← Κύπρος

ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (ΡΙΚ), Αρ. Αγωγής: 3442/2018, 2/3/2021

ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (ΡΙΚ), Αρ. Αγωγής: 3442/2018, 2/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3442/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΚΟΡΑΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ Eνάγουσας/Αιτήτριας Και ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (ΡΙΚ) Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 5/10/2020 για ειδική αποκάλυψη Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κ. Νικολαΐδης για Κ. Ν. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Χ. Ππεκρή για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενες Θεραπείες: Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση των ακολούθων Διαταγμάτων: «A. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση όπως αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλα τα έγγραφα, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή που δεν έχουν αποκαλύψει και έχουν στη κατοχή και/ή στον έλεγχο και/ή στη φύλαξη τους και ιδιαίτερα τα ακόλουθα:

  1. Την απόφαση και τα Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ/Σ) του ΡΙΚ της 10ης ή 19ης Οκτωβρίου 2005 για δημιουργία (α) Ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ και (β) Ταμείου Προνοίας Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ.
  2. Την απόφαση και τα Πρακτικά του Δ/Σ του ΡΙΚ ημερ. 30.4.2008 που επικύρωσε την απόφαση της 10ης ή 19ης Οκτωβρίου 2005 και την ημερομηνία και ποσό που έλαβε ο καθένας από τους πιο κάτω αναφερόμενους αφυπηρετήσαντες και μη 8 Διευθυντές ή Τμηματάρχες των Εναγομένων, καθώς επίσης την κλίμακα επί τοις % του υπολογισμού των δοθέντων ωφελημάτων: XXXXX Θεμιστοκλέους (αφυπηρετήσας) XXXXX Στυλιανού (αφυπηρετήσας) XXXXX Νικολαΐδης XXXXX Χατζηιωάννου (αφυπηρετήσας) XXXXX Μαλιώτης XXXXX Καρεκλάς (αφυπηρετήσας) XXXXX Ονησιφόρου XXXXX Νεοφύτου
  3. Την απόφαση και Πρακτικά του Δ/Σ των Εναγομένων που παραχώρησε (αυθαίρετα) από το 1991 - 2014 το ποσό των €1.484.996 από το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων σε συνταξιούχους που αφυπηρέτησαν (μη δικαιούχοι) πριν την 1.1.1982 και ΔΕΝ ήταν μέλη του Ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων, το οποίο ιδρύθηκε το 1989, ως επίσης τον κατάλογο των ονομάτων με τα σχετικά κριτήρια.
  4. Την απόφαση και τα κριτήρια καταβολής του ποσού των €80.000 από το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων για ασφαλτόστρωση υποστέγων στο χώρο στάθμευσης του ΡΙΚ. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνει από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση εντός 15 ημερών από την έκδοση του πιο πάνω αιτούμενου διατάγματος ή εντός χρονικού διαστήματος που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ως εύλογο και δίκαιο.» Νομική Βάση της υπό κρίση Αίτησης: Η παρούσα Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.28, θθ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 11, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4, 7 και 9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα απλώς μεταφέρει την πληροφόρηση και νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της ότι το αιτούμενο διάταγμα για την περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων τα οποία, όπως αναφέρει, σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και δεν έχουν αποκαλυφθεί από τους Εναγόμενους, είναι αναγκαίο για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσης για δίκαιη δίκη και τον προγραμματισμό της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και συνεπώς, είναι ορθό και δίκαιο αυτό να εκδοθεί. Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Στις 16/12/2020 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση) στην οποία προβάλλονται συνολικά 8 λόγοι ένστασης. Αυτοί θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. - Τα προς αποκάλυψη έγγραφα είναι άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, ουδόλως θα εξυπηρετήσουν την έκβαση και πορεία της υπόθεσης και δεν προσδιορίζονται λόγοι και/ή βάσιμοι και/ή επαρκείς λόγοι για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. - Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» («fishing expedition»), εφόσον δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα και τις αξιώσεις της Ενάγουσας ως παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης, η δε απόκτησή τους εμπεριέχει το στοιχείο της κακοπιστίας και/ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν κακή τη πίστει. - Η υπό κρίση Αίτηση δεν καταδεικνύει την οποιαδήποτε αναγκαιότητα έγκρισής της και/ή έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση της Ενάγουσας στην προώθηση της υπόθεσής της και δεν υποστηρίζεται ενόρκως ο λόγος για τον οποίο είναι αναγκαίο όπως η Αίτηση εγκριθεί. - Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας οι οποίοι να δικαιολογούν και/ή καθιστούν αναγκαία την έγκριση της Αίτησης. - Η Αίτηση και η συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκείς και/ή δεν έχουν καταδείξει ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι ανεπαρκής. Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28 θ.1 - Θ.15 , Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση: Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ XXXXX Θεοδωρίδη, ανώτερου τεχνικού επιθεωρητή στην υπηρεσία των Εναγόμένων (στο εξής ο Θεοδωρίδης και η Ένορκη Δήλωση Θεοδωρίδη). Ο Θεοδωρίδης, συνοπτικά, αναφέρεται στις δικογραφημένες αξιώσεις της Ενάγουσας και παραθέτει επίσης μέρος των προδικαστικών ενστάσεων των Εναγομένων ως αυτές δικογραφούνται στην Υπεράσπιση των Εναγομένων για να καταλήξει στο ότι είναι παραδεκτό γεγονός εκ μέρους των Εναγομένων ότι οι ισχυριζόμενες αξιώσεις της Ενάγουσας πηγάζουν εκ της Συλλογικής Σύμβασης που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Κατά τον Θεοδωρίδη, η αιτούμενη αποκάλυψη θα εκτροχιάσει και θα περιπλέξει αχρείαστα τα επίδικα ζητήματα, εφόσον τα πρακτικά που ζητούνται αφορούν άλλα θέματα, που δεν σχετίζονται με το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων. Σύμφωνα με τον ίδιο δεν προκύπτει και δεν επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, το πως η αιτούμενη αποκάλυψη θα εξοικονομήσει πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Ακολούθως, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης λέγοντας ότι η ένορκη δήλωση που έχει καταχωρηθεί είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη και δεν επεξηγεί με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους αιτείται την ειδική αποκάλυψη, ούτε το πως τα έγγραφα αυτά θα συντελέσουν στην ορθή προετοιμασία της υπόθεσης και στον προγραμματισμό της μαρτυρίας που θα δοθεί. Αναφέρει επίσης ότι μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν τεκμηριώθηκε η αναγκαιότητα και η σκοπιμότητα της ειδικής αποκάλυψης στο παρόν στάδιο. Σύμφωνα με τον Θεοδωρίδη, η Αίτηση συνιστά προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, εφόσον επεκτείνεται σε θέματα άλλα από αυτά τα οποία αφορούν στο ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας στην αγωγή της, λόγος για τον οποίο η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι τα αιτούμενα διατάγματα, ως είναι διατυπωμένα, αποτελούν προσπάθεια απόσπασης πληροφοριών, είναι καταπιεστικά για τους Καθ' ων η Αίτηση και η έκδοσή τους δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί - Σύντομη αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας: Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω συνοπτικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων καθώς επίσης και το τι προηγήθηκε της υπό κρίση Αίτησης. Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €31.400 πλέον τόκο το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, οφείλεται σε αυτήν ως δικαιούχος στο Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων που οι Εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους υπαλλήλους και δικαιούχους του εν λόγω Ταμείου κατά την αφυπηρέτηση τους, δυνάμει συμφωνίας και/ή συμφωνιών μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών των Εναγομένων. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, με βάση συμφωνία (πρακτικό) που υπογράφηκε στις 22.6.1990 μεταξύ της διεύθυνσης των Εναγομένων και των Συντεχνιών των υπαλλήλων των Εναγομένων και αφορούσε την ανανέωση της συλλογικής σύμβασης που έληξε στις 31/12/1988 και άρχιζε από την 1/1/1989, για πρώτη φορά παραχωρούντο από τους Εναγόμενους ποσά σε ειδικό ταμείο με το όνομα «Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων μονίμων υπαλλήλων του ΡΙΚ» με βάση το μισθολόγιο των μόνιμων υπαλλήλων των Εναγομένων, δηλαδή σύμφωνα με το μισθολόγιο ενός εκάστου υπαλλήλου μέχρι την αφυπηρέτησή του (στο εξής το Ταμείο). Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, τα ποσά που θα κατατίθεντο στο Ταμείο ήταν οι αυξήσεις που θα δίδονταν στους μόνιμους υπαλλήλους των Εναγομένων και κατά συνέπεια, θα καταβάλλονταν από τους Εναγόμενους ως «Περιθωριακά Ωφελήματα» σε αυτούς «με συγκεκριμένο ποσοστό επί τοις % αναλογίας του Ετήσιου μισθού των». Δικογραφείται επίσης ότι σε επόμενες συλλογικές συμβάσεις παραχωρήθηκε αύξηση του ποσοστού και στις 31/12/2010 που ήταν η ημερομηνία λήξης του Ταμείου το ποσοστό ανήλθε στο 7,55% παραθέτοντας τις σχετικές αυξήσεις που γίνονταν ανά έτος. Είναι δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι επειδή το Μισθολόγιο αποτελείται από διαφορετικό μισθό ενός εκάστου υπαλλήλου έτσι και η απόδοση στον κάθε δικαιούχο υπάλληλο θα πρέπει να γίνει με τα επί τοις εκατό ποσοστά του μισθού κάθε μόνιμου υπαλλήλου από το 1989 μέχρι την ημέρα αφυπηρέτησης του και πρέπει να είναι μέσα στα χρονικά περιθώρια λειτουργίας του Ταμείου. Σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, είναι καταγεγραμμένος ο τρόπος καταμερισμού του εν λόγω Ταμείου στους δικαιούχους και δεν συντρέχει κανένας λόγος διαμάχης προς εξεύρεση του πληρωτέου ποσού στην Ενάγουσα. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, εκτός από τις συμφωνίες μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών για την ίδρυση του Ταμείου και την καταβολή των ποσών του Ταμείου στους δικαιούχους, οι εισφορές στο Ταμείο «αποτελούσαν και/ή ήταν σε αντιδιαστολή αποκοπής από τις αυξήσεις που θα δίδονταν σε ένα έκαστο υπάλληλο» και ως εκ τούτου αποτελούν ατομικό δικαίωμα και/ή είναι χρήματα που ανήκουν στον κάθε υπάλληλο ξεχωριστά σύμφωνα με την αντιμισθία του και τα χρόνια υπηρεσίας του. Περαιτέρω, στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα γίνεται αναφορά σε παράνομη οικειοποίηση εκ μέρους των Εναγομένων διά της καταβολής για την περίοδο 1991 - 2014 σε υπαλλήλους των Εναγομένων που αφυπηρέτησαν και δεν ήταν πλέον υπάλληλοι/μέλη για σκοπούς Περιθωριακών Ωφελημάτων ποσού ύψους €1.484,996 καθώς και ποσού ύψους €80,000 για ασφαλτόστρωση χώρου στάθμευσης των υπαλλήλων των Εναγομένων. Επίσης, γίνεται αναφορά σε ανεπίσημη και με άκρα μυστικότητα παραχώρηση Περιθωριακών Ωφελημάτων σε οκτώ

(8)Τμηματάρχες/Διευθυντές των Εναγομένων εκ των οποίων οι 5 έχουν αφυπηρετήσει και που ήταν ανάλογη με τα έτη υπηρεσίας τους σε συνάρτηση με τα έτη λειτουργίας του Ταμείου και επί τοις εκατό αναλογίας του μισθού τους. Περαιτέρω και σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, περί το έτος 2016 είχε λεχθεί ότι υπήρχε απόφαση της Κυβέρνησης για παραχώρηση του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό του ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων στους δικαιούχους πλην όμως δεν έγινε τίποτα επειδή οι Συντεχνίες διαφωνούν μεταξύ τους αναφορικά με τον τρόπο διαμοιρασμού του ποσού. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η συλλογική σύμβαση δεν είναι νομικά εφαρμόσιμη και δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον αστικού Δικαστηρίου. Αναφέρουν ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα επειδή δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση διαμοιρασμού και/ή διάθεσης του ποσού που έχει συγκεντρωθεί επ' ονόματι των Εναγομένων ως Περιθωριακά Ωφελήματα. Προβάλλεται επίσης, προδικαστικά, η θέση ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας αντιτίθενται στη συλλογική σύμβαση εργασίας βάσει της οποίας αποφασίστηκε η καταβολή περιθωριακών ωφελημάτων ως ποσοστό επί του μισθολογίου από τους Εναγόμενους. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος τότε τέτοιας φύσεως διαφορά αποτελεί εργατική διαφορά με το παρόν Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά αφού έχει εκπνεύσει η προθεσμία καταχώρησης αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Άνευ βλάβης των προδικαστικών τους ενστάσεων, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις θέσεις της Ενάγουσας και τις αξιώσεις που αυτή προβάλλει. Ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 1/1/1989 μέσα στο πλαίσιο συλλογικής σύμβασης που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους των Εναγομένων, συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι αρχίσουν να καταβάλλουν ως εισφορά προς όφελος των μόνιμων υπαλλήλων τους περιθωριακά ωφελήματα στη βάση ποσοστού επί του συνόλου του μισθολογίου χωρίς να αποκόπτουν τα εν λόγω ποσά από τον μισθό κάθε υπαλλήλου, αλλά να τα καταβάλλουν επιπρόσθετα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση τους, στην εν λόγω συμφωνία υπήρχε πρόνοια, μεταξύ άλλων, ότι τα ωφελήματα θα διατίθεντο για το ταμείο υγείας εκτός εάν συμφωνούνταν άλλοι τρόποι διάθεσης τους μεταξύ των δύο πλευρών. Αναφέρουν επίσης ότι η συμφωνία αυτή ανανεώνετο με μεταγενέστερες συμφωνίες στις οποίες υπήρχε επίσης πρόνοια για παραχώρηση περιθωριακών ωφελημάτων και ότι το ποσοστό των €7,55% διαμορφώθηκε σταδιακά μέσω αυξήσεων που γίνονταν μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε ανανεώσεων των συλλογικών συμβάσεων. Οι Εναγόμενοι επισημαίνουν ότι το ποσοστό που αφορούσε σε παραχώρηση περιθωριακών ωφελημάτων αντιστοιχούσε σε ποσοστό επί του συνόλου του μισθολογίου των μονίμων υπαλλήλων και ωρομίσθιων και ότι δεν έχει ληφθεί απόφαση αναφορικά με τη διάθεση και/ή τον τρόπο διάθεσης του ποσού των περιθωριακών ωφελημάτων. Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και πιο συγκεκριμένα στις 14/1/20 εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων εκατέρωθεν. Στις 12/5/2020 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των Εναγομένων και στις 14/7/2020 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους της Ενάγουσας. Από το περιεχόμενο του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι την ίδια μέρα, ήτοι 14/7/2020, καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων κατά την ακρόαση δυνάμει της Δ.24 Θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία είχαν κληθεί οι Εναγόμενοι να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση τα έγγραφα τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στο αιτητικό Α της υπό κρίση Αίτησης. Στις 5/10/2020 ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Νομική Πτυχή: Οι σκοποί της αποκάλυψης γενικά, περιγράφονται στην Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, 2274: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 ΑΑΔ 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν χρησιμεύει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη». Στην TBF (Cyprus) Ltd κ.α ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153, 158 - 159 εξηγείται πως όταν έχει προηγηθεί διαταγή για γενική αποκάλυψη που δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων, ο διάδικος μπορεί χρησιμοποιώντας την Δ.28, θ.11 να ζητήσει την αποκάλυψη τους για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Η Δ.28 θ.11 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την αποκάλυψη συγκεκριμένου έγγραφου ή τάξης εγγράφων όπου καταδεικνύεται εκ πρώτης ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από το πρόσωπο εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση ήταν ανεπαρκής. Στην εν λόγω υπόθεση, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions [1928] W.N.218 ενόψει του ότι η Δ.28 Θ11 είναι πανομοιότυπη με την O.31 R.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών: «The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient. (.) In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents». Εναπόκειται στον αιτητή να καταδείξει εκ πρώτης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα υπήρχαν και είναι ή ήταν σε κάποιο στάδιο, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, στην κατοχή ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη και ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Σχετικά είναι τα έγγραφα που εμπεριέχουν πληροφόρηση που άμεσα ή έμμεσα παρέχει τη δυνατότητα στο διάδικο που ζητά την αποκάλυψη να προωθήσει την υπόθεση του ή να προκαλέσει βλάβη στην υπόθεση του αντιδίκου του ή που μπορεί να οδηγήσει σε σειρά ερευνών που θα είχαν αυτές τις συνέπειες. Ως προς την σχετικότητα των εγγράφων, στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides
(1962)CLR 40, 42, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από τo Annual Practice 1962, p.719: «Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage that of his adversary, or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences.» Δεν πρέπει ωστόσο να διαφεύγει της προσοχής ότι η αποκάλυψη εγγράφων υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα επιτρέψει τη χρησιμοποίηση της διαδικασίας για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (βλ. G.A.P. Navigation Ltd v. Merzano Marritimes SRL
(1998)1(Γ) A.A.Δ 1624, 1629). Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28, θ.1 που αντιστοιχεί με την Αγγλική διάταξη O.31, r.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, είτε ειδική βάσει της Δ.28, θ.11 που αντιστοιχεί με την O.31, r.19A
(3). Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28,θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28, θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Τέτοια είναι και η υπό εξέταση περίπτωση. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Στην σελίδα. 713 της Ετήσιας Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require at any time if it is not unreasonable to suppose, from certain sources, or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession....". Περαιτέρω, στη σελίδα 685 του Annual Practice
(1958)αναφέρεται ότι: "For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) ... and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; ... the only sources". Όπως δε προκύπτει περαιτέρω από τη σελ. 713: "Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered;" Στο Annual Practice 1958 (σελ. 725) αναφέρεται, επίσης, ότι είναι αρκετό να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η σχετικότητα και κατοχή των εγγράφων για να επιτραπεί στον Αιτητή το διάταγμα: "A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order". Συνοψίζοντας τις νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, καθίσταται σαφές ότι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος είναι αναγκαίο να αποδειχθεί από τον Αιτητή εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των αιτούμενων προς αποκάλυψη εγγράφων με τα επίδικα θέματα ως επίσης και κατοχή των εγγράφων από την άλλη πλευρά. Το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης ή όχι, είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει και όχι του διάδικου που έχει στην κατοχή του το έγγραφο. Τα έγγραφα είναι σχετικά όταν το περιεχόμενο τους μπορεί άμεσα ή έμμεσα να καταστήσει τον αιτητή ικανό είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να πλήξει την υπόθεση του αντιδίκου του ή τα οποία θα μπορούσαν δίκαια να οδηγήσουν σε μια σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μια από τις δύο πιο πάνω συνέπειες. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Περαιτέρω, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα ασκηθεί εναντίον αιτήματος για ειδική αποκάλυψη όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση ή για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας.[1] Διάταγμα αποκάλυψης δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση εκείνο το οποίο επιζητείται είναι η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, όχι μόνο ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα αλλά και ότι αυτά βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου. Εν προκειμένω, σε ότι αφορά το ζήτημα της κατοχής των αιτούμενων προς αποκάλυψη εγγράφων, καθίσταται σαφές από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κατοχή των εγγράφων εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Με άλλα λόγια, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν ότι έχουν στην κατοχή τους τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα. Η ένσταση τους επικεντρώθηκε στη σχετικότητα των εγγράφων αυτών με τα επίδικα θέματα και την αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος το οποίο οι ίδιοι πέραν από μη αναγκαίο χαρακτήρισαν επίσης κακόπιστο και καταχρηστικό. Με το Αιτητικό Α1 και Α2 της υπό κρίση Αίτησης, η Αιτήτρια επιδιώκει την αποκάλυψη των ακόλουθων εγγράφων: «
  1. Την απόφαση και τα Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ/Σ) του ΡΙΚ της 10ης ή 19ης Οκτωβρίου 2005 για δημιουργία (α) Ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ και (β) Ταμείου Προνοίας Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ.
  2. Την απόφαση και τα Πρακτικά του Δ/Σ του ΡΙΚ ημερ. 30.4.2008 που επικύρωσε την απόφαση της 10ης ή 19ης Οκτωβρίου 2005 και την ημερομηνία και ποσό που έλαβε ο καθένας από τους πιο κάτω αναφερόμενους αφυπηρετήσαντες και μη 8 Διευθυντές ή Τμηματάρχες των Εναγομένων, καθώς επίσης την κλίμακα επί τοις % του υπολογισμού των δοθέντων ωφελημάτων: XXXXX Θεμιστοκλέους (αφυπηρετήσας) XXXXX Στυλιανού (αφυπηρετήσας) XXXXX Νικολαΐδης XXXXX Χατζηιωάννου (αφυπηρετήσας) XXXXX Μαλιώτης XXXXX Καρεκλάς (αφυπηρετήσας) XXXXX Ονησιφόρου XXXXX Νεοφύτου» Παρατηρώ ότι ουδόλως έχει επεξηγηθεί από την πλευρά της Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση με ποιο τρόπο τα εν λόγω έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα ή κατά πόσο και με ποιο τρόπο αυτά εμπεριέχουν τέτοια πληροφόρηση που άμεσα ή έμμεσα θα δώσει τη δυνατότητα στην Αιτήτρια να προωθήσει την υπόθεση της ή να προκαλέσει βλάβη στην υπόθεση του αντιδίκου της ή ότι μπορεί να οδηγήσει σε σειρά ερευνών που θα είχαν αυτές τις συνέπειες. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά το Αιτητικό Α1, ανατρέχοντας στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά στα εν λόγω έγγραφα ή οτιδήποτε που να φαίνεται εκ πρώτης όψεως σχετικό με την περιγραφή αυτών ως έχει διατυπωθεί στο αιτητικό Α1 της υπό κρίση Αίτησης. Η απουσία συγκεκριμενοποίησης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση της φύσης των εν λόγω εγγράφων και της σχετικότητας αυτών με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής καθιστά το όλο εγχείρημα της Αιτήτριας ιδιαίτερα δύσκολο. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας η παραχώρηση ποσών στο Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων του οποίου ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος η Αιτήτρια έγινε με βάση τη Συμφωνία (Πρακτικό) που υπογράφηκε στις 22/6/1990, το οποίο χαρακτηρίζεται από την Αιτήτρια ως το πρακτικό ίδρυσης του ταμείου. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Αιτήτριας, το όνομα του ταμείου του οποίου είναι δικαιούχος είναι «Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων μονίμων υπαλλήλων του ΡΙΚ» και δεν έχει εξηγηθεί με οποιοδήποτε τρόπο εκ μέρους της Αιτήτριας πως τα αιτούμενα με το Αιτητικό Α1 προς αποκάλυψη έγγραφα τα οποία κάνουν αναφορά σε Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ και Ταμείο Προνοίας Διευθυντικού Προσωπικού του ΡΙΚ θα βοηθήσουν την υπόθεση της Ενάγουσας ή είναι σχετικά με την υπόθεση της. Στην πραγματικότητα, δεν στοιχειοθετείται με μαρτυρία, εκ πρώτης όψεως, η σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων με τα επίδικα θέματα, ενώ παράλληλα η Αιτήτρια δεν προβαίνει στην απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση με αναφορά στα γεγονότα και επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Και αυτό, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση φαίνεται να παραδέχεται το γεγονός ότι στο πλαίσιο της επίδικης συλλογικής σύμβασης που συνομολογήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και των Συντεχνιών που εκπροσωπούσαν τους υπαλλήλους των Εναγομένων συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι αρχίσουν να καταβάλλουν ως εισφορά προς όφελος των μόνιμων υπαλλήλων τους περιθωριακά ωφελήματα. Σε ότι αφορά τα έγγραφα που ζητούνται με το Αιτητικό Α2, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 9 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «.η Ενάγουσα, ως συνταξιούχος διευθυντής, κατέχει κεκτημένο δικαίωμα επί του ποσού των €3,5 περίπου εκατομμυρίων που υπάρχουν τώρα στο Ταμείο αμέσως, δηλαδή το ίδιο δικαίωμα επί των Περιθωριακών Ωφελημάτων που έχουν ήδη καταβληθεί και/ή παραχωρηθεί ανεπίσημα και με άκραν μυστικότητα σε 8 Τμηματάρχες/Διευθυντές του ΡΙΚ εκ των οποίων 5 έχουν αφυπηρετήσει, και που ήταν ανάλογη με τα έτη υπηρεσίας των σε συνάρτηση με τα έτη λειτουργίας του Ταμείου και επί τοις % αναλογίας του μισθού των, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 πιο πάνω.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και πάλι δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε σχέση με το ζήτημα της σχετικότητας των εν λόγω εγγράφων με τα επίδικα θέματα και με ποιο τρόπο αυτά θα βοηθήσουν την υπόθεση της Ενάγουσας ή θα πλήξουν την υπόθεση των Εναγομένων. Προβάλλεται απλώς η γενική θέση ότι τα έγγραφα που ζητούνται είναι σχετικά και αναγκαία για την ορθή προετοιμασία της υπόθεσης και τον προγραμματισμό της μαρτυρίας που θα παρουσιασθεί κατά την ακρόαση χωρίς και πάλι να γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά. Το γεγονός ότι υπάρχει αναφορά στο δικόγραφο της Ενάγουσας σε διάθεση ποσών από το Ταμείο σε 8 Τμηματάρχες/Διευθυντές του ΡΙΚ από μόνο του σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αποκάλυψη των εγγράφων που ζητούνται με το Αιτητικό Α2 της υπό κρίση Αίτησης αφού αφενός, δεν έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή συγκεκριμένη αναφορά από την ομνύουσα για τη σχετικότητα αυτών με τις επίδικες αξιώσεις της Ενάγουσας και αφετέρου, δεν καθίσταται αντιληπτό, στο πλαίσιο πάντα της παρούσας διαδικασίας, με ποιο τρόπο οι όποιες αποφάσεις εκ μέρους των Εναγομένων για διάθεση οποιωνδήποτε ποσών σε οποιαδήποτε άλλα άτομα πέραν της Ενάγουσας σχετίζονται με τις επίδικες αξιώσεις της Ενάγουσας και πως θα βοηθήσουν την Ενάγουσα στην απόδειξη των δικογραφημένων αξιώσεων της. Από το δικόγραφο της Ενάγουσας, προκύπτει ότι αυτή αξιώνει συγκεκριμένο ποσό εναντίον των Εναγομένων ως δικαιούχος του «Ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων μονίμων υπαλλήλων του ΡΙΚ» το οποίο δημιουργήθηκε, σύμφωνα πάντα με την ίδια, με βάση συμφωνία που υπογράφηκε στις 22/6/
  3. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ο τρόπος καταμερισμού των ποσών που υπάρχουν στο εν λόγω Ταμείο είναι καταγεγραμμένος και δεν συντρέχει λόγος διαμάχης προς εξεύρεση του πληρωτέου στην Ενάγουσα ποσού. Στην αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας προβάλλεται η θέση ότι τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να αποκαλυφθούν προκειμένου να αποδείξει η Ενάγουσα άνιση μεταχείριση σε βάρος της και να αποκαλυφθούν τόσο η ύπαρξη πρακτικής καταβολής του εν λόγω ωφελήματος όσο και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρξε άνιση μεταχείριση εναντίον της Ενάγουσας. Πέραν του ότι οι θέσεις αυτές θα έπρεπε να τεθούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση πράγμα που δεν έγινε με αποτέλεσμα αυτές να προβάλλονται για πρώτη φορά στην αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας με τρόπο ώστε αυτές να πρέπει να αγνοηθούν[3], παρατηρώ ότι, σε κάθε περίπτωση, η όποια άνιση μεταχείριση για την οποία γίνεται αναφορά στην αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας δεν φαίνεται, υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να αποτελεί επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής αφού πέραν του ότι δεν γίνεται καμία περί τούτου συγκεκριμένη αναφορά στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε περί τούτου αξίωση από την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα διεκδικεί συγκεκριμένο ποσό βάση συμφωνίας και/ή συμφωνιών όπως χαρακτηριστικά αναφέρει πλέον τόκο επί του συγκεκριμένου ποσού που αξιώνει. Δεν αξιώνονται στην παρούσα υπόθεση οποιεσδήποτε θεραπείες στη βάση άνισης μεταχείρισης της Ενάγουσας. Επίσης, η αναφορά στην αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας σε απόδειξη πρακτικής καταβολής του εν λόγω ωφελήματος και πάλι δεν καθίσταται αντιληπτό, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, με ποιο τρόπο σχετίζεται με τα επίδικα θέματα ή θα βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας. Πέραν του ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε περί τούτου εξήγηση στην υπό κρίση Αίτηση, δικογραφικά, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση ότι η όποια διάθεση ποσών στα συγκεκριμένα τρίτα πρόσωπα για τα οποία ζητείται η αποκάλυψη δημιούργησε ή εγκαθίδρυσε ή καθιέρωσε συγκεκριμένο τρόπο ή πρακτική καταβολής των όποιων ποσών υπάρχουν στο εν λόγω ταμείο στην Ενάγουσα. Επισημαίνω και πάλι ότι το λιγότερο που όφειλε να πράξει η Ενάγουσα στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης προς υποστήριξη του αιτήματος της ήταν να εξειδικεύσει και συγκεκριμενοποιήσει το αίτημα της με αναφορά στα γεγονότα και επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης σε συνάρτηση πάντα με τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα. Κάτι τέτοιο, δυστυχώς, δεν έγινε. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα Αιτητικά Α3 και Α4 της υπό κρίση Αίτησης. Με αυτά η Αιτήτρια επιδιώκει την αποκάλυψη των ακόλουθων εγγράφων: «
  4. Την απόφαση και Πρακτικά του Δ/Σ των Εναγομένων που παραχώρησε (αυθαίρετα) από το 1991 - 2014 το ποσό των €1.484.996 από το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων σε συνταξιούχους που αφυπηρέτησαν (μη δικαιούχοι) πριν την 1.1.1982 και ΔΕΝ ήταν μέλη του Ταμείου Περιθωριακών Ωφελημάτων, το οποίο ιδρύθηκε το 1989, ως επίσης τον κατάλογο των ονομάτων με τα σχετικά κριτήρια.
  5. Την απόφαση και τα κριτήρια καταβολής του ποσού των €80.000 από το Ταμείο Περιθωριακών Ωφελημάτων για ασφαλτόστρωση υποστέγων στο χώρο στάθμευσης του ΡΙΚ.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και πάλι δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε σχέση με το ζήτημα της σχετικότητας των εν λόγω εγγράφων με τα επίδικα θέματα. Ανατρέχοντας στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο εντάλμα παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά σε παράνομη οικειοποίηση εκ μέρους των Εναγομένων διά της καταβολής για την περίοδο 1991 - 2014 σε υπαλλήλους των Εναγομένων που αφυπηρέτησαν και δεν ήταν πλέον υπάλληλοι/μέλη για σκοπούς Περιθωριακών Ωφελημάτων ποσού ύψους €1.484,996 καθώς και ποσού ύψους €80,000 για ασφαλτόστρωση χώρου στάθμευσης των υπαλλήλων των Εναγομένων. Οι εν λόγω αναφορές από μόνες τους σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και τούτο γιατί αφενός, δεν έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή συγκεκριμένη αναφορά από την ομνύουσα για τη σχετικότητα αυτών με τις επίδικες αξιώσεις της Ενάγουσας και αφετέρου, δεν έχει διαφανεί στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης και στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο με ποιο τρόπο οι όποιες αποφάσεις των Εναγομένων για παραχώρηση ή διάθεση των εν λόγω ποσών σχετίζονται με τις επίδικες αξιώσεις της Ενάγουσας οι οποίες είναι πολύ συγκεκριμένες. Δεν προβάλλονται οποιεσδήποτε αξιώσεις εκ μέρους της Ενάγουσας στη βάση με κατ' ισχυρισμό κακοδιαχείρισης ποσών των περιθωριακών ωφελημάτων εκ μέρους των Εναγόμενων, ούτε ζητείται εκ μέρους της Ενάγουσας είτε η καταβολή οποιωνδήποτε αποζημιώσεων σε αυτή τη βάση είτε η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος στη βάση κατ' ισχυρισμό παράνομης ή αυθαίρετης οικειοποίησης χρημάτων εκ μέρους των Εναγομένων με τρόπο ώστε τα έγγραφα που ζητούνται να μπορέσουν να βοηθήσουν την Ενάγουσα να αποδείξει τις πολύ συγκεκριμένες αξιώσεις που προβάλλει εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω και υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, εγείρονται, υπό τις περιστάσεις, σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη χρησιμοποίηση της παρούσας διαδικασίας εκ μέρους της Ενάγουσας για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας αφού το Δικαστήριο, δεν έχει ικανοποιηθεί υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ότι τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή θέματα, με την έννοια που έχει αποδοθεί στον όρο σχετικότητα από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση Αίτησης. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823. [2] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] Hamisi Mwinyi Selmani v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013, ημ. 5/6/2015, El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1B ΑΑΔ 1255, 1270. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.