YA II PN LTD ν. EZTD INC, Αρ. Αγωγής: 1913/18, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1913/18 Μεταξύ: YA II PN LTD Ενάγουσας και EZTD INC Εναγομένης ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: κα Ντ. Βαρωσιώτου, για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη Αιτήτρια: κα Κ. Κίζη, για Στ. Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 3/7/2020 υπό της Εναγόμενης Αιτήτριας για παραμερισμό και ή ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία λήφθηκε ερήμην της Εναγόμενης Αιτήτριας στις 13/2/2020 Για να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση θεωρώ ορθό όπως γίνει μία σύντομη αναδρομή στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, όπως αυτό φαίνεται μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 16/7/2020 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με αυτό, η Ενάγουσα είναι επενδυτική εταιρεία με κέντρο δραστηριοτήτων στο New Jersey, ενώ η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Delaware των ΗΠΑ και διεξάγει εργασίες στο Τελ Αβίβ του Ισραήλ, η οποία ασχολείται κυρίως με προσφορές και ή πωλήσεις μέσω διαδικτυακού λογισμικού και ή διαδικτυακής πλατφόρμας μέσω της θυγατρικής της εταιρείας WGM SERVICES LTD η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο και στην οποία η Εναγόμενη κατέχει μετοχές. Είναι η θέση της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της ότι στις 21/11/2016 συνολογήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης συμφωνία επένδυσης Υποσχετικού Γραμματίου («Promissory Note») δυνάμει της οποίας εκδόθηκε Υποσχετικό Γραμμάτιο για 500.000 δολάρια Αμερικής από την Εναγόμενη προς όφελος της Ενάγουσας. Την ίδια μέρα η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη όλο το ποσό των 500.000 δολαρίων και η Εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα το Υποσχετικό Γραμμάτιο. Είναι περεταίρω η θέση της Ενάγουσας ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας συμφωνήθηκε όπως η μέρα πληρωμής καθορίζεται ως η πρώτη μέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης την 1/2/2017, κατά την οποία η Εναγόμενη όφειλε και έπρεπε να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των 50.000 δολαρίων έναντι του κεφαλαίου πλέον τόκους. Ο τόκος ο οποίος έπρεπε να καταβληθεί στην Ενάγουσα ήταν 8% ετησίως, αρχής γενομένης την 28/11/2016 μέχρι την 31/1/2018 δηλαδή το συνολικό ποσό των 47,123 δολαρίων. Πάντοτε σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, η Εναγόμενη κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους παρέλειψε να προβεί σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς την Ενάγουσα από την 1/2/2017 μέχρι την 1/5/
- Περαιτέρω η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των 500,000 δολαρίων πλέον τόκους ύψους 47,123 δολάρια. Η Ενάγουσα προειδοποίησε, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, κατά ή περί τις 27/4/2017 γραπτώς στην Εναγομένη για την παράληψη της και της έδωσε το χρονικό περιθώριο των 5 εργάσιμων ημερών για να συμμορφωθεί με τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις της, αλλά η Εναγομένη παρέλειψε να ανταποκριθεί στην επιστολή της Ενάγουσας και να καταβάλει τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς της Εναγόμενης υπέστη ζημιά και/ή απώλεια των κεφαλαίων της και/ή απώλεια ρεαλιστικής ευκαιρίας κέρδους και/ή αποστερήθηκε της περιουσίας της και η Εναγόμενη προέβη σε αθέμιτο πλουτισμό εις βάρος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ζημιές και/ή οι απώλειες που υπέστηκε οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή σε ψευδείς παραστάσεις και/ή στην παράβαση των καθηκόντων καλής πίστης και/ή παράβαση των καθηκόντων καταπιστευματοδόχων και/ή παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας, ότι συνεπεία της πιο πάνω παράβασης της συμφωνίας, η Ενάγουσα καταχώρησε αγωγή στο Δικαστήριο της Νοτίου Νέας Υόρκης για ανάκτηση του οφειλόμενου χρέους. Συγκεκριμένα στις 9/5/2017 η Ενάγουσα αρχικά υπόβαλε παράπονο και ακολούθως καταχώρησε αγωγή στο εν λόγω Δικαστήριο στις 8/6/
- Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στην Εναγόμενη στις 27/10/2017 η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Στις 10/1/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτημα για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης και κατά την 1/3/2018 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των 547.123 δολαρίων πλέον τόκους. Η Εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει κανένα από τα οφειλόμενα ποσά στην Ενάγουσα η οποία καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ανάκτηση του ποσού της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης ημερ. 1/03/2018, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή αμέλεια και/ή παράβαση των εκ των του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης πλέον τόκους, γενικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους, ειδικές αποζημιώσεις, παραδειγματικές αποζημιώσεις και/ή οποιεσδήποτε άλλες αποζημιώσεις, θεραπεία ή Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα με αίτηση της ημερομηνίας 13/7/2018 είχε εξασφαλίσει Διάταγμα με το οποίο διδόταν άδεια στην Ενάγουσα για τη σφράγιση της ειδοποίησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, ημερομηνίας 16/7/
- Στις 16/7/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προβεί σε μεταβίβαση, πώληση, διάθεση, αποξένωση, επιβάρυνση ή μεταφορά των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη στην WGM SERVICES LTD και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση το οποίο επιλήφθηκε της αίτησης στις 17/7/2018 διέταξε την επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη. Στις 24/7/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε άλλη μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση Διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης ημερομηνίας 16/7/2018 στην Εναγόμενη μέσω της εταιρείας DHL ή άλλης εταιρείας αποστολής δεμάτων ή φακέλων στο εξωτερικό, στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης στο Delaware της Αμερικής. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 24/7/2018 και την ίδια μέρα καταχωρήθηκε άλλη, παρόμοιας φύσης, η οποία και ορίστηκε την ίδια μέρα. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση και πάλι, που επιλήφθηκε της αίτησης, ενέκρινε την αίτηση και την όρισε για επίδοση στις 12/9/2018 καθορίζοντας όπως η επίδοση λάβει χώρα τουλάχιστον 15 μέρες πριν τις 12/9/2018, και αναβλήθηκε αρχικά για τις 27/09/2018 και ακολούθως για τις 8/10/
- Στις 8/10/2018, επειδή ακόμα δεν είχε γίνει η επίδοση της ειδοποίησης της αγωγής, καταχωρήθηκε άλλη αίτηση με την οποία ζητείτο υποκατάστατη επίδοση των δικογράφων και της αίτησης για έκδοση του μονομερούς Διατάγματος παγοποίησης των μετοχών της Εναγομένης στην εταιρεία WGM SERVICES LTD. Στις 2/11/2018 Δικαστήριο με άλλη σύνθεση ενέκρινε την έκδοση των Διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α και B της αίτησης. Ακολούθως δόθηκε παράταση χρόνου της επίδοσης μέχρι τις 6/3/2019, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση σύμφωνα με την οποία σε συμμόρφωση του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2018 επιδόθηκαν στην Εναγόμενη εταιρεία μέσω DHL η δέσμη εγγράφων που καθοριζόταν στο εν λόγω Διάταγμα και επισυνάπτονται ως τεκμήρια το Διάταγμα του Δικαστηρίου και η δέσμη εγγράφων που επιδόθηκαν όπως και απόδειξη του DHL. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης ζήτησε επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 16/7/2018 στον Έφορο Εταιρειών η οποία και επιδόθηκε δεόντως στον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Στις 31/10/2019 η Ενάγουσα καταχώρησε άλλη μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε τροποποίηση του Διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18/3/2019, αναφορικά με τους όρους παροχής εγγύησης, το οποίο και εκδόθηκε και υπογράφτηκε σχετικό εγγυητήριο από τον κύριο XXXXX Γεωργιάδη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας στις 29/10/
- Στις 9/1/2020 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης λόγω παράληψης της Εναγόμενης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας που της δόθηκε για την καταχώρηση του δυνάμει του Διατάγματος ημερ. 2/11/2018, στη βάση των Δ.16, Δ.17, Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 6/2/2020, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε ένορκος δήλωση από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην οποία προέβηκε σε παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, επισύναψε σχετικά τεκμήρια και ζητούσε την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης. Στις 13/2/2020 Δικαστήριο και πάλι με άλλη σύνθεση εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως η παράγραφος 13Α του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι για το ποσό των 547,123 δολαρίων Αμερικής και/ή το ισόποσο του σε ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από 1/03/2018 δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης. Στις 18/3/2019 μετά από καταχώρηση μονομερούς αίτησης ημερ. 16/7/2018 Δικαστήριο με άλλη σύνθεση και πάλι εξέδωσε διάταγμα διά του οποίου απαγορεύεται στην Εναγομένη και/ή τους αντιπροσώπους της όπως προβούν σε με οποιοδήποτε τρόπο διάθεση ή αποξένωση των μετοχών που κατέχει η Εναγομένη στην εταιρεία WGM Services Ltd και απαγορεύεται στους λειτουργούς του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών όπως επιτρέψουν τη μεταβίβαση και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξένωση των πιο πάνω μετοχών. Στις 3/7/2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης Αιτήτριας με την οποία ζητά ''Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία λήφθηκε ερήμην της Εναγόμενης και σε βάρος της κατά ή περί τις 13/2/2020 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση''. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.5, Δ.6, Δ.16 θ.7, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.θ.14 και 15, Δ.33 θ.5, Δ.40 θ.θ.2, 7, 11 και 15, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1‑9, Δ.64, το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, οι αρχές του Κοινοδικαίου, το άρθρο 30.3 του Συντάγματος, οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Ιωσηφίδη, ημερομηνίας 3/7/2020, και στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωσή του, ο κύριος XXXXX Ιωσηφίδης, Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας WGM SERVICES LTD, που είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης, δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη και τη θυγατρική της εταιρεία να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, έτυχε πληροφόρησης και από την ίδια την Εναγόμενη όπως και νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους τους. Αναφέρεται στην επίδικη απόφαση ημερομηνίας 13/2/2020, που εκδόθηκε ερήμην της Εναγόμενης την οποία και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 και αναφέρει ότι παρά του ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 η Εναγόμενη πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της μόλις τον Μάιο του
- Εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε η Εναγόμενη για την ύπαρξη της επίδικης απόφασης, που είχε σχέση με την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου για παγοποίηση των μετοχών της θυγατρικής της εταιρείας WGM SERVICES LTD και επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήρια 2 και 3 επιστολές του Εφόρου Εταιρειών που φέρουν ημερομηνία 27/4/2020 τις οποίες έλαβε στις 5/5/2020, που ως ισχυρίζεται είναι μέσω αυτών που πληροφορήθηκαν τα πιο πάνω. Όπως είναι η θέση του περαιτέρω, αμέσως απευθύνθηκαν στους δικηγόρους τους οι οποίοι ζήτησαν να προβούν σε έρευνα του φακέλου στις 13/5/2020 εν όψει και των συνθηκών που επικρατούσαν λόγω και της πανδημίας του κορονοϊού. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους μετά από σχετική μελέτη του φακέλου, σκοπός της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον τους ήταν η ανάκτηση και είσπραξη χρέους λόγω παράβασης των όρων του Υποσχετικού Γραμματίου για την οποία έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από Αμερικανικό Δικαστήριο, αυτό της Νοτίου Νέας Υόρκης. Η αγωγή που καταχωρήθηκε στο Αμερικανικό Δικαστήριο κατέληξε σε έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των 547.123 δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους λόγω της παράληψης της Εναγόμενης να καταχωρήσει Υπεράσπιση, και ενημερώθηκαν επίσης ότι εκδόθηκε και προσωρινό Διάταγμα παγοποίησης μετοχών της WGM SERVICES LTD την 18/3/2019 που για αυτό ενημερώθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών. Μέσα από την μελέτη του φακέλου επίσης οι δικηγόροι τους τους ενημέρωσαν για όλες τις μονομερείς αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί από την Ενάγουσα και σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν από διάφορα Δικαστήρια. Είναι η θέση του, όπως τους έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος τους, ότι όλα τα αναφερόμενα δικαστικά έγγραφα φαίνεται να προσπάθησαν πρώτα να επιδοθούν στην Εναγόμενη στις 28/1/2019 μέσω DHL με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση 1013 Centre Road Suite 403-B, City of Wilmington, Country of New Castle State of Delaware, 19805, USA και ακολούθως στην Διεύθυνση V. Corp Services LLC, 25 Robert Pitt Drive, Suite 204, Monsey, NY10952 στην οποία διεύθυνση και τελικά επιδόθηκαν τα έγγραφα. Είναι όμως η θέση του, όπως πληροφορήθηκε και από την Εναγόμενη, ότι η εν λόγω διεύθυνση ήταν λανθασμένη γι' αυτό και ουδέποτε ενημερώθηκε είτε η Εναγόμενη, είτε η θυγατρική της εταιρεία για την ύπαρξη της αγωγής. Ειδικότερα η διεύθυνση την οποία επιδόθηκαν τα δικαστικά έγγραφα ήταν η διεύθυνση του προηγούμενου αντιπρόσωπου της Εναγόμενης για την οποία η Ενάγουσα γνώριζε ότι ήταν απλά διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου χωρίς ουσιαστική και φυσική εκπροσώπηση της Εναγόμενης. Οι εργασίες της Εναγόμενης και οι εκπρόσωποι της βρίσκονται το Τελ Αβίβ, εξ ου και στην επίδικη συμφωνία αλλά και στο ίδιο το Υποσχετικό Γραμμάτιο ως διεύθυνση επικοινωνίας της Εναγόμενης είχε αναγραφεί συγκεκριμένη διεύθυνση στο Ισραήλ με αντίγραφο στους δικηγόρους τους σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Νέα Υόρκη. Εν πάση περιπτώσει όπως περεταίρω αναφέρει, από τις 23/5/2018 και μετέπειτα ο εγγεγραμμένος εκπρόσωπος της Εναγόμενης ήταν άλλη εταιρεία με διεύθυνση 1313 N. Maruet street, Suite 5100, City of Wilmington, Country of New Castle
(19801)επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήρια 3 και 4 επιβεβαίωση του εγγεγραμμένου της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου της Εναγόμενης από τις 23/5/2018 και τη διεύθυνση της Εναγόμενης όπως φαίνεται σε επιστολή για καταβολή φόρου από το Τμήμα Φορολογίας του State of Delaware στην εν λόγω διεύθυνση. Είναι η θέση του ότι ξεκάθαρα η επίδοση όλων των εγγράφων έγινε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της αλλαγής του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου της Εναγόμενης και έπρεπε η Ενάγουσα να τα είχε επιδώσει στη νέα διεύθυνση του αντιπροσώπου της. Είναι βέβαιο ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε ποτέ της ενημέρωση για την ύπαρξη της επίδικης αγωγής, ούτε και η θυγατρική της εταιρεία γνώριζε οτιδήποτε είτε για την ύπαρξη της αγωγής, είτε για την έκδοση απόφασης και/ή Διατάγματος εναντίον της αφού δεν της επιδόθηκε ποτέ το Διάταγμα παγοποίησης μετοχών και για αυτό πληροφορήθηκε μέσω της επιστολής του Εφόρου Εταιρειών. Είναι η θέση του ότι εάν η Εναγόμενη λάμβανε γνώση είτε για την αγωγή στην Αμερική, είτε στην Κύπρο δεν θα υπήρχε περίπτωση να μην έδινε οδηγίες στους δικηγόρους της να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και να την υπερασπιστούν, αφού έχει πολύ καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της απαίτησης της Ενάγουσας. Αναφέρει περεταίρω ότι μόλις τον Μάιο του 2020 όταν πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της απόφασης εναντίον της στην Κύπρο, πληροφορήθηκε και για την έκδοση της απόφασης στην Αμερική και φαίνεται ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας στην Αμερική ήξεραν ότι η Εναγόμενη δεν έχει φυσική παρουσία στην Αμερική για αυτό και προσπάθησαν να της επιδώσουν τα έγγραφα της αγωγής στο Ισραήλ μέσω της Σύμβασης της Χάγης. Παρά τούτο, τα επέδωσαν τελικά σε πρόσωπο στην Αμερική που δεν είναι εγγεγραμμένος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης. Είναι η θέση του ότι εφόσον η Ενάγουσα ήξερε ότι η φυσική παρουσία της Εναγόμενης είναι στο Τελ Αβίβ του Ισραήλ, εκεί έπρεπε να συνεχίσει τις προσπάθειες επίδοσης των διάφορων εγγράφων, είτε της διαδικασίας της Αμερικής είτε της Κύπρου, και λανθασμένα προχώρησε και επέδωσε τα δικαστικά έγγραφα στην Αμερική σε λανθασμένες διευθύνσεις. Ακολούθως αναφέρεται στην υπεράσπιση που έχουν στην υπόθεση της Αμερικής και του γεγονότος ότι ουδέποτε θα άφηναν μία απόφαση να εκδοθεί εναντίον τους, εάν πληροφορούνταν σωστά για την ύπαρξη της αγωγής. Έτσι πιστεύει ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως παραμεριστεί η απόφαση. Περαιτέρω αναφέρει ότι όπως φαίνεται, η επίδικη απόφαση που εκδόθηκε από το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι αναγνωριστική της απόφασης του Αμερικανικού Δικαστηρίου αλλά φαίνεται να είναι ξεχωριστή απόφαση για ανάκτηση χρέους εναντίον της Εναγόμενης για την ίδια βάση αγωγής. Αυτό ενισχύεται και από το ίδιο το διατακτικό της Κυπριακής απόφασης το οποίο και αναπαράγει. Είναι η θέση του και λαμβάνει σχετικά και νομική συμβουλή, ότι η επίδικη απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου προσκρούει ρητά στην αρχή του δεδικασμένου καθότι για την ίδια βάση αγωγής, με βάση τα ίδια γεγονότα και τους ίδιους διαδίκους, και ενώ είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση του Αμερικανικού Δικαστηρίου, η Ενάγουσα καταχώρησε αγωγή στην Κύπρο που σίγουρα δεν αποτελεί αναγνώριση της αμερικανικής απόφασης, αλλά επί της ουσίας μία δεύτερη και ξεχωριστή απόφαση για ανάκτηση χρέους επί της ίδιας βάσης αγωγής δηλαδή της κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας Promissory Note, που παραβιάζει την αρχή του δεδικασμένου. Είναι η θέση του ότι εάν δεν παραμεριστεί η επίδικη απόφαση, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να κληθεί η Εναγόμενη να καταβάλει εις διπλούν το οφειλόμενο χρέος που είναι κάτι που παραβιάζει τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και τη δημόσια τάξη αλλά και τα περιουσιακά δικαιώματα της Εναγόμενης. Επίσης σε κάθε περίπτωση, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν οποιανδήποτε απαίτηση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης γιατί πρόκειται για δύο αλλοδαπές εταιρείες και στις μεταξύ τους συμφωνίες υπάρχει ρήτρα δικαιοδοσίας που παραπέμπει τη λύση οποιασδήποτε διαφοράς αποκλειστικά στα Δικαστήρια της Νέας Υόρκης. Εν όψει όλων των ανωτέρω θεωρεί ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου παραμεριστεί και δοθεί η ευκαιρία στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της στην αγωγή καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης και Υπεράσπισης. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 3/7/2020 στις 25/11/
- Στην ένσταση της προβάλλονται 22 συνολικά λόγοι ένστασης ενώ η νομική της βάση είναι παρόμοια με αυτή της αίτησης. Ειδικότερα, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις για έγκριση της, η Εναγόμενη/Αιτήτρια δεν αιτιολογεί επαρκώς την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, αντίθετα, κάποιοι λόγοι που προβάλλει αντικρούονται με άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και/ή στερούνται κάθε λογικής πειστικότητας. Είναι επίσης η θέση της ότι η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στην Εναγομένη Αιτήτρια στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του αντιπροσώπου της και τα έγγραφα παραλήφθηκαν από πρόσωπο που τα παρέλαβε εκ μέρους της Εναγομένης Αιτήτριας θέτοντας μάλιστα και την υπογραφή του έναντι της παραλαβής τους. Προβάλλουν επίσης ως λόγο ένστασης το γεγονός ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια φαίνεται να παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί διάφορες διευθύνσεις αντιπροσώπων που είναι εικονικές. Συγκεκριμένα, από τη μια προβάλλει ως επιχείρημα ότι από τις 23/5/2018 ο αντιπρόσωπος της ήταν η εταιρεία PHS Corporate Services Inc με διεύθυνση 1313Ν Maruet Street, Suite 5100, City of Wilmington, Country of New Caste θέλοντας να δείξει ότι εκεί έπρεπε να επιδοθούν τα έγγραφα, ενώ από την άλλη παραδέχεται πως δεν είχε ουσιαστική ή φυσική εκπροσώπηση στο γραφείο των αντιπροσώπων της. Επίσης, στον Έφορο Εταιρειών στην Κυπριακή Δημοκρατία η δηλωμένη διεύθυνση της Εναγόμενης στην Αμερική είναι άλλη διεύθυνση από αυτή του αντιπροσώπου της. Αναφέρουν επίσης ότι δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν εμφανίστηκε ούτε στη διαδικασία της Αμερικής παρά του ότι παραδέχεται ότι οι επιδόσεις της αγωγής στην Αμερική έγιναν νομότυπα στη διεύθυνση του τότε αντιπροσώπου της. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της ότι οι επιδόσεις έπρεπε να γίνουν στη διεύθυνση του Ισραήλ που ασκεί τις δραστηριότητες της και το επιχείρημα ότι η διεύθυνση του Ισραήλ ήταν γραμμένη και στο Note Purchase Agreement και στο Promissory Note που συνάφθηκε μεταξύ των μερών, απαντούν ότι είναι δεδομένο και γνωστό ότι η διεύθυνση διεξαγωγής εργασιών στο Ισραήλ δεν μπορεί να υποκαταστήσει και να αντικαταστήσει τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας για σκοπούς επίδοσης δικαστικών εγγράφων. Επίσης, αναφέρουν ότι, εντέχνως και παραπλανητικά η Εναγόμενη Αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει πως η επίδοση στη διεύθυνση του Ισραήλ δεν έγινε κατορθωτή γι' αυτό και τελικά η επίδοση της αγωγής στην Αμερική έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο των αντιπροσώπων της στην Αμερική. Είναι επίσης η θέση τους ότι η κακοβουλία της Εναγόμενης Αιτήτριας φαίνεται από το γεγονός ότι μόλις έμαθαν ότι εκδόθηκε απόφαση από το Κυπριακό Δικαστήριο στις 13/2/2020 και την ύπαρξη του Διατάγματος ημερ. 18/3/2019 που της απαγόρευε την αποξένωση και μεταβίβαση των μετοχών της, έσπευσε έντεχνα να πετύχει τη μεταβίβαση των μετοχών της σε τρίτο πρόσωπο για να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης. Είναι η θέση τους ότι η έκδοση της απόφασης ημερ. 13/2/2020 έγινε νομότυπα λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, αλλά εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή δεδομένου του ότι είχε ήδη μεσολαβήσει η έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην Αμερική η οποία ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από το Κυπριακό Δικαστήριο στις 13/2/
- Σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι υπάρχουν δύο ξεχωριστές αποφάσεις από δύο διαφορετικά Δικαστήρια και ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Μετά την έκδοση της απόφασης στην Αμερική και εφόσον δεν υπάρχει σε ισχύ αμοιβαία σύμβαση εκτέλεσης αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Αμερικής έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Κυπριακό Δικαστήριο για να μπορέσει να εκτελεστεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Νέας Υόρκης στην Κύπρο και εφόσον εκείνη είχε καταστεί τελεσίδικη δεν θα μπορούσε το Κυπριακό Δικαστήριο να εκδώσει διαφορετική απόφαση. Η μόνη υπεράσπιση που θα μπορούσε να εγείρει η Εναγόμενη Αιτήτρια σε σχέση με την απόφαση της Αμερικής, ήταν σε περίπτωση που εκείνη η απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη. Αφ' ής στιγμής όμως κατέστη τελεσίδικη, τότε καμία υπεράσπιση δεν υπάρχει στη διάθεση της Εναγόμενης Αιτήτριας. Ούτως ή άλλως τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη Αιτήτρια σε σχέση με την υπεράσπιση που διαθέτει κατά τους ισχυρισμούς της, υπήρξαν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο της Αμερικής και απορρίφθηκαν. Τέλος, είναι η θέση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση ότι η αίτηση προωθείται κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση, αλλά και για να καταστεί αναποτελεσματική η εκτέλεση της απόφασης στην Αμερική. Περαιτέρω, υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την ημερομηνία επίδοσης των εν λόγω εγγράφων που ήταν 28/1/2019, την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, που ήταν επίσης 28/1/2019, της ισχυριζόμενης ημερομηνίας που η Εναγόμενη Αιτήτρια πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της αγωγής που ήταν η 27/4/2020 και της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού στις 3/7/
- Γι' αυτό είναι η θέση τους ότι θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Την ένσταση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Νικολάου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή. Επαναλαμβάνει ουσιαστικά όλους τους λόγους ένστασης και προβαίνει σε μια παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης σε μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση στην οποία επίσης επισυνάπτει 13 συνολικά τεκμήρια. Είναι η θέση του ότι ορθά εκδόθηκε η απόφαση από το Αμερικανικό Δικαστήριο και ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η Εναγόμενη Αιτήτρια βρέθηκε υπόλογη έναντι των επενδυτών που συνήψαν συμφωνίες μαζί της. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς περί υπερβολικής καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, το γεγονός ότι δεν υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση, όπως και το γεγονός ότι αν παραμεριστεί η απόφαση και μαζί με αυτή ακυρωθεί και το Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη Αιτήτρια να αποξενώσει τις μετοχές της, μέχρι να καταχωρηθεί εμφάνιση και υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η Εναγόμενη Αιτήτρια θα προβεί στην αποξένωση των μετοχών με αποτέλεσμα να παραμείνει χωρίς αντικειμενική πιθανότητα εκτέλεσης η απόφαση που έχει εκδοθεί από το Κυπριακό, αλλά και το Αμερικάνικο Δικαστήριο. Η αίτηση προχώρησε για ακρόαση με τους συνηγόρους των δύο πλευρών να καταχωρούν γραπτώς στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προωθώντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Δεν ζητήθηκε ούτε η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ούτε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στη γραπτή της αγόρευση η Εναγόμενη Αιτήτρια προβαίνει σε μια σύντομη εισαγωγή του αντικειμένου της παρούσας αίτησης, μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης που κατέληξε στην έκδοση αποφάσεων εναντίον της τόσο στην Αμερική όσο και στην Κύπρο και αναφέρει ότι ο λόγος που υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αν και στις 13/5/2020 είχαν προβεί σε έρευνα του δικαστικού φακέλου, ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Από την ημέρα έκδοσης της απόφασης που ήταν τον Φεβρουάριο του 2020 η Εναγόμενη Αιτήτρια επιμένει ότι η πρώτη φορά που πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της απόφασης ήταν στις 27/4/2020 από τον Έφορο Εταιρειών. Είναι επίσης η θέση της ότι μέσα από τη μελέτη του φακέλου κατάλαβε ότι ο λόγος καταχώρησης της παρούσας αγωγής ήταν η ανάκτηση χρέους για το ποσό των 547.123 δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους ή το ισόποσο του σε ευρώ δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης ημερ. 1/3/
- Ακολούθως ασχολείται με τη νομική πτυχή παραθέτοντας το λεκτικό της Δ.17 θ.10, όπως και νομολογία τόσο Κυπριακών αλλά και ξένων αποφάσεων. Είναι η θέση της ότι αφ´ής στιγμής η επίδικη αγωγή και όλα τα σχετικά δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση, δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη Αιτήτρια να καταχωρήσει εμφάνιση. Επαναλαμβάνει δε τον ισχυρισμό της ότι η επίδοση της αγωγής έπρεπε να γίνει στον ορθό εγγεγραμμένο αντιπρόσωπο της Αιτήτριας στην Αμερική, δηλαδή την εταιρεία PHS Corporate Services Inc και όχι στη διεύθυνση του προηγούμενου αντιπροσώπου της V Corp Services LLC. Η αλλαγή του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου της Αιτήτριας έγινε στις 23/5/2018 και η επίδοση των δικαστικών εγγράφων στην Αμερική στο γραφείο του προηγούμενου αντιπροσώπου της έγινε στις 28/1/
- Έτσι, είναι η πρώτη της θέση, ότι εφόσον υπήρξε λανθασμένη επίδοση της αγωγής η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί δικαιωματικά, ex debito justitiae, χωρίς να τεθεί θέμα να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο η Εναγομένη Αιτήτρια έχει καλή συζητήσιμη υπεράσπιση. Διαφωνεί με τη θέση της Ενάγουσας Καθ´ης η Αίτηση ότι χρησιμοποιεί εικονικές διευθύνσεις και είναι ξεκάθαρη η θέση της ότι για να ήταν νομότυπη η επίδοση και να λάμβανε γνώση για τα δικαστικά έγγραφα η επίδοση θα έπρεπε να γίνει στον ορθό εγγεγραμμένο αντιπρόσωπο της στη Νέα Υόρκη. Αναφέρει επίσης ότι ήταν συμφωνημένο μεταξύ των μερών ότι η ορθή διεύθυνση της Αιτήτριας ήταν στο Ισραήλ όπως αναγράφεται στις συμφωνίες που συνάφθηκαν μεταξύ τους και αυτή ήταν η ασφαλέστερη διεύθυνση για να επιδοθούν τα έγγραφα. Δικαιολογεί έτσι τη μη εμφάνιση της τόσο ενώπιον του Κυπριακού αλλά και του Αμερικανικού Δικαστηρίου. Αναφέρει επίσης ότι δεν έμαθε περί της απόφασης του Αμερικανικού Δικαστηρίου ούτε του Κυπριακού Δικαστηρίου μέχρι της επιστολής του Εφόρου Εταιρειών και θεωρεί ότι με βάση και τα γεγονότα που επικρατούσαν λόγω της επιδημίας του κορωνοϊού έπραξε ορθά και εντός δικαιολογημένων χρονικών πλαισίων. Είναι τέλος η θέση της ότι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η επίδοση έγινε κανονικά και θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση, αφού παραπέμπει σε νομολογία, αναφέρει ότι εκείνο που το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει είναι κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Θεωρεί ότι με τα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο έχει καταδείξει ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση παρόλο που επιμένει ότι η απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί ex debito justitiae λόγω κακής επίδοσης. Αρνείται ότι ενήργησε κακόπιστα και ότι προσπάθησε να μεταβιβάσει τεχνηέντως τις μετοχές της σε τρίτο πρόσωπο και επιμένει ότι έχουν εκδοθεί δύο αποφάσεις για το ίδιο θέμα από το Αμερικάνικο και Κυπριακό Δικαστήριο, ενώ το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να προβεί στην έκδοση απόφασης εναντίον της καθότι η υπόθεση αφορά δύο εταιρείες εγγεγραμμένες στο εξωτερικό, ενώ στις συμφωνίες που υπόγραψαν περιέχεται ρήτρα δικαιοδοσίας που παραπέμπει την λύση οποιασδήποτε τυχόν διαφοράς τους αποκλειστικά στα Δικαστήρια της Νέας Υόρκης. Στη δική της γραπτή αγόρευση η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση υιοθετεί την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Προβαίνει σε ένα ιστορικό των γεγονότων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι στις 24/7/2018 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση με την οποία ζητείτο άδεια επίδοσης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και της αίτησης ημερ. 16/7/2018 μέσω DHL στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου διά μέσου του αντιπροσώπου της Εναγόμενης Αιτήτριας εταιρείας V Corp Services LLC. Η πιο πάνω διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση και είναι σε αυτή που επιδόθηκαν και τα έγγραφα στην Αμερική σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που καταχωρήθηκε στην Αμερική. Αντίγραφα των εγγράφων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η επίδοση στην προαναφερόμενη διεύθυνση δεν έγινε εφικτή και ενημερώθηκαν σχετικά οι Ενάγοντες από την DHL με επιστολή ημερ. 29/8/
- Ακολούθως καταχωρήθηκε δεύτερη αίτηση από την Ενάγουσα με την οποία ζητούσαν την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου και της αίτησης των προσωρινών Διαταγμάτων στην εταιρεία V Corp Services LLC σε άλλη διεύθυνση η οποία ήταν και είναι η η εταιρεία που υπήρξε αντιπρόσωπος της Εναγομένης, κάτι που η Εναγομένη δεν αμφισβητεί. Είναι άσχετη η θέση της Εναγομένης ότι έγινε αλλαγή του αντιπροσώπου της από τις 23/5/
- Ακολούθως, προβαίνει σε μια νομική αναδρομή των αρχών που αφορούν το θέμα ακύρωσης μιας εκδοθείσας απόφασης διαχωρίζοντας τις περιπτώσεις όπου υπάρχει εξ αρχής κακή επίδοση της αγωγής από τις περιπτώσεις που η επίδοση είναι καλή οπόταν και ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους που δεν εμφανίστηκε και για το ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Αφού υπογραμμίζουν ότι το θέμα αφορά καθαρά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η θέση τους ότι η Εναγόμενη Αιτήτρια είναι ολοφάνερα κακόπιστη και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που προωθεί την παρούσα αίτηση. Από την μια ισχυρίζεται ότι η απόφαση ερήμην της εκδόθηκε παράνομα αφού δεν επιδόθηκε στη σωστή διεύθυνση με αποτέλεσμα να μην έχει λάβει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και να μην εμφανιστεί στη διαδικασία οπόταν και η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae, ενώ από την άλλη προβάλλει λόγους που υποδηλώνουν ότι η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα, αλλά υπάρχει καλός λόγος για παραμερισμό της απόφασης, συγκεκριμένα καλή υπεράσπιση και αναφέροντας ότι ο λόγος που δεν εμφανίστηκε ήταν πως δεν της γνωστοποιήθηκε η αγωγή. Είναι η θέση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση ότι η επίδοση έγινε νομότυπα στην Αιτήτρια στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του τελευταίου γνωστού αντιπροσώπου της έναντι της υπογραφής του ο οποίος παρέλαβε τα έγγραφα εκ μέρους της Αιτήτριας. Αναφέρει επίσης ότι παραπλανητικά η Εναγόμενη Αιτήτρια αναφέρεται σε επίδοση μέσω συστημένης επιστολής, ενώ στην πραγματικότητα η επίδοση έγινε μέσω της DHL που απαιτεί υπογραφή από το πρόσωπο προς το οποίο αποδίδει έγγραφα. Άρα ο λόγος ότι δεν ειδοποιήθηκε για την επίδοση ολοφάνερα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα όσα αναφέρει για την αλλαγή αντιπροσώπου δεν έχουν καμία σημασία αφού ολοφάνερα προκύπτει ότι η Αιτήτρια χρησιμοποιεί πολλαπλές διευθύνσεις ακριβώς για να αποφύγει τη λήψη δικαστικών ή άλλων επίσημων εγγράφων. Η διεύθυνση στο Ισραήλ που ισχυρίζεται η Εναγόμενη Αιτήτρια ότι έπρεπε να γίνει επίδοση δεν είναι η εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας, αλλά μια διεύθυνση αλληλογραφίας για τη συγκεκριμένη συμφωνία, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου για σκοπούς επίδοσης δικαστικών εγγράφων. Επίσης η Εναγόμενη Αιτήτρια αποκρύπτει το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια επίδοσης των εγγράφων που αφορούν τη διαδικασία της Αμερικής στο Ισραήλ χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού η Εναγόμενη Αιτήτρια παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία της Αμερικής. Επίσης, η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν προσπάθησε να ανατρέψει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της στην Αμερική προφανώς γιατί εκεί δεν έχει περιουσιακά στοιχεία ενώ στην Κύπρο επιδιώκει την ανατροπή της απόφασης επειδή υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή οι μετοχές στη θυγατρική της εταιρεία. Είναι καταληκτικά η θέση της ότι από την στιγμή που η επίδοση είναι καλή και ορθή, η απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί άνευ άλλου και θα πρέπει η Εναγόμενη Αιτήτρια να πείσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση. Με αναφορά στη νομολογία αναφέρει ότι εφόσον η απόφαση του Αμερικανικού Δικαστηρίου έχει καταστεί τελεσίδικη δεν επιδέχεται καμίας υπεράσπισης. Το επιχείρημα ότι η Κυπριακή απόφαση αποτελεί άλλη δεύτερη απόφαση για τα ίδια ποσά με αυτά της Αμερικής και όχι βήμα προς εκτέλεση της Αμερικής απόφασης είναι παντελώς λανθασμένη θέση, και επιμένει ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η αγωγή στην Κύπρο είναι για να επιτραπεί η εκτέλεση της απόφασης εφόσον δεν υπάρχει διμερής συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Αμερικής. Επίσης η Εναγόμενη Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους της ότι έχει καλή υπεράσπιση και όσα προβάλλει ως υπεράσπιση έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο της Αμερικής για αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων. Αναφέρεται τέλος στην καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και το γεγονός ότι αν επιτραπεί στην Εναγόμενη Αιτήτρια να καταχωρήσει υπεράσπιση, μέχρι να το πράξει τούτο, και εφόσον θα ακυρωθεί το Διάταγμα δέσμευσης των μετοχών στη θυγατρική της εταιρεία, η Εναγόμενη θα αποξενώσει τις μετοχές αυτές, κάτι που θα εμποδίσει την εκτέλεση οποιασδήποτε τυχόν μεταγενέστερης απόφασης εκδοθεί. Έτσι ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση μονομερώς, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15/1/2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ., ως ήταν τότε), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, το θέμα συνοψίσθηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R.439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ.163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ.333.». Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ.678, ως εξής: «Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ.893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ.941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ.818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.1101."» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. ......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Σε πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 21/5/2015, στην Πολιτική Έφεση Αρ.35/2010, Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι είναι αναγκαίο να εξισορροπείται, αφενός, το δικαίωμα του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης να ακουστεί στην αγωγή και, αφετέρου, του δικαιώματος του επιτυχόντος διάδικου - ενάγοντα να κριθεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Διαφορετικά, ανέφερε, η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό (Μουγής ν. Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ.997 και Ανδρέας Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ.364). Θεωρούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθή και συμβατή με τη νομολογία. Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ.984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ.40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ.58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ.35
(1989).» Τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1938), νοουμένου ότι δεν υφίσταται κίνδυνος παρεκτροπής από τη δίκαιη δίκη και δη τη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. (Βλ. Βύρων Τεγγεράκης, Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ.289). Δεν απαιτείται να προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία, αν και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιοδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν την σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς (βλ. Ζήνωνα Μερκή, ο οποίος εμπορεύεται με την επωνυμία Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.736). Ωστόσο, στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο αξιοπιστίας των εκατέρωθεν ενόρκως δηλούντων. Τούτο ισχύει τόσο αναφορικά με το λόγο που προβάλλεται για την παράλειψη εμφάνισης στην αγωγή όσο και για την εκδοχή υπεράσπισης (Irena Knitting Ltd κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ.816). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών επί της ουσίας της υπόθεσης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγόμενου - Αιτητή, αλλά αυτή η διεργασία θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και της απάντησης στο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. CLAIRE MORRIS v. SARATOGA SWIMMING POOLS LTD (ΑΡ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ.647). Στην υπόθεση που μνημονεύω, κρίθηκε κατ' έφεση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στην προσπάθεια του να εξετάσει κατά πόσον οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εξέτασε την ουσία των ισχυρισμών της, ενώ αυτό ήταν έργο του δικαστηρίου που θα εκδίκαζε την αγωγή, σε περίπτωση που παραμεριζόταν η απόφαση (βλ. Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R.204). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Ζήνωνα Μερκή ανωτέρω, σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans v. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που υιοθετήθηκε και αναφέρεται στη σελίδα 322 της Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction&Engineering Company
(1961)C.L.R.317: "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". Για να καταδειχθεί ποιο μέγεθος καθυστέρησης θεωρείται υπέρμετρο και πότε η καθυστέρηση κρίνεται αδικαιολόγητη, παραπέμπω ενδεικτικά στις πιο κάτω τρεις αποφάσεις. Στην Χ. Π. ν Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ.1761, το κλητήριο είχε επιδοθεί στις 21/9/2000, η απόφαση εκδόθηκε στις 21/11/2000 και η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 11.2.2002, ήτοι 17 μήνες από την επίδοση και 14 μήνες από την έκδοση της απόφασης. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε τον Μάρτιο του 2001, ήτοι 4 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, για το γεγονός της έκδοσής της, αλλά καταχώρισε την πρώτη αίτηση παραμερισμού τρεις και πλέον μήνες μετά, επικαλούμενος ότι ανέμενε τα πρακτικά. Απερρίφθη εκείνη η πρώτη αίτηση λόγω μη εμφάνισης του συνηγόρου του και επανήλθε δύο μήνες αργότερα με τη νέα αίτηση παραμερισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής «επέδειξε κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». Το Εφετείο επικυρώνοντας την κατάληξη αυτή, παρατήρησε τα εξής꞉ «Ούτε στα πιο πάνω διαπιστώνουμε λάθος εκτίμηση. Διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμιά βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα.». Στην Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γ. (Μ)
(1993)1 Α.Α.Δ.26, η αγωγή κατατέθηκε στις 3/2/88 και επιδόθηκε τον ίδιο μήνα. Στις 2/7/88 εκδόθηκε, στην απουσία του εφεσίβλητου, απόφαση εναντίον του. Μετά από ένα
(1)περίπου χρόνο (15/7/89) ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή. Κατ' έφεση, οι εφεσείοντες αντέταξαν ότι, πριν από την έγερση της αγωγής αλλά και μετέπειτα, ο εφεσίβλητος επανειλημμένα ζήτησε από το δικηγόρο τους ή τους ίδιους απευθείας διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους χωρίς ποτέ να προβάλει τις αιτιάσεις που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του για να επιτύχει ακύρωση της απόφασης. Το Εφετείο δέχθηκε πως, μπροστά σε αυτή την κατάσταση ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί. Έκρινε εν τέλει πως ο εφεσίβλητος σκόνταψε στο εμπόδιο που δημιούργησε η αργοπορημένη ενέργεια του την οποία, όπως προελέχθη, δεν δικαιολόγησε. Είχε περάσει «ολόκληρος χρόνος» για να υποβάλει αίτηση και η αντίδραση του συνέπεσε με την προώθηση αίτησης να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η έφεση κατά της απόφασης παραμερισμού επετράπη από το Εφετείο. Στη Miluca Motor Trading Ltd v. Χ. Κ.
(1997)1(B) Α.Α.Δ.941, ανωτέρω, οι εναγόμενοι-εφεσείοντες δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως στο ειδικά οπισθογραφημένο Kλητήριο Ένταλμα αγωγής για αποζημιώσεις, ούτε εμφανίστηκαν όταν ήταν ορισμένη η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Μετά από πάροδο εννέα
(9)περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης, καταχώρησαν αίτηση για επαναφορά της υπόθεσης η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο συμφώνησε πως η εμφάνιση δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτή· αλλά ούτε η καταχώριση της εμφάνισης είχε οποιαδήποτε συνέχεια. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στην ένορκη ομολογία για τα παρεπόμενα - ότι οι εφεσείοντες αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση το Νοέμβριο του 1994 - δεν αποδείχθηκαν, αφενός - (βλ. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1(B) Α.Α.Δ.1453 και Νεάρχου v. Χαραλάμπους, (ανωτέρω)) - και δε στέκουν στη λογική, αφετέρου. Όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο, ήταν αδύνατο να οριστεί υπόθεση για ακρόαση, χωρίς να προηγηθεί η καταχώριση υπεράσπισης. Συμφώνησε το Εφετείο με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Το Εφετείο δέχθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορούσαν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω νομικό σημείο, καταλυτικό ως προς την αντίκριση της αίτησης εν γένει, θα προχωρήσω και θα εξετάσω και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στην περίπτωση αιτήσεως παραμερισμού διατάγματος το οποίο οριστικοποιήθηκε ερήμην της Αιτήτριας. Παρόμοιο ζήτημα με έχει απασχολήσει στην απόφαση ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited κ.ά., όπου είχα αποφασίσει ότι οι νομικές αρχές που εξετάζονται από το Δικαστήριο σε αιτήσεις παραμερισμού διατάγματος είναι ίδιες με τις νομικές αρχές που ισχύουν στις αιτήσεις που επιδιώκουν την ακύρωση ή τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης σύμφωνα με την Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω απόφαση αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούνται και στην παρούσα υπόθεση: «Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού μιας απόφασης ή ενός διατάγματος που εκδόθηκε λόγω παράλειψης του διαδίκου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο έχουν πλέον καθιερωθεί από την νομολογία μας. Στην υπόθεση Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.736 γίνεται εκτενής αναφορά στις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι για να επιτύχει ο Αιτητής σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι: (α) έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην υπόθεση, (β) υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του». Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σκιαγραφήσει τις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακρόασης μιας αίτησης για παραμερισμό απόφασης, μέσω της πάγιας νομολογίας του. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το θέμα της αποδοχής ή μη μιας αίτησης παραμερισμού ερήμην απόφασης, εξαρτάται και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα αποφασίσει τελικά αν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης ή όχι. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση σε περίπτωση που αυτή δόθηκε αντικανονικά, αλλά οφείλει να παραμερίσει την απόφαση αυτή ex debito justitiae. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην απόφαση Anlabe v. Praetorius
(1888)20 Q.B.D.764, 768-769 καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση Πολυεπενδυτική Α.Ε.Β.Ε. και 1. C.A Trading Ltd κ.ά. του κ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 15/6/2005 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 3217/2004 Ε.Δ. Λευκωσίας. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το θέμα της αποδοχής ή μη μιας αίτησης παραμερισμού ερήμην απόφασης, εξαρτάται και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα αποφασίσει τελικά αν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης ή όχι. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της Δ.17 θ.10 όπου προβλέπεται ότι «θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανούν δίκαιοι». Συνεπώς, το ζήτημα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ ή κατά του παραμερισμού μιας δικαστικής απόφασης που εξεδόθη ερήμην, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση. Αναφορικά με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο με σωρεία αποφάσεών του έχει καθορίσει τα κριτήρια με τα οποία εξετάζεται η συνδρομή τους στην εκάστοτε περίπτωση. Συγκεκριμένα, στην απόφαση Mine&Quarry Services v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου), λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Εξετάζοντας τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην εναγομένου ο πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη βαρυσήμαντη στο πεδίο αυτό του δικαίου αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, σημειώνοντας πως έτυχε εφαρμογής στις κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R.320 και Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 C.L.R.
- Αντλησε επίσης καθοδήγηση από τη Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R.
- Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο πρωτόδικος δικαστής, η εξουσία του δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου η υπόθεση, μετά τη λήψη απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο δικαστής Sir Robert Megarry στη Land Securities P.L.C., ανωτέρω, πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε, συνεχίζει, ο δικαστής Diplock στη Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67, συνδέει το δικαίωμα με την ύπαρξη καλή τη πίστει συζητήσιμης υπόθεσης. Με βάση τις παραπάνω αρχές και για τους λόγους που εκθέτει, ο πρωτόδικος δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εφεσίβλητος αποκάλυψε στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπεράσπιση στην αγωγή που κινήθηκε εναντίον του». Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω αναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited, επί του θέματος των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία έκρινε ότι για να επιτύχει ο αιτητής σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η υπεράσπιση αυτή, βέβαια, πρέπει να είναι εκ πρώτης όψεως. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας καθοδήγηση και από αγγλική νομολογία, ανέφερε τα εξής: «Είναι γνωστές οι αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ένα Δικαστήριο όταν έχει ενώπιόν του μιαν αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως δικής του. Οι αρχές αυτές αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων. Η κλασσική απόφαση επί του σημείου τούτου, είναι η Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R.646 ή [1937] A.C.
- Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R.
- Στην τελευταία αυτή υπόθεση, αναφέρθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί Κανόνες είναι ουσιωδώς όμοιοι με τους αντίστοιχους αγγλικούς δικονομικούς Κανόνες των παλαιών αγγλικών δικονομικών Κανόνων και υιοθετήθηκε από το Εφετείο πλήρως η πιο πάνω αγγλική απόφαση, η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού, δηλαδή όπου εγείρεται θέμα ακύρωσης δικαστικής απόφασης ληφθείσας ερήμην του εναγομένου. Στην αγγλική αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση. Βέβαια, εγείρεται και το θέμα του να πείσει ο αιτητής το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η αρχή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση εκείνη, είναι ότι το Δικαστήριο εκτός αν και μέχρι να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών, έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει την απόφαση του. Η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση, έθεσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη υπεράσπισης στην υπόθεση, αλλά λέχθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για να αποδείξει την υπεράσπιση, αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου επί της ουσίας». Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα και ειδικά όσον αφορά το βάρος απόδειξης που φέρει ο Αιτητής για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης περί «καλής» υπεράσπισης, αυτό που απαιτείται κάθε φορά, δεν είναι πλήρης απόδειξη από τον διάδικο - αιτητή της υπόθεσής του, σε σημείο που θα οδηγούσε το δικαστήριο σε κατάληξη υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά απλώς η ένδειξη στο δικαστήριο ότι υφίσταται καλή υπεράσπιση, δηλαδή υφίστανται τέτοιες συνθήκες που υποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος/αιτητής έχει εύλογες δυνατότητες να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπλέον, η ίδια πιο πάνω απόφαση, συνεχίζει ως εξής σε σχέση με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής: «Σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans v. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που υιοθετήθηκε και αναφέρεται στη σελίδα 322 της Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω): "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". Το Εφετείο στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω) επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση υπό όρους και στη σελίδα 323 κατέληξε ως εξής: "The question before us is whether any reason exists for holding that the judge exercised his discretion otherwise than rightly. Having read and considered the evidence and correspondence in the case, we find that no ground is shown to justify interference with the judge's discretion, and we think that the appeal should be dismissed with costs". Από το πιο πάνω απόσπασμα εμφαίνεται ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο στην κατάληξή τους κατά πόσο ο αιτητής είχε καλή υπεράσπιση, έλαβαν υπόψη μαρτυρία μόνο υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και άλλη έγγραφη μαρτυρία, υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα του Lord Wright στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω)». Επίσης, στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd ν. Bata (Cyprus) Ltd, το Ανώτατο Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όσον αφορά παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Αναφερόμενο στην υπόθεση Bush κ.ά v. Γιαννή [2001] 1 Α.Α.Δ.1342, τόνισε τα εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης εφόσον οι εναγόμενοι παρουσίασαν καλή υπεράσπιση και ικανοποιητικά στοιχεία για τη μη εμφάνισή τους ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού ν. Πραξιτέλη Φαντάκη, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε όσα έχουν αναφερθεί και στις ανωτέρω αποφάσεις, διακρίνοντας επίσης τις προϋποθέσεις που εξετάζει το δικαστήριο ώστε να παραμερίσει μια απόφαση που λήφθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Εδώ το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι στην Κύπρο υιοθετείται το περιεχόμενο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτοί κατευθύνονται από τους αντίστοιχους Αγγλικούς Θεσμούς. Περαιτέρω, επεσήμανε ότι σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.17, θ.10 και πέραν τούτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της υπόθεσης Phylactou (ανωτέρω) και προχώρησε σε ανάλυση του υπό κρίση θέματος με κατάδειξη των παραγόντων που πρέπει να έχει υπόψη του το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: την ανάγκη να διασφαλίσει αφενός αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και αφετέρου την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. [.] Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. [.] Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, που εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την υπόθεση». Στη συνέχεια, αναφερόμενο στην υπόθεση MILOUCA MOTOR TRADING v. Κούρτη [1997] 1 Α.Α.Δ.941, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του». Στην πιο πάνω απόφαση, το Εφετείο ακύρωσε πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία παραμέριζε απόφαση που λήφθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, λόγω του ότι ο εφεσείων αν και απέδειξε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης εντούτοις δεν δικαιολόγησε επαρκώς τη μη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να μη δεχθεί απόφαση, καθώς και την αργοπορία του στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι επιπρόσθετα, ακόμα και αν συντρέχει η προϋπόθεση κατάδειξης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο μπορεί να μην κάνει δεκτό το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης, εφόσον δεν ικανοποιηθεί επαρκώς αναφορικά με την αιτιολογία που προβάλλεται από τον εκάστοτε εναγόμενο/αιτητή σε σχέση με την παράλειψή του να εμφανιστεί έγκαιρα στη διαδικασία, καθώς και με την αργοπορία ή καθυστέρηση καταχώρισης σχετικής αίτησης για παραμερισμό. Ειδικά για αυτό το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώριση σχετικής αίτησης για παραμερισμό, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd ν. Ανδρέας Γεωργίου, υπογράμμισε ότι ο διάδικος που επεδίωκε τον παραμερισμό της απόφασης, όφειλε να αποδείξει ικανοποιητική αιτιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, καθώς είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού, χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η υπόθεση Plylactou παρατηρεί: . where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment.». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τον παράγοντα του χρόνου που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης ερήμην του Εναγομένου μέχρι την καταχώριση σχετικής αίτησης για παραμερισμό αυτής, τονίζοντας τα ακόλουθα: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Με την ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία του για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον του ζωοπυρώθηκε όταν ήλθεν αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/3/01, καταχώρησε μετά από μικρή καθυστέρηση σημείωμα εμφάνισης στις 23/4/
- Εκδόθηκε απόφαση συνεπεία της παράλειψης του να καταχωρήσει υπεράσπιση, στις 10/10/01 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση για ακύρωση της απόφασης στις 4.4.
- Η απόφαση εκδόθηκε μετά από 6 ½ μήνες από της καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως και καταχώρισε την αίτηση παραμερισμού ένα χρόνο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Στην ένορκη του δήλωση ημερ. 4/4/02 δεν δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Ούτε καν αναφορά κάμνει στην καθυστέρηση αυτή. Καμιά εξήγηση δόθηκε από τον Αιτητή για την παράλειψη του να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του.Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Βρίσκουμε την πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου δικαστή απόλυτα ορθή και δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε περισσότερο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως και η νομολογία επιτάσσει, προχώρησε στην εξέταση και του άλλου παράγοντα που δυνατόν ν' ασκήσει επίδραση στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αυτόν της ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ο πρωτόδικος δικαστής αναλύει τη σχετική μαρτυρία επί του θέματος και καταλήγει ως εξής: «Δοσμένης της κανονικής έκδοσης της απόφασης, ο εναγόμενος-αιτητής απαιτείται να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για ακύρωση της θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Η απόφαση θα πρέπει να εξακολουθεί ισχύουσα εκτός αν αποδειχθεί ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Ο αιτητής είχε καθήκον να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχει ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον του απόφασης πράγμα το οποίο απέτυχε. Σημειώνουμε ότι το δικαστήριο είχε αναλύσει τη με βάση τις ένορκες δηλώσεις μαρτυρία που είχε ενώπιον του και διαπίστωσε ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εφεσείοντα περί εξόφλησης του οφειλομένου ποσού δεν ήταν πειστικός». Συνοψίζοντας προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα ότι το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση αίτησης παραμερισμού, για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά του αιτήματος, λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη ή μη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, καθώς και την επαρκή αιτιολόγηση για την μη έγκαιρη εμφάνιση, σε συνδυασμό με τον χρόνο που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού και την προβαλλόμενη αιτιολογία για τυχόν καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Ενόψει όλων όσων έχουν παρατεθεί πιο πάνω προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής: 1) Στις 16/7/2018 δόθηκε άδεια μετά από μονομερή αίτηση ημερ. 13/7/2018 στους δικηγόρους της Ενάγουσας για σφράγιση της ειδοποίησης ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. 2) Στις 16/7/2017 καταχωρήθηκε το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην παρούσα αγωγή. 3) Στις 16/7/2018 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση του Διατάγματος του Δικαστηρίου που να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αναφορικά με τις μετοχές που κατέχει η Εναγόμενη στην εταιρεία WGN Services Ltd. 4) Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για επίδοση στις 24/7/
- 5) Στις 24/7/2018 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα Αιτήτρια μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση Διαταγμάτων για άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης για παγοποίηση μετοχών μέσω της εταιρείας DHL στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης η οποία αναφέρεται στην αίτηση ως 1013 Centre Road, Suite 403-B, City of Wilmington, Country of New Castle, State of Delaware, 19805, USA. 6) Την ίδια μέρα εγκρίθηκε η αίτηση και ορίστηκε για επίδοση στις 12/9/2018, το Δικαστήριο ζήτησε όπως η επίδοση γίνει τουλάχιστον 15 μέρες πριν από τις 12/9/
- 7) Η αίτηση ακολούθως αναβλήθηκε για επίδοση στις 27/9/2018 και στις 8/10/
- 8) Στις 8/10/2018 καταχωρίστηκε από πλευράς Ενάγουσας Αιτήτριας άλλη αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος για άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης για παγοποίηση μετοχών μέσω της εταιρείας DHL στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης η οποία αναφέρεται στην αίτηση ως VCorp Services, LLC, 25 Robert Pitt Drive, Suite 204, Monsey, NY
- 9) Στις 2/11/2018 εγκρίθηκε η εν λόγω αίτηση η οποία ορίστηκε για επίδοση στις 21/12/2018 και ακολούθως στις 6/3/
- 10) Στις 6/3/2019 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα ως αναφέρονται στο Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 21/11/2018 επιδόθηκαν στην Εναγόμενη εταιρεία μέσω της DHL Express στις 28/1/2019 έναντι της υπογραφής του προσώπου που τα παρέλαβε εκ μέρους της Εναγόμενης στην εν λόγω διεύθυνση. 11) Στις 18/3/2019 εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 16/7/2018 ως η §Α. 12) Στις 9/1/2020 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από την Ενάγουσα για έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης η οποία ορίστηκε στις 23/1/
- Ακολούθως στις 24/1/2020, στις 6/2/2020, ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης και εκδόθηκε από το Δικαστήριο απόφαση, η εκκαλούμενη απόφαση στις 13/2/
- 13) Στις 3/7/2020 καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη η υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. 14) Η Εναγόμενη πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της απόφασης και του διατάγματος δέσμευσης των μετοχών τον Μάιου του 2020 και συγκεκριμένα στις 5/5/2020, οι δικηγόροι της Εναγόμενης στις 13/5/2020 προέβηκαν σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στο Πρωτοκολλητείο, αλλά λόγω της επιδημίας του κορωνοϊού η αίτηση καταχωρήθηκε όπως έχει αναφερθεί στις 3/7/
- 15) Από τη μελέτη του φακέλου η Εναγόμενη διαπίστωσε ότι υπήρξε και καταχώρηση αγωγής στο Αμερικάνικο Δικαστήριο της Νοτίου Νέας Υόρκης η οποία επιδόθηκε στην Εναγομένη στις 21/7/2017, η Εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση. Στις 10/1/2018 καταχωρήθηκε αίτημα για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και την 1/2/2018 εκδόθηκε απόφαση από το Αμερικανικό Δικαστήριο εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των $547.123, πλέον τόκους. 16) Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν τα έγγραφα ήταν λανθασμένη γι' αυτό και ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη της αγωγής. Συγκεκριμένα, η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν ήταν η διεύθυνση του προηγούμενου αντιπροσώπου της Εναγομένης η οποία ήταν απλά διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου χωρίς ουσιαστική και φυσική εκπροσώπηση της Εναγομένης εκεί. 17) Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι εργασίες της και η φυσική της παρουσία βρίσκονται σε διεύθυνση του Τελ Αβίδ του Ισραήλ και αυτό αναφέρεται και στις συμβάσεις μεταξύ τους, όπως και η διεύθυνση του δικηγόρου της Εναγομένης που βρίσκεται στη διεύθυνση 1633 Broadway, New York, NY
- 18) Από τις 23/5/2018 η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο εγγεγραμμένος αντιπρόσωπος της στην Αμερική ήταν η εταιρεία PHS Corporate Services Inc με διεύθυνση 1313 N. Market Street, Suite 5100, City of Wilmington, Country of New Castle
(19801). 19) Είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι η αλλαγή του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου της έγινε στις 23/5/2018, ενώ η επίδοση όλων των δικαστικών εγγράφων έγινε στις 28/1/2019 στο εγγεγραμμένο γραφείο του προηγούμενου αντιπροσώπου της με αποτέλεσμα ουδέποτε να λάβει γνώση για την αγωγή. Παρατηρώ από τα πιο πάνω ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αναφέρει ότι ειδοποίησε δεόντως την Ενάγουσα για την αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου της. Αντίθετα περιορίζεται στο να αναφέρει ότι η Ενάγουσα γνώριζε ότι η ουσιαστική εκπροσώπηση της Εναγομένης και ο τόπος διεξαγωγής των εργασιών της και η φυσική της παρουσία βρίσκονται στο Τελ Αβίδ του Ισραήλ, διεύθυνση που αναφέρεται και στη μεταξύ τους σύμβαση. Σε ό,τι αφορά καθαρά το θέμα της επίδοσης λοιπόν θεωρώ ότι ορθά αναφέρει η Ενάγουσα και οι συνήγοροι της ότι με τα δεδομένα που γνώριζαν η επίδοση έγινε ορθά, άρα δεν τίθεται θέμα παραμερισμού της απόφασης δικαιωματικά, ex debito justitiae γι' αυτό και το Δικαστήριο με βάση τη νομολογία στην οποία παραπέμπει ανωτέρω θα πρέπει να ικανοποιηθεί για τους λόγους μη εμφάνισης της Ενάγουσας, το αν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Νοείται βεβαίως ότι το θέμα της αποκάλυψης καλής υπεράσπισης αφορά μόνο τη διαδικασία της παρούσας αγωγής ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου και όχι της διαδικασίας που έγινε στην Αμερική. Η θέση της Εναγομένης ότι έχουν καταχωρηθεί δύο διαφορετικές αγωγές εναντίον της, μια στην Κύπρο και μια στην Αμερική, με την οποία ουσιαστικά καλείται να πληρώσει δύο φορές το ίδιο ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι ολοκάθαρο από τη σύνταξη του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αλλά και από την απόφαση που εξέδωσε μονομερώς το Δικαστήριο στην Κύπρο, είναι γεγονός ότι η αγωγή στην Κύπρο και η απόφαση που εξασφαλίστηκε έγιναν για να μπορέσει να εκτελεστεί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Εναγόμενης στην Αμερική ελλείψει διμερούς σύμβασης μεταξύ Κύπρου και Αμερικής που να επιτρέπει την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων των Δικαστηρίων των δύο χωρών και επομένως είναι με την έκδοση απόφασης από το Κυπριακό Δικαστήριο στην ίδια βάση της απόφασης που εκδόθηκε από το Αμερικάνικο Δικαστήριο που θα μπορούσε η Ενάγουσα να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης με το δεδομένο ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με την Αμερική, γεγονός που πάλι έχει μείνει αναντίλεκτο, η Εναγόμενη διαθέτει περιουσία, δηλαδή τις μετοχές στην WGM Services Ltd γι' αυτό και έσπευσε να προσπαθήσει να ακυρώσει την απόφαση στην Κύπρο, κάτι που δεν έπραξε για τη διαδικασία της Αμερικής. Φαίνεται επίσης ορθή η θέση της Ενάγουσας ότι από τη στιγμή που η απόφαση στην Αμερική κατέστη τελεσίδικη δεν τίθεται θέμα υπεράσπισης από πλευράς Εναγομένης στην Κυπριακή διαδικασία, αφού ως έχει ήδη λεχθεί η Κυπριακή διαδικασία ουσιαστικά αφορά διαδικασία αναγνώρισης της Αμερικανικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Επίσης όντως υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, όπως η Εναγόμενη παραδέχεται ενημερώθηκε για την απόφαση στην Αμερική στις 5/5/2019 με επιστολή του Εφόρου Εταιρειών της ίδιας ημερομηνίας έδωσε αμέσως οδηγίες στους δικηγόρους της για να προβούν σε έρευνα του δικαστικού φακέλου η οποία έγινε στις 13/5/2019, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν δύο μήνες μετά, στις 3/7/2019 και αποδίδουν την καθυστέρηση αυτή στις συνθήκες που επικρατούσαν λόγω Covid. Τούτο δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στην πραγματικότητα, τα Πρωτοκολλητεία και τα Δικαστήρια λειτουργούσαν με δικλείδες ασφαλείας εκείνο το χρονικό διάστημα και επιτρεπόταν η καταχώρηση αιτήσεων. Αναφέρω περαιτέρω ότι εάν παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση φαίνεται ότι οι φόβοι της Ενάγουσας ότι δεν θα μπορέσει να εκτελέσει τυχόν μελλοντική απόφαση εναντίον της Εναγομένης επειδή θα αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο στην Κύπρο, δηλαδή τις μετοχές στην WGM Services Ltd, κάτι που έχει ήδη αποπυρανθεί να πράξει, θα στερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της και ζυγίζοντας το γεγονός αυτό αφενός με όλα τα γεγονότα που έχω αναφέρει προηγουμένως σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη και δη του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως εύλογη υπεράσπιση, θεωρώ ότι τυχόν παραμερισμός της εν λόγω απόφασης θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της τελεσιδικίας των αποφάσεων του Δικαστηρίου, θα προκαλούσε στην Ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά και επομένως θεωρώ ότι η πλάστιγγα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κλείνει υπέρ της αποδοχής της θέσης της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση και απόρριψη της θέσης της Εναγομένης Αιτήτριας. Έτσι η αίτηση της Αιτήτριας ημερ. 3/7/2019 απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι εκκρεμεί η κυρίως αίτηση ημερ. 5/11/2020 αναφορικά με τους Εναγομένους 2-9 στην οποία ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση και τους δόθηκαν ήδη οδηγίες για καταχώρηση ένσταση μέχρι τις 12/4/2021, ενώ η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 15/4/2021. Η εν λόγω ημερομηνία και οι οδηγίες του Δικαστηρίου παραμένουν. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο