← Κύπρος

PRIMETEL PLC ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2910/13, 24/3/2021

PRIMETEL PLC ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2910/13, 24/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2910/13 Μεταξύ: PRIMETEL PLC Εναγόντων και ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Ενάγοντες Αιτητές: Η κα Κ. Χατζηαναστάση, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Κ. Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου και Σία -------------- Ενδιάμεση Απόφαση σε Αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 09.03.2020 υπό της Ενάγουσας Αιτήτριας για έκδοση Διαταγμάτων του Δικαστηρίου για αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων Θεωρώ χρήσιμο και ορθό προτού ασχοληθώ με την υπό κρίση αίτηση να περιγράψω σε συντομία την πορεία της παρούσας υπόθεσης, ούτως ώστε να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση. Στις 10.05.2013 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Αξίωση της Ενάγουσας κατά των Εναγομένων είναι: 1. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παραβιάζουν τις πρόνοιες του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου 13(I)/2008 και δη το Άρθρο 6 αυτού και/ή το Άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν σαν αποτέλεσμα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους των Εναγομένων στη λιανική αγορά ευρυζωνικής πρόσβασης κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(β) και 6
(1)(γ) του Ν13(I)/2018 ως τα ευρήματα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ) στην απόφασή της με αριθμό 48/12 ημερομηνίας 08.10.2012, σχετικά με την καταγγελία με αριθμό φακέλου 11.17.68/2005. Οι Εναγόμενοι στους οποίους επιδόθηκε η αγωγή καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 21.05.2013 και στις 17.12.2013, καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα είναι αδειούχος παροχέας ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει της υπό αριθμό άδειας 09/2004, που της χορηγήθηκε από τον Επίτροπο Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Κατέχει και λειτουργεί περιφερειακό δίκτυο που επεκτείνεται στην Ελλάδα, Κύπρο, Ρωσία και Ηνωμένο Βασίλειο παρέχοντας σύνδεση σε κάθε πόλη προσφέροντας επικοινωνία δεδομένων και υπηρεσίες IP μεταξύ των βασικών αγορών της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τη δεσπόζουσα θέση που έχουν στην αγορά για απευθείας πρόσβαση στο κέντρο αποστολής γραπτών μηνυμάτων στην Κύπρο, παρεμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την Ενάγουσα από του να προσφέρει υπηρεσίες σύντομων γραπτών μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας, (premium sms) με τη χρέωση να γίνεται με τη λήψη/τερματισμό του μηνύματος στους συνδρομητές της. Στις 11.10.2005 η Ενάγουσα υπέβαλε καταγγελία στην ΕΠΑ καταγγέλλοντας τους Εναγόμενους και η ΕΠΑ, στις 08.10.2012, εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση διαπιστώνοντας παράβαση του Άρθρου 6
(1)(β) του Νόμου εκ μέρους των Εναγομένων λόγω της άρνησης τους να παρέχουν απευθείας πρόσβαση στην Ενάγουσα στο κέντρο αποστολής γραπτών μηνυμάτων με όλες τις συναφείς υπηρεσίες που ήταν απαραίτητες ώστε η Ενάγουσα να ήταν σε θέση να προσφέρει υπηρεσίες σύντομων γραπτών μηνυμάτων προστιθέμενης αξίας (premium sms) όπου η χρέωση γίνεται κατά τον τερματισμό του μηνύματος και παράβασης του άρθρου 6
(1)(γ) του Νόμου λόγω της εφαρμογής εκ μέρους των Εναγομένων ανόμοιων όρων συναλλαγής προς την Ενάγουσα και τους επέβαλε διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους €960.
  1. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι συνεπεία των παραβάσεων των Εναγομένων, όπως εκτίθενται στην απόφαση της ΕΠΑ, υπέστη γενικές και ειδικές ζημιές γι' αυτό και αξιώνει με την παρούσα αγωγή ειδικές αποζημιώσεις ύψους €1.690.228 για την περίοδο από 31.08.2005 μέχρι 15.04.2010, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €81.368 ως δικηγορικά, εργατικά και άλλα λειτουργικά έξοδα που υπέστη κατά την περίοδο 11.10.05 μέχρι 8.10.2012 ως αποτέλεσμα της διαδικασίας ενώπιον της ΕΠΑ και γενικές αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη σαν αποτέλεσμα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους των Εναγομένων στη λιανική αγορά ευρυζωνικής πρόσβασης ως τα ευρήματα της ΕΠΑ στην απόφασή της. Αξιώνει επίσης την έκδοση Δήλωσης του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παραβίαζαν τις πρόνοιες του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου Ν131(Ι)/2008, άρθρο 6 και/ή του άρθρου 102 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 09.03.2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και τις ισχυριζόμενες από αυτή ζημιές και αναφέρουν ότι η απόφαση της ΕΠΑ είναι κατά την άποψή τους εσφαλμένη και έχει προσβληθεί με την προσφυγή 12/2014 η οποία εκκρεμεί. Επίσης ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα ουδέποτε πρόσφερε υπηρεσίες σύντομων μηνυμάτων αξίας με χρέωση στον προορισμό με οποιονδήποτε τρόπο, για να μπορούν να ισχυριστούν ότι υπέστησαν οποιανδήποτε ζημιά. Στις 31.03.2015 καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση από την Ενάγουσα και, ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες. Στις 26.11.2015 καταχωρήθηκε αίτηση από την Ενάγουσα για τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην οποία εκδόθηκε Διάταγμα εκ συμφώνου και στις 12.02.2016 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία και πάλι εγκρίθηκε εκ συμφώνου και καταχωρήθηκε νέα τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 16.02.
  2. Στις 10.03.2016 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων. Στις 24.01.2017, μετά που έγινε αλλαγή των δικηγόρων της Ενάγουσας, καταχωρήθηκε νέα αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία επίσης εγκρίθηκε εκ συμφώνου και καταχωρήθηκε νέα τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στις 23.02.2017 στην οποία οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τροποποιημένη Υπεράσπιση, και για πρώτη φορά και Ανταπαίτηση, στις 03.02.
  3. Στις 24.03.2017 η Ενάγουσα επανήλθε με νέα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής της, στην οποία οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στις 14.06.2017 και τελικά στις 10.02.2017 εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα Τροποποίησης. Στις 03.03.2017 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ακολούθως καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα αίτηση διαγραφής της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία αποσύρθηκε στις 02.02.2018 και τα τροποποιημένα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν την 01.03.
  4. Στις 02.11.2018 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων η οποία διατάχθηκε να επιδοθεί στην πλευρά των Εναγομένων και στις 28.03.2019 εκδόθηκε το αιτούμενο Διάταγμα, ως αποτέλεσμα του οποίου η κυρία XXXXX Παμπακά, Εσωτερική Νομική Σύμβουλος και Διευθύντρια στο Νομικό Τμήμα της Ενάγουσας, καταχώρησε στις 04.06.2019 ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, συνοδευόμενη από δισέλιδο έγγραφο με τίτλο «Πίνακας Α» στον οποίο αποκαλύπτονται 40 έγγραφα. Στις 12.09.2019 καταχωρήθηκε εκ πλευράς των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, αποτελούμενη από τον «Πίνακα Α» και τον «Πίνακα Β», με θέση ότι τα έγγραφα του Πίνακα Α μπορούν να προσκομιστούν και να επιθεωρηθούν, ενώ για εκείνα του Πίνακα Β δεν συμφωνούν στην προσκόμιση και επιθεώρησή τους. Σημειώνω εδώ ότι Πίνακας Α της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων των Εναγομένων αποτελείται από πέντε στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε αριθμούς του Πίνακα Α της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων της Ενάγουσας, ενώ ο Πίνακας Β από τρία στοιχεία. Στις 09.03.2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από πλευράς Ενάγουσας με την οποία ζητά την έκδοση Διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να αποκαλύψουν ενόρκως κατά πόσον συγκεκριμένα έγγραφα που αναφέρουν στην αίτησή τους βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή τους και τα οποία δεν αποκάλυψαν στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, ημερομηνίας 12.09.2019 και τα οποία σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.28 θ.θ.1, 2, 5 και 11, η Δ.48, θ.θ.1‑-9, η Δ.64, το άρθρο 40 του Περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου 13(I)/2008, επί ο Νόμος 113(I)/2017, η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/104/ΕΕ ημερομηνίας 26.11.2014, η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η συμφυής εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Σαββίδου, δικηγόρου στο γραφείο της Ενάγουσας Αιτήτριας, στην οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα Αιτήτρια να προβεί στην καταχώρηση της ένορκης δήλωσης, έχοντας λάβει και πληροφορίες από τους δικηγόρους που χειρίζονται την αγωγή. Περιγράφει στο ιστορικό της παρούσας διαδικασίας, τις αιτίες αγωγής και τα επίδικα θέματα και προβαίνει στη θέση ότι κατά την άποψή της οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση, στη δική τους ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, έχουν καταγράψει τα έγγραφα που αποκαλύπτουν με πολύ γενικό και ευρύ τρόπο, δεν τα εξειδικεύουν και δεν αναφέρουν τι αυτά αφορούν, όπως και δεν ξεχωρίζουν ποια έγγραφα έχουν τελικά στη φύλαξη και κατοχή τους και ποια προτίθενται να επικαλεστούν και να χρησιμοποιήσουν κατά την ακρόαση. Επίσης, κατά την άποψη της, δεν έχουν αποκαλυφθεί έγγραφα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής, ενώ και πάλι δεν καθορίζουν ποια έγγραφα έχουν στην κατοχή τους, σε σχέση με την αλληλογραφία και την διαδικασία ενώπιον της ΕΠΑ. Είναι η θέση της ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημά τους, γιατί αν δεν αποκαλυφθούν ενόρκως τα συγκεκριμένα έγγραφα και να επιτραπεί η επιθεώρησή τους και η λήψη αντιγράφων από τους δικηγόρους της Ενάγουσας Αιτήτριας, η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να προχωρήσει με απόδειξη της υπόθεσής της. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, γι' αυτό και θεωρεί ότι είναι σημαντικό να τους δοθούν τα έγγραφα που περιγράφουν στην αίτησή τους. Πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο προχωρήσει και εγκρίνει το αίτημα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωσή της την απόφαση της ΕΠΑ, με αριθμό 48/12, ημερομηνίας 08.10.2012, στην οποία υπάρχει αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη. Στις
  5. 2020, οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την ένστασή τους. Η νομική της βάση είναι παρόμοια με αυτή της αίτησης και στηρίζεται περαιτέρω σε άρθρα του περί Ερμηνείας Νόμου, του Νόμου 33/1964, του Νόμου 14/1960, σε άρθρα του Συντάγματος, στον Ν.112(Ι)/2004, στην νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση προβάλλονται εννέα συνολικά λόγοι ένστασης οι οποίοι είναι ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δικονομίας και των Κανονισμών, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και οι λόγοι που προβάλλονται δε δικαιολογούν την καταχώριση της και την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, το αιτητικό Δ είναι πρόωρο και άνευ αντικειμένου αφού δεν έχει ζητήσει η Ενάγουσα Αιτήτρια να επιθεωρήσει τα έγγραφα, η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν ζητεί την περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων αλλά την συγκεκριμενοποίηση εγγράφων που έχουν ήδη αποκαλυφθεί και δεν παρέχεται τέτοια ευχέρεια. Όπως έχει νομολογηθεί, με την αίτηση και την ένορκη δήλωση οι Αιτητές πρέπει να αποδεικνύουν ότι όντως οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν στην κατοχή τους τα έγγραφα που ζητούν και ότι αυτά είναι σχετικά, και προβάλουν την θέση ότι τα έγγραφα υπό αιτητικό Α, Β και Γ,
(1)
(2)
(3)για όλες τις παραγράφους, είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα ενώ όλα τα υπόλοιπα αιτούμενα έγγραφα περιλαμβάνονται στα αποκαλυφθέντα έγγραφα της Ενάγουσας των οποίων η επιθεώρηση δεν ζητήθηκε ή βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Αιτήτριας. Προβάλλουν επίσης την θέση ότι η αποκάλυψη των αιτούμενων εγγράφων με την υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στο ψάρεμα μαρτυρίας εκ μέρους της Ενάγουσας Αιτήτριας, δεν είναι αναγκαία ούτε χρήσιμη, δεν οδηγεί στην δίκαιη εκδίκαση της αγωγής ή την εξοικονόμηση εξόδων και ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι τα αιτούμενα έγγραφα είναι σχετικά με την απαίτηση της. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του XXXXX Παναγιώτου, Βοηθού Γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί σε αυτήν. Διαφωνεί με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και απορρίπτει ως ανυπόστατους και λανθασμένος όλους τους ισχυρισμούς που περί περιέχονται σε αυτήν. Παραδέχεται ότι η ΕΠΑ έκδωσε την απόφαση τεκμήριο 1 αλλά δηλώνει ότι αυτή βρίσκεται υπό αναθεώρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο και είναι η θέση του ότι όλοι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης είναι αόριστοι και ενοχλητικοί. Τα πλείστα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη είναι έγγραφα που αφορούν την αλληλογραφία και όλα τα πρακτικά της ΕΠΑ και αναφέρει ότι τα τιμολόγια των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση προς τρίτους των οποίων ζητείται η αποκάλυψη είναι άσχετα και εν πάση περιπτώσει καλύπτονται από το απόρρητο των επικοινωνιών και τυγχάνουν χειρισμού σύμφωνα με τον Νόμο 112(Ι)/
  1. Επαναλαμβάνει την θέση περί ψαρέματος μαρτυρίας όπως επίσης και το γεγονός ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν ζήτησε να επιθεωρήσει τα αποκαλυφθέντα έγγραφα, συνεπώς η αίτηση της είναι πρόωρη αφού δεν γνωρίζει ότι αυτά δεν περιλαμβάνονται στην αποκάλυψη. Υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, τονίζει ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια προσπαθεί με την αίτηση να παρακάμψει τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας της ΕΠΑ και των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση για αυτό και αιτείται την απόρριψη της με έξοδα. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με τους συνηγόρους των δύο πλευρών να καταθέτουν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση, χωρίς να ζητηθεί είτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στη δική τους αγόρευση οι συνηγόροι της Ενάγουσας Αιτήτριας αποσύρουν με επιφύλαξη το αιτητικό Γ της αίτησης και επομένως παραμένουν προς εξέταση τα αιτητικά υπό παραγράφους Α και Β της αίτησης. Αρχίζουν την αγόρευσή τους με ένα σύντομο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως ασχολούνται με την αιτία αγωγής και τα επίδικα θέματα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση της ΕΠΑ, με την οποία επιβλήθηκε στους Εναγομένους Καθ' ων η Αίτηση διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους €960.000 και αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους η ΕΠΑ κατέληξε σε αυτήν την απόφαση. Ακολούθως ασχολούνται με το νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης που είναι κυρίως η Δ.28 θ.11 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και με αναφορά σε νομολογία επιχειρηματολογούν ότι θα πρέπει στην παρούσα περίπτωση να εγκριθεί το αίτημά τους, αφού η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση όπως παρουσιάζεται με την Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Χ"Ιωάννου είναι έκδηλα ανεπαρκής καθότι σε αυτήν καταγράφεται με πολύ γενικό τρόπο αριθμός εγγράφων που έχουν οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση στην κατοχή τους, ενώ είναι ολοφάνερο από την απόφαση της ΕΠΑ ότι έχουν στην κατοχή τους πολύ πιο πολλά έγγραφα, τα οποία και χρησιμοποίησαν κατά τη διαδικασία ενώπιον της ΕΠΑ. Έτσι πιστεύουν ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως ότι τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα υπάρχουν και βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση, γι' αυτό και θα πρέπει το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση. Αρνούνται τους ισχυρισμούς περί ψαρέματος μαρτυρίας, θεωρούν ότι έχει αποδειχτεί ότι όλα τα έγγραφα των οποίων ζητούν την αποκάλυψη είναι εκ πρώτης όψεως σχετικά με την υπόθεση και είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν έγγραφα που βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση με συνέπεια η Ενάγουσα Αιτήτρια να μην είναι σε θέση να αντλήσει την πληροφόρηση που απορρέει από τα έγγραφα αυτά. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί εμπιστευτικότητας των εγγράφων, είναι η θέση των δικηγόρων της Ενάγουσας Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει συγκεκριμένα μέτρα προς διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των εγγράφων αυτών, σε περίπτωση που το κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο και παραπέμπουν σχετικά σε νομολογία. Είναι καταληκτικά η θέση τους ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση στη δική τους αγόρευση θεωρούν την αίτηση καταχρηστική και πρόωρη στα πλείστα σημεία της, αφού βασική τους θέση είναι ότι η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς προηγουμένως να έχει γίνει επιθεώρηση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν, ούτως ώστε η Ενάγουσα Αιτήτρια να γνωρίζει και να επιβεβαιώνει ότι τα έγγραφα που επιδιώκει να αποκαλυφθούν, όντως δεν έχουν αποκαλυφθεί. Θεωρούν ότι συνιστά κατάχρηση να επιδιώκεται διαταγή ειδικής αποκάλυψης πριν να ζητηθεί η επιθεώρηση των εγγράφων από τους διαδίκους και η Δ.28 θ.11 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει Διατάγματα Επιθεώρησης μόνο, όταν υπάρχει άρνηση και μόνο όταν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης ή περιορισμό των εξόδων. Παρά την πιο πάνω γενική και βασική τους θέση, θεωρούν ότι από τα έγγραφα που ζητούν να αποκαλυφθούν με το αιτητικό Α, 1, 2, 3 και Β, 1, 2, 3 η Ενάγουσα Αιτήτρια ζητεί να αποκαλυφθούν τιμολόγια των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση προς τους συνδρομητές τους και τις σχετικές συμφωνίες που περιέχουν απόρρητα δεδομένα κίνησης και χρέωσης που καλύπτονται από το απόρρητο των επικοινωνιών και τυγχάνουν ισχυρισμού σύμφωνα με τον Νόμο 112(I)/04 και παραπέμπουν σχετικά στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου. Αναφέρουν επίσης ότι τα εν λόγω τιμολόγια και αποδείξεις περιέχουν πληροφορίες που περιλαμβάνουν τον αριθμό κλήσης, το όνομα και τη διεύθυνση του συνδρομητή και τη χρέωση που υποδηλώνει και το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Ως εκ τούτου καλύπτονται από τον Νόμο 92/96 ο οποίος με το Άρθρο 3 αυτού, καθιστά ποινικό αδίκημα την υποκλοπή, παρακολούθηση ή αποκάλυψη ιδιωτικής επικοινωνίας. Έχουν τη θέση ότι τα ζητούμενα με το αιτητικό Α 4, 5, 6 και 7 και Β, 4, 5, 6 και 7 έγγραφα έχουν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης, ημερομηνίας 12.09.2019, στον Πίνακα Α. Τέλος αναφέρουν ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον της ΕΠΑ βρίσκονται τα πλείστα στην κατοχή της Ενάγουσας Αιτήτριας, αφού ήταν μέρος της διαδικασίας ενώπιον της ΕΠΑ, είναι μέρος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή και μέρος της διαδικασίας στις προσφυγές 2004/12 και 2019/12, όπου κατατέθηκαν ολόκληροι οι φάκελοι της ΕΠΑ και στην ένσταση της οποίας επισυνάφθηκε όλη η διαδικασία ενώπιον της. Επιμένουν ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια προσπαθεί να αλιεύσει μαρτυρία και ζητούν την απόρριψη της αίτησης. Επειδή κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου οι συνήγοροι δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους τις γραπτές τους αγορεύσεις, προ τις καταχωρήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν και από τους δύο διαδίκους, μετά από άδεια του Δικαστηρίου συμπληρωματικές αγορεύσεις. Με τη δική της συμπληρωματική αγόρευση η Ενάγουσα Αιτήτρια υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της αρχικής της αγόρευσης. Υπενθυμίζει ότι περιόρισε την αίτησή της σε ό,τι αφορά τα αιτητικά Α και Β της αίτησης, αρνείται τους ισχυρισμούς περί καταχρηστικής συμπεριφοράς, περί προωρότητας του αιτήματος και τα όσα αναφέρουν οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τη δήθεν εμπιστευτικότητα αριθμού εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η αποκάλυψη. Επιμένουν ότι δεν τίθεται θέμα αλίευσης της μαρτυρίας, αλλά τα έγγραφα τα χρειάζονται για να προετοιμάσουν σωστά την υπόθεσή τους και να την παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με τη δική του συμπληρωματική αγόρευση ο συνήγορος των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση επικεντρώνεται στην προωρότητα της αίτησης επειδή δεν έχει προηγηθεί επιθεώρηση των αποκαλυφθέντων εγγράφων που έχει ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα Αιτήτρια να εικάζει ότι δεν αποκαλύφθηκαν τα έγγραφα που ζητά, ενώ οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση να λέγουν ότι έχουν αποκαλυφθεί. Κατά τα λοιπά υιοθετεί πλήρως την αγόρευση που έχει καταχωρήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.28 θ.11 η οποία και διέπει το υπό εκδίκαση θέμα αναφέρει τα εξής: «
  2. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το Annual Practice του 1958, σε σχέση με την αντίστοιχη πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών O. 31 R. 19A
(3). Όπως εξ' άλλου λέχθηκε στην TBF (CYPRUS) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153: «Ο Δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Αrt Productions
(1928)W.N.218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "Τhe present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." .................................. .................................................. .... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28 θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R.40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "Relevant" meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences." Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή ή Δημητρίου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.2271, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική ΄Εφεση 9960 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL, ημερομ. 22.9.98, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire
(1920)A.C.581, H.L.630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D.55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R.43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)A.Α.Δ.40).» Εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν αναγραφεί πιο πάνω με λεπτομέρεια, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια μέσω των συνηγόρων της δεν έχει προβεί σε επιθεώρηση των εγγράφων που έχουν αποκαλύψει ενόρκως οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση και των οποίων δεν έχουν ένσταση να γίνει επιθεώρηση, αυτά δηλαδή του Πίνακα Α της ένορκης δήλωσης της κας XXXXX Χατζηιωάννου, έτσι πραγματικά ούτε το Δικαστήριο γνωρίζει κατά πόσο τα έγγραφα των οποίων ζητείται η περαιτέρω αποκάλυψη εκ πλευράς Ενάγουσας Αιτήτριας έχουν ήδη αποκαλυφθεί ενόρκως από τους Εναγομένους. Επομένως, η θέση των συνηγόρων των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη, αφού δεν έχουν προβεί σε επιθεώρηση των εγγράφων, φαίνεται να έχει βάση. Περαιτέρω φαίνεται ότι η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν αποδεικνύει ότι όντως τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ως απαιτείται και από τη Δ.28 θ.11, αλλά και τη νομολογία. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση συμμετείχαν στη διαδικασία ενώπιον της ΕΠΑ δεν συνεπάγεται αυτόματα και κατοχή όλων αυτών των εγγράφων που υποθέτει η Ενάγουσα Αιτήτρια. Αντίθετα, κατ' αναλογία μπορεί να επιχειρηματολογηθεί ότι και η Ενάγουσα Αιτήτρια κατέχει τα εν λόγω έγγραφα εφόσον συμμετείχε και εκείνη στη διαδικασία ενώπιον της ΕΠΑ. Τέλος, σε σχέση με τα έγγραφα που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καλύπτονται από το απόρρητο των επικοινωνιών και εφαρμόζονται σχετικά οι πρόνοιες του Ν.112(Ι)/2004, επίσης φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι τουλάχιστον στο στάδιο αυτό η αίτηση της Ενάγουσας Αιτήτριας δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας Αιτήτριας τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.