← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. KYRIACOS MARKIDES KATOIKIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5892/12, 23/3/2021

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. KYRIACOS MARKIDES KATOIKIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5892/12, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5892/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. KYRIACOS MARKIDES KATOIKIES LTD 2. XXXXX Τρύφωνος 3. XXXXX Τρύφωνος 4. XXXXX Τρύφωνος Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Εναγόμενους Αιτητές: Ο κ. Α. Κατσουρίδης, για δικηγορικό γραφείο Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Για την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Κ. Ηλία και ο κ. Κ. Νεοφύτου, για Α. και Α. Κ. Αιμιλιανίδης Κ. Κατσαρός και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 17/12/2020 υπό Εναγομένων - Αιτητών για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Προτού ασχοληθώ με την υπό κρίση αίτηση, θεωρώ ορθό όπως θέσω επιγραμματικά το χρονικό της παρούσας αγωγής όπως φαίνεται μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου για να μπορεί να είναι πιο εύκολα κατανοητή η παρούσα απόφαση. Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο στις 3/9/2012. Με αυτήν η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων απόφαση για διάφορα ποσά δυνάμει συμφωνιών δανείου και/ή πίστωσης, και/ή συμφωνίες εγγυήσεως αλλά και Διατάγματα που να διατάσσουν την πώληση των ενυπόθηκων ακίνητων με αριθμούς υποθήκης XXXXX/07, XXXXX/07, XXXXX/10. Ζητά επίσης την έκδοση απόφασης ότι η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 17/12/2008 το οποίο κατέχει προς εξασφάλιση των πιο πάνω συμφωνιών. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως σε όλους τους Εναγόμενους οι οποίοι στις 22/12/2012 καταχωρήθηκαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Στις 10/9/2013 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία ουσιαστικά αναφέρουν ότι όλες οι συμφωνίες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι προϊόν δόλου και παραπλάνησης από πλευράς της Ενάγουσας και είναι κατ' επέκταση άκυρες εξ αρχής και νομικά ανεφάρμοστες, όπως και το ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη, καθότι στις συμφωνίες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει ρητή αναφορά ότι η αποπληρωμή του ποσού θα αρχίσει και/ή θα προέλθει αποκλειστικά με την ανάπτυξη συγκεκριμένων ακίνητων, γεγονός που ακόμα δεν έλαβε χώρα, χωρίς την υπαιτιότητα των Εναγομένων, και έτσι έχουν τη θέση ότι το αιτούμενο ποσό δεν κατέστη ακόμα νομικά απαιτητό. Ανταπαιτούν αναφορικά με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας, εκδόσεις Δηλώσεων από το Δικαστήριο ότι οι συμφωνίες και επιβαρύνσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι άκυρες εξ υπ' αρχής και χωρίς καμία νομική ισχύ. Στις 24/9/2013 οι δικηγόροι της Ενάγουσας καταχώρησαν δικόγραφο με τίτλο Απάντηση αλλά όχι και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στα πλαίσια όμως της όποιας υπάρχει γενική άρνηση της Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Στις 27/9/2013 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης στην Ανταπαίτηση και στις 23/10/2013 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση για τροποποίηση του δικόγραφου της με τίτλο Απάντηση σε «Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση». Στις 11/11/2013 η αίτηση ημερομηνίας 27/9/2013 απεσύρθη και απερρίφθη, ενώ εγκρίθηκε εκ συμφώνου η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 23/10/2013. Στις 2/12/2013 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα το τροποποιημένο δικόγραφο της με τίτλο Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Στις 17/12/2013 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για διαγραφή και παραμερισμό του δικογράφου Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ενώ στις 21/1/2014 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για νέα τροποποίηση του δικογράφου Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Στις 21/2/2014 εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα ως η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 21/2/2014, ενώ στις 19/3/2014 απεσύρθη από τους Εναγόμενους η αίτηση ημερομηνίας 17/12/2013. Στις 27/3/2014 καταχωρήθηκε δικόγραφο με τίτλο Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς Ενάγουσας στην οποία οι Εναγόμενοι αντέδρασαν στις 7/4/2014 καταχωρώντας Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Ενάγουσας. Στις 11/3/2015 καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ πλευράς Ενάγουσας και στις 18/3/2015 ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ πλευράς Εναγομένων. Στις 2/4/2019 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους στην οποία η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στις 9/8/2019. Ενώ αυτή η αίτηση εκκρεμούσε, στις 17/9/2020 καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων που να απαγορεύεουν στην Ενάγουσα να προχωρήσει με εκποίηση των τεμαχίων των Εναγομένων 1 με βάση τα έγγραφα υποθήκης Υ158/07 και Υ135/07. Στις 24/9/2020 το Δικαστήριο προχώρησε μονομερώς στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Μεσολάβησε στις 9/10/2020 απόσυρση των δικηγόρων της Ενάγουσας και αντικατάσταση τους από νέο δικηγορικό γραφείο. Στις 19/10/2020 καταχωρήθηκε ένσταση από τους νέους δικηγόρους της Ενάγουσας στην αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Η αίτηση ημερ. 19/10/2020 για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων στη βάση της οποίας και εκδόθηκε από το Δικαστήριο μονομερές προσωρινό Διάταγμα στις 24/9/2020, αποσύρθηκε από τους Εναγόμενους Αιτητές στις 27/11/2020 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους για καταχώρηση άλλης αίτησης παρομοίου περιεχομένου και ακυρώθηκε το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 24/9/2020 με δήλωση ότι ο λόγος της απόσυρσης είναι ότι δεν στάληκε στους Εναγόμενους Αιτητές Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ και δεν ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού για τα επίδικα ακίνητα. Στις 16/10/2020 αποσύρθηκε επίσης η αίτηση των Εναγομένων Αιτητών για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, ημερομηνίας 2/4/2019, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων για καταχώρηση νέας, η οποία απόσυρση έγινε στη βάση δήλωσης του δικηγόρου των Εναγομένων Αιτητών ότι εν όψει του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης ημερ. 19/10/2020 που συνοδεύει την ένσταση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση και κάποιων νέων στοιχείων τα οποία περιήλθαν εις γνώση των Εναγομένων Αιτητών αναφορικά με τον δανεισμό που αποτελεί το αντικείμενο της αξίωσης της Ενάγουσας, οι Αιτητές αποσύρουν την αίτηση ημερομηνίας 2/4/2019 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους να καταχωρήσουν νέα αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τα εν λόγω νέα στοιχεία και χωρίς αποδοχή του περιεχομένου της ενστάσεως και των λόγων που περιλαμβάνονται σε αυτή που καταχωρήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας Καθ' ης η αίτηση. Στις 17/12/2020 καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους Αιτητές νέα αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι Εναγόμενοι Αιτητές ζητούν να προστεθεί μία νέα παράγραφος 2 στην Υπεράσπιση τους και να αναριθμηθούν οι υφιστάμενες παραγράφοι 2, 3, 4 σε 3, 4, 5 αντιστοίχως. Η προσθήκη της νέας παραγράφου 2 που θέλουν να εγκριθεί είναι η ακόλουθη: «2. Άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφερόμενων, οι Εναγόμενοι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η αξίωση της Ενάγουσας δεν δύναται να προωθηθεί και/ή είναι πρόωρη και/ή η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να προχωρήσει αυτή, καθότι (i). στις συμβάσεις δανείου οι οποίες αποτελούν τη βάση της αξίωσης της Ενάγουσας, προνοείται άμεσα και/ή έμμεσα ότι η εξόφληση του σχετικού δανείου θα προέλθει από την ανάπτυξη συγκεκριμένου ακίνητου με το οποίο σχετίζεται ο υπό κρίση δανεισμός και η ρηθείσα ανάπτυξη δεν έχει ακόμα λάβει χώρα και/ή δεν έχει λάβει χώρα εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας στην οποία κατ' επέκταση δεν πρέπει να επιτραπεί να επωφεληθεί από τη δική της παράνομη ενέργεια και/ή (
  2. ii)ο δανεισμός των Εναγομένων Αιτητών με την Ενάγουσα «πωλήθηκε» σε τρίτη οντότητα παρόλο που αυτό αντιτίθεται στις πρόνοιες του Νόμου 169(Ι)/15 γεγονός που καθιστά την όλη διαδικασία νομικά μη δυνάμενη να τύχει υλοποίησης και/ή άκυρη και/ή (iii) η προώθηση της ίδιας θεραπείας ήτοι της εκποίησης του υποθηκευμένου ακίνητου διά δύο διαδικασιών, δηλαδή της παρούσας αγωγής και του Νόμου 142(Ι)/14 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.» Βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1‑5, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.27, Δ.48 θ.θ.1‑3, 8 και 9, ο Νόμος 169(Ι)/15, ο Νόμος 142(Ι)/14, το Κεφ.149, το άρθρο 30.3 του Συντάγματος, η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της δικηγόρου XXXXX Σολουκίδου, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους Αιτητές. Όπως δηλώνει σε αυτή, ορκίζεται την ένορκη δήλωση υπό την πιο πάνω ιδιότητά της, από πληροφορίες που έλαβε και εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και έχει πληροφορηθεί. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους Αιτητές, όπως ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση η οποία αφορά κυρίως νομικά ζητήματα και δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο από ενημέρωση που έτυχε από τους δικηγόρους των Εναγομένων Αιτητών που χειρίζονται την υπόθεση όσο και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Αναφέρει ότι στις 10/9/2013 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων Αιτητών η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Μετά την καταχώρηση της, και ειδικότερα μετά την ανταλλαγή των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης, αλλά και μετά από έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην προσοχή των Εναγομένων Αιτητών κατά την διαδικασία της αίτησης για έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων ημερομηνίας 17/9/2020, κατέστη αντιληπτό ότι οι πρόνοιες στις σχετικές συμφωνίες δανείου προνοούσαν αποπληρωμή του απαιτούμενου ποσού που θα λάμβανε χώρα μετά την αξιοποίηση του ακίνητου των Εναγομένων το οποίο σχετίζετο με τον υπό κρίση δανεισμό. Η εν λόγω αξιοποίηση δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα και κατ' επέκταση η αξίωση της Ενάγουσας είναι πρόωρη και δεν μπορεί να προωθείται από αυτήν. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα αγωγή πρέπει να εγερθεί ρητά στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, γεγονός το οποίο εκ παραδρομής και λόγω έλλειψης γνώσεως κατά τον συγκεκριμένο χρόνο δεν δικογραφήθηκε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησαν. Επιπρόσθετα δηλώνει ότι και πάλι από έγγραφα που περιήλθαν στην προσοχή των Εναγομένων Αιτητών ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων ημερομηνίας 17/9/2020, διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα πώλησε τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε στους Εναγόμενους σε τρίτο νομικό πρόσωπο υπό συνθήκες και δεδομένα που αντιτίθενται στις πρόνοιες του Νόμου 169(Ι)/15, και επίσης ότι η Ενάγουσα προωθεί την θεραπεία της εκποίησης του υποθηκευμένου ακίνητου των Αιτητών παράλληλα με δύο διαφορετικές διαδικασίες και συγκεκριμένα μέσω της παρούσας αγωγής, αλλά και με βάση διαδικασίες με τον Νόμο 142/(Ι)/14, γεγονός που καθιστά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου καταχρηστική και ενοχλητική. Είναι η θέση της ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους Αιτητές να τροποποιήσουν κατά τον αιτούμενο τρόπο την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, αφού με αυτόν τον τρόπο θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα τα οποία βασίζονται σε δεδομένα που είναι ήδη γνωστά στην Ενάγουσα και δεν θα τη θέσουν σε μειονεκτική θέση. Πιστεύει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλάζει τη βάση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων Αιτητών και είναι αναγκαία, ούτως ώστε να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πλήρη και πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κατά το στάδιο της ακρόασης και να μπορέσουν έτσι οι Εναγόμενοι Αιτητές να προβάλουν όλους στους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Για αυτό και ζητά την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ως η αίτηση. Η Ενάγουσα Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στις 15/2/2021. Νομική βάση της ένστασης είναι ίδια όπως αυτή της αίτησης και προβάλλονται συνολικά 12 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι αυτοί, συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι οι ακόλουθοι. Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από κάποιον από τους Εναγόμενους Αιτητές, αλλά από δικηγόρο χωρίς να δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία προς τούτο, η ενόρκως δηλούσα δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της και η ένορκη δήλωση είναι άκυρη και/ή αντικανονική, αόριστη και/ή ελλιπής και δεν περιέχει τα αναγκαία και απαιτούμενα από τη νομολογία γεγονότα που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισής της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα, καθότι οι Εναγόμενοι Αιτητές επιχειρούν την εισαγωγή μεταξύ άλλων νέων βάσεων Υπεράσπισης, η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα καθότι υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα, χωρίς να δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση, σκοπό έχει την κωλυσιεργία στην εκδίκασή της αγωγής, είναι καταχρηστική, και θα προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία και ζημιά στην Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι Αιτητές με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και με την αποδοχή τους ότι έλαβαν από την Ενάγουσα το επίδικο ποσό κωλύονται και/ή εμποδίζονται να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που θέλουν να εισάξουν με την αίτηση, και η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, γιατί τυχόν έκδοση του, θα πλήξει τα συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας σε δίκαιη δική και το δικαίωμα της για εκδίκαση της διαφοράς εντός εύλογου χρόνου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, ο οποίος μέχρι το 2013 ήταν Λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από τις 2/1/2020 έχει εργοδοτηθεί από την εταιρεία Gordian Holdings Ltd, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στα πλαίσια των καθηκόντων του, έχει στην κατοχή του τους φακέλους με όλα τα έγγραφα που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα τα οποία ορκίζεται. Είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Gordian Holdings Ltd να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει λάβει σχετικά νομική συμβουλή από τους συνήγορους της Ενάγουσας. Αναφέρεται στον Νόμο 169 (Ι)/15 σύμφωνα με τον οποίο έχει γίνει σχέδιο Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με Διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/5/2019 δυνάμει του οποίου η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασε στη Gordian Holdings Ltd διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη και τις εξασφαλίσεις αυτών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των Εναγομένων, και ως εκ τούτου η Gordian Holdings Ltd έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αναφορικά με τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων Αιτητών, ενώ υιοθετεί πλήρως την ένσταση και τους λόγους ένστασης. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο στις 2/4/2019 οι Εναγόμενοι Αιτητές καταχώρησαν παρόμοια αίτηση την οποία απέσυραν στις 16/12/2020. Επίσης η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει γίνει από δικηγόρο, χωρίς να δοθεί για αυτό επαρκής αιτιολογία. Οι Εναγόμενοι Αιτητές έχουν καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση καταχρηστικά και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις τους, αναφέρονται σε νέα δεδομένα γενικά και αόριστα, χωρίς να τα προσδιορίζουν. Αναφέρει ότι η καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εκ πλευράς Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση έγινε από τις 11/3/2015 και δόθηκε αμέσως στους Εναγόμενους Αιτητές και είναι η θέση του ότι η ενόρκως δηλούσα δεν παρουσιάζει την πραγματικότητα όταν αναφέρει ότι λήφθηκαν από τους Εναγόμενους έγγραφα, συνέπεια της διαδικασίας της αίτησης ημερομηνίας 17/9/2020. Για αυτά τα θέματα, είναι η θέση του, ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές έλαβαν αντίγραφα όλων των εγγράφων και συμφωνιών που υπέγραψαν με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά το στάδιο της υπογραφής τους που ήταν στις 27/12/2006 και 19/3/2010, και επομένως κωλύονται και δεν παρουσιάζουν την πραγματικότητα λέγοντας ότι έμαθαν σε μεταγενέστερο ή πρόσφατο στάδιο τα όσα ισχυρίζονται. Όσον αφορά στην αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση, αυτό το γνώριζαν οι Εναγόμενοι Αιτητές τουλάχιστον από τις 24/6/2019, αφού πριν από την καταχώρηση σχετικής εγγραφής ειδοποίησης ημερομηνίας 24/6/2019, στο Δικαστήριο, αποστάληκαν και στους Εναγόμενους σχετικές επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αλλά και την Gordian Holdings Ltd, τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Είναι επίσης η θέση του ότι και τα όσα οι Εναγόμενοι Αιτητές αναφέρουν αναφορικά με τους πλειστηριασμούς, και πάλι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθότι γνώριζαν πολύ πριν την καταχώρηση της αίτησης ημερ. 17/10/2020 ότι διενεργούνται οι πλειστηριασμοί του ενυπόθηκου ακίνητου. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση του, ότι η παράλληλη προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού και αγωγής δεν είναι καταχρηστική. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές δεν έλαβαν γνώση όλων όσων αναφέρουν στην υπό κρίση αίτηση στα πλαίσια της διαδικασίας αίτησης για έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος ημερ. 17/10/2020 αλλά πολύ προηγουμένως. Απόδειξη είναι παρόμοια αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε στις 2/4/2019 και απεσύρθη στις 14/12/2020 και κακόπιστα οι Εναγόμενοι Αιτητές επανέρχονται με νέα παρόμοια αίτηση. Είναι η θέση του, και λαμβάνει σχετικά νομική συμβουλή περί τούτου, ότι η προσπάθεια των Εναγομένων Αιτητών είναι να καθυστερήσουν την επίδικη διαδικασία, η οποία ήδη έχει καθυστερήσει αρκετά λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2012, έχει οριστεί αρκετές φορές για ακρόαση αλλά η ακρόαση, της δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι παρούσα αίτηση είναι καθαρά καταχρηστική, μη καλόπιστη, έχει υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση και οι Εναγόμενοι Αιτητές επιθυμούν στο στάδιο αυτό να εισάξουν νέα βάση αγωγής, γεγονός που θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση και δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο κύριος Αδάμου στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και την Gordian Holdings Ltd προς τους Εναγόμενους Αιτητές αναφορικά με την από πλευράς της Gordian Holdings Ltd απόκτησης του επίδικου δανείου από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των συνηγόρων των μερών χωρίς να ζητηθεί είτε η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, είτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στη δική τους γραπτή αγόρευση οι Εναγόμενοι Αιτητές αφού υιοθετούν στο περιεχόμενο της αίτησης τους και της επισυνημμένης ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, αναφέρονται στις αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων, η οποία ουσιαστικά εξαρτάται από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι η θέση τους ότι μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ειδικότερα μετά την ανταλλαγή των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν ενόρκως, και μετά από έγγραφα που περιήλθαν στην προσοχή των Εναγομένων Αιτητών, μετά από τη διαδικασία της αίτησης για έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 17/9/2020, κατέστη αντιληπτό ότι υπάρχουν πρόνοιες στις σχετικές συμφωνίες δανείου που προνοούν ότι η αποπληρωμή των αιτούμενων ποσών θα λάμβανε απαραιτήτως χώρα μετά την αξιοποίηση του ακίνητου των Εναγομένων Αιτητών το οποίο σχετίζετο με τον υπό κρίση δανεισμό, η οποία αξιοποίηση δεν έχει πραγματοποιηθεί και κατ' επέκταση η αξίωση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση είναι πρόωρη και δεν μπορεί προωθείται από αυτή. Αυτή τους η θέση περί εμποδισμού (estoppel) οφείλει να εγείρεται ρητά στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους κάτι το οποίο εκ παραδρομής και λόγω έλλειψης γνώσης κατά τον συγκεκριμένο χρόνο δεν περιλήφθηκε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Επίσης ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν στα πλαίσια της διαδικασίας της αίτησης για έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος ημερ. 17/9/2020 ότι οι Ενάγοντες πώλησαν τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους Εναγομένους Αιτητές σε τρίτο νομικό πρόσωπο και ότι η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση προωθεί τη θεραπεία εκποίησης του υποθηκευμένου ακίνητου παράλληλα με δύο διαδικασίες, συγκεκριμένα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αλλά και με βάση τον Νόμο 142(Ι)/14, κάτι που καθιστά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου καταχρηστική και ενοχλητική. Αναφέρουν επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι ίδια με την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 2/4/2019 που καταχώρησαν και αργότερα απέσυραν, και αυτό είναι εμφανές από το λεκτικό της προτιθέμενης νέας παραγράφου 2 η προσθήκη της οποίας επιχειρείται. Μέρος της παραγράφου 2 μπορεί να είναι πανομοιότυπο με αυτό της προηγούμενης αίτησης, αλλά το γεγονός αυτό, είναι η θέση τους, ότι δεν οδηγεί άνευ άλλου στη θέση ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. Επαναλαμβάνουν ότι στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 17/9/2020 αντιλήφθηκαν τα όσα προσπαθούν να εντάξουν τώρα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους και δεν δέχονται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση ότι αντίγραφα των συμφωνιών δανείων δόθηκαν με την υπογραφή τους στους Εναγόμενους Αιτητές. Είναι η θέση τους ότι με την έγκριση της αίτησής τους θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που είναι ήδη γνωστά στην Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση, γι' αυτό και η αιτούμενη τροποποίηση δεν την θέτει σε μειονεκτική θέση, αντίθετα είναι απαραίτητη να συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων Αιτητών για σκοπούς σωστού προσδιορισμού όλων των επίδικων θεμάτων και για την ορθή και πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση είναι καλόπιστη, δεν θέτει την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση σε μειονεκτική θέση που να μην μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της και παραθέτουν ένα απόσπασμα από την Πολιτική Έφεση 271/08 ημερομηνίας 16/12/2011 που θεωρούν διαφωτιστικό. Αιτούνται λοιπόν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ως η αίτηση. Η Ενάγουσα Καθ' ης η αίτηση στη δική της γραπτή αγόρευση επιχειρηματολογεί πρώτα για τη θέση της ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, επειδή έχει υποβληθεί σε ένα πολύ καθυστερημένο στάδιο σε μία αγωγή που καταχωρήθηκε το 2012 και ήταν ορισμένη για ακρόαση. Επίσης είναι η θέση της ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης και επιμένει ότι όλα όσα οι Εναγόμενοι Αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν τώρα με την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης ήταν πολύ καλά γνωστά σε αυτούς από πιο νωρίς. Ασχολείται ακολούθως με μία σύνοψη της νομολογίας δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις αρχές που διέπουν την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις φύσεως ως η παρούσα, και επικεντρώνεται κυρίως σε νομολογία που αφορά στην υποβολή αιτήσεως με καθυστέρηση και τις αρχές που έχουν καθιερωθεί σε σχέση με το τι πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ένας αιτητής σε περίπτωση καθυστέρησης. Είναι η θέση της ότι σύμφωνα με τη νομολογία, έχει διαμορφωθεί ο κανόνας ότι η αίτηση τροποποίησης δεν μπορεί να επιτύχει αν το υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί είναι σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί από αυτόν έγκαιρα. Είναι περεταίρω η θέση της ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές καμία απολύτως αιτιολογία δεν προσφέρουν για την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης τους και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ότι είναι από προηγουμένως που γνώριζαν τα γεγονότα που επιχειρούν τώρα να εισάξουν, αφού τους έχουν δοθεί τα έγγραφα και οι συμφωνίες δανεισμού όταν αυτά υπογράφησαν και όταν καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από μέρους της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση στις 11/3/2015, αντίγραφο της οποίος επίσης δόθηκε στους δικηγόρους των Εναγομένων Αιτητών. Δεν δέχεται την θέση για τα όσα οι Εναγόμενοι Αιτητές αναφέρουν για την πληροφόρηση τους μέσα από την αίτηση έκδοσης προσωρινών Διαταγμάτων ημερ. 17/9/2020 και αναφέρεται επίσης και στην προηγούμενη αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι Αιτητές στις 2/4/2019 την οποία και απέσυραν στις 16/12/2020 που αποδεικνύει την από προηγουμένως γνώση τους. Σε ό,τι αφορά την πώληση μέρους του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Gordian Holdings Ltd αναφέρονται και στη σχετική ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου στις 24/9/2019, αλλά και στις επιστολές που στάλησαν προς τους Εναγόμενους Αιτητές, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, από τις εν λόγω εταιρείες οι οποίες φέρουν ημερ. 30/10/2018 και 31/5/2019. Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες πλειστηριασμού, είναι η θέση της ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές και πάλι δεν λένε την αλήθεια, γιατί γνώριζαν πριν την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 17/9/2020 ότι διενεργούνται πλειστηριασμοί του ενυπόθηκου ακίνητου και θεωρεί ότι σε καμία περίπτωση η παράλληλη προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού και αγωγής δεν είναι καταχρηστική. Αναφέρει επίσης ότι στο στάδιο αυτό είναι ανεπίτρεπτο να καταχωρηθεί δικόγραφο με νέα βάση υπεράσπισης, αυτή του κωλύματος, «estoppel», η οποία αναμφίβολα θα εκτροχιάσει την προδιαγεγραμμένη πορεία εκδίκασης της αγωγής. Επιμένει στη θέση της ότι όλα όσα οι Εναγόμενοι Αιτητές επιχειρούν τώρα να εισάξουν στο δικόγραφο τους, ήταν πολύ καλά γνωστά σε αυτούς από πολύ προηγουμένως, η αιτούμενη τροποποίηση είναι καταχρηστική και επιδιώκει να καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση της αγωγής, αλλά είναι και είναι λανθασμένη η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση, με το δεδομένο ότι προωθείται νέα βάση υπεράσπισης και δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης η Δ.23 Θ 2. Αναφέρουν επίσης ότι χωρίς να δοθεί δικαιολογία η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο και όχι από κάποιον από τους Εναγόμενους Αιτητές, και ότι, εν πάση περιπτώσει, η ένορκη δήλωση είναι ασαφής, αόριστη και δεν δίδεται η δικαιολογία γιατί γίνεται από δικηγόρο και όχι από κάποιον από τους Εναγόμενους Αιτητές. Είναι καταληκτικά η θέση της ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αιτείται δε, την απόρριψη της μετ' εξόδων. Νομολογία Η παρούσα αίτηση διέπεται από τη Δ.25 θ.θ.1-5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της Δ.25 ημερ. 13/5/2015. Η νομολογία για το θέμα τούτο είναι πολύ καλά γνωστή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμα και αν μία τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ο παράγοντας χρόνος έχει επίσης τη δική του σημασία. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.ά. v. A.G. Levendis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 έχουν λεχθεί τα εξής, αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν την τροποποίηση δικόγραφων έχουν συνοψιστεί από τον Δικαστή Πική ως ήταν τότε στην αγωγή Ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.33 στις σελίδες 36 και 37 της απόφασης του. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ.24. "Tο συμφέρον της Δικαιοσύνης είναι ο παράγοντας, ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από τη συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της Δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διάφορων μεταξύ τους, καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης." Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.1005. Παρά το ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η σύγχρονη τάση όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Παραπέμπω στις υποθέσεις Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας, σύμφωνα με τη νομολογία για να αποδειχτεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία, από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745. Σε μία σύνοψη της νομολογίας που έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πιο πρόσφατα στην Πολιτική Έφεση 58/2012 Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation ημερομηνίας 04/03/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικόγραφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επιβεβαιώθηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση, ότι αίτηση για τροποποίηση δικόγραφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Το συμφέρον της Δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως να προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, καταδεικνύει ότι η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων και αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά
(1992), 1 Α.Α.Δ.704, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ.934. Επίσης αν η τροποποίηση οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, αυτό έχει τη δική του σημασία και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Saba and Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.1005 και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Πολιτικές Εφέσεις Ε306/16 και Ε307/16 Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, ημερομηνίας 6/7/2018. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής με τις τροποποιήσεις, ο λόγος που αυτές δεν επιτρέπονται είναι για να μπορούν να προσδιορίζονται οι διαφορές των μερών και να αποφεύγονται αχρείαστα πολλαπλές νομικές διαδικασίες. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Saba (ανωτέρω), Χρήστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και οι πιο πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις αριθμός 132/12 και 138/13 IKOS GIF LTD v. Martin Coward κ.ά., ημερ. 20/3/2014. Η σημασία του να είναι καλόπιστο το αίτημα έχει υπογραμμιστεί επίσης στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ.44 και στην υπόθεση Κώστα Παφίτη & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745 η οποία περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (ανωτέρω) στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη."» Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας έχει τη δυνατότητα να αποδείξει δια εξ ιδίας γνώσεως, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πεποίθησης και πληροφόρησης μαζί με τις πήγες και τις βάσεις αυτών. Σχετική είναι η υπόθεση Pell Frischmann Consultants Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ.33. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καθυστέρηση είναι ο κύριος λόγος που προβάλλει η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της. Σύμφωνα με τη νομολογία, καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτού του είδους των αιτήσεων από μόνη της δεν συνιστά κατά ανάγκη αίτια για απόρριψη αίτησης καταχώρησης. Ούτε το γεγονός της καθυστέρησης εξισούται κατά ανάγκη με κακοπιστία. Αναφέρω εδώ ότι η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της δεν ισχυρίζεται κακοπιστία από πλευράς Εναγομένων Αιτητών. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Astor Manufacturing (ανωτέρω), Παπαχρυσοστόμου v. Γρηγοριάδης
(2012), 1 Α.Α.Δ.187 και Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου v.Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 825. Μέσα από τη νομολογία εξάγεται επίσης με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν υιοθετήσει μία φιλελεύθερη προσέγγιση σε ό,τι αφορά αιτήματα για τροποποίηση δικόγραφων, ειδικά στις περιπτώσεις όπου τα αιτήματα υποβάλλονται πριν την έναρξη της ακρόασης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η άδεια του Δικαστηρίου δίδεται αυτόματα. Εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται, ειδικά στις περιπτώσεις όπου επιζητείται τροποποίηση κατόπιν μεγάλης καθυστέρησης και με αυτήν η μεταβολή της βάσης της Έκθεσης Απαίτησης, Υπεράσπισης και/ή της Ανταπαίτησης ανάλογα. Σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις σύμφωνα με τη νομολογία ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο: 1) ότι υπάρχει κάποια εύλογη εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψης των σχετικών ισχυρισμών στα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν, 2) ότι υπάρχει κάποια εύλογη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, και 3) ότι η παροχή της επιζητούμενης άδειας δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τη θέση ή τα δικαιώματα του αντίδικου. Όσον αφορά στον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο και όχι από κάποιο από τους Καθ' ων η αίτηση αναφέρω τα ακόλουθα με βάση την υπόθεση Rybolovlev Dimitry κ.ά. ν. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ.82 έχει αναφερθεί ότι είναι επιθυμητό οι ένορκες δηλώσεις να γίνονται από κάποιον από τους διαδίκους. Επιτρέπεται από δικηγόρο να γίνουν όταν αυτές αφορούν νομικά θέματα και δίδεται επαρκής εξήγηση γιατί προβαίνει δικηγόρος σε αυτήν και όχι κάποιος από τους διαδίκους. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η XXXXX Σολουκίδου αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Εναγομένους Αιτητές να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση δεδομένου ότι αφορά κυρίως νομικά ζητήματα. Το θέμα έγερσης της Υπεράσπισης «estoppel» είναι νομικό ζήτημα όπως και το θέμα της κατάχρησης με την προώθηση δύο παράλληλων διαδικασιών αλλά και το θέμα πώλησης μέρος του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Gordian Holdings Ltd. Με το δεδομένο επίσης ότι η κυρία Σολουκίδου δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των Εναγομένων Αιτητών μόνο και μόνο για τον λόγο ότι αυτή γίνεται από δικηγόρο. Όσον αφορά το θέμα της προώθησης δύο διαδικασιών ταυτόχρονα για την πώληση των επίδικων ακίνητων και ότι το γεγονός αυτό είναι καταχρηστικό, δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει τους Εναγόμενους Αιτητές με βάση και τη νομολογία από του να το εγείρουν, παρά το ότι έχει νομολογιακά επιλυθεί το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε ό,τι αφορά όμως το θέμα της πώλησης μέρους του χαρτοφυλακίου, συμπεριλαμβανομένου και των χρεών και δανείων των Εναγομένων Αιτητών, από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Gordian Holdings Ltd θα συμφωνήσω με τη θέση της Ενάγουσας Καθ' ης η αίτηση ότι το γεγονός αυτό ήταν καλώς γνωστό στους Εναγόμενους Αιτητές από πολύ καιρό, τόσο μέσω των ίδιων επιστολών που στάληκαν στους Εναγόμενους Αιτητές και από τις δύο εταιρείες, σχετικό είναι το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, αλλά και από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που έχει καταχωρηθεί εκ πλευράς Ενάγουσας από τις 11/3/
  1. Επίσης εάν κάποιος κοιτάξει την αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι Αιτητές στις 2/4/2019 και την οποία απέσυραν με την σχετική δήλωση που αναφέρεται πιο πάνω στις 16/12/2020, και συγκρίνει κάποιος το αιτητικό της με αυτό της υπό κρίση αίτησης μπορεί εύκολα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το πρώτο θέμα που θέλουν να εισάξουν οι Εναγόμενοι Αιτητές είναι ακριβώς το ίδιο και προσθέτουν σαν δεύτερο και τρίτο θέμα την πώληση του χαρτοφυλακίου από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Gordian Holdings Ltd και το θέμα της προώθησης ταυτόχρονα δύο διαδικασιών πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Κατά την άποψή μου το θέμα της πώλησης μέρος του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Gordian Holdings Ltd δεν είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αλλά και η προώθηση της ίδιας θεραπείας, εκποίησης δηλαδή του ακίνητου με διαφορετικές διαδικασίες κάτι που νομολογιακά έχει λυθεί ότι δεν είναι κάτι μεμπτό. Περαιτέρω η θέση των Εναγομένων Αιτητών ότι έχουν μόλις πρόσφατα τεθεί ενώπιον τους γεγονότα που τους οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η πορεία της υπόθεσης καταδεικνύει υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με το δεδομένο ότι οι συμβάσεις δανείου έχουν υπογραφεί το 2006, το 2010 και το 2012, οι υποθήκες φέρουν ημερομηνίες 2007 και 2010, η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι επίδικες συμφωνίες δανείων έχει γίνει από τις 11/3/2015, ενώ τίποτε καινούργιο δεν φαίνεται να έχει προστεθεί με την ένσταση της Ενάγουσας Καθ' ης η αίτηση στην μονομερή αίτηση για έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων ημερομηνίας 17/9/2020 που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα Καθ' ης η αίτηση στις 19/10/2020 που να πρόσφερε κάποια νέα πληροφόρηση στους Ενάγοντες Αιτητές που δικαιολογεί την καθυστέρηση. Σημειώνω δε ότι από την καταχώρηση του δικόγραφου Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση από πλευράς Εναγομένων στις 10/9/2013 γίνεται λόγος για το ότι η αγωγή είναι πρόωρη μεταξύ άλλων επειδή οι συμφωνίες δανείου που υπογράφησαν ανέφεραν ότι η αποπληρωμή του συγκεκριμένου ποσού θα αρχίσει ή θα προέλθει αποκλειστικά με την ανάπτυξη συγκεκριμένων ακίνητων η οποία ακόμα δεν έλαβε χώρα. Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς Ενάγουσας που έλαβε χώρα στις 11/3/2015 στον πίνακα που επισυνάπτει ο XXXXX Κουντούρης γίνεται σαφής αναφορά σε όλα τα έγγραφα συμφωνίας δανείου, τα εγγυητήρια έγγραφα και τα έγγραφα υποθήκης τα οποία οι Εναγόμενοι μπορούσαν να προμηθευτούν, αφού ζητούσαν αντίγραφα από τους αντιδίκους τους ή να ζητούσαν τουλάχιστον την επιθεώρηση τους, αν όντως ισχύει η θέση τους ότι δεν έχουν αντίγραφα των συμφωνιών που υπέγραψαν τότε. Είναι γεγονός ότι η διαδικασία ακρόασης της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Όμως θεωρώ ότι εν όψει των λόγων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω ότι στο στάδιο αυτό δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων Αιτητών με τον τρόπο που επιδιώκουν. Αναφέρω δε, ότι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται να γίνει δικογράφηση του estoppel κατά την άποψή μου θα μπορούσε σαφέστατα να γίνει από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε το δικόγραφο Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 10/9/2013, αφού φανερά ήταν στη γνώση των Εναγομένων Αιτητών. Όπως έχω ήδη αναφέρει, σε σχέση με τα αλλά δύο σημεία που επιθυμούν να εισάξουν στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι Αιτητές, αυτό που αφορά την κατάχρηση διαδικασιών έχει ήδη επιλυθεί νομολογιακά, ενώ το θέμα της πώλησης μέρος του χαρτοφυλακίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd το οποίο ήταν στα πλαίσια διακανονισμού που εγκρίθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με Διάταγμα ημερομηνίας 23/5/2019, δεν θεωρώ ότι μπορεί να τύχει εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο για αυτό και θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιτραπεί η δικογράφηση τους στο στάδιο αυτό. Άλλος ένας λόγος ένστασης στον οποίο οι Εναγόμενοι Αιτητές δεν έχουν απαντήσει αφορά τον ισχυρισμό ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή όχι σε όλους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους θα έπρεπε να βασιστεί, ειδικότερα με αναφορά στο γεγονός ότι εφόσον οι Εναγόμενοι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θέλουν με την αίτηση τροποποίησης να εισάξουν νέα βάση υπεράσπισης θα έπρεπε στη νομική βάση της αίτησης τους να συμπεριληφθεί και η Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται σε αυτή. Η Δ.23 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ως ακολούθως: «
  2. Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.» Είναι γεγονός ότι η θέση αυτή της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση είναι ορθή και εφόσον οι Αιτητές Καθ' ων η Αίτηση επιθυμούν να εισάξουν νέα βάση υπεράσπισης, τότε θα έπρεπε στη νομική βάση της αίτησης τους να συμπεριληφθεί και ο εν λόγω θεσμός και αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο κατά την άποψη μου δεν μπορεί να επιτύχει η αίτηση. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κατάχρησης είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι η πρώτη αίτηση που καταχωρείται από πλευράς Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση με σκοπό να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννέρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217 έχει θεσμοθετήσει την αρχή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες ενώπιον τους προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση όπως φαίνεται από το ιστορικό της έχουν καταχωρηθεί και σε προγενέστερες ημερομηνίες αιτήσεις για τροποποίηση της υπεράσπισης. Η τελευταία δε ήταν σχετικά πρόσφατη οι οποίες αποσύρθηκαν με σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων των Εναγομένων Αιτητών επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους για καταχώρηση νέας αίτησης και αναφέροντας τους λόγους απόσυρσης τους κατά τη δεδομένη στιγμή. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι δεν δείχνει ούτε πρόθεση καταφρόνησης των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, δυστυχώς όμως για τους Εναγόμενους Αιτητές ενισχύει τη θέση μου ότι η κύρια τροποποίηση που επιθυμούν να εισάξουν, ήταν πολύ καλά γνωστή σε αυτούς εδώ και αρκετό καιρό γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η καταχώρηση της αίτησης τώρα ενόψει του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει και το γεγονός ότι γνώριζαν τα γεγονότα αυτά από την αρχή. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι τα γεγονότα αυτά είναι ήδη δικογραφημένα με την καταχώρηση του πρώτου δικογράφου των Εναγομένων Αιτητών με τίτλο Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερ. 10/9/2013 και παραπέμπω ειδικά στις §§2(γ), (δ) και (ε) αυτής. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.