων εταιρειών της. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην οδό Γλάδστωνος 116 στην Λεμεσό, η οποία διεύθυνση στεγάζει το δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκη Κυπριανού & ΣΙΑ καθώς και την εταιρεία M. Kyprianou Fiduciaries (Cyprus) Ltd, η οποία ενεργεί ως γραμματέας της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση. Ο Όμιλος Amicorp (αφορά τόσο την μητρική εταιρεία καθώς και τις θυγατρικές της) προσφέρει υπηρεσίες σε σχέση με καταπιστεύματα (trusts), εταιρικά τραπεζικά (corporate banking), υπηρεσίες εταιρειών εμπορίου (trading companies service) και εκχωρήσεων επιχειρηματικών διαδικασιών (business process outsourcing). Συνιδρύθηκε από τον κ. Knipping, ο οποίος είναι κάτοχος πλειοψηφίας (53%) της εταιρείας Amicorp, όπως προκύπτει από την κατάσταση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με τους λογαριασμούς του 2017 η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα στην Κύπρο την 01/08/
  4. Το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών του Ομίλου Amicorp κατέχεται από την εταιρεία United Investments and Consultancy Co Ltd (United), η οποία είναι έμμεση ιδιοκτησία της εταιρείας Keystone Trustees Limited, η οποία είναι η καταπιστευματοδόχος του Keystone Heritage Trust, του οποίου τελικός δικαιούχος είναι η οικογένεια του κ. Knipping. Το υπόλοιπο των μετοχών, 47%, κατέχεται ευρέως από τη διεύθυνση της εταιρείας. Όσον αφορά τις συναλλαγές του Ομίλου, προκύπτει ότι για το 2017 καταβλήθηκαν σε έξοδα μίσθωσης $1 εκατομμύριο και πέραν του $1 εκατομμυρίου αμοιβές συστάσεων (referral fees), ενώ οι λογαριασμοί απαριθμούν 45 θυγατρικές της Ενάγουσας - Καθ' ης η Aίτησης. Είναι ο ισχυρισμός του Oμνύοντα ότι ο Όμιλος Amicorp φαίνεται να αποτελείται από πολλές ανεξάρτητες οντότητες, με την κάθε μια από αυτές να έχει τη δική της διοικητική ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί «one man show», αφού διοικούνται και ελέγχονται όλες αυτές οι οντότητες από τον μέτοχο πλειοψηφίας κ. Knipping, ο οποίος κατέχει αριθμό θέσεων, ήτοι είναι Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Amicorp, Διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση και Διευθυντής αριθμού άλλων οντοτήτων της εταιρείας παγκοσμίως. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA, η οποία δεν ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, θυγατρική του Ομίλου Amicorp. Ο συγκεκριμένος Όμιλος βρέθηκε αντιμέτωπος με σημαντικές αμφισβητήσεις και προκλήσεις όπως αυτές περιγράφονται σε άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 03/07/2019 στην Bloomberg, στο οποίο άρθρο καταγράφεται ότι καταχωρήθηκε καταγγελία εναντίον της εταιρείας στα Δικαστήρια του Μαϊάμι με ισχυρισμό ότι μαζί με άλλες εταιρείες του είδους της συμμετείχε έτσι ώστε να διευκολυνθεί ένα σχέδιο, το οποίο οδήγησε σε τεράστιες ζημιές σε δικαιούχους καταπιστευμάτων, προκαλώντας απώλειες πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Το ίδιο άρθρο καταγράφει ότι ο συγκεκριμένος Όμιλος φαίνεται να ενεπλάκη σε υπόθεση καταδολίευσης με τη χρήση εικονικών ή πλαστών εταιρειών με σκοπό να διοχετεύσει δανειακά έσοδα στην εταιρεία Amicorp Barbados καθώς και άλλες οντότητες. Όσον αφορά την Amicorp Luxembourg SA, εδρεύει στο Λουξεμβούργο και είναι πάροχος υπηρεσιών και σύμφωνα με την ιστοσελίδα της παρέχει υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων της σύστασης ταμείων επενδύσεων, της παροχής διευθυντών, της σύστασης και διαχείρισης τραπεζικών λογαριασμών ενώ έχει και εκτενή διάδραση με άλλες διεθνείς δικαιοδοσίες. Η συγκεκριμένη εταιρεία, είναι η θέση του Ομνύοντα, είναι έμμεση θυγατρική της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση αφού το 100% των μετοχών της ανήκει στην εταιρεία Amicorp Europe Holding Limited ενώ το 100% των μετοχών της Amicorp Europe Holding Limited ανήκει στην Amicorp Holding Limited, της οποίας το 100% των μετοχών κατέχονται από την Amicorp Group AG της οποίας το 100% των μετοχών ανήκει στην Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση. Όμως οι μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας στο Λουξεμβούργο, κατά τον ουσιώδη χρόνο 2016 - 2017, ανήκαν πάντοτε στον κ. Knipping και στον κ. Arts προσωπικά. Η συγκεκριμένη θέση υποστηρίζεται από τα πρακτικά της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA, ημερομηνίας 21/06/2016, από τους λογαριασμούς της εταιρείας του 2017 καθώς και από το Μητρώο Δικαιούχων Ιδιοκτητών του Λουξεμβούργου. Κατά τον Ομνύοντα η δομή της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA είναι σημαντική, γιατί επιβλέπεται από την Επιτροπή Επίβλεψης του Οικονομικού Τομέα του Λουξεμβούργου (CSSF). Οι πληροφορίες που καταγράφονται στην ιστοσελίδα της συγκεκριμένης Επιτροπής είναι ότι η Amicorp Luxembourg SA κατέχει άδεια εξειδικευμένου ΠΧΕ, για να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες και να παρέχει συγκεκριμένες υπηρεσίες όπως το να ενεργεί ως αντιπρόσωπος εγγραφής, αντιπρόσωπος εταιρικής εγκαθίδρυσης, ως Οικογενειακό Γραφείο, ως εξουσιοδοτημένο Οικογενειακό Γραφείο μη ενεργώς εκτελών τις δραστηριότητες ενός Οικογενειακού Γραφείου, καθώς επίσης και να παρέχει υπηρεσίες σύστασης και διοίκησης εταιρειών, ενώ παράλληλα ενεργεί ως διοικητικός αντιπρόσωπος του χρηματοοικονομικού τομέα και ως αντιπρόσωπος επικοινωνίας πελατών. Ο κύκλος εργασιών της συγκεκριμένης εταιρείας, ο οποίος ανέρχεται γύρω στα €4 δις, κατά τα έτη 2015 με 2018 δεν έχει αλλάξει. Όσον αφορά τον Αιτητή είναι επαγγελματίας στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα από το 1986 με σημαντική πείρα και εξειδίκευση στην παροχή υπηρεσιών σε θεσμικούς επενδυτές, σε εταιρείες καθώς και σε τομείς όπως ο τραπεζικός, η διαχείριση χαρτοφυλακίου, η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, οι ιδιωτικές κεφαλαιακές επενδύσεις, συγχωνεύσεις και εξαγορές, επενδύσεις ακίνητης ιδιοκτησίας, τη δομή επενδύσεων καθώς και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, επιχειρηματικές ταμειακές υπηρεσίες, τη διαχείριση κρίσεων και συμμόρφωση. Από τις 15/01/2017 είναι διευθύνων εταίρος της εταιρείας Magisterium SARL. Eίχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία Amicorp Luxembourg SA, το 2002, στη θέση του Ανώτερου Διαχειριστή Λογαριασμών, δυνάμει σύμβασης εργοδότησης στην οποία προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι η συγκεκριμένη σύμβαση εργοδότησης μπορούσε να τερματιστεί σε οποιανδήποτε στιγμή, ότι ως εργοδοτούμενος αναλάμβανε διάφορες υποχρεώσεις έναντι της εταιρείας, ότι του απαγορεύετο ως εργοδοτούμενου η άμεση ή έμμεση προσέλκυση πελατών της εταιρείας για περίοδο ενός έτους μετά τη λήξη σύμβασης εργοδότησης καθώς επίσης και ότι η σύμβαση εργοδότησης διέπετο από τους Νόμους του Λουξεμβούργου. Στις 20/07/2015 προάχθηκε στη θέση του «Επικεφαλής Εταιρικών Πελατών Ευρώπης» της Amicorp Luxembourg SA. Σύμφωνα με το Δεύτερο Προσάρτημα της σύμβασης εργοδότησής του, ημερομηνίας 20/07/2015, προνοείτο ότι ο τόπος εργασίας του Αιτητή θα ήταν στο Λουξεμβούργο, ότι οι λοιπές πρόνοιες της σύμβασης εργοδότησης του και του Πρώτου Προσαρτήματος, το οποίο αφορούσε την παροχή οχήματος, παρέμειναν αναλλοίωτες και ότι οι πρόνοιες του Δεύτερου Προσαρτήματος διέπονται από τους Νόμους του Λουξεμβούργου. Η σταδιοδρομία του στην Amicorp Luxembourg SA και στον Όμιλο Amicorp ήταν επιτυχής και του προσφέρθηκε συμμετοχή σε σύστημα παροχής κινήτρων, έτσι ώστε με αυτόν τον τρόπο να καταστεί μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση και κατ' επέκταση ολόκληρου του Ομίλου Amicorp. Το συγκεκριμένο σύστημα παροχής κινήτρων είχε τεθεί στον Αιτητή στις 30/04/2004 από τον κ. Knipping. Το συγκεκριμένο σύστημα παρείχε ευκαιρία σε εργοδοτούμενους του Ομίλου να αγοράσουν μετοχές στην Amicorp Holding Ltd, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η κύρια ιθύνουσα εταιρεία του Ομίλου. Οποιοσδήποτε υψηλόβαθμος εργοδοτούμενος προσκαλείτο με αυτό το σχέδιο να εξαγοράσει μετοχές στον Όμιλο, ουσιαστικά θα εξαγόραζε μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση. Ο Αιτητής εξέφρασε ενδιαφέρον συμμέτοχης στο σχέδιο παροχής κινήτρων και στις 17/02/2006 του αποστάληκε η συμφωνία συμμέτοχης, την οποία σύμφωνα με ηλεκτρονικό μήνυμα θα έπρεπε να επιστρέψει υπογεγραμμένη στις 12/04/2006 καθώς και η συμφωνία δανειοδότησης και ενεχυρίασης, δυνάμει της οποίας θα του παρείχετο δάνειο ύψους $240.000 δολαρίων για τη χρηματοδότηση εξαγοράς 6.000 εγγεγραμμένων μετοχών εκδοθείσες από την Καθ' ης η Αίτηση. Ουσιαστικά το σχέδιο παροχής κινήτρων λειτουργούσε ως ακολούθως: Τα υψηλόβαθμα επιλεγμένα μέλη των ομάδων διεύθυνσης εταιρειών του Ομίλου θα λάμβαναν δάνειο από εταιρεία του συγκεκριμένου Ομίλου και θα της όφειλαν το συγκεκριμένο ποσό ως χρέος, το ποσό του δανείου θα το χρησιμοποιούσαν προκειμένου να αγοράσουν μετοχές της Καθ' ης η Αίτηση και θα αναμένονταν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να δημιουργήσουν όσον το δυνατό περισσότερα έσοδα και κέρδη στο επίπεδο των τοπικών εταιρειών του Ομίλου. Τα οποιαδήποτε κέρδη δημιουργούντο σε όλες τις θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου θα ενοποιούντο στο επίπεδο της κύριας εταιρείας, δηλαδή της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία θα ανακοίνωνε μερίσματα, τα οποία στη συνέχεια θα συμψηφίζονταν με οποιαδήποτε υπόλοιπα δανείων και μετά την αποπληρωμή του χρέους τα μερίσματα θα διανέμονταν στους εργοδοτούμενους ‑ μετόχους είτε σε μορφή πληρωμής μετρητών, είτε σε επιπρόσθετες μετοχές. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι μετά τη συμμετοχή του Αιτητή στο σχέδιο παροχής κινήτρων και τη μετοχική συμβολή του, η οποία εξαρτάτο από την εργοδότησή του στην εταιρεία Amicorp Luxembourg SA, ο Αιτητής μέχρι το 2016 είχε αποπληρώσει πλήρως το αρχικό του δάνειο συμψηφίζοντας αριθμό ανακοινώσεων μερισμάτων καθώς και μεταβιβάσεων μετοχών και κατά το τέλος του 2015 η συνολική αξία των μετοχών του Αιτητή στην Καθ' ης η Αίτηση ανερχόταν στις $723.
  5. Είχαν γίνει δύο προσπάθειες εισαγωγής των μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, από το 2006 μέχρι το 2016, αφού ο ιδιοκτήτης του Ομίλου πίστευε ότι μία τέτοια εισαγωγή και άντληση κεφαλαίων θα εξύψωνε τον Όμιλο σε παγκόσμιο ηγέτη στο είδος του και θα επέτρεπε τη μεγιστοποίηση των κερδών μέσω της πλειοψηφικής μετοχικής συμμετοχής, οι οποίες όμως κατέρρευσαν λόγω της έκθεσης του Ομίλου σε έρευνες και δικαστικές διαδικασίες σε αριθμό δικαιοδοσιών. Τα συγκεκριμένα γεγονότα κατέστησαν τον Αιτητή ανήσυχο ιδιαίτερα σε σχέση με το γεγονός ότι ο Όμιλος δεν προσαρμοζόταν γρήγορα και αποτελεσματικά σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης και δεν έπραττε αρκετά προκειμένου να πληροί τις ελάχιστες διαδικασίες του «γνώρισε τον πελάτη» (KYC), καθώς και τις διαδικασίες κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Για αυτό αποφάσισε να παραιτηθεί, το καλοκαίρι του 2016, από την εταιρεία Amicorp Luxembourg SA, γιατί πίστευε ότι είχε έρθει ο χρόνος γι' αυτόν να προχωρήσει, αλλά και λόγω του ότι δεν έτρεφε πλέον εμπιστοσύνη προς το επιχειρηματικό μοντέλο και τον τρόπο λειτουργίας της Amicorp Luxembourg SA. Κατά τον συγκεκριμένο χρόνο ο Αιτητής ήταν πολύ υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας καθώς και μέτοχος της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση. Επιθυμούσε όπως ενημερώσει προσωπικά τον κ. Knipping για την απόφασή του να παραιτηθεί, έτσι ώστε η αποχώρησή του να είναι ομαλή και να μην διαταράξει τις δραστηριότητες της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA για αυτό και περί τα μέσα Ιουλίου 2016 ταξίδεψε στη Νότια Αφρική για να συναντήσει τον κ. Knipping και να συμφωνήσει τις παραμέτρους και τους όρους της αποχώρησής του. Προκαταρτικά συμφωνήθηκε ότι ο Αιτητής θα παραιτείτο από την εργοδότησή του στην Amicorp Luxembourg SA το συντομότερο πρακτικά δυνατό και χωρίς να δοθεί γραπτή ειδοποίηση, όπως προνοείτο από το Νόμο στο Λουξεμβούργο, ότι οι μετοχές του στην Καθ' ης η Αίτηση θα εξαργυρώνονταν ή θα πωλούνταν από τον ίδιο στον Όμιλο ή σχετιζόμενα με αυτόν πρόσωπα σε αγοραία αξία, ήτοι $130 δολάρια ανά μετοχή και ότι θα διατηρούσε ορισμένες διευθύνσεις (directorships) σε συγκεκριμένες οντότητες, οι οποίες θα του ζητούσαν να παραμείνει ως διευθυντής, χωρίς όμως να διαταράξει τη σχέση μεταξύ των οντοτήτων αυτών και της Amicorp Luxembourg SA. Αποστάληκε, στις 22/07/2016, απάντηση του κ. Knipping, σε ηλεκτρονικό μήνυμα που του είχε αποστείλει ο Αιτητής στις 20/07/2016, στην οποία επιβεβαιώνονταν τα συμφωνηθέντα στην Νότιο Αφρική πλην όμως καταγράφετο η τιμή των $83 δολαρίων ως τιμή εξαργύρωσης ή πώλησης των μετοχών του Αιτητή παρά τα συμφωνηθέντα. Ακολούθησαν άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα και συγκεκριμένα στις 04/08/2016 ο Αιτητής απάντησε εκφράζοντας την έκπληξή του ως προς την τιμή αγοράς των μετοχών του στην Καθ' ης η Αίτηση. Εν τέλει, στις 05/09/2016, ο Αιτητής αποδέχτηκε την τιμή των $83 δολαρίων ανά μετοχή, αφού δεν του αφήνετο επιλογή και ζήτησε όπως του παρασχεθούν λεπτομέρειες ως προς τη μέθοδο πληρωμής και συναφή ζητήματα. Αγοραστής των μετοχών του θα ήταν η εταιρεία United. Τότε του δηλώθηκε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί επισήμως η παραίτησή του, ως προϋπόθεση για την εξαγορά των μετοχών του. Στις 09/08/2016 ο Αιτητής συναντήθηκε με την κα Radwan, μεταγενέστερη διευθύντρια της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA καθώς και δύο διευθύνοντες συμβούλους του υποκαταστήματος της Amicorp Luxembourg SA και τρείς υψηλόβαθμους υπαλλήλους του Ομίλου. Κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση τους εξήγησε τι είχε συμφωνηθεί με τον κ. Knipping, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στη Νότιο Αφρική, καθώς επίσης και ότι θα διατηρούσε ορισμένες διευθύνσεις, σε ορισμένους πελάτες οι οποίοι θα του ζητούσαν να παραμείνει ως ανεξάρτητος διευθυντής των εταιρειών τους. Επίσης εξήγησε ότι δεν θα ανταγωνίζονταν την Amicorp Luxembourg SA και ότι θα παραιτείτο από διευθυντής όλων των πελατών, οι οποίοι δεν θα επιθυμούσαν να του δώσουν εντολή να παραμείνει ως διευθυντής τους. Ο Αιτητής συμφώνησε, ως ήταν η θέση των διευθυντικών στελεχών της Amicorp Luxembourg SA, όπως κοινοποιήσει στην εταιρεία τους συγκεκριμένους πελάτες που επιθυμούσαν όπως ο ίδιος παραμείνει ως ανεξάρτητος διευθυντής. Ο Όμιλος, όμως, ουδέποτε απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 09/08/2016, το οποίο απέστειλε ο Αιτητής στην κα Radwan, Προϊστάμενη Εσωτερικής Οργάνωσης και στο οποίο παρέθετε τα όσα είχαν συμφωνηθεί στις 09/08/
  6. Ακολούθησε, στις 12/08/2016, ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Knipping σε αριθμό αξιωματούχων του Ομίλου, με αντίγραφο προς τον Αιτητή, με το οποίο τους ενημέρωνε ότι ο Αιτητής θα παραιτείτο από τις θέσεις που κατείχε σε οντότητες της Amicorn, καθώς επίσης και από οποιεσδήποτε θέσεις κατείχε σε πελάτες των οντοτήτων της. Στο ίδιο μήνυμα κατέγραφε ότι ο Αιτητής θα δεσμευόταν από υποχρέωση μονοετούς μη ανταγωνιστικότητας, η οποία θα μπορούσε να απεμποληθεί για συγκεκριμένους και περιορισμένους διορισμούς του Αιτητή ως «Ανεξάρτητος Διευθυντής». Ακολούθησε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30/08/2016 από την κα Radwan προς τον Αιτητή ενημερώνοντάς τον ότι 6 εταιρείες είχαν αποστείλει αιτήματα στον Όμιλο ζητώντας όπως ο Αιτητής διατηρηθεί ως ανεξάρτητος διευθυντής τους και υπενθυμίζοντάς του ορισμένες ρήτρες της σύμβασης εργοδότησης που αφορούσαν τις υποχρεώσεις μη προσέλκυσης πελατών και εμπιστευτικότητας που περιέχονταν στη σύμβαση επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του Ομίλου να κινήσει νομικές διαδικασίες εναντίον του Αιτητή. Το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα απαντήθηκε από τον Αιτητή, στις 05/09/2016, για να ακολουθήσει ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Knipping της ίδιας ημερομηνίας ενώ στις 20/09/2016 απέστειλε λεπτομερές ηλεκτρονικό μήνυμα στη κα Radwan. Στο μεταξύ, ο Αιτητής είχε ετοιμάσει και είχε αποστείλει στις 12/10/2016 επιστολή παραίτησής του ενημερώνοντας την εταιρεία Amicorp Luxembourg SA ότι η τελευταία του μέρα ήταν η 14/10/
  7. Ακολούθως, στις 13/10/2016 υπέβαλε την παραίτησή του από όλες τις διευθύνσεις που κατείχε σε πελάτες του Ομίλου, με την εξαίρεση αυτών που είχαν ζητήσει όπως παραμείνει ο ίδιος ως ανεξάρτητος διευθυντής. Ακολούθησε στις 19/10/2016 συνάντηση του Αιτητή με τον διευθυντή της Amicorp Luxembourg SA, στην οποία συμφωνήθηκε ότι ο Αιτητής μπορούσε να παραμείνει ως ανεξάρτητος διευθυντής σε συγκεκριμένους πελάτες, οι οποίοι του το είχαν ζητήσει και ως ανεξάρτητος διευθυντής θα βεβαιωνόταν ότι υπάρχει συμμόρφωση με τους σχετικούς κανονισμούς αναφορικά με την καταπολέμηση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος και ότι θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με τις εταιρείες, αλλά όχι σε οποιαδήποτε εμπιστευτικά έγγραφα σε σχέση με τους τελικούς δικαιούχους των εν λόγω εταιρειών, τα οποία φυλάγονταν από την εταιρεία Amicorp Luxembourg SA υπό όρους συμφωνιών εμπιστευτικότητας και ότι θα δύνατο να εργάζεται με υπαλλήλους της Amicorp Luxembourg SA ώστε να διασφαλίσει ότι οι εταιρείες θα τηρούντο σε καλή διαχειριστική, νομική και οικονομική άποψη και ότι θα εκτελούσε τα καθήκοντά του με γνώμονα τα συμφέροντα και των πιστωτών των εταιρειών, ενώ θα συναντάτο 2- 3 φορές τη βδομάδα με υπαλλήλους της Amicorp Luxembourg SA ώστε νε εξακριβώνει τη συνεχή διατήρηση των εν λόγω εταιρειών. Τα συμφωνηθέντα είχαν αποτυπωθεί σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/10/
  8. Ακολούθησε η επιστολή ημερ. 25/10/2016 η οποία επιβεβαίωνε τα συμφωνηθέντα στις 19/10/2016 και ενημέρωνε τον Αιτητή ότι θα αντικαθίστατο από τη θέση διευθυντή εταιρειών μόνο για τις διευθύνσεις για τις οποίες δεν είχε συμφωνηθεί η παραμονή του ως διευθυντής. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ο Αιτητής είναι διευθύνων σύμβουλος της Magisterium, από τη λήξη της προθεσμίας που καταγράφεται στην επιστολή παραίτησής του. Παρόλο που η Magisterium παρέχει γνωμοδοτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες διοίκησης και υποστήριξης υπηρεσιών, γενικές επιχειρηματικές διαθρώσεις και στρατηγικές, εταιρική διακυβέρνηση, συντονισμό και επίβλεψη, δεν διέπεται από την CSSF και δεν είναι άμεσος ανταγωνιστής της Amicorp Luxembourg SA. Όμως ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του δικηγόρου της Amicorp Luxembourg SA και των δικηγόρων του Αιτητή, από τον Μάρτιο 2017 μέχρι τον Ιούνιο 2017, σε σχέση με τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή - Εναγόμενου, όπως προωθείται από τον Ομνύοντα, ότι το πραγματικό υπόβαθρο που έχει παρουσιαστεί από την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση κατά την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα, αφού αυτά δεν αποκαλύφθηκαν ή/και δεν αποκαλύφθηκαν επαρκώς. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η Καθ' ης η Αίτηση σκόπιμα παραπλάνησε το Δικαστήριο όταν αιτήθηκε άδειας για να σφραγίσει το Κλητήριο Ένταλμα και για να το επιδώσει εκτός της δικαιοδοσίας αφού δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, 2016 - 2017, η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA δεν ήταν θυγατρική του ομίλου της εταιρείας Amicorp και οι πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων δεν εφαρμόζονταν και δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε σχέση με την εταιρεία Amicorp Luxembourg SA. Επιπρόσθετα το παράπονο της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι βάσιμο γιατί κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε συμφωνηθεί ρητά μεταξύ της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA και του Αιτητή ότι θα διατηρούσε ορισμένες διευθύνσεις μετά την αποχώρησή του, γεγονός που προκύπτει και από την ανταλλαγή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ενώ υποστηρίζει ότι ο όμιλος εταιρειών Amicorp, ο κ. Knipping καθώς και τα άλλα στελέχη της εταιρείας απέτυχαν να συμμορφωθούν με τα όσα είχαν συμφωνηθεί, αναφορικά με την εξαγορά των μετοχών του Αιτητή στη τιμή των $83 δολαρίων ανά μετοχή. Όσον αφορά το νομικό κομμάτι, υποστηρίζει ο Ομνύοντας, ότι όλες οι πράξεις του Αιτητή-Εναγόμενου που κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση της είχαν προκαλέσει ζημιά, έλαβαν χώρα στο Λουξεμβούργο και συνεπακόλουθα η σχέση των μερών διέπεται αποκλειστικά από το δίκαιο του Λουξεμβούργου, το οποίο δίκαιο καθορίζεται και στη σύμβαση εργοδότησης. Όπως προκύπτει, η μετοχική συμμετοχή του Αιτητή στην Καθ' ης η Αίτηση ήταν συνυφασμένη, συνδεδεμένη και εξαρτώμενη από τη σύμβαση εργοδότησης του στην εταιρεία Amicorp Luxembourg SA, οπόταν οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από αυτήν θα πρέπει να εκδικαστεί από τα Δικαστήρια του Λουξεμβούργου και με βάση το δίκαιο του Λουξεμβούργου. Επιπρόσθετα, η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA δεν αποτελεί διάδικο μέρος στη διαδικασία και παρά το γεγονός ότι μπορεί να είναι έμμεση θυγατρική εταιρεία της Καθ' ης η Αίτηση αυτό δεν νομιμοποιεί την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση να ενάγει εκ μέρους της, εφόσον η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA διατηρεί τη δική της νομική προσωπικότητα λόγω του ότι είναι ξεχωριστή οντότητα. Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη αγωγή δεν εμπίπτει στις παραγράφους της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της εκτός δικαιοδοσίας. Εισηγείται, ο Ομνύοντας, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και είναι ακατάλληλα να εκδικάσουν την υπό κρίση αγωγή. Υποστηρίζει ότι ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή, η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. Πρώτον, γιατί το άρθρο 27 του περί Συμβάσεως Νόμου προβλέπει ότι κάθε συμφωνία, στο μέτρο που είναι περιοριστική της ελευθερίας προς άσκηση νόμιμου επαγγέλματος, εμπορίου ή οποιασδήποτε φύσης επιχείρηση είναι άκυρη. Επομένως, ακόμη και αν γίνει αποδεκτό ότι το παράπονο της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση εμπίπτει στη συμφωνία, η υπόθεση θα ήταν αδύνατη ενόψει του συγκεκριμένου περιορισμού. Δεύτερον, οι πρόνοιες της συμφωνίας δεν έχουν παραβιαστεί, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο 2016 ‑ 2017 η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA δεν ήταν θυγατρική της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου οποιοιδήποτε περιορισμοί περιέχονται στη συμφωνία, ακόμα και αν είναι έγκυροι και νόμιμοι δυνάμει του κυπριακού δικαίου, δεν ισχύουν για τους πελάτες της Amicorp Luxembourg SA. Εν πάση περιπτώσει, είχε συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ της εταιρείας Amicorp Luxembourg SA και του Αιτητή ότι αυτός θα διατηρούσε ορισμένες διευθύνσεις μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία και τα στελέχη της ίδιας της εταιρείας του είχαν ζητήσει να επικοινωνήσει με πελάτες. Κατά τη δική του άποψη σύμφωνα με τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Amicorp Luxembourg SA δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε μείωση εισοδημάτων κατά την περίοδο 2015 - 2017, επομένως οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί για απώλεια εισοδημάτων της Καθ' ης η Αίτηση είναι ανυπόστατοι. Κατά τον Αιτητή η σύμβαση εργοδότησης του στη εταιρεία Amicorp Luxembourg SA δεν περιέχει ρήτρα μη ανταγωνιστικότητας αλλά περιέχει μόνο ρήτρα μη προσέλκυσης πελατών. Το συγκεκριμένο σημείο ουδέποτε αναφέρθηκε στις επικοινωνίες μεταξύ του Αιτητή και της Amicorp Luxembourg SA, η οποία ουδέποτε καταχώρησε αξίωση ή νομική διαδικασία εναντίον του που να προκύπτει από την αποχώρησή του το Φθινόπωρο του
  9. Αν υπάρχει οποιαδήποτε απώλεια, αυτήν δεν την επωμίζεται η Καθ΄ης η Αίτηση αλλά η Amicorp Luxembourg SA, οπόταν δεν νομιμοποιείται η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση να ενάγει τον Αιτητή. Ισχυρίζεται ο Ομνύοντας ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε καθήκον να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά το στάδιο της λήψης της άδειας επίδοσης του Κλητήριου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και της παραχώρησης άδειας για σφράγισή του. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με τη συγκεκριμένη υποχρέωση, αλλά αντίθετα δεν αποκάλυψε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA δεν ήταν θυγατρική, άμεσα ή έμμεσα της Καθ' ης η Αίτηση και συνεπώς δεν ήταν μέλος του ομίλου Amicorp. Επίσης, απέτυχε να αποκαλύψει το γεγονός ότι είχε ρητά συμφωνήσει με τον Αιτητή ότι αυτός θα μπορούσε να διατηρήσει κάποιες διευθύνσεις και μετά την παραίτησή του, δεν επισύναψε τις υπάρχουσες επικοινωνίες μεταξύ του Αιτητή και της Amicorp Luxembourg SA και απέκρυψε το αληθές ιστορικό υπόβαθρο της διαφοράς. Οι συγκεκριμένες επικοινωνίες τεκμηριώνουν αφενός τη συμφωνία με την Amicorp Luxembourg SA για τη διατήρηση από τον Αιτητή ορισμένων διευθύνσεων, ακόμα και μετά την παραίτησή του και τεκμηριώνουν ότι ο όμιλος Amicorp απέτυχε να κρατήσει τη δέσμευσή του για την εξαγορά των μετοχών του Αιτητή, ακόμα και στην τιμή των $83 δολαρίων ανά μετοχή. Ούτε είχε επισυνάψει αντίγραφο της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ της Amicorp Luxembourg SA και του Αιτητή ή έστω να αναφέρει τις πρόνοιες της. Με αυτό τον τρόπο δεν επιτράπηκε στο Δικαστήριο να εξετάσει τη ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου και τη ρήτρα δικαιοδοσίας επίλυσης διαφορών. Με βάση το κυπριακό δίκαιο μία ιθύνουσα εταιρεία δεν δύναται να ενάγει και να ανακτήσει ζημιές που έχει υποστεί οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία, καθώς επίσης και σύμφωνα με τον περί Συμβάσεως Νόμο οποιοσδήποτε περιορισμός του εμπορίου είναι άκυρος. Εισηγείται, ο Ομνύοντας, ότι η έκταση της μη αποκάλυψης από την Καθ' ης η Αίτηση των ουσιωδών γεγονότων τα οποία προϋπήρχαν της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, θα πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Κατά τη δική του άποψη ο Αιτητής αντιμετωπίζει άδικα την υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από τις ανταλλαγές ηλεκτρονικών μηνυμάτων το Φθινόπωρο του 2016 και ότι η εγερθείσα διαδικασία εναντίον του είναι εκδικητική και διενεργείται κακόπιστα, αφού παρά τη ρητή δέσμευση της Καθ' ης η Αίτηση να εξαγοράσει τις μετοχές του στη μειωμένη τιμή των $83 δολαρίων ανά μετοχή, οι μετοχές του δεν έχουν εξαγοραστεί ή άλλως πως διατεθεί. Λόγω αυτού του γεγονότος ο Αιτητής δεν έχει άλλο τρόπο να πωλήσει τις μετοχές του. Ενώ με την έγερση της υπό κρίση αγωγής η Καθ' ης η Αίτηση υπαινίσσεται ότι ο Αιτητής δεν δύναται να διενεργεί εργασίες στον τομέα εταιρικών υπηρεσιών οπουδήποτε στον κόσμο όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος Amicorp και στοχεύει στο να αποτρέψει τον Αιτητή, υπό την ιδιότητα του ως μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση, να εκφράσει την έντονη διαφωνία του σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο διοικείται ο όμιλος Amicorp. Συνεπακόλουθα, απώτερος σκοπός της Καθ' ης η Αίτηση, με την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής, δεν είναι να αποζημιωθεί για οποιαδήποτε απώλεια, αλλά είναι μία συγκεκαλυμμένη προσπάθεια η οποία αφενός αποσκοπεί να ασκήσει πίεση στον Αιτητή και να τον αποτρέψει από το να διασφαλίσει ότι η Καθ' ης η Αίτηση λειτουργεί ορθά και κατά τρόπο που προστατεύει την αξία των μετοχών. Καταλήγει ότι η καταχρηστική διαδικασία θα πρέπει να παραμεριστεί. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από την πλευρά της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση. Στην ένσταση καταγράφονται πέντε λόγοι ενστάσεως οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή γιατί η Συμφωνία Μετόχων ημερομηνίας 21/12/2005, επί της οποίας βασίζεται η αξίωση της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, περιέχει ρήτρα η οποία προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν έχει καταδείξει τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη ρήτρα. Ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή αίτια αγωγής εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή στη βάση παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία Μετόχων (Shareholders' Agreement). Ότι η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου ενόψει του ότι η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και συνεχίζει να είναι μέλος του ομίλου εταιρειών Amicorp και δεδομένης της ιδιοκτησιακής δομής του Ομίλου εμπίπτει στον όρο θυγατρική της Ενάγουσας και οι ενέργειες του Εναγόμενου - Αιτητή, σε σχέση με την Amicorp Luxembourg SA, παραβιάζουν τις πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων από την οποία δεσμεύεται ο Εναγόμενος - Αιτητής. Ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ανυπόστατοι και/ή παραπλανητικοί και/ή δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης γιατί υπεισέρχονται στην ουσία της διαφοράς και τέλος, ότι ορθά εκδόθηκαν από το Δικαστήριο τα διατάγματα ημερομηνίας 26/09/2019 για τη σφράγιση του Κλητήριου Εντάλματος και 20/11/2019 για επίδοσή του εκτός δικαιοδοσίας, αφού πληρούνται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις ενόψει του ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή και έχει επίσης καταδειχθεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση αφού η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Σε σχέση με τα γεγονότα υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου XXXXX Χαραλάμπους, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η εταιρεία M. KYPRIANOU FIDUCIARIES (CYPRUS) LTD χειρίζεται διάφορα θέματα που αφορούν την Ενάγουσα - Καθ' ης η Aίτηση και έχει πρόσβαση στα έγγραφά της. Υποστηρίζει ότι η αξίωση της Ενάγουσας- Αιτήτριας βασίζεται στην παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων από τον Εναγόμενο - Αιτητή και συγκεκριμένα των παραγράφων 2 ‑ 7 της συγκεκριμένης συμφωνίας. Τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη συμφωνία έχουν καταγραφεί στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Νικολάου ημερομηνίας 29/08/2019, που υποστηρίζει την αίτηση για σφράγιση της ίδιας ημερομηνίας, ήτοι Γεν. Αίτ. 340/
  10. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής κατέστη μέτοχος της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και ότι δεσμευόταν από τις πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων. Αυτό που εγείρεται είναι κατά πόσο όντως υπήρξε, από πλευράς του Εναγόμενου - Αιτητή, παραβίαση της συγκεκριμένης συμφωνίας και αν η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση νομιμοποιείται να εγείρει τις εν λόγω αξιώσεις εναντίον του. Υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 3 ‑ 11 της ένορκης δήλωσης της κας Νικολάου αποκαλύπτει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή αίτια αγωγής και συγκεκριμένα παράβαση σύμβασης, ήτοι της Συμφωνίας Μετόχων, από τον Εναγόμενο - Αιτητή. Ανάγνωση της συγκεκριμένης Συμφωνίας καταδεικνύει ότι οι υποχρεώσεις που προκύπτουν αφορούν όχι μόνο την Ενάγουσα, αλλά και όλες τις θυγατρικές της εταιρείες, μέλη του ομίλου Amicorp, του οποίου ηγείται η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση. Όσον αφορά το θέμα του ποιες εταιρείες εμπίπτουν στον όρο θυγατρικές, αυτό καταγράφεται στη σελίδα 3 της Συμφωνίας Μετόχων και στο Παράρτημα B, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η εταιρεία Amicorp Luxembourg SA. Συνεπακόλουθα, κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Μετόχων από τον Εναγόμενο - Αιτητή, οι όποιες υποχρεώσεις του εκτείνονταν σε σχέση με τον Όμιλο αλλά και σε σχέση με την Amicorp Luxembourg SA. Όσον αφορά τη δομή των εταιρειών του ομίλου Amicorp, υποστηρίζει ο Ομνύοντας, ότι αυτή αποκαλύφθηκε στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της κας Νικολάου καθώς και με την επισύναψη του Τεκμηρίου
  11. Η συγκεκριμένη δομή ίσχυε μέχρι τις 21/12/2005, ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Μετόχων. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους η Amicorp Luxembourg SA ήταν και συνεχίζει να είναι θυγατρική της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και μέλος του ομίλου Amicorp και αυτό αποδεικνύεται από τη Συμφωνία Μετόχων, στη σελίδα 3, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στις θυγατρικές της Ενάγουσας καθώς επίσης και από τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί από το 2008 και κατέστησαν τους κους Knipping και Arts εγγεγραμμένους μετόχους της Amicorp Luxembourg SA. Είναι η θέση του ότι από το 2012 εκκρεμεί η αλλαγή της ιδιοκτησίας των μετοχών της Amicorp Luxembourg SA ούτως ώστε αυτές να κατέχονται απευθείας από την Amicorp NL και όχι μέσω των ονομαστικών μετόχων, ήτοι των κ.κ. Knipping και Arts. Η συγκεκριμένη μετοχική αλλαγή δεν έχει ολοκληρωθεί γιατί εκκρεμεί η έγκριση από τη CSSF. Το συγκεκριμένο θέμα είχε τύχει χειρισμού προσωπικά από τον Εναγόμενο ως διευθυντή της Amicorp Luxembourg SA, οπόταν κωλύεται να ισχυρίζεται ότι η Amicorp Luxembourg SA δεν ήταν θυγατρική εταιρεία της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση και μέλος του ομίλου Amicorp. Προκύπτει από το διάγραμμα της ιδιοκτησιακής δομής της Amicorp Luxembourg SA ότι ανήκει στον Όμιλο Amicorp, του οποίου ηγείται η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καθώς και ότι οι μετοχές της Amicorp Luxembourg SA κατέχονται από τους κ. κ. Knipping και Arts ως ονομαστικοί μετόχοι. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι εκείνο που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση είναι σε ποιες εταιρείες εκτείνονται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συμφωνία Μετόχων και εισηγείται ότι οι ενέργειες του Αιτητή που σχετίζονται με την Amicorp Luxembourg SA αποτελούν ταυτόχρονα παραβίαση των προνοιών της Συμφωνίας Μετόχων και προσδίδουν στην Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι οι συζητήσεις οι οποίες προηγήθηκαν της αποχώρησης του Αιτητή - Εναγόμενου, σε σχέση με αυτή, ήταν απλώς συζητήσεις και δεν ήταν δεσμευτικές για την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή - Εναγόμενου ότι δεν προσφέρει ανταγωνιστικές υπηρεσίες προς την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση είναι ανυπόστατος, αφού ρητά περιέχεται ρήτρα μη ανταγωνισμού τόσο στο άρθρο 9 της Συμφωνίας των Μετόχων καθώς και στο άρθρο 10 της Σύμβασης Εργοδότησης. Όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, είναι η θέση του, μπορούν να εξεταστούν κατά το στάδιο της ακρόασης και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο και δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση έχει συμμορφωθεί με το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Αιτητή - Εναγόμενου και της Amicorp Luxembourg SA ότι θα παρέμενε ως διευθυντής σε ορισμένες εταιρείες δεν είναι ένδειξη ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν παραβίασε τη συμφωνία με την Amicorp Luxembourg SA, ενώ παράλληλα δεν συνεπάγεται ότι δεν παραβίασε οποιαδήποτε υποχρέωση που απορρέει από τη Συμφωνία Μετόχων. Το κατά πόσο υπήρξε πράγματι παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων είναι θέμα που αφορά την ουσία της αγωγής. Προκύπτει, ως γεγονός, ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος παραμένει μέχρι και σήμερα μέτοχος της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και αυτή η σχέση προσδίδει στην Ενάγουσα αγώγιμο δικαίωμα για την όποια παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων. Όσον αφορά τον όρο 9 της Συμφωνίας Μετόχων είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν παραβιάζει με οποιοδήποτε τρόπο το άρθρο 27 του περί Συμβάσεων Νόμου γιατί αφορά την απαγόρευση ανταγωνισμού ή επηρεασμού των συμφερόντων της Ενάγουσας και όχι απλή απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος. Το κατά πόσο υπήρξε προσέλκυση πελατών από τον Αιτητή - Εναγόμενο συνιστά θέμα που θα αποφασιστεί κατά τη δίκη. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση εγείρει τις δικές της αξιώσεις εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή οι οποίες προκύπτουν από τη Συμφωνία Μετόχων και δεν συνιστά προϋπόθεση έγερσης της αγωγής η οποιαδήποτε ζημιά της Amicorp Luxembourg SA, οπόταν η αρχή της αντανακλαστικής ζημιάς δεν έχει οποιαδήποτε εφαρμογή. Σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ο Ομνύοντας παραπέμπει στη Συμφωνία Μετόχων, η οποία ρητά προβλέπει και προσδίδει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα στο Δικαστήριο της Λευκωσίας και αυτό ενισχύεται και από την εφαρμογή του Ε.Κ.1215/
  12. Υποστηρίζει ότι η Συμφωνία Εργοδότησης του Εναγόμενου - Αιτητή δεν αφορά τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού η αγωγή βασίζεται στη Συμφωνία Μετόχων, η οποία από μόνη της δημιουργεί συμβατική σχέση του Εναγόμενου - Αιτητή με την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση. Καταλήγει ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της λήψης των διαταγμάτων έχουν αποκαλυφθεί και ότι ορθά και νόμιμα εκδόθηκαν τα διατάγματα ημερομηνίας 26/09/2019 και 20/11/
  13. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν εμπεριστατωμένες και πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Θα γίνει αναφορά στις αγορεύσεις αυτές όπου κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.2 θ.2 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και
  14. Η Δ.2 καθώς και η Δ.6 αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της υπό εξέταση Αίτησης. Η προβλεπόμενη από τους διαδικαστικούς κανονισμούς άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία (βλ. Ans Secretaries Ltd v. Orianda Manegement FZ LLC κ.α. Πολ. Εφ. 362/09 ημερ. 03/07/2014). Μέσω της, ουσιαστικά διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση εις βάρος του εναγόμενου που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας, πείθοντας ότι ο εναγόμενος αυτός είναι κατάλληλος ή αναγκαίος. Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.

(2000)1(A) ΑΑΔ 447, υποδείχθηκε ότι: « Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.». Έχοντας κατά νου τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα εξεταστούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή, ως αυτοί αποκαλύπτονται στην Αίτησή του. Έλλειψη Δικαιοδοσίας Ως πρώτος λόγος αποδοχής της Αίτησης προβάλλεται η έλλειψη δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται από τον Αιτητή - Εναγόμενο ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν στο Λουξεμβούργο αφού αφορούν τη Σύμβαση Εργοδότησής του, η οποία διέπεται από το δίκαιο του Λουξεμβούργου οπόταν η αγωγή δεν εμπίπτει σε καμία από τις παραγράφους της Δ.6 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Στην Δ.6 θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, όπως έχει προαναφερθεί. Επιπλέον στην Δ.6 θ.4, αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό που προκύπτει στην παρούσα είναι ότι γίνεται επίκληση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο πηγάζει από τη Συμφωνία Μετόχων, ημερομηνίας 21/12/2005, στην οποία εμπεριέχεται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, ήτοι ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών θα επιλύεται από το κυπριακό δίκαιο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αυτή τη ρήτρα την αποδέχθηκε ο Εναγόμενος - Αιτητής με ελεύθερη βούληση υπογράφοντας τη Συμφωνία Μετόχων. Καταδεικνύει, η υπογραφή της Συμφωνίας Μετόχων από τους συμβαλλόμενους, την ελεύθερη επιλογή τους και μια επιλογή την οποία το Δικαστήριο οφείλει να σεβαστεί. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι είναι ο ενάγων που καθορίζει τη βάση της αξίωσής του και όχι ο εναγόμενος και στην υπό κρίση περίπτωση η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση καθόρισε ως έναυσμα για την καταχώριση της αγωγής την παραβίαση των όρων της Συμφωνίας Μετόχων. Σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α. Ε.
(2013)1 ΑΑΔ 2182, στην οποία έχει παραπέμψει το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση: « Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης.» Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση επικαλείται τη Συμφωνία Μετόχων ως προσδίδουσα δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Το μέρος 12 της Συμφωνίας Μετόχων προνοεί τα ακόλουθα: « Any suit, action, or proceedings between the parties hereto relating to this Agreement, to any document, instrument, or agreement delivered pursuant hereto, referred to herein, or contemplated hereby, or in any other matter arising out of or relating to the transactions contemplated by or referenced in this Agreement, shall be commenced and maintained exclusively in the court of competent subject - matter jurisdiction sitting in Nicosia, Republic of Cyprus. The parties hereby submit themselves unconditionally and irrevocably to the personal jurisdiction of such courts. Furthermore the parties irrevocably waive any objection to such personal jurisdiction or venue including, but not limited to, the objection that any suit, action, or proceeding brought in Nicosia Republic of Cyprus, has been brought in an inconvenient forum. » Όπως έχει αναφερθεί στη Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1168, στη σελ. 1186: « Η νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης έχει, σύμφωνα με την υπόθεση Eleftheria (πιο πάνω) ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet)
(1990)1 ΑΑΔ 219, 231).». Με τα όσα έχουν προεκταθεί καθίσταται πρόδηλο ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση έχει αποσείσει το δικό της βάρος και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή. Επιπρόσθετα προκύπτει ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο και άρα εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια κατά την αντίληψη μου τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία στη βάση των προνοιών του Κανονισμού Ε.Ε.1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερ. 12/12/2012 (στη συνέχεια «ο Καν.1215/12»). Ο συγκεκριμένος Κανονισμός εφαρμόζεται στην Κύπρο και ως πράξη ευρωπαϊκού δικαίου υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του κυπριακού δικαίου, περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(A) A.A.Δ. 452. Επομένως, το θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπως και κάθε άλλου δικαστηρίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διέπεται πρωτίστως από τον εν λόγω Κανονισμό. Ως εκ τούτου, όταν μια πρόνοια του εν λόγω Κανονισμού προσδίδει δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια, τότε δεν απαιτείται η υπόθεση να εμπίπτει σε οποιανδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
  1. a)έως (
  2. h)της Δ.6 θ.1 και ούτε τίθεται θέμα καταλληλότητας των κυπριακών δικαστηρίων (forum conveniens). Με άλλα λόγια, τα κυπριακά δικαστήρια δεν μπορούν να αρνηθούν να ασκήσουν τη δικαιοδοσία που τους προσδίδει ο εν λόγω κανονισμός με αναφορά στο ότι με βάση το ημεδαπό δίκαιο δεν έχουν δικαιοδοσία ή στο ότι υπάρχουν καταλληλότερα δικαστήρια για να επιληφθούν της επίδικης διαφοράς. O Ευρωπαϊκός Κανονισμός E.E1215/12 που καθορίζει την διεθνή δικαιοδοσία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει στο άρθρο 4.1, ως γενική αρχή, ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος - μέλος της Ένωσης, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Στον γενικό αυτό κανόνα που αναφέρεται στην νομική ορολογία ως "δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου", ο Ε.Ε.1215/12 καθορίζει κάποιες εξαιρέσεις. Για τους σκοπούς της παρούσας, μας ενδιαφέρει η εξαίρεση του άρθρου 25 στις περιπτώσεις που καθορίζεται συμβατική ρήτρα δικαιοδοσίας μεταξύ συμβαλλομένων. Το άρθρο 25.1 που προσδιορίζει την πιο πάνω ρήτρα με τον όρο «παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας», έχει ως εξής: Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας 1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσίας είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Αναφέρεται επίσης στο άρθρο 25.1(α) ότι η εν λόγω συμφωνία καταρτίζεται, μεταξύ άλλων, είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει, από το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για σφράγιση, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία και ο Εναγόμενος καθόρισαν γραπτώς ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας με την οποία δίδεται αποκλειστική αρμοδιότητα στα Δικαστήρια της Κύπρου και συγκεκριμένα της Λευκωσίας να εκδικάσουν όλες τις διαφορές τους που προκύπτουν από την επίδικη συμφωνία από την οποία γεννάται η συγκεκριμένη έννομη σχέση, για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε. Ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τις διαφορές, όπως προσδιορίζονται στην παρούσα αγωγή από την Ενάγουσα. Ανυπαρξία εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί, όπως έχει προαναφερθεί, να παραμένει στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1584. Κατά την εξέταση μιας τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995, Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω) και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Όπως έχει υποδειχθεί στην Larissa (Αρ. 2),
(1997)1(Γ) 1333, η αρχή της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων σε περιπτώσεις διαταγμάτων που εξασφαλίζονται με μονομερείς αιτήσεις, εφαρμόζεται και σε αιτήσεις για εξασφάλιση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας όπως επίσης και σε περιπτώσεις προνομιακών ενταλμάτων. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: « Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοσή της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .». Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Δεδομένη είναι λοιπόν η υποχρέωση σε περιπτώσεις ως και η υπό συζήτηση για πλήρη αποκάλυψη. Ωστόσο, ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν στη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Επί τούτου, χρήσιμη είναι η παραπομπή στην επισήμανση-υπόδειξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α ν. Adeona Holdings Ltd Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27/02/2015, όπου, αφού επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, σημειώνεται ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Όπως υποδεικνύεται στην εν λόγω απόφαση: « Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία (δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. ...θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας». Έχοντας ήδη σημειώσει την αναγκαιότητα πλήρους αποκάλυψης κάθε λεπτομέρειας και στοιχείου στην περίπτωση που κάποιος μονομερώς απευθύνεται προς το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης της κας XXXXX Νικολάου, που συνόδευε την αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στη Συμφωνία Μετόχων. Η κα Νικολάου προώθησε τη θέση, στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της στην αίτηση για παραχώρηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ότι ο Αιτητής παραβίασε τη Συμφωνία Μετόχων ουσιαστικά «κλέβοντας» πελάτες του Ομίλου Amicorn. Προφανώς αυτή η εκδοχή θα προωθηθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, οι παράμετροι της οποίας θα προβληθούν κατά τη δίκη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή - Εναγόμενου υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη συμφωνία παραβιάζει το άρθρο 27 του περί Συμβάσεων Νόμου και συνεπώς είναι άκυρη. Ο όρος που κατ' ισχυρισμόν παραβιάστηκε από τον Εναγόμενο - Αιτητή φαίνεται να αφορά στην απαγόρευση ανταγωνισμού του με την Ενάγουσα και/ή της χρήσης του πελατολογίου της και όχι απλή απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος του Αιτητή - Εναγόμενου. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής και όχι σ΄ αυτό το σημείο και το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό που αφορά το γεγονός ότι οι πρόνοιες της Συμφωνίας Μετόχων δεν έχουν παραβιαστεί. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως η μονομερής αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους που συνοδεύει την Ένσταση. Μια ανάγνωση του περιεχομένου της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και των συνημμένων σε αυτήν τεκμηρίων, καταδεικνύει πως βασικά περιέχει τους ίδιους ισχυρισμούς ως η ένορκη δήλωση της κας Νικολάου που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημερ. 07/11/2019 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αφού η ίδια ορκίστηκε και στις δύο. Επομένως, το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε αυτή, χωρίς την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης και επανάληψης. Θεωρώ επίσης ικανοποιητική και επαρκή την παραπομπή στα τεκμήρια, τα οποία είναι συνημμένα στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, τα οποία τεκμήρια συνιστούν τεκμήρια και στις δύο αιτήσεις που οδήγησαν στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, ειδικότερα εφόσον αυτά βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε αυτά χωρίς δυσκολία. Προκύπτει ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση παρέθεσε με πολύ λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησής της τις κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις της Συμφωνίας Μετόχων στις οποίες υπέπεσε ο Εναγόμενος - Αιτητής, τις οποίες επανέλαβε η ομνύουσα στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, συμμορφούμενη πλήρως με το καθήκον αποκάλυψης της επίδικης συμφωνίας και των όρων αυτής (βλ. Willstrop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1Γ ΑΑΔ 1740). Η υποχρέωση αποκάλυψης αφορά στα ουσιώδη εκείνα στοιχεία τα οποία επιδρούν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Παρόλο που σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο γεγονότα αλλά επεκτείνεται και σε νομικούς ισχυρισμούς και ακόμα πιθανές υπερασπίσεις της αντίδικης πλευράς (βλ. Commercial Injunctions, Steven Gee, 6η έκδ., σελ. 269-270, παρ. 9-006 και 9-007 και σελ. 273, παρ. 9-011). Το γεγονός ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η όποια νομική του ευθύνη πηγάζει από τη Σύμβαση Εργοδότησης του στην Amicorp Luxembourg SA είναι άνευ σημασίας αφού προκύπτει έννομη σχέση μεταξύ του και της Ενάγουσας από τη Συμφωνία Μετόχων. Το κατά πόσο είναι ανεξάρτητη ή αλληλένδετη από την Σύμβαση Εργοδότησης του είναι ένα θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη δίκη και όχι στο παρόν στάδιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση έχει προβεί σε πλήρη αποκάλυψη αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, την ισχυριζόμενη και αποδιδόμενη στον Εναγόμενο - Αιτητή ευθύνη και έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Λανθασμένος ενάγων Είναι, τέλος, η θέση του Αιτητή - Εναγόμενου ότι η ζημιά που επιχειρεί η Καθ΄ης η Αίτηση να ανακτήσει είναι ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη η Amicorn Luxemburg SA και όχι η Amicorn Investments Ltd, η Ενάγουσα, οπόταν δεν δικαιούται στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Η Amicorn Investments Ltd, σύμφωνα με τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και από τις δυο πλευρές, έχει μια περίπλοκη δομή με πολλές θυγατρικές εταιρείες των οποίων οι μετοχές ανήκουν σε άλλες εταιρείες. Προς διασφάλιση των συμφερόντων όλων αυτών των εταιρειών, η Συμφωνία Μετόχων ρητά κάνει αναφορά στις θυγατρικές εταιρείες «each subsidiary» καθώς επίσης και «each of the Parties understands, acknowledges and agrees that the Business shall be conducted in accordance with the Group's and each Subsidiary's business plan.». Δεν μπορεί να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι προτάθηκε ως βάση της αξίωσης η Συμφωνία Μετόχων και όχι η Σύμβαση Εργοδότησης. Η Συμφωνία Μετόχων έχει συναφθεί μεταξύ της Amicorn Investments και κάθε ενός εκ των μετόχων, οι οποίοι καταγράφονται ρητώς σ' αυτήν και μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ονομαστικά και ο Αιτητής - Εναγόμενος, αριθμός 19 στο Schedule A, Τεκμήριο 3 στην Ένσταση. Συνεπακόλουθα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι λανθασμένα καταγράφεται ως Ενάγουσα η εταιρεία Amicorn Investments αφού με αυτή έχει συμβληθεί και οι όροι δυνάμει των οποίων λειτουργεί η συγκεκριμένη έννομη σχέση καταγράφονται σ' αυτή τούτη τη Συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο Αιτητής παραδέχεται στην καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι έχει αγοράσει μετοχές της Ενάγουσας, τις οποίες ήθελε να πωλήσει στην Ενάγουσα κατά την αποχώρησή του από την η Amicorn Luxemburg SA και ότι η Amicorn Luxemburg SA ήταν έμμεση θυγατρική της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση. Είναι αντιληπτό ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος θεωρεί ότι η Συμφωνία Μετόχων είναι αποτέλεσμα της Συμφωνίας Εργοδότησής του στην εταιρεία Amicorn Luxemburg SA οπόταν θα έπρεπε να εκδικασθεί από δικαστήριο στο Λουξεμβούργο. Όμως εκείνη η έννομη σχέση δεν έχει καταστεί επίδικη από την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση και παρά τις προσπάθειες του Αιτητή - Εναγόμενου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να την καταστήσει από μόνο του ως την καθοριστική σχέση μεταξύ των μερών αφού η ίδια η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση έχει επιλέξει ξεκάθαρα ποια σχέση θεωρεί ότι έχει παραβιαστεί. Των πιο πάνω λεχθέντων η Αίτηση δεν έχει νομικό ή πραγματικό έρεισμα και θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.