← Κύπρος

Gordian Holdings Limited ν. KYPKYP ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5347/13, 22/3/2021

Gordian Holdings Limited ν. KYPKYP ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5347/13, 22/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5347/13 Gordian Holdings Limited -και-

  1. KYPKYP ESTATES LTD
  2. PERSONA CENTURY HOLDINGS LTD
  3. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
  4. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
  5. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX ΖΕΒΛΑΡΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Θεοδωρίδης Για Εναγόμενους: κ. Μ. Ορφανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, με βάση διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με ειδοποίηση των συνηγόρων των εναγόντων, ημερ.19.6.19, καταχωρηθείσα στον φάκελο του δικαστηρίου, με βάση το Άρθρο 18

(4)του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα, Νόμου 169(Ι)/15, τα πιο πάνω δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις μεταβιβάστηκαν στην Gordian Holdings Limited. Η απαίτηση της ενάγουσας (Gordian), εναντίον των εναγομένων εδράζεται επί δυο συμφωνιών δανείων που σύναψαν οι εναγόμενοι 1 με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων, με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ειδικότερα, συμφωνία ημερ.11.7.08 για δάνεια και/ή πιστώσεις υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού και/ή λογαριασμού όψεως, και συμφωνία δανείου ημερ.11.7.08, για το ποσό των €330.
  1. Οι εναγόμενοι 2-4 με ξεχωριστές συμφωνίες, εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 μέχρι του ποσού των €380.000 πλέον τόκους, ενώ ο εναγόμενος 5, εγγυήθηκε μέχρι του ποσού των €115.000 πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος 5 απεβίωσε το
  2. Περαιτέρω, η εναγομένη 1 υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων ένα ακίνητο, για το ποσό των €380.000 πλέον τόκους. Με την αγωγή αξιώνεται το ποσό των €506.082,36 πλέον τόκο 12% τον χρόνο, κεφαλαιοποιούμενου 2 φορές τον χρόνο, καθώς και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι εναγόμενοι δια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους προβάλλουν σειρά προδικαστικών ενστάσεων, ότι οι συμφωνίες δεν έχουν τερματιστεί και ως εκ τούτου η αγωγή είναι πρόωρη. Αρνούνται την υπογραφή των συμφωνιών, οι οποίες είναι παράνομες. Προβάλλουν επίσης ότι καταρτίστηκαν κατόπιν πιέσεως και χωρίς να ενημερωθούν για το περιεχόμενο τους και ότι περιλαμβάνουν λανθασμένες και παράνομες χρεώσεις τόκων. Ανταπαιτούν ακύρωση των συμφωνιών ως παράνομες, ανεφάρμοστες και άκυρες. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης η πλευρά των εναγομένων δια της αντεξέτασης, αλλά και της ΜΥ1, περιόρισε τα επίδικα θέματα, όπως κυρίως αυτά εξειδικεύονται και στην αγόρευση του κ. Ορφανίδη. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια. Η πλευρά των εναγόντων, προς απόδειξη της υπόθεσης προσκόμισε δυο μάρτυρες, ενώ η πλευρά των εναγομένων ένα μάρτυρα. Κατατέθηκαν επίσης 41 έγγραφα ως τεκμήρια. Ο XXXXX Δημητρίου (ΜΕ1), σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση (έγγραφο Α), ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών και ανάκτησης προβληματικών χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Είναι ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο κίνησης λογαριασμών των πελατών, μεταξύ αυτών και των επίδικων. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της μεταφοράς αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου προς την Gordian Holdings Ltd. Αυτό έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του Νόμου 169(Ι)/2015, δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 23.5.19 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και τέθηκε σε ισχύ την 30.5.19 (τεκμ.1-3). Κατέθεσε επίσης επιστολές προς τους εναγομένους σε σχέση με τον πιο πάνω σκοπό (τεκ.21 και 22). Αναφορικά με τα επίδικα δάνεια, ανέφερε ότι μετά την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Τράπεζα Κύπρου, με βάση το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ.29.3.13, όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου έλαβαν νέους αριθμούς. Κατέθεσε ως τεκμήρια τις συμφωνίες δανείου των εναγομένων 1, όπως και τις συμφωνίες εγγυήσεως των εναγομένων 2-
  3. Πρόκειται για τα τεκμήρια 4, 7, 10-
  4. Κατέθεσε επίσης το έγγραφο υποθήκης από την εναγόμενη 1 (τεκμ.14). Επίσης τα τεκμ.8 και 9 αποτελούν καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου, τα οποία ο μάρτυρας, ως κατέθεσε, αποτελούν αντίγραφα καταχωρίσεων στα τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Η εκτύπωση έγινε αυτόματα χωρίς αντιγραφή εκ μέρους του, και έκαμε έλεγχο των καταχωρίσεων που φαίνονται στα τεκμήρια και των καταχωρίσεων που βρίσκονται στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων. Δήλωσε με βεβαιότητα ότι τα ρηθέντα τεκμήρια αποτελούν ορθή αντιγραφή - αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρίσεων στο τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων. Το τεκμήριο 5 είναι προειδοποιητική επιστολή ημερ.19.6.12 προς την εναγομένη 1 προς εξόφληση του υπολοίπου των επιδίκων λογαριασμών δανείων εντός 21 ημερών, ενώ το τεκμήριο 6, είναι επιστολή ημερ.11.7.12, προς την εναγομένη 1, για τον τερματισμό του λογαριασμού και του δανείου. Κατέθεσε επίσης προειδοποιητικές επιστολές ημερ.19.6.12 προς τους εναγόμενους 2-4, αναφορικά με τα επίδικα δάνεια που εγγυήθηκαν (τεκμ.15-17), καθώς επίσης και τις επιστολές ημερ.11.7.12, προς τους εναγόμενους 2-4, τερματισμού των δανείων (τεκμ.18-20). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, προς τον εναγόμενο 5 δεν αποστάληκαν οι επιστολές αυτές γιατί είχε αποβιώσει το 2012, και δεν γνώριζαν ποιος είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του. Ενόρκως κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού των δανείων, τεκμήρια 23 και 25, μαζί με πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, σε αντιπαραβολή με τα τεκμ.24 και 26, που αποτελούν καταστάσεις λογαριασμού πριν την αναδόμησή τους. Εξήγησε ότι με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις που έγιναν την 8.11.19, το συνολικό οφειλόμενο ποσό που απαιτείται είναι €770.427.70, πλέον τόκο 7% επί ποσού €751.596,
  5. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι επιζητούν τόκο 7% και δεν περιλαμβάνεται σε αυτόν τόκος υπερημερίας προς 5%. Το δε επιτόκιο που συμφωνήθηκε δεν έπεσε κάτω από το 7%. Πριν τον τερματισμό, μόνο οι καθυστερημένες δόσεις τοκίζονταν με πρόσθετο επιτόκιο τόκων υπερημερίας 5%. Ο ΜΕ2 XXXXX Αδάμου, στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο Β), αναφέρει ότι εργαζόταν στη Λαϊκή Τράπεζα και μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και ήταν λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στην Gordian και έχει στην κατοχή του έγγραφα και αντίγραφα εγγράφων που αφορούν τα επίδικα θέματα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, έχει ελέγξει και οι συστημένες επιστολές που αποστάληκαν στους εγγυητές, εναγόμενους 2-5, δεν έχουν επιστραφεί (τεκμ.27-38). Πρόκειται για επιστολές που αφορούν την διαδικασία πώλησης των επίδικων δανείων από την Τράπεζα Κύπρου στην Gordian, ήτοι την ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος διαβεβαίωσε ότι οι πιο πάνω επιστολές έχουν αποσταλεί και έχουν παραληφθεί, γιατί αν είχαν επιστραφεί θα βρίσκονταν στον φάκελο των πελατών. Αποστάληκαν στην συγκεκριμένη διεύθυνση, που είναι αυτή που δήλωσαν οι πελάτες και είναι καταχωρημένη στο σύστημα της τράπεζας. Ως το έθεσε, κανένας δεν αλλάζει καμία διεύθυνση από μόνος του. Από την πλευρά των εναγομένων έδωσε μαρτυρία η εναγόμενη 3, Ήβη Κυπριανού. Στην γραπτή της δήλωση (έγγραφο Γ), αναφέρεται σε νομικά θέματα που αφορούν την πώληση και μεταφορά των επιδίκων δανείων στην Gordian και σε ζητήματα τόκων, καταθέτοντας προς τούτο πίνακα που αφορά την διακύμανση του Euribor (τεκμ.39). Ήταν επίσης η θέση της ότι ούτε η ίδια, ούτε και ο αδελφός της εναγόμενος 4, έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από την τράπεζα Κύπρου, ούτε και από την Gordian. Η οικία στην οδό XXXXX 9 στο Τσέρι, που είναι η ίδια οικία με την XXXXX 1, στο Τσέρι, από το καλοκαίρι του 2018, περιήλθε στην κατοχή της Astrobank. Δέχτηκε αντεξεταζόμενη ότι σύμφωνα με το τεκμ.40, ειδικό πληρεξούσιο, υπέγραψε για λογαριασμό της εναγομένης 1 και ότι με βάση το τεκμ.39, το Euribor, το 2008 που είναι ο επίδικος χρόνος σύναψης των δανείων, ήταν πέραν του 5%. Δέχτηκε επίσης ότι με βάση το τεκμ.41, που αποτελεί τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας δανείου, αυξήθηκε ο τόκος σε 7%, ενώ επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι η πιο πάνω συμφωνία δεν φέρει την υπογραφή των εγγυητών. Στο τέλος της υπόθεσης οι συνήγοροι προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Ορφανίδης, συνοπτικά, αναφέρει ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους των ΜΕ1 και 2, αναφορικά με την Gordian, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο γιατί δεν είναι δικογραφημένη. Συνακόλουθη εισήγηση, είναι ότι δεν προσκομίστηκε η συμφωνία μεταξύ της τράπεζας Κύπρου και της Gordian που επικυρώθηκε από το δικαστήριο, και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι επίσης η θέση του ότι η αλλαγή του ύψους του επιτοκίου έγινε χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών - εναγομένων 2-5, και συνεπώς δεν τους δεσμεύει. Αναφέρει επίσης, ότι με βάση τη μαρτυρία της ΜΥ1, οι εγγυητές δεν έλαβαν καμιά επιστολή εκ μέρους της τράπεζας Κύπρου και ότι, επικαλούμενος τη μαρτυρία του ΜΕ1, οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την απαίτηση τους, ακόμα και με τους αναδομημένους λογαριασμούς που κατέθεσαν. Τέλος, είναι η θέση του ότι η Gordian δεν είναι τράπεζα, και κατά συνέπεια όφειλε να αποδείξει την απαίτηση της, αφού τα σχετικά τεκμήρια δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντίγραφα καταχωρίσεων σε τραπεζικά βιβλία. Ο κ. Θεοδωρίδης από την πλευρά του, εισηγείται ότι η μαρτυρία της ΜΥ1 είναι εκτός δικογράφων, όπως και διάφοροι άλλοι ισχυρισμοί των εναγομένων. Για ότι αφορά τις προειδοποιητικές επιστολές, με αναφορά σε νομολογία, εισηγείται ότι αυτές αποστάληκαν στην διεύθυνση που ανέφεραν οι εναγόμενοι, χωρίς αυτοί να ειδοποιήσουν την τράπεζα αν άλλαξαν διευθύνσεις. Επικαλούμενος το Άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί τόκων είναι αόριστοι, και χωρίς δικογράφηση και με ειδική αναφορά ως προς αυτούς. Επίσης, οι εναγόμενοι δεν έφεραν μαρτυρία, ως όφειλαν, που να ανατρέπει όσα προσκόμισαν προς τούτο οι ενάγοντες. Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά. Απαντήσεις επί διαφόρων εγειρομένων θεμάτων, θα δοθούν δια του σκεπτικού της απόφασης. Εγείρονται διάφορα θέματα εκ μέρους του κ. Ορφανίδη, τόσο νομικά όσα και πραγματικά, στα οποία έγινε αναφορά και από την ΜΥ1, σχετιζόμενα με την πώληση των επιδίκων δανείων στην ενάγουσα. Επί των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται, διαπιστώνεται ότι τα θέματα αυτά είναι εκτός δικογράφων. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν. Η νομολογία υποδεικνύει ότι τα δικόγραφα είναι ως οι ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης. Στην υπόθεση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, Πολ. Έφεση 180/10, ημερ.20.2.15, υπεδείχθη ότι: «Η έλλειψη δε δικογραφικού υποβάθρου, η οποία ορθώς διαπιστώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν θεραπεύεται με τυχόν ερωτήσεις που υποβλήθηκαν κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση. Όπως τονίστηκε στη Federal Bank (ανωτέρω), στη σελ.1452: «Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Στη δε υπόθεση Votarco Ltd v. Bitech Komi Holdings Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση 92/13, ημερ.20.7.20, υπεδείχθη ότι: «Στη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836, 839-40, με παραπομπή στη νομολογία που καθιερώνει πως τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 Christakis Loucaides v. CD Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134 και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24) αναφέρθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα θέματα και ότι οποιαδήποτε τέτοια ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια που έχουν καθορισθεί στα δικόγραφα δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης (βλ. ακόμα Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1481, 1507 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ.387/2009, ημερ.21.5.2014)». Εκ του φακέλου του δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι την 19.6.19, οι ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση, σύμφωνα με το Άρθρο 18
(4)του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα, Νόμου 169(Ι)/15, με κοινοποίηση προς τους δικηγόρους των εναγομένων. Σύμφωνα με το πιο πάνω Άρθρο, πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζουν οποιαδήποτε αγωγή που κατά τον χρόνο της μεταβίβασης εκκρεμεί, ούτε και επηρεάζεται, αλλά δύναται να συνεχίζεται από τον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, εδώ των εναγόντων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική διαδικασία. Η αντικατάσταση ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώρηση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο. Προηγήθηκε της Ειδοποίησης, σύμφωνα με το τεκμ.1, διάταγμα του δικαστηρίου στην υπόθεση υπ' αριθμό 372/19, με το οποίο εγκρίθηκε το σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της Bank of Cyprus Public Company Ltd και της Gordian Holdings Ltd. Ανεξάρτητα συνεπώς από τον ισχυρισμό της ΜΥ1 ότι δεν έλαβε κάποια προς τούτο επιστολή ή και ενημέρωση, οι εναγόμενοι, δια της πιο πάνω Ειδοποίησης προς τον πρωτοκολλητή, εάν επιθυμούσαν να προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα αυτό, όφειλαν και μπορούσαν να αποταθούν στο δικαστήριο με αίτημα να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους και να προβάλλουν εκείνους τους ισχυρισμούς που ήθελαν. Ή ακόμα να λάβουν οποιουδήποτε άλλου είδους νομικά διαβήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν κατέθεσαν την επικυρωθείσα συμφωνία, δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη της αγωγής, δεδομένου ότι υπάρχει διάταγμα του δικαστηρίου που την έχει επικυρώσει. Η ανυπαρξία δικογραφικού τοπίου επί του συγκεκριμένου θέματος εκ μέρους των εναγομένων, δεν έθετε κάποιο περαιτέρω βάρος στους ενάγοντες να αποδείξουν οτιδήποτε άλλο, πέραν της ύπαρξης του διατάγματος του δικαστηρίου (τεκμ.1), αλλά και την καταχώριση της σχετικής Ειδοποίησης, δυνάμει επιφύλαξης του Άρθρου 18
(4)του Νόμου. Τα πάνω φέρνουν στο προσκήνιο ακόμα ένα θέμα που εγείρεται εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων. Ότι οι ενάγοντες, που δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα, όφειλαν να αποδείξουν την υπόθεση τους, αφού τα διάφορα έγγραφα που κατέθεσαν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντίγραφα καταχωρίσεων σε τραπεζικά βιβλία. Την απάντηση την δίνει ο πιο πάνω Νόμος στο άρθρο 18, μέρος του οποίου και παρατίθεται αυτούσιο.
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών. 3)(α) Από το χρόνο μεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιωνδήποτε οδηγιών εκδίδονται δυνάμει οποιοδήποτε άλλου νόμου, η μεταβίβαση των εξασφαλίσεων από τον εκχωρητή στον αγοραστή διενεργείται χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τέλους. (β) ... (γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταφοράς μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή. (δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς. Προκύπτει συνεπώς, ότι όλα τα επίδικα έγγραφα δεν χάνουν την υφή τους ως τραπεζικά έγγραφα, και αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία κατά τον χρόνο μεταφοράς τους, με την αντίστοιχη ή και ανάλογη βαρύτητα ενώπιον του δικαστηρίου. Ανάλογη είναι και η κρίση και επί των εμπραγμάτων βαρών, ήτοι της επίδικης υποθήκης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε με τεκμήρια. Περαιτέρω στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Η διεξαγωγή της δίκης, συναρτώμενη σε κάποιο βαθμό και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, διέρχεται μέσα από καθιερωμένες νομολογιακές αρχές και παραμέτρους. Μεταξύ άλλων αρχών, ως υποδεικνύει η νομολογία, είναι και η υποβολή των θέσεων της μιας πλευράς στους μάρτυρες της άλλης. Ομοίως, η παράλειψη αντεξέτασης έχει τη δική της σημασία (Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.∆. 1527). Το δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις αντιδράσεις των μαρτύρων όταν έδιναν μαρτυρία στα πλαίσια της ζωντανής δίκης, όπως και τον ευρύτερο τρόπο της αντίδρασης τους όταν κατέθεταν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέτασή τους. Η εξέταση της μαρτυρίας δεν έγινε μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, αλλά αξιολογήθηκε ως ενιαίο σύνολο και με λογική προσέγγιση, αλλά και σε αντιπαραβολή με τα διάφορα τεκμήρια. Τα έγγραφα των δανείων και εγγυήσεων, όπως και το έγγραφο υποθήκης, πέραν του ότι κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, δεν έχουν αμφισβητηθεί, ούτε και αντεξετάστηκαν επί τούτων οι μάρτυρες των εναγόντων. Έχουν, με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή την έννοια, καταστεί παραδεκτά. Το δικαστήριο δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία, ούτε και κανένα δισταγμό να κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και
  1. Οι μάρτυρες άφησαν άριστες εντυπώσεις στο δικαστήριο, απαντούσαν με αμεσότητα και χωρίς δισταγμό, ούτε και έχουν υποπέσει σε αντιφάσεις τέτοιες που να τους καθιστούν αναξιόπιστους. Η μαρτυρία τους υποστηριζόταν πλήρως από τα διάφορα τεκμήρια που κατέθεσαν, τα οποία να σημειωθεί ότι, ως λέχθηκε, τα πλείστα εξ αυτών, κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, το περιεχόμενο των οποίων και γίνεται πλήρως αποδεκτό, καθιστάμενο εύρημα του δικαστηρίου. Και οι δυο μάρτυρες κατά την αντεξέταση απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές, με σταθερότητα, σαφήνεια, αλλά και με ειλικρίνεια. Η μαρτυρία τους συνεπώς γίνεται πλήρως αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Αναφορικά με την ΜΥ1, είναι γεγονός ότι, ως αναφέρει και ο κ. Θεοδωρίδης, μέρος της μαρτυρίας της κινήθηκε εκτός δικογράφων, κυρίως επί γεγονότων που αφορούν την μεταβίβαση των δικαιωμάτων των δανείων στην ενάγουσα, στο οποίο έγινε ήδη αναφορά, και αναλώθηκε επίσης σε νομικά ζητήματα. Σε επί μέρους πτυχές της μαρτυρίας της θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, κατ' αντιπαραβολή της μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων. Όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζαλούμη κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.149/2013, ημερ.14.4.20, η παρουσίαση, χωρίς μάλιστα ένσταση, των λογαριασμών των δυο δανείων και των ημερομηνιών των δοσοληψιών (τεκμ.4, 7, 23 και 25) και στη βάση των Άρθρων 22 και 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας των καταχωρήσεων. Σύμφωνα με το τεκμ.4, που αποτελεί τη συμφωνία δανείου ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, ημερ.11.7.08, αναφορικά με τους τόκους, προκύπτει ότι συμφωνήθηκε σε Euribor, με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα υπολογίζεται καθημερινά και θα συνίσταται από Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2,00% περιθώριο. Στη συνέχεια αναφέρεται ο τρόπος εξεύρεσης του Euribor και ότι αυτός θα είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία. Ο τόκος επίσης θα ανατοκίζεται 2 φορές τον χρόνο. Επιπρόσθετα θα υπάρχει τόκος υπερημερίας προς 5%. Η τράπεζα είχε το δικαίωμα κατά τη κρίση της να μεταβάλλει οποτεδήποτε την χρονική περίοδο του Euribor, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του Euribor και γενικά να κάνει οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή, η οποία θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη. Η δεύτερη συμφωνία (τεκμ.7) ημερ.11.7.08, αποτελεί δάνειο για το ποσό των €330.000, πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Συμφωνήθηκε με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor, με τους ίδιους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις όπως και μεταβολής ως προς τον τρόπο εξεύρεσης του επιτοκίου και των τόκων υπερημερίας, ως το τεκμ.
  2. Επίσης, σύμφωνα με το τεκμ.41, την 29.12.11, τα μέρη συμφώνησαν σε περιθώριο τόκου 7% και σε σύνολο επιτοκίου 8.5580 επί Euribor 3 μηνών. Οι εναγόμενοι 2-4, σύμφωνα με τα έγγραφα εγγυήσεως (τεκμ.10-13), εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, παρούσες και μελλοντικές, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων. Με τον όρο 2 συμφώνησαν ότι οι ενάγοντες έχουν την εξουσία, κατά την απόλυτη τους κρίση και χωρίς τη συγκατάθεση τους, και χωρίς να επηρεάζεται το έγγραφο εγγύησης, να ανανεώνουν οποιοδήποτε δάνειο, να παρατείνουν, να ακυρώνουν και να απαλλάσσουν ολικώς ή μερικώς τα δάνεια, υποθήκες, επιβαρύνσεις και εγγυήσεις που δόθηκαν, να δίνουν παρατάσεις και περαιτέρω, αποποιούνταν ρητά το δικαίωμα να παρέχουν τη συγκατάθεση τους σε σχέση με τα θέματα αυτά. Συμφώνησαν επίσης, ότι η εγγύηση τους είναι συνεχής και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονται στον πρωτοφειλέτη θα είναι αμάχητο τεκμήριο των ποσών που οφείλονται από τον πρωτοφειλέτη. Η δοθείσα εγγύηση εκ μέρους των εναγομένων 2-4 ήταν μέχρι του ποσού των €380.000 πλέον τόκους. Διαπιστώνεται επίσης από τα πιο πάνω τεκμήρια, ότι όλοι οι εγγυητές, όπως και η πρωτοφειλέτιδα, δήλωσαν ως διεύθυνση τους την οδό XXXXX 1, XXXXX, Τσέρι. Οι εγγυητές, στον όρο 14 συμφώνησαν ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στην πιο πάνω διεύθυνση η οποία θα είναι ισχυρή, παρά την τυχόν αλλαγή διεύθυνσης, έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί στην τράπεζα. Ο εναγόμενος 5, υπό τους ίδιους πιο πάνω όρους της συμφωνίας εγγύησης, εγγυήθηκε τον πρωτοφειλέτη, μέχρι του ποσού των €115.000 πλέον τόκους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το τεκμ.41, ημερ.27.12.11, σε σχέση με νέες τροποποιημένες διευκολύνσεις αναφορικά με την παράταση αποπληρωμής του δανείου, συμφωνήθηκε το περιθώριο του τόκου που έγινε 7%, και το σύνολο του επιτοκίου σε 8.5580 σε Euribor 3 μηνών. Τα πιο πάνω προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα και έχουν ήδη γίνει ευρήματα του δικαστηρίου. Προκύπτει συνεπώς, ότι οι εναγόμενοι 2-5 δια των ως εγγράφων εγγυήσεως αποποιήθηκαν το δικαίωμα τους να παρέχουν συγκατάθεση σε σχέση με τροποποιήσεις αναφορικά με τις συμφωνίες δανείου και η εγγύηση τους ήταν συνεχής. Ο κ. Ορφανίδης με αναφορά στη μαρτυρία του ΜΕ1, αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την οφειλή οποιοδήποτε ποσού χρημάτων σε αυτούς, ακόμα και με τους αναδομημένους λογαριασμούς. Ο ΜΕ1 κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμών των δυο δανείων τεκμ.8 και
  3. Οι αναδομημένοι λογαριασμοί, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ξεκινούν από τον τερματισμό των συμφωνιών με επιτόκιο 7%, αντί το αρχικά αξιούμενο 12%. Πρόκειται για τα τεκμήρια 23 και
  4. Με βάση τα τεκμήρια αυτά, το αξιούμενο ποσό, σύμφωνα με τον ΜΕ1, έχει διαμορφωθεί, περιοριζόμενο το απαιτούμενο ποσό, στο συνολικό ποσό των €770.427,70 με τόκο 7% επί ποσού €751.596,
  5. Το επιτόκιο ως λέχθηκε ήταν κυμαινόμενο με Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2% περιθώριο. Οι τόκοι υπερημερίας είχαν επιπλέον 5% επιτόκιο. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο επιβληθείς τόκος 12% ήταν μέχρι τον τερματισμό. Όπως το έθεσε, οι συμφωνίες τερματίστηκαν με 12% με βάση και το 5%, το οποίο 5%, δια των αναδομημένων λογαριασμών αφαιρέθηκε. Από τον τερματισμό και μετά, ο τόκος υπολογίστηκε με βάση το 7%. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών φέρουν και τόκο υπερημερίας 5%. Το επίμαχο σημείο από τη μαρτυρία του ΜΕ1 που επικαλείται ο κ. Ορφανίδης αφορά τους τόκους. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι πριν τον τερματισμό του συμβολαίου, μόνο οι καθυστερημένες δόσεις έφεραν επιπρόσθετο επιτόκιο υπερημερίας 5%. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν, «άρα 8% και 5%» και ο μάρτυρας απάντησε «ναι 13% στις καθυστερημένες δόσεις». Στη συνέχεια του τέθηκε η εξής ερώτηση. Ερ. Άρα, συμφωνείται μαζί μου ότι για να καταλήξετε ότι σας οφείλονται οι 506 χιλιάδες που είναι το υπόλοιπο που διεκδικάτε πριν την αναδόμηση σε αυτό το ποσό μέρος του επιτοκίου στο 8% συν 5% 13%, το οποίο ανακεφαλαιοπείτο και 2 φορές τον χρόνο; Α. Κάποια μικρά ποσά ναι, διότι η περίοδος ήταν μικρή πολύ. Φαίνεται μέσα από τα statement, νομίζω στα τεκμήρια των λογαριασμών, τα πρώτα. Προηγήθηκε όμως, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα η πιο πάνω απάντηση του, ότι δηλαδή τα επίδικα δάνεια τερματίστηκαν με τόκο 12% με βάση και το 5% - τόκο υπερημερίας -, τον οποίο όμως έχουν αφαιρέσει και ότι, με τους αναδομημένους λογαριασμούς απαιτούν τόκο 7%. Προκύπτει από τις πιο πάνω απαντήσεις του μάρτυρα, ότι ο τόκος υπερημερίας έχει αφαιρεθεί, εξ ου και η διαφορά των ποσών μεταξύ των τεκμηρίων 23 και 25, με τα τεκμήρια 24 και
  6. Ως προς δε την πιο πάνω απάντηση, είναι προφανές ότι ο μάρτυρας αναφερόταν στο επιτόκιο των καθυστερημένων δόσεων και παρέπεμψε προς τούτο στα σχετικά τεκμήρια. Δεν αντεξετάστηκε περαιτέρω, αλλά ούτε εκ των πιο πάνω προκύπτει ότι έχει κλονιστεί η μαρτυρία του, με την έννοια ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα αξιούμενα ποσά. Σημειώνεται ότι ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου έδινε τέτοιο δικαίωμα στους ενάγοντες, παρόλο που και αυτό είναι το σημαντικό εδώ, ότι με τους αναδομημένους λογαριασμούς και από τον τερματισμό των συμφωνιών, οι ενάγοντες έχουν αφαιρέσει τους τόκους υπερημερίας και αξιώνουν τόκο 7%. Ούτε και κυρίως δια των ως άνω απαντήσεων του μάρτυρα, εξάγεται ότι παραδέχτηκε ότι το υπόλοιπο του αναδομημένου λογαριασμού είναι λάθος. Αντίθετα, ο μάρτυρας παρέπεμψε στα τεκμήρια που περιλαμβάνουν τους τόκους υπερημερίας, σε αντίθεση με τους αναδομημένους λογαριασμούς, τεκμ.23 και 25, που δεν τους περιλαμβάνουν. Η επί τούτου συνεπώς μαρτυρία της ΜΥ1 ότι το υπόλοιπο του αναδομημένου λογαριασμού είναι λάθος, γεγονός που σύμφωνα με την ίδια παραδέχτηκε ο ΜΕ1 δεν ευσταθεί. Ούτε και η ίδια με τη μαρτυρία της ανέφερε οτιδήποτε που να δικαιολογεί ή να εξηγά το ισχυριζόμενο λάθος του αναδομημένου λογαριασμού, ή που ακριβώς είναι το λάθος αυτό. Αλλά και το τεκμ.39 που κατέθεσε δεν είναι υποβοηθητικό προς κάποια κατεύθυνση, αφού η μαρτυρία της ως προς το θέμα αυτό ήταν ιδιαίτερα γενικόλογη και αόριστη. Σε σχέση με το τεκμήριο αυτό, ανέφερε ότι το τύπωσε από το διαδίκτυο και δεν θυμόταν αν είναι από κάποια επίσημη ιστοσελίδα. Συμφώνησε όμως ότι το Euribor το 2008 με βάση το τεκμήριο αυτό, ήταν πέραν του 5%, δεχόμενη τελικά ότι δια του τεκμ.41 το επιτόκιο, την 29.12.11, αυξήθηκε σε 7%. Η μάρτυρας δια της μαρτυρίας της δεν ανέδειξε οτιδήποτε ως προς το εσφαλμένο των διαφόρων καταχωρήσεων στους επίδικους λογαριασμούς (τεκμ.23 και 25), πέραν της γενικής και αόριστης αναφοράς ότι το υπόλοιπο είναι λανθασμένο και αυτό, με παραπομπή στη μαρτυρία του ΜΕ
  7. Η μαρτυρία της επί του θέματος των τόκων κρίνεται ως γενική και σαφώς αόριστη, χωρίς κάποια επεξήγηση ή και εξειδίκευση και ανάλυση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή (Evelthon Developments Ltd κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ΛΤΔ
(2012)1 Α.Α.Δ. 2486). Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία της αναφορικά με νομικά ζητήματα δεν θα ληφθεί υπόψη. Πέραν των πιο πάνω, τα τεκμ.8 και 9 που αποτελούν καταστάσεις λογαριασμού των δανείων της εναγομένης 1, αποστέλλονταν σε αυτή, και ως προκύπτει, η εναγομένη 1 δεν αμφισβήτησε ή παραπονέθηκε σε οτιδήποτε σε σχέση με αυτούς (Διονυσίου κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ.450/12, ημερ.26.6.19). Και αυτό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δια των αναδομημένων λογαριασμών δεν απαιτείται τόκος υπερημερίας. Ανέφερε επίσης η ΜΥ1, ότι δεν έλαβαν επιστολές από την τράπεζα και την Gordian γιατί διέμενε σε άλλες διευθύνσεις από εκείνες που αποστάληκαν οι επιστολές. Το ίδιο και για τον εναγόμενο 4, ο οποίος σύμφωνα με τη μάρτυρα, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο διέμενε στο Λονδίνο. Εκ των εγγράφων που κατατέθηκαν, συμφωνίες εγγυήσεως (τεκμ.11 και 12), προκύπτει ότι η εναγόμενη 3 και ο εναγόμενος 4, αλλά και όλοι οι εναγόμενοι, κατά τον χρόνο υπογραφής των συμφωνιών, δήλωσαν ως διεύθυνση τους, την οδό XXXXX 1, XXXXX στο Τσέρι, η οποία, ως κατέθεσε η ΜΥ1, είναι η ίδια οικία με την οικία στην οδό XXXXX 9 στο Τσέρι. Ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε επί των τεκμ.15-20 που είναι οι επιστολές τερματισμού, οι οποίες αποστάληκαν το 2012 και όχι το 2018 που έγινε αναφορά από την ΜΥ1, ενώ ο ΜΕ2, αναφορικά με τις αποσταλείσες επιστολές της Gordian, αλλά και για τις διάφορες διευθύνσεις που υπάρχουν για τους εναγόμενους, παρόλο που το θέμα αυτό, ως έχει εξηγηθεί, δεν είναι επίδικο, ανέφερε ότι είναι οι διευθύνσεις που δίνουν οι πελάτες στην τράπεζα και καταχωρούνται στο σύστημα. Εξήγησε ότι κανένας δεν αλλάζει τις διευθύνσεις από μόνος του. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να ανατρέπει τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως προς το θέμα αυτό, και ως υποδεικνύει η νομολογία που παραπέμπει ο κ. Θεοδωρίδης, η αποστολή επιστολών στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί των συμφωνιών, εφόσον δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης συνιστά νόμιμο τερματισμό (Barcleys Bank Plc κ.ά v J.G.L (Constr.) Ltd κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726). Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 όλες οι σχετικές επιστολές προς τους εναγόμενους αποστάληκαν είτε στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις επίδικες συμφωνίες, είτε στη διεύθυνση που οι ίδιοι ανέφεραν ή και δήλωσαν στην τράπεζα. Σχετικός είναι και ο όρος που περιέχεται στις συμφωνίες εγγυήσεως, στις οποίες έγινε ήδη αναφορά. Κατά συνέπεια οι επί τούτου ισχυρισμοί της ΜΥ1, ότι δεν έλαβε είτε η ίδια, είτε ο εναγόμενος 4 τις επίδικες επιστολές, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται. Ως προς δε τις επιστολές της Gordian, ως έχει ήδη λεχθεί, η μαρτυρία της ΜΥ1 ήταν εκτός δικογράφων. Αναφορικά με τον εναγόμενο 5, παρόλο που δεν τέθηκε οτιδήποτε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αποστάληκαν αντίγραφα των επιστολών τερματισμού γιατί είχε αποβιώσει και δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο διαχειριστής του. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ως είναι διαμορφωμένη η έκθεση απαιτήσεως, και κυρίως στις παραγράφους 5 και 8, κρίνεται ότι εφαρμόζονται οι αρχές της υπόθεσης Καταφυγιώτης κ.ά ν. Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1746, όπως και της Αγγλικής υπόθεσης Tilcon Ltd v. Land and Real Investements Ltd
(1987)1 All.E.R. 615, και ότι, παρέχεται η δυνατότητα τερματισμού της σύμβασης κατά το στάδιο της δίκης. Εκ της αποδεκτής συνεπώς μαρτυρίας, προκύπτει ότι οι ενάγοντες δια των επιστολών τεκμ.6, 18-20 ημερ.11.7.12, προς τους εναγομένους, τερμάτισαν τις μεταξύ τους συμφωνίες. Οι πιο πάνω επιστολές αποστάληκαν στην δοθείσα από τους εναγόμενους διεύθυνση, ως η μεταξύ τους συμφωνία προέβλεπε, οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω. Στην βάση όσων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί ανωτέρω, κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την αξίωση τους ως προς το ύψος των οφειλόμενων ποσών, πλέον τους σχετικούς τόκους, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, τεκμήρια 23 και
  1. Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον της εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτιδας και εναντίον των εναγομένων 2-4 ως εγγυητών. Αναφορικά με τον εναγόμενο 5, εκ της μαρτυρίας δεν προέκυψε ότι επιβλήθηκαν τόκοι υπερημερίας επί του αξιούμενου ποσού, σε σχέση με το ύψος του ποσού της δοθείσας εκ μέρους του εγγύησης. Περαιτέρω, ως διαπιστώνεται, οι ενάγοντες απαιτούν το ποσό της εγγύησης, ήτοι το ποσό των €115.000 πλέον τους τόκους επ' αυτού, σύμφωνα με τα τεκμήρια 4, 7, 13 και
  2. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι δεν επηρεάζεται το αξιούμενο ποσό εναντίον του εναγομένου
  3. Σημειώνεται ότι ούτε και οι ΜΕ1 και 2 αντεξετάστηκαν αναφορικά με το υπόλοιπο του εναγομένου 5, και στη βάση αυτών, κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους εναντίον του εναγομένου
  4. Η ανταπαίτηση, για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, απορρίπτεται. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1-4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: Α. Για το ποσό των €770.427,70 με τόκο 7% επί ποσού €751.596,71 από 8.11.19, κεφαλαιοποιούμενου, ως η μεταξύ τους συμφωνία, 2 φορές τον χρόνο. Β. Εκδίδεται διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ως το υπό στοιχείο Δ της εκθέσεως απαιτήσεως. Γ. Αναφορικά με τον εναγόμενο 5, εκδίδεται απόφαση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 - 4, ως το υπό στοιχείο Η της εκθέσεως απαιτήσεως. Σε σχέση με τα έξοδα, αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος όλων των εναγομένων. Αναφορικά με την ανταπαίτηση, επειδή αυτή συνεκδικάστηκε μαζί με την απαίτηση, κρίνεται δίκαιο να μην εκδοθεί καμιά διαταγή αναφορικά με τα έξοδα σε σχέση με αυτή. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.