SAUNDERS κ.α. ν. HEWITT κ.α., Αρ. Αγωγής: 4202/2019, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4202/2019 Μεταξύ: 1. XXXXX saunders 2. XXXXX saunders Ενάγοντες και 1. XXXXX HEWITT 2. XXXXX PAVLIDOU 3. VIPAN LIMITED 4. IRIS CORPORATE SERVICES LIMITED 5. IRIS DIRECTORS LIMITED 6. XXXXX THEODOROU 7. GLOUCESTER HEAT TREATMENT SPECIALISTS LIMITED 8. XXXXX WELLS 9. XXXXX HEWITT Εναγόμενοι --------------------- Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2021 Για τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Χαρ. Αρτέμης για Τορναρίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1,7,8 και 9/Αιτητές: Η κα Αγάθη Ζερβού για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραμερισμό διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και αναστολή της διαδικασίας που αφορά τους εναγόμενους/αιτητές) Με την υπό εκδίκαση αίτηση τους οι εναγόμενοι 1,7,8 και 9 (στη συνέχεια «οι Αιτητές»), αιτούνται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων με τα οποία να παραμερισθούν και/ή ακυρωθούν τα ακόλουθα εκδοθέντα διατάγματα υπό του Δικαστηρίου: (α) ημερομηνίας 09/10/2020 με το οποίο δόθηκε άδεια για την επίδοση σε αυτούς εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 30/12/2019, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/09/2020 και του διατάγματος ημερομηνίας 23/09/2019, (β) για υποκατάστατη επίδοση των ως άνω διαταγμάτων με την αποστολή τους με ηλεκτρονικό μήνυμα στον εναγόμενο 1 σε τρείς συγκεκριμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, (γ) για υποκατάστατη επίδοση τους στην εναγόμενη 7 με την αποστολή τους στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της με εταιρεία ταχυμεταφορών, (δ) για υποκατάστατη επίδοση τους με την αποστολή τους με ηλεκτρονικό μήνυμα στον εναγόμενο 8 σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, (ε) για υποκατάστατη επίδοση τους με την αποστολή τους με ηλεκτρονικό μήνυμα στον εναγόμενο 9 σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, (στ) εναλλακτικά και/ή περαιτέρω προς τα ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η υποκατάστατη επίδοση στους εναγόμενους 1,7,8 και 9 των ως άνω περιγραφόμενων εγγράφων και/ή οποιωνδήποτε εγγράφων ως διενεργηθείσας κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/10/2020 και/ή ως μη διενεργηθείσας και/ή ως άκυρης και/ή ως παράτυπης λόγω του ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να ακολουθήσουν τις πρόνοιες του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών,(ζ) με το οποίο να αναστέλλεται κάθε διαδικασία που αφορά τους εναγόμενους 1, 7, 8 και 9 στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/09/2020 και/ή της Αγωγής. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Αιτητές κ. XXXXX Κούρου Λοϊζίδης (στη συνέχεια η Ε.Δ. ΜΚΛ). Σε αυτήν εκφράζει τη διαφωνία του με όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Καθ' ων η αίτηση κας XXXXX Σιαξιατέ (στη συνέχεια «η Ε.Δ. ΑΣ») η οποία συνοδεύει την Αίτηση για επίδοση. Εκθέτει τα γεγονότα που κατά τους Αιτητές είναι τα πραγματικά και ορθά και προς υποστήριξη τους παραπέμπει σε καταγραφές σε έγγραφα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει, οι οποίες κατά την αντίληψη του υποστηρίζουν και οδηγούν τους Αιτητές, σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που παραθέτουν και που κατά την άποψη τους διέπει τα διάφορα ζητήματα, στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επισημαίνει ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν στους Αιτητές είτε με την αποστολή τους με ηλεκτρονικά μηνύματα είτε με υπηρεσία ταχυμεταφορών ήταν τα πλείστα σε μη κατανοητή γλώσσα από αυτούς ήτοι στην Ελληνική γλώσσα αντί στην μητρική τους γλώσσα. Ανεπίτρεπτα επίσης γίνεται παραπομπή σε προγενέστερη ένορκη δήλωση της ίδιας ενόρκως δηλούσας, με το περιεχόμενο της οποίας επίσης εκφράζει τη διαφωνία του, καθ' ότι, όπως υποστηρίζει, επιχειρείται παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς ουσιώδη στοιχεία που παρατίθενται σε αυτή και τα οποία απαριθμεί αναλυτικά, εκθέτοντας ταυτόχρονα τις θέσεις των Αιτητών σε σχέση με αυτά αλλά και ειδικότερα σε σχέση με το νομικό χαρακτήρα του εμπιστεύματος, χαρακτηρίζοντας παράλληλα ως εξ υπαρχής άκυρη και παράτυπη την ισχυριζόμενη τροποποίηση του για τους λόγους που επίσης εξηγεί. Εισηγείται ότι δεν καταλογίζεται από τους ενάγοντες οποιαδήποτε επιλήψιμη πράξη ή παράλειψη στους εναγόμενους 7,8 και 9. Ισχυρίζεται ότι το διάταγμα επίδοσης είναι παράτυπο κατά παράβαση και του Κανονισμού και των σχετικών δικονομικών θεσμών αλλά και της συνήθους πρακτικής εξηγώντας τους λόγους της πιο πάνω αντίληψης του. Τέλος, είναι ο ισχυρισμός του ότι ούτε η επίδοση των εγγράφων έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του ως άνω Κανονισμού αλλά και όσων από αυτά τα έγγραφα έγιναν στη μητρική τους γλώσσα αυτή δεν μεταφράστηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που διέπουν το ζήτημα της μετάφρασής τους. Όλες αυτές οι αιτιάσεις ασφαλώς θα εξεταστούν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Οι ενάγοντες/ καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η αίτηση») καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν στην οποία παραθέτουν σειρά από λόγους τους οποίους καταγράφω αυτολεξεί: « 1. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες. 2. Οι Αιτητές συγκατένευσαν και έθεσαν τον εαυτό τους οικειοθελώς στη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λευκωσίας ή/και αποδέχθηκαν τη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λευκωσίας καθώς και την επίδοση των εγγράφων της διαδικασίας και, επομένως, κωλύονται (estopped) ή/και εμποδίζονται ή/και δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν τις θέσεις ή/και αξιώσεις που προωθούνται με την υπό κρίση Αίτηση. 3. Οι εναγόμενοι εμποδίζονται από το να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή/και έχουν υπαχθεί (have submitted) στην δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθότι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης «υπό διαμαρτυρία» χωρίς να έχουν λάβει σχετική προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου περί τούτου. 4. Τα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι καθόλα αρμόδιο με βάση την Ευρωπαϊκή και Εθνική νομοθεσία και νομολογία για να εκδικάσει την παρούσα δικαστική διαδικασία ή/και να αποδώσει τις εξαιτούμενες στην Αγωγή θεραπείες και, επομένως, είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 21/09/2020 («το Προσωρινό Διάταγμα») και το Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στους Αιτητές, ημερομηνίας 09/10/2020 («το Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας»). 5. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ούτε δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ακύρωσης ή/και παραμερισμού του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εφόσον το Ε.Δ. Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία και κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. 6. Οι ενάγοντες ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία για επίδοση στους εναγόμενους, με βάση τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ή τον Νόμο και/ή τους Θεσμούς και/ή τους Αγγλικούς Θεσμούς και/ή το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 09/10/2020. 7. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή/και δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή/και επαρκής λόγος για την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της επίδοσης που έγινε στους Αιτητές ή/και δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. 8. Οι Αιτητές κωλύονται από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση τους ημερ. 20/11/2020 και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει αυτή και οι οποίοι αφορούν την διαδικασία επίδοσης που ακολούθησαν οι ενάγοντες και/ή το είδος των εγγράφων που επιδόθηκαν στους Αιτητές. Και τούτο διότι επιδόθηκαν τα ορθά έγγραφα σε αυτούς και/ή οι Αιτητές έλαβαν πραγματική γνώση και/ή ενημερώθηκαν τόσο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής εναντίον τους όσο και για το περιεχόμενο αυτής και το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου έπρεπε να λάβουν μέτρα για αντιμετώπιση της. 9. Είναι φανερό ότι οι Αιτητές έλαβαν πλήρη και αποτελεσματική γνώση για την παρούσα διαδικασία και καλώς γνωρίζουν και είναι πλήρως ενήμεροι των γεγονότων της υπόθεσης, των θέσεων και των αξιώσεων των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που τους στάληκαν για επίδοση. 10. Οι ισχυρισμοί περί αντικανονικής επίδοσης στους Αιτητές είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι ή/και αόριστοι ή/και προβάλλονται εντελώς τυπολατρικά ή/και εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθούν, ούτε μπορούν να οδηγήσουν στον παραμερισμό του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή της επίδοσης που διενεργήθηκε στους Αιτητές. 11. Σε κάθε περίπτωση ή/και διαζευκτικά, οι Αιτητές δεόντως έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας μέσω της επίδοσης που διενεργήθηκε σε αυτούς και, ως εκ τούτου, οι Αιτητές κωλύονται (estopped) να εξαιτούνται απόρριψη ή/και ακύρωση του Διατάγματος Επίδοσης Εκτός Δικαιοδοσίας ή/και της επίδοσης που πραγματοποιήθηκε σε αυτούς, δοθέντος του ότι έλαβαν γνώση και/ή ενημερώθηκαν με πρόσφορο, αποτελεσματικό και ασφαλή τρόπο για την ύπαρξη της παρούσας διαδικασίας ή/και ενημερώθηκαν εγκαίρως και πλήρως για την παρούσα δικαστική διαδικασία με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου εγκαίρως. Η διενεργηθείσα επίδοση της ως άνω Αγωγής και των σχετικών δικαστικών εγγράφων στους Αιτητές σε καμία περίπτωση δεν τους έθεσε σε δυσμένεια, τουναντίον οι ίδιοι έλαβαν δεόντως και εγκαίρως γνώση για την παρούσα δικαστική διαδικασία. 12. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. 13. Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της επίδοσης έχει ως μοναδικό σκοπό να προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία και/ή να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. 14. Η καταχώρηση της αίτησης των εναγομένων προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). 15. Η αίτηση των εναγομένων είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν είναι ανυπόστατη και συμπεριλαμβάνονται σε αυτή αναληθείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. 16. Δεν έχουν επιδειχθεί επαρκείς λόγοι για την ακύρωση της επίδοσης στους Αιτητές και συνεπώς η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 17. Η παρούσα αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούν οι εναγόμενοι. 18. Το αιτούμενο διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων Αιτητών περί μη σφράγισης του κλητηρίου, ενόψει του ότι άδεια σφράγισης δεν ήταν αναγκαία στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι η παρούσα αγωγή στρέφεται και εναντίον διαδίκων (εναγομένων 2-6) που διεξάγουν εργασίες και/ή η διεύθυνση των οποίων βρίσκεται στην Κύπρο. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στους Εναγομένους 2-6 μαζί με το προσωρινό διάταγμα αμέσως μετά την έκδοση του και οι Εναγόμενοι 2-6 εμφανίστηκαν στη διαδικασία την 05/10/2020, ήτοι πριν την καταχώρηση της αίτησης των εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 7, 8 και 9. 19. Η επίδοση στους εναγόμενους έγινε καθόλα νόμιμα και ορθά και οι ενάγοντες δεν είχαν την υποχρέωση να επιδώσουν σε αυτούς βεβαίωση/πιστοποιητικό δυνάμει του Παραρτήματος ΙΙ του ΕΚ1393/07. 20. Δεν συντρέχουν οι λόγοι που επιτάσσει η σχετική νομολογία και η κανονισμοί ούτε και δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας καθώς η επίδοση έχει γίνει νομότυπα. 21. Η Αίτηση ασκείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας ή/και γίνεται με σκοπό να παρακωλύσει την εκδίκαση της Αίτησης Προσωρινών Διαταγμάτων ή/και την οριστικοποίηση του Προσωρινού Διατάγματος εντός εύλογου χρόνου ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς. 22. Η Αίτηση ημερομηνίας 20/11/2020 είναι αχρείαστη, κακόπιστη και εκδικητική. 23. Οι ισχυρισμοί σχετικά με τα γεγονότα που τίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κούρου Λοιζίδη (στη συνέχεια «η Ε.Δ. ΜΚΛ») που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι παντελώς ανυπόστατοι, παραπλανητικοί, αναληθείς και ατεκμηρίωτοι». Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται από την κα Α. Σιαξιατέ η οποία με ένορκη δήλωση της παρέχει λεπτομέρειες με σχετικές παραπομπές σε έγγραφα/τεκμήρια αιτιολογώντας τους κατά τους Καθ' ων η αίτηση λόγους ένστασης. Για σκοπούς οικονομίας και μη επανάληψης θα αποφύγω την εδώ αυτούσια παράθεση των όσων καταγράφει, για όσα όμως από αυτά έχουν σημασία προς επίλυση των διαφόρων ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διχογνωμία θα γίνει παραπομπή κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης περιλαμβάνει πληθώρα νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων οι οποίες στην πλειονότητα τους ταυτίζονται, γίνεται επίσης επίκληση της πρακτικής και νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και των εγγενών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της επίδικης διαφοράς παραθέτω συνοπτικά τα ακόλουθα τα οποία συνιστούν ταυτόχρονα και το ιστορικό της υπόθεσης προερχόμενα τόσο από το φάκελο της υπόθεσης όσο και από τα γεγονότα και ισχυρισμούς που παρατίθενται στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, τις αιτήσεις και τις Ε.Δ. ΑΣ ημερομηνίας 21.09.2020 (στη συνέχεια η «Ε.Δ. ΑΣ 1») προς υποστήριξη της Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 23.09.2020 και ημερομηνίας 09.10.2020 (στη συνέχεια η «Ε.Δ. ΑΣ 2»), προς υποστήριξη της Αίτησης για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας με ίδια ημερομηνία όπως και με όσα παρατίθενται στην ΕΔ ΜΚΛ με την οποία υποστηρίζει την αίτηση: (α) Οι ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 30.12.2019 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Η αγωγή αφορά την περιουσία της XXXXX Josephine Hewitt (στη συνέχεια αναφερόμενη ως «AJH») και συγκεκριμένα τις μετοχές της που αποτελούν περιουσία εμπιστεύματος (Trust), που έχει η ίδια ιδρύσει στην Κύπρο (στη συνέχεια αναφερόμενο ως «The XXXXX Settlement») στις 22.04.2015. Το εν λόγω έγγραφο είναι το Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1. Η AJH απεβίωσε στις 15.04.2017. (γ) Τα μέρη της διαφοράς περιγράφονται στις παραγράφους 8 έως 11 της Ε.Δ. ΑΣ 1 ως ακολούθως: (
- i)Οι ενάγοντες 1 και 2 είναι τα παιδιά της AJH από τον πρώτο γάμο της. (
- ii)Ο ενάγων 2 στην παρούσα αγωγή ενεργεί και υπό την ιδιότητα του ως ένας εκ των εκτελεστών μαζί με τον εναγόμενο 1, της διαθήκης της AJH στο Γιβραλτάρ. Αντίγραφο των σχετικών εγγράφων περιέχονται στο Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1 στις σελίδες 7-10. (iii) Ο εναγόμενος 1 είναι ο τρίτος και τελευταίος σύζυγος της AJH. Ο εναγόμενος 1 και η AJΗ παντρεύτηκαν στις 9/08/1997 και παρέμειναν παντρεμένοι μέχρι το θάνατο της. (
- iv)Η εναγόμενη 2 είναι η Επίτροπος (Trustee), του εν λόγω κυπριακού εμπιστεύματος. Εργάζεται ή τουλάχιστον εργαζόταν κατά την ημερομηνία της εκτέλεσης του εγγράφου του κυπριακού εμπιστεύματος, στην εναγόμενη 4. Η περιουσία του εν λόγω κυπριακού εμπιστεύματος της AJH είναι 500 μετοχές στην εναγόμενη 3 που συγκεκριμενοποιούνται ως οι μετοχές υπ' αριθμό 501-1000. (
- v)Η εναγόμενη 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο και με εγγεγραμμένο γραφείο στην Λευκωσία. (
- vi)Η εναγόμενη 5 εταιρεία και η εναγόμενη 6 είναι οι Διευθυντές της εναγόμενης 3 και η εναγόμενη 2 αναφέρεται ως η μόνη μέτοχος της εναγόμενης 3. (vii) Η εναγόμενη 5 είναι θυγατρική της εναγόμενης 4 και η εναγόμενη 6, σύμφωνα και με την ιστοσελίδα της εναγόμενης 4, είναι εργαζόμενη ή συνεργάτης της εναγόμενης 4. (viii) Η εναγόμενη 7 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη και λειτουργούσα στην Αγγλία. Ο μόνος μέτοχος της εναγόμενης 7 ήταν η κυπριακή εταιρεία VIPAN LTD, ήτοι η εναγόμενη 3 της οποίας οι μετοχές (με αρ. 501-1000) αποτελούν και την περιουσία του εμπιστεύματος. Διευθυντές της εναγόμενης 7 είναι οι εναγόμενοι 8 και 9. Ο εναγόμενος 9 είναι γιος του εναγόμενου 1 από προηγούμενο γάμο του. (
- ix)Η εναγόμενη 3 εταιρεία φαίνεται να απέκτησε τις μετοχές της εναγόμενης 7 κατά ή περί το Νοέμβριο 2005. Αυτό φαίνεται στο Τεκμ. 1 της Ε.Δ. ΑΣ 1 στις σελίδες 49-51. (
- x)O εναγόμενος 1 και η AJH ήταν αρχικά συνιδιοκτήτες μαζί με τον εναγόμενο 9 και ακόμα ένα πρόσωπο της εναγόμενης 7. Κατά ή περί το 2005 αποφάσισαν όπως για σκοπούς φορολογικού σχεδιασμού δημιουργήσουν μία ιδιοκτησιακή δομή όπου το σύνολο των μετοχών της εναγόμενης 7 να ανήκει στην εναγόμενη 3 η οποία και θα ανήκει με τη σειρά της άμεσα ή έμμεσα σε αυτούς. Αυτά περιγράφονται με λεπτομέρεια στις παραγράφους 5 - 14 στο Τεκμ.1 της Ε.Δ. ΑΣ 1. (δ) Στις 21.09.2020 οι ενάγοντες καταχώρησαν ενδιάμεση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Το Δικαστήριο στις 23.09.2020 εξέδωσε ορισμένα από τα διατάγματα που ζητήθηκαν. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 23.09.2020 αναφέρονταν στους και αφορούσαν τους εναγόμενους 2, 3, 4, 5 και 6, δηλαδή τους Κύπριους εναγόμενους. Τα υπόλοιπα αιτητικά παρέμειναν για επίδοση. (ε) Η υπόθεση ορίστηκε στις 05.10.2020 ημερομηνία κατά την οποία κλήθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 να εμφανιστούν για να δείξουν λόγο γιατί τα εκδοθέντα διατάγματα να μην συνεχίσουν να είναι σε ισχύ. Τα υπόλοιπα αιτητικά για έκδοση συναφών διαταγμάτων της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21.09.2020 παρέμειναν επίσης την ίδια ημερομηνία για οδηγίες. (στ) Η πλευρά των εναγόντων προχώρησε με επίδοση στους Κύπριους εναγόμενους 2, 3, 4, 5 και 6 τόσο του κλητηρίου εντάλματος όσο και της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21.09.2020 και του διατάγματος ημερομηνίας 23.09.2020 πριν την 05.10.2020. (ζ) Στις 05.10.2020 οι εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 εμφανίστηκαν διά δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου και μέσω του ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 21.09.2020. Η υπόθεση ως εκ τούτου ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 09.11.2020. (η) Στις 09.10.2020 οι ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν αίτηση στο Δικαστήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο εξέδωσε την ίδια ημέρα διάταγμα που επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 31.12.2019, της αιτήσεως ημερομηνίας 21.09.2020 και του διατάγματος ημερομηνίας 23.09.2020 το οποίο εκ παραδρομής φαίνεται να αναγράφηκε στο διάταγμα ως ημερομηνία έκδοσης του η 23.09.2019. (θ) Πέραν του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκαν την ίδια μέρα και διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης των πιο πάνω εγγράφων στους εναγόμενους 1, 8 και 9 δια της αποστολής τους με ηλεκτρονικό μήνυμα σε συγκεκριμένες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και στην εναγόμενη 7 δια της αποστολής τους στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της με εταιρεία ταχυμεταφορών. (ι) Στις 16.07.2020 οι ενάγοντες 1 και 2 μέσω των δικηγόρων τους στην Κύπρο απέστειλαν με διαδοχικά ηλεκτρονικά μηνύματα προς τις διευθύνσεις που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 09.10.2020 όλα τα έγγραφα που περιέχονται στο Τεκμ. 1 της Ε.Δ. ΑΣ 2 παραδίδοντας έτσι τα απαιτούμενα έγγραφα στους εναγόμενους 1, 8 και 9 σύμφωνα με την διαταγή του Δικαστηρίου. (ια) Οι ενάγοντες 1 και 2 μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν τα πιο πάνω έγγραφα ως το Τεκμ. 1 της Ε.Δ. ΑΣ 2 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 7. (ιβ) Οι εναγόμενοι/Αιτητές δεν αρνούνται ότι παρέλαβαν τα εν λόγω έγγραφα τόσο μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όσο και μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορών. Αντίγραφα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων καθώς και έγγραφα τα οποία πιστοποιούν την παράδοση μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορών έχουν παραδοθεί στο Δικαστήριο την 09.11.2020 και αποτελούν μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου. (ιγ) Στις 09.11.2020 εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο οι εναγόμενοι 1, 7, 8 και 9 μέσω δικηγόρου και ζήτησαν χρόνο για να μελετήσουν τα έγγραφα και μετά να τοποθετηθούν. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.11.2020. Τα προσωρινά διατάγματα παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τότε. (ιδ) Στις 20.11.2020 οι εναγόμενοι 1, 7, 8 και 9 καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση η οποία ορίστηκε στις 23.11.2020 όταν ήταν ορισμένη η υπόθεση. Την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση για ακρόαση για τις 25.01.2021 και έδωσε οδηγίες όπως οι ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχωρήσουν ένσταση μέχρις και την 12.01.2021. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν πράγματι την ένσταση τους στις 12.01.2021. Η ακρόαση της Αίτησης ορίστηκε με αίτημα εν τέλει για τις 27.01.2021 οπότε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο Τεκμ. 1 έχουν παραδοθεί στους εναγόμενους 1, 7, 8 και 9. Η συνοδευτική επιστολή που αποτελεί και την πρώτη σελίδα του Τεκμ. 1 περιγράφει τα έγγραφα τα οποία παραδόθηκαν. Αναφέρει επίσης τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν από αυτούς για να εμφανιστούν στην δικαστική διαδικασία που έχει εκκινήσει εναντίον τους. Η εν λόγω επιστολή είναι συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα. Δεν αμφισβητήθηκε ότι έγγραφα αποστάλθηκαν και στους δικηγόρους Α.Ζ.Γ. που εκπροσωπεί εδώ τους Αιτητές, κατόπιν δικής τους παράκλησης, επίσης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 11.11.2020 μέσω επτά
(7)διαδοχικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Αντίγραφο του πρώτου μηνύματος αποτελεί το Τεκμ. 3 της Ε.Δ. ΑΣ 2. Είναι δε παραδεκτό από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση ότι εκτός από την συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 16.10.2020 και την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, τα υπόλοιπα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν στην Ελληνική γλώσσα. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και έτσι καμιά πλευρά δεν ζήτησε είτε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ως άνω ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Θα πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις ήταν εμπεριστατωμένες και κάλυψαν όλα τα ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Όπου δε κριθεί αναγκαίο θα γίνεται ειδικότερη αναφορά σε σχετικές εισηγήσεις και σε νομολογία που με έχουν παραπέμψει. Έχω μελετήσει με προσοχή τις ως άνω εισηγήσεις και όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια κατά την ανάλυση θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές. Προστίθεται εδώ ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την καλοσύνη όταν κλήθηκαν προς τούτο από το Δικαστήριο για περαιτέρω διευκρινήσεις, να προσέλθουν στις 17.03.2021 και εξηγήσουν και διευκρινιστούν ζητήματα που αφορούσαν τις επιδόσεις οι οποίες αρχικά δεν είχαν ανευρεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θα εξετάσω στη συνέχεια τα γεγονότα που διέπουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που διέπει κάθε ζήτημα για το οποίο υπάρχει διχογνωμία, κατατάσσοντας αυτά σε θεματικές ενότητες ως ακολούθως: Αίτημα για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας Αρχίζω την ανάλυση μου από ζήτημα της Αίτηση για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση και αν αυτή είναι υποβλήθηκε σύννομα, είναι νομότυπη και σύμφωνη με τις διαδικασίες όπως αυτές καθορίζονται από τους σχετικούς κανονισμούς. Το κατά πόσο το ζήτημα αυτό διέπετε από τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ.1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοε.2007, περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις (στη συνέχεια «ο Κανονισμός») είναι καθοριστικό όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια για την έκβαση της υπόθεσης. Ως προς το ζήτημα του αιτήματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, στην υπόθεση V.K.C. Qualitity Investments Ltd v. Shammusi -Denn Alabi, Shitta Bey, 1 ΑΑΔ σελ. (ημερ.4.03.2014) γίνεται αναφορά στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά.,
(2013)1 ΑΑΔ 1935 όπου αποφασίστηκε ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 (ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 1348/2000 υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Κανονισμού αυτού, διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιονδήποτε κατάλληλο μέσο», εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλκαήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάλθηκαν. Κρίθηκε έτσι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε τη Δ.6 Κ.
- Αυτή η προσέγγιση, λέχθηκε, παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του Ε.Κ. 1393/
- Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό σε πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Το γεγονός ότι η Δ.6 Θ.6 «δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής» ενόψει της εισαγωγής του Ε.Κ. 1393/2007, δεν θα έπρεπε να ανησυχήσει ιδιαίτερα την ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστή, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι κοινή διαπίστωση ότι οι δικοί μας Θεσμοί χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί (βλ. HE.NI.PA. Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1 CLR 371)». Επομένως, αντίθετα από όσα υποστηρίζει η πλευρά των Αιτητών, εάν η περίπτωση ήταν κατάλληλη για την εφαρμογή του Κανονισμού, τέτοιου είδους υποθέσεις δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις που η απόφαση για την έκδοση των διαταγμάτων θα πρέπει να παραμερισθεί ex debito justitiae. Το θέμα όμως θα με απασχολήσει στη συνέχεια σε ειδικό προς τούτο μέρος της απόφασής μου. Στην περίπτωση κατά την οποία στο Κλητήριο Ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο ενώ άλλος ή άλλοι βρίσκονται εκτός Κύπρου, τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες της Δ.6.1(h). Σύμφωνα με αυτές, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Κλητηρίου Εντάλματος ή Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος, μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Όπως συνοψίζεται το θέμα στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Niki Christophorou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.,
(2005)1 ΑΑΔ 273, η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης εναγόμενου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγόμενου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. Παρόλα αυτά είναι κοινά παραδεκτό ότι, εκ περισσού στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος επιδόθηκε στους Αιτητές στην Αγγλική γλώσσα (δηλαδή στη γλώσσα τους), όπως ακριβώς καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 16.10.2020 και φαίνεται στο περιεχόμενου του δικαστικού φακέλου. Το Δικαστήριο, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν στην αίτησή τους, κλήθηκε να εξετάσει τις προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος επίδοσης με βάση το πραγματικό υπόβαθρο που περιέχεται στην ένορκη δήλωση (Ε.Δ. ΑΣ 2) ημερομηνίας 09.10.2020. Σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. Larticon Co v. Detergenta Ltd,
(2004)1 (B) A.A.Δ. 1121) στις περιπτώσεις όπου συνενώνονται στην αγωγή εναγόμενοι εντός και εκτός Κύπρου, όπως η παρούσα, κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος, η προσέγγιση είναι ότι σε αυτή την περίπτωση οι πρόνοιες τις Δ.2, κ. 2 αδρανοποιούνται. Επομένως θα εκδοθεί κλητήριο ένταλμα για επίδοση εντός Κύπρου και το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας θα εξεταστεί στο στάδιο της επίδοσης. Μετά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και όταν αυτό θα επιδοθεί εντός Κύπρου εφαρμόζεται η Δ.6, κ. 1, όπου το Δικαστήριο ελέγχει εάν μπορεί να αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία και να επιληφθεί της διαφοράς. Ο σκοπός της διενέργειας επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής είναι το κλητήριο ένταλμα να περιέλθει στη γνώση του εναγόμενου ή του προσώπου στο οποίο επιδίδεται, ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να απαντήσει στην απαίτηση που περιέχεται σε αυτό υπερασπιζόμενος την υπόθεση του. Η επίδοση σε εναγόμενο που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, εντός Κύπρου, είναι προσωπική επίδοση καθώς προβλέπεται ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος πρέπει να παραδίδεται στα χέρια του εναγόμενου ή να αφήνεται σε χώρο όπου ο εναγόμενος είναι παρών και μπορεί να το παραλάβει ο ίδιος προσωπικά. Προσωπική επίδοση μπορεί επίσης να θεωρηθεί εφόσον ο εναγόμενος δεν εντοπίζεται προσωπικά στο σπίτι του ή στο χώρο εργασίας του, να αφήνεται σε πρόσωπο που σχετίζεται με τον εναγόμενο και που βρίσκεται σε χωροχρονική εγγύτητα με τον εναγόμενο έτσι ώστε να θεωρείται επίδοση στο ευρύτερο περιβάλλον του εναγόμενου. Τα πιο πάνω αποτελούν κανονική επίδοση σύμφωνα με τους θεσμούς. Η υποκατάστατη επίδοση αναφέρεται σε εναγόμενο που κατά το χρόνο της έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας αλλά επί του οποίου δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί κανονική επίδοση όπως πιο πάνω περιγράφεται. Η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προβλέπεται στη Δ.6, και είναι κυρίως προσωπική στον εναγόμενο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Η υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας υπάρχει και χρησιμοποιείται όταν η χρήση συγκεκριμένου μέσου επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο μηχανισμός που δημιουργεί ο Κανονισμός 1393/2007 καθώς οι Καθ' ων η αίτηση δεν γνώριζαν, ως ισχυρίστηκαν, τις διευθύνσεις μόνιμης διαμονής των εναγόμενων/Αιτητών. Ήταν επομένως αναγκαία η παρέκκλιση και η χρήση κάποιου άλλου μέσου δια του οποίου η αγωγή να περιέλθει στη γνώση τους. Το κατάλληλο δικονομικό μέτρο που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η καταχώρηση αίτησης και λήψη σχετικής άδειας από το Δικαστήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και επίσης εξασφάλιση ξεχωριστά διαταγμάτων για υποκατάστατο επίδοση των εγγράφων στους εναγόμενους/ Αιτητές όπως έγινε και εν προκειμένω. Με την παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το Δικαστήριο ουσιαστικά προχώρησε σε διάγνωση της δυνατότητας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με αναφορά στη δυνατότητα ανάληψης της διεθνούς δικαιοδοσίας του. Το αίτημα για χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να περιλαμβάνεται σε κοινό έντυπο αίτησης με το αίτημα για υποκατάστατη επίδοση δικαιοδοσίας όπως ακριβώς έπραξαν οι Καθ' ων η αίτηση εν προκειμένω. Πέραν των πιο πάνω, για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν μπορεί να αναλάβει τη διεθνή δικαιοδοσία του θα πρέπει να γνωρίζει το περιεχόμενο της απαίτησης των εναγόντων. Είναι δε γεγονός ότι οι ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση παρέθεσαν στο Δικαστήριο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστήριξαν την αίτηση τους για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας επαρκή μαρτυρία σχετικά με το εμπίστευμα σε σχέση με το οποίο προέκυψε η διαφορά, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τα γεγονότα που δημιούργησαν την διαφορά. Και όλα αυτά σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6, κ. 1 σε σχέση με τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αναλάβει διεθνή δικαιοδοσία, όπως και έκρινε στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι/ Αιτητές δεν έχουν σε καμία περίπτωση αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στις πρόνοιες περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, η Δ.6, κ. 4 θέτει τις παρακάτω επιμέρους προϋποθέσεις: (α) την απόδειξη του εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος, (β) την ένδειξη ότι ο εναγόμενος βρίσκεται ή πιθανόν να ανευρεθεί σε συγκεκριμένη χώρα, (γ) την αναφορά στους σκοπούς για τους οποίους γίνεται η αίτηση και (δ) την καταλληλόλητα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο άσκησε την εν λόγω διακριτική του ευχέρεια και έκρινε ότι, σύμφωνα με τη Διάταξη 6, κ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες έχουν εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα. Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος εύλογα να ισχυριστεί ότι αυτό είχε ήδη κριθεί από το Δικαστήριο στη βάση των γεγονότων τα οποία έλαβε υπ' όψιν κατά την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21.09.2020 κατά την οποία εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα ημερομηνίας 23.09.
- Οι Καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν πλήρως το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η απαίτησή τους. Ανατρέχοντας στα γεγονότα της υπόθεσης εκ πρώτοις όψεως κρίνεται ότι αυτοί το έπραξαν, θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι αόριστους και αστήρικτους ισχυρισμούς, αλλά θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, τα οποία το βοήθησαν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει κατά πόσον η Διάταξη 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ικανοποιείται, και κατ' επέκταση, κατά πόσον δικαιολογείται επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ή/και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Στην Ε.Δ. ΑΣ 2 που στηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αναφέρεται ρητά ότι «με την εν λόγω αγωγή ζητείται η διασαφήνιση των δικαιωμάτων των διαφόρων μερών υπό του εν λόγω καταπιστεύματος και επιπλέον αφορά πράξεις που έγιναν σε σχέση με την περιουσία του εν λόγω καταπιστεύματος». Αναφέρεται επίσης ρητά ότι η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί και επαναλαμβάνει την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 21/09/2020, δηλαδή την Ε.Δ. ΑΣ 1, όπου αναφέρονται όλες οι σχετικές με τα γεγονότα λεπτομέρειες κάτι το οποίο δεν θεωρώ μεμπτό εφόσον το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να ανατρέξει σε αυτά, ευρισκόμενα στον φάκελο, για να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Όπως εξηγείται στην Ε.Δ. ΑΣ 1, τα γεγονότα ευρίσκονται σε δύο ένορκες δηλώσεις μία της ενάγουσας 1 και μία του δικηγόρου των εναγόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο και Γιβραλτάρ. Οι ένορκες αυτές δηλώσεις επισυνάπτονται ως Τεκμ. 1 και 2 στην Ε.Δ. ΑΣ
- Η ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 (Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1), αποτελείται από το κείμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1 (24 σελίδων), στην οποία υπάρχουν δύο επισυνημμένες δέσμες εγγράφων ως τεκμήρια, δηλαδή το πρώτο τεκμήριο είναι σελιδωμένη δέσμη εγγράφων στα οποία κάνει αναφορά στη δήλωση της η ενάγουσα 1 (163 σελίδες), και το δεύτερο τεκμήριο της είναι μία υπογραμμένη γραπτή δήλωση του ενάγοντος 2 (8 σελίδες), μαζί με επισυνημμένη σελιδωμένη δέσμη εγγράφων στα οποία κάνει αναφορά στην εν λόγω δήλωσή του ο ενάγοντας 2 (28 σελίδες). Η ένορκη δήλωση του δικηγόρου των εναγόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Γιβραλτάρ, κ. XXXXX Christodoulides ημερομηνίας 08.01.2020 αποτελεί το Τεκμ. 2 στην Ε.Δ. ΑΣ
- Η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελείται από το κείμενο της ένορκης δήλωσης (9 σελίδες), του κ. XXXXX Christodoulides στην οποία υπάρχουν δύο επισυνάψεις ως τεκμήρια, όπου το πρώτο τεκμήριο είναι σελιδωμένη δέσμη εγγράφων 27 σελίδων και το δεύτερο είναι σελιδωμένη δέσμη εγγράφων 21 σελίδων στις οποίες κάνει αναφορά στη δήλωσή του ο κ. Christodoulides. Το περιεχόμενο των Τεκμ. 1 και 2 της Ε.Δ. ΑΣ 1, αλλά και τα επισυναπτόμενα σ' αυτά είναι έγγραφα και μαρτυρία που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση καθώς έχουν υιοθετηθεί με την Ε.Δ. ΑΣ 2 η οποία και στηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 και
- Κρίνω ότι πράγματι οφείλεται σε παραδρομή η οποία εύκολα διαπιστώνεται, το γεγονός ότι έχει σημειωθεί στην Ε.Δ. ΑΣ 2 ημερομηνίας 9/10/2020 ότι η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.09.2020 συνιστά δήλωση του κ. XXXXX Στυλιανού. Είναι προφανές ότι η μόνη ένορκη δήλωση που καταχωρίσθηκε την 21.09.2020 είναι αυτή της κας XXXXX Σιαξιατέ, και επομένως προφανές ότι η αναφορά σε ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Στυλιανού έγινε εκ παραδρομής. Επομένως οι οποιεσδήποτε περί τούτου αναφορές και αιτιάσεις από πλευράς των Αιτητών δεν έχουν οποιανδήποτε αντίκριση στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και δεν λαμβάνονται υπ' όψιν. Από τη μαρτυρία που έχουν παραθέσει στο Δικαστήριο οι ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση κρίνω ότι προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον όλων των εναγόμενων που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας και οι ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση έχουν εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα. Ως έχει νομολογηθεί, η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η οποία πρέπει να πληρείται για να μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο ενδιάμεσο διάταγμα, ικανοποιείται, εάν ο αιτητής αποδείξει, ότι, κάτι τέτοιο προκύπτει βάσιμα από το δικόγραφο του. Οι Καθ' ων η Αίτηση, για αυτή την Αγωγή τους, εξέδωσαν, σε ότι αφορά τους εναγόμενους, κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο, με τις απαιτήσεις τους. Με αυτό, αξιώνουν από τους εναγόμενους /Αιτητές, αριθμό θεραπειών. Εξετάζοντας όσα το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της Αγωγής καταγράφει, διαπιστώνει κανείς, ότι, αυτό, αναφέρεται, τόσο στις θεραπείες που επιδιώκονται εναντίον όλων των εναγόμενων, όσο και στα αίτια και τη βάση του δικαιώματος των εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση σε αυτές, κατά τρόπο που ικανοποιείται η προαναφερόμενη προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αυτή την Αγωγή. Προς τούτο σχετικές είναι οι αναφορές στις ακόλουθες υποθέσεις Re Fereos Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 959, Re Lumiere T.V. Public Company Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 757, Avila Management Services Ltd κ. α. ν. Frantisek Stepanek κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ
- Επομένως, καταλήγω ότι το κλητήριο ένταλμα και ακόμα αυτή τούτη η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος όπως έγινε εκ περισσού, έγιναν σύμφωνα με τους Θεσμούς. Οι Αιτητές έλαβαν γνώση των σχετικών με τη δικαστική διαδικασία εγγράφων και είναι γι' αυτό που εμφανίστηκαν την 20.11.2020 κατά τον τρόπο που εμφανίστηκαν ήτοι υπό διαμαρτυρία και προέβησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κανένα δικαίωμα τους δεν έχει παραβιαστεί. Οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς υποστήριξη της Αίτησης και αφορούν το ζήτημα όπως το θέτουν της «αποτυχίας εξασφάλισης άδειας για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος» έστω και αν εκλαμβανόταν ότι στην περίπτωση εφαρμόζεται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός, όπως υποστηρίζουν οι Αιτητές σε αντίθεση με τους Καθ' ων η αίτηση, όπως θα εξηγηθεί περαιτέρω στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης αυτής στη συνέχεια, δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και από νομικής αντίκρισης τους. Η Αναφορά σε Κυπριακό Εμπίστευμα Ένα άλλο ζήτημα που υποδεικνύουν οι Αιτητές είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο μέσω της αναφοράς τους σε κυπριακό εμπίστευμα. Ερχόμενος στα γεγονότα που παρουσίασαν πράγματι οι Καθ' ων η αίτηση διαπιστώνω ότι αυτά παρουσιάστηκαν με περισσή λεπτομέρεια και χωρίς, όπως κρίνω, να αποκρύψουν κανένα ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την κρίση του Δικαστηρίου, τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν υποδείχθηκε. Αν η νομική αντίκριση του εμπιστεύματος είναι διάφορη από τους Αιτητές, αυτό δεν εξυπακοούει απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος ούτε και θα μπορούσε να επιλυθεί οριστικά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αποτελεί θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με το έγγραφο ημερομηνίας 21.04.2015 δημιουργήθηκε κυπριακό εμπίστευμα. Οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να αναφέρουν στη βάση αγωγής τους μεταξύ άλλων παράβαση όρων εμπιστεύματος, όπως και έπραξαν και όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Το κατά πόσο αυτό αποτελεί και εμπίστευμα που εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69(Ι)/1992), θα κριθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας της αγωγής. Δέχομαι τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αναφορά τους σε «κυπριακό εμπίστευμα» σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπούσε στο να διακρίνει το επίδικο εμπίστευμα ανάμεσα σε διάφορα είδη εμπιστευμάτων που μπορούν να δημιουργηθούν κατά το κυπριακό δίκαιο αλλά σκοπό είχε να καταδείξει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου εμπιστεύματος. Είναι δε στη βάση των πραγματικών γεγονότων, όπως αυτά θα προκύψουν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής που θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στη φύση του επίδικου εμπιστεύματος και έτσι να καθορίσει και τα δικαιώματα των μερών. Ακόμα και αν η θέση που εκφράζουν οι Αιτητές είναι ορθή, κάτι που οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν σε καμία περίπτωση αποκλείσει, τουναντίον θεωρούν ότι ισχύει, όπως παραδέχονται στην αγόρευση τους, και το επίδικο εμπίστευμα αποτελεί εμπίστευμα που διέπεται από τις πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν. 69(Ι)/1992), όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί, η τροποποίηση που επήλθε στο επίδικο εμπίστευμα τον Νοέμβριο του 2016 είναι ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια κατά πόσο είναι νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή όπως θα αξιολογηθούν τα γεγονότα και οι πρόνοιες του εμπιστεύματος. Πέραν των πιο πάνω θα εξετασθεί κατά πόσο οι πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69(Ι)/1992), παρέχουν ξεκάθαρα, όπως υποστηρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση στον εμπιστευματοπάροχο τις εξουσίες που ασκήθηκαν το 2016 στην παρούσα υπόθεση από την εμπιστευματοπάροχο όσο ήταν εν ζωή. Σημειώνεται ότι το άρθρο 2A του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69(Ι)/1992)προνοεί ότι: «2Α. Οι εξουσίες και εξουσιοδοτήσεις που εκχωρούνται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου σε επίτροπο, προστάτη, εμπιστευματοπάροχο και σε επιθεωρητή εφαρμογής εμπιστεύματος, αντίστοιχα, είναι επιπρόσθετες των εξουσιών και εξουσιοδοτήσεων οι οποίες τυχόν τους έχουν εκχωρηθεί δυνάμει των όρων του διεθνούς εμπιστεύματος και οι εξουσίες και εξουσιοδοτήσεις του παρόντος Νόμου ισχύουν μόνο εάν και στην έκταση που δεν υπάρχει αντίθετη πρόθεση εκπεφρασμένη στους όρους του εμπιστεύματος και εφαρμόζονται τηρουμένων των όρων του εμπιστεύματος και είναι υποκείμενες στους όρους αυτού». Σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά. ν. LIEFERZEIT LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 780/2014, Ε.Δ. Λάρνακας 11/6/2014 στην οποία ο κ. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρει ότι «. στο άρθρο 2 Α αναφέρεται ότι οι εξουσίες που εκχωρούνται από το Νόμο στον προστάτη είναι επιπρόσθετες των εξουσιών οι οποίες του έχουν εκχωρηθεί δυνάμει των όρων του διεθνούς εμπιστεύματος.». Κατά αναλογία όπως είναι και η θέση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση με την οποία και συμφωνώ οι εξουσίες που το άρθρο 4Α εκχωρεί στον εμπιστευματοπάροχο είναι επίσης επιπρόσθετες αυτών που αναφέρονται σε εμπίστευμα. Η ουσία είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν έρχονται αυτές οι εξουσίες, τις οποίες άσκησε κατά τον επίδικο χρόνο ο εμπιστευματοπάροχος, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του εγγράφου εμπιστεύματος. Τουναντίον, όπως είναι και η θέση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, η ορθή ερμηνεία των όρων του επίδικου εμπιστεύματος αποδίδει αυτές τις εξουσίες. Επομένως η θέση ότι το άρθρο 4Α του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69(Ι)/1992), περιέχει εξουσίες, οι οποίες αποδίδονται από τον νόμο σε εμπιστευματοπάροχο και αναφέρονται στο άρθρο 2Α με βρίσκει σύμφωνο. Έτσι το έγγραφο εμπιστεύματος παρείχε κατά την άποψη μου στην εμπιστευματοπάροχο τις εξουσίες τις οποίες η ίδια άσκησε κατά τον επίδικο χρόνο και ότι η τροποποίηση που επήλθε τον Νοέμβριο του 2016 αποτελούσε πράγματι την επιθυμία της AJH ως εμπιστευματοπάροχου. Η έρευνα στον Έφορο Εταιρειών για την εναγόμενη 3, η οποία και επισυνάπτεται στην Ε.Δ. ΑΣ 1 ως Τεκμ. 3 παρουσιάζει την εναγόμενη 3 να κατέχει ονομαστικό κεφάλαιο €10,000 χωρισμένο σε 10,000 μετοχές εκ €1 εκάστη μετοχή. Η εταιρεία έχει επίσης €1000 εκδομένο κεφάλαιο όπου μόνος μέτοχος είναι η εναγόμενη
- Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, μέτοχοι της εταιρείας ήταν σε κάποια φάση από 50% ο εναγόμενος 1 και η AJH. Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα η παρούσα μέτοχος, εναγόμενη 2, ούσα και η Επίτροπος του κυπριακού εμπιστεύματος της AJH, είναι η μόνη μέτοχος από τις 21 Απριλίου 2015, δηλαδή την ημερομηνία ίδρυσης του κυπριακού εμπιστεύματος, του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με το Τεκμ. 3, στις 21/10/2010 καταχωρήθηκε ΗΕ57 στον Έφορο Εταιρειών, όπου ενημέρωνε το μητρώο για αλλαγή διεύθυνσης των τότε μετόχων της εναγόμενης 3 οι οποίοι τότε ήταν ο εναγόμενος 1 και η AJH από 50% έκαστος. Έτσι είναι προφανές ότι αρχικά μέτοχοι της εναγόμενης 3 ήταν η AJH και ο εναγόμενος 1 και μετά οι μετοχές μεταβιβάστηκαν σε πρόσωπα που είχαν σχέση με την εναγόμενη
- Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω στο κυπριακό εμπίστευμα Επίτροπος (Trustee) μέχρι και σήμερα είναι η εναγόμενη 2, περιουσία του εμπιστεύματος είναι 500 μετοχές της εναγόμενης 3, και σύμφωνα με την αρχική μορφή του εμπιστεύματος, αρχικός δικαιούχος ήταν η AJH και σε περίπτωση θανάτου της ο εναγόμενος 1 και σε περίπτωση θανάτου του ο εναγόμενος
- Το μέρος (Annex 2) που αναφερόταν στους δικαιούχους, έτυχε τροποποίησης το Νοέμβριο 2016 αφού η AJH ζητούσε από τον εναγόμενο 1 αν θα μπορούσε να αφήσει τις μετοχές της στα παιδιά και εγγόνια της. Φαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 αρνιόταν να το αποδεχθεί μέχρι το 2016, κάτι που εν τέλει οδήγησε στην τροποποίηση του εν λόγω μέρους (Annex 2) ως αυτό περιέχεται στο Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1) σελίδα
- Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, ο Επίτροπος τροποποιεί το υφιστάμενο εμπίστευμα ώστε ο αρχικός δικαιούχος να παραμένει η AJH και μετά σε περίπτωση θανάτου της, δικαιούχος να είναι ο εναγόμενος 1 με συγκεκριμένες εντολές. Σε περίπτωση θανάτου του εναγόμενου 1, τότε τελικοί δικαιούχοι θα είναι η ενάγουσα 1 κατά 29%, ο ενάγοντας 2 κατά 17%, ο εναγόμενος 8 κατά 20% και το υπόλοιπο 34% εξ ημισείας οι 2 εγγονές της AJH. Προκύπτει ότι οι ενάγοντες, σύμφωνα με τους όρους του εμπιστεύματος ως ισχύουν σήμερα, είναι εκ των δύο τελικών δικαιούχων. Σύμφωνα με τον Όρο 1 του εμπιστεύματος, η εναγόμενη 2 θα κατέχει όλα τα μερίσματα και τόκο που ήταν ή θα είναι δεδουλευμένα, εκ μέρους των δικαιούχων και συμφωνεί όπως τα μεταφέρει, πληρώνει και ασχοληθεί με τις μετοχές (προφανώς που αποτελούν περιουσία του εμπιστεύματος) σύμφωνα με τις οδηγίες που θα τις δίνουν οι Δικαιούχοι. Η AJH με μήνυμα ημερομηνίας 20 Οκτωβρίου 2016 που απέστειλε στην εναγόμενη 2 και το οποίο περιέχεται στο Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1 (σελίδες 71-72), έδωσε οδηγίες όπως μέσω εντολής πληρωμής (standing order) η εναγόμενη 2 θα πληρώνει τα μερίσματα που αναλογούν στην ίδια ως κατόχου του 50% των μετοχών της σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στο Γιβραλτάρ. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενάγοντες είναι τα δύο παιδιά της AJH από τον πρώτο γάμο της. Η AJH ήταν ιδρυτής (Settlor) ενός εμπιστεύματος το οποίο ιδρύθηκε στις 22 Απριλίου 2015 στην Κύπρο. Η περιουσία του εν λόγω εμπιστεύματος είναι το 50% του εκδοθέντος κεφαλαίου της εναγόμενης 3 (Κυπριακής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης). Η εν λόγω Κυπριακή εταιρεία (εναγόμενη 3), είναι η μόνη μέτοχος της εναγόμενης 7 εταιρείας. Η μόνη μέτοχος της Κυπριακής εταιρείας (εναγόμενης 3) είναι η εναγόμενη 2, η οποία επίσης είναι και η Επίτροπος του προαναφερόμενου εμπιστεύματος. Διευθυντές της κυπριακής εταιρείας είναι οι εναγόμενοι 5 και
- Οι εναγόμενοι 2 και 6 είναι συνεργάτες ή εργοδοτούμενοι της εναγόμενης 4 και η εναγόμενη 5 είναι θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης
- Οι εναγόμενες 3 - 5 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένες στην Κύπρο και οι εναγόμενες 2 και 6 είναι Κύπριες. Ο εναγόμενος 1 φαίνεται να είναι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης (ultimate beneficial owner) των υπόλοιπων μετοχών της εναγόμενης 3 εταιρείας, η οποία είναι με τη σειρά της η μόνη μέτοχος της εναγόμενης
- Διευθυντές της εναγόμενης 7 είναι οι εναγόμενοι 8 και
- Αποτελεί επίσης μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η AJH είχε κάνει διαθήκη για τη σχετική περιουσία της και στο Γιβραλτάρ, όπου η μόνη περιουσία που είχε εκεί ήταν ο σχετικός τραπεζικός λογαριασμός όπου θα έπρεπε να εμβάζονταν τα όποια μερίσματα της εναγόμενης
- Σύμφωνα με την εν λόγω διαθήκη η AJH άφηνε στην ενάγουσα 1 το 45% της περιουσίας της, το άλλο 45% στον ενάγοντα 2 και το υπόλοιπο 10% σε μία εγγονή της. Να σημειωθεί ότι τα μερίσματα αυτά ήταν μερίσματα που πρόκυπταν ή προκύπτουν, από την ιδιοκτησία των μετοχών της κυπριακής εταιρείας/ εναγόμενης
- Ήταν δηλαδή μερίσματα κυπριακής εταιρείας. Και άρα το σύνολο των μερισμάτων που βρίσκονται ή που θα έπρεπε να κατατίθενται στον εν λόγω λογαριασμό προφανώς ανήκουν κατά 90% στους ενάγοντες 1 και
- Όπως προκύπτει, μέσω της κατοχής των μετοχών της εναγόμενης 7 και ως φαίνεται να είχαν συμφωνήσει, οι μέτοχοι της εναγόμενης 3 απολάμβαναν ανά έτος μέρισμα που υπολογίζεται στις £18,000 (στερλίνες) ανά μήνα. Το εν λόγω μέρισμα όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά 50% ανήκει στον εναγόμενο 1 και κατά το υπόλοιπο 50% στην AJH και στους υπό αυτή δικαιούχους. Κατά συνέπεια η εναγόμενη 7 πληρώνει μέρισμα στην εναγόμενη 3 η οποία με τη σειρά της πληρώνει στην εναγόμενη 2 (τη μόνη μέτοχο της εναγόμενης 3) και η οποία με τη σειρά της ως Επίτροπος του εμπιστεύματος και άρα σύμφωνα με τις οδηγίες της AJH πληρώνει το αντίστοιχο ποσοστό του εν λόγω μερίσματος στον ως άνω λογαριασμό στο Γιβραλτάρ. Με το θάνατο της AJH τίποτα δε θα άλλαζε και τα μερίσματα της εναγόμενης 3 θα συνέχιζαν έστω και αν ο εναγόμενος 1 είναι πλέον ο δικαιούχος του εμπιστεύματος, έχοντας υπόψη τις επιθυμίες της AJH εξ αρχής, να καταβάλλονται αντιστοίχως στον εν λόγω λογαριασμό. Με το θάνατο της AJH επιπλέον, τα λεφτά στο λογαριασμό στο Γιβραλτάρ θα έπρεπε και θα πρέπει να τύχουν μεταχείρισης όπως προβλέπει η διαθήκη της στο Γιβραλτάρ. Όλα τα πιο πάνω ουσιαστικά είναι μία περιγραφή της όλης υφιστάμενης κατάστασης όπου, με βάση τους όρους του «κυπριακού εμπιστεύματος», η κυπριακή εταιρεία/εναγόμενη 3, λάμβανε μέρισμα ως μέτοχος της εναγόμενης 7 το οποίο θα έπρεπε η εναγόμενη 2 να καταθέτει σε λογαριασμό στο Γιβραλτάρ. Η αναφερόμενη διευθέτηση ήταν μόνο μέρος του συνόλου των διαφόρων διευθετήσεων που ο εναγόμενος 1 και η AJH είχαν κάνει. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στη σελίδα 10 και παράγραφο 27 της ένορκης της δήλωσης (Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1) η ίδια η ενάγουσα 1, οι δύο τους (δηλαδή ο εναγόμενος 1 και η AJH) ήταν αρκετά εύποροι και είχαν περιουσία και ανάλογες δομές, σε διάφορες δικαιοδοσίες. Η AJH πέραν των πιο πάνω είχε περιουσία στα νησιά Τζέρσεϋ, και διαθήκη στην Ιρλανδία. Υπήρχαν επίσης εξοχικά στην Τενερίφη στην Ισπανία. Όμως καμία άλλη δικαιοδοσία δεν επηρεάζει τα θέματα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά από διάφορες πράξεις, ενέργειες και δηλώσεις του εναγόμενου 1, συνεπικουρούμενες από ενέργειες και/ή άρνηση ενέργειας των υπολοίπων εναγόμενων, με τις οποίες φαινόταν πρόδηλα ότι προσπαθούσε να επέμβει στις μετοχές της εναγόμενης 3 και προπαντός να επηρεάσει ή σταματήσει το μέρισμα που θα κατατίθετο ως μέρος της περιουσίας της AJH στον τραπεζικό λογαριασμό στο Γιβραλτάρ. Επιπλέον, καταχωρίσθηκε αφού οι εναγόμενοι 2, 4, 5 και 6 δεν έχουν εξασκήσει τα καθήκοντα τους δεόντως ώστε να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα του κυπριακού εμπιστεύματος, της περιουσίας του και κατ' επέκταση της περιουσίας της εναγόμενης 3 εταιρείας και τα συμφέροντα των δικαιούχων του εμπιστεύματος. Οι διάφορες πράξεις, ενέργειες και δηλώσεις του εναγόμενου 1 ως αναφέρονται πιο πάνω περιγράφονται με λεπτομέρεια στις παραγράφους 27-39 και στις σελίδες 10-14 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1, (δηλαδή του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1). Όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται εκεί, αρχικά ο εναγόμενος 1 προσπάθησε με αθέμιτα μέσα να λάβει ή οικειοποιηθεί τα μερίσματα που είχαν ήδη κατατεθεί στο Γιβραλτάρ, χωρίς προφανή επιτυχία, ακολούθως ζήτησε όπως οι 500 μετοχές της εναγόμενης 3 που αποτελούν την περιουσία του κυπριακού εμπιστεύματος, να μετατραπούν σε μετοχές που δε θα έχουν δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα στο να λαμβάνουν μέρισμα (παράγραφος 30, σελίδα 11) της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1, (δηλαδή του Τεκμ.1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1), και μετά ζήτησε την ακύρωση της τραπεζικής εντολής μεταφοράς των μερισμάτων προς τον λογαριασμό στο Γιβραλτάρ, με οδηγίες προς τους εναγόμενους και ειδικότερα την εναγόμενη 2 και εναγόμενη
- Η εν λόγω τραπεζική εντολή φαίνεται να είχε ακυρωθεί αν και δεν είναι γνωστό στους ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση κατά πόσο συνεχίζουν να καταβάλλονται μερίσματα από την εναγόμενη 7 προς την εναγόμενη 3 ή στην περίπτωση που αυτά δεν καταβάλλονται, αν πληρώνονται με οποιοδήποτε τρόπο ή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι, μετά από διάφορες επικοινωνίες μεταξύ των εναγόντων ή εκ μέρους των και των εναγόμενων 2 και 4, ο εναγόμενος 1 δήλωσε γραπτώς ότι θα σταματήσει να προσπαθεί να αλλάξει τη φύση και διαμοιρασμό των μετοχών στην εναγόμενη 3 (παρ. 35, σελίδα 13 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1). Όπως αποδείχθηκε όμως η εν λόγω δήλωση - υπόσχεση του ήταν προφανώς παραπλανητική, αφού όπως προκύπτει, ενώ είχε προβεί στην εν λόγω δήλωση, ο εναγόμενος 1 παράνομα και, χωρίς να λάβει την έγκριση των μετόχων της εναγόμενης 7, διαφοροποίησε το υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 7, προσθέτοντας, πέραν των 100 συνήθων μετοχών που ανήκαν στην εναγόμενη 3 και μία μετοχή Τύπου Α (Class A share) η οποία φαίνεται να ανήκει στον εναγόμενο 1 (παράγραφοι 36 και 37, σελίδες 13 και 14 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1). Η εν λόγω μετοχή, όπως προκύπτει και από το Τεκμ. 2 στην Ε.Δ. ΑΣ 1, εκδόθηκε παράνομα ή χωρίς καμία ορθή εξουσιοδότηση, κάτι που φαίνεται να είναι αποδεκτό και από τους εναγόμενους 2-
- Δε θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να είχε εκδοθεί χωρίς τη συνέργεια των εναγόμενων 8 και 9 ως διευθυντών της εναγόμενης
- Επιπλέον, όπως φαίνεται και από τις παραγράφους 44-51, στις σελίδες 17-20 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1, ειδικά ο εναγόμενος 8 γνώριζε ή αντιλήφθηκε το παράνομο της έκδοσης αυτής της μετοχής, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει το οτιδήποτε για την ακύρωσή της έκδοσής της. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως περιγράφονται από τους Καθ' ων η αίτηση παρά τις πιο πάνω πράξεις από πλευράς εναγόμενου 1 και με σκοπό να βρουν από κοινού έναν τρόπο επίλυσης των διαφορών τους, η πλευρά των εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση προσπάθησε να βρει τρόπο για να υπάρξει μία διευθέτηση, θεωρώντας ότι και ο εναγόμενος 1 θα ήταν πρόθυμος να καταλήξουν σε μία τέτοια διευθέτηση. Οι διάφορες επιστολές και ενέργειες των εναγόντων προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και οι πράξεις, αποκρίσεις ή στάση της άλλης πλευράς σε αυτές τις προσπάθειες, περιγράφονται στις παραγράφους 40-51, στις σελίδες 14-20 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ
- Καμία διευθέτηση δεν έχει επιτευχθεί ώστε σήμερα η κατάσταση να έχει ως εξής: α. Οι ενάγοντες ζήτησαν δεσμεύσεις από τους εναγόμενους 2 - 6 και τους εναγόμενους 8 και 9 ως διευθυντές της εναγόμενης 7 με τις οποίες θα βεβαίωναν ότι ο εναγόμενος 1 δε θα λάμβανε οποιαδήποτε μερίσματα από την εναγόμενη 7 άμεσα, και ότι οποιαδήποτε μερίσματα θα πληρώνονταν από την εναγόμενη 7 στην εναγόμενη
- Όμως, μόνο ο εναγόμενος 8 δήλωσε κάτι σχετικό σε σχέση με την πληρωμή ή μη των μερισμάτων αλλά και αυτό όμως ήταν αόριστο και μάλιστα απλά είπε ότι θα σταματούσαν να πλήρωναν τα μερίσματα εξ ολοκλήρου (παρ. 52, σελίδα 20 Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1). β. Οι ενάγοντες ζήτησαν από την εναγόμενη 2 όπως μέσω του ελέγχου της εναγόμενης 3 εταιρείας, προβεί σε πράξεις που θα διασφάλιζε ότι η περιουσία του κυπριακού εμπιστεύματος θα διατηρείτο. Δηλαδή οι εν λόγω 500 μετοχές θα είχαν αξία. Όπως αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 53, σελίδα 20 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1, καμία πράξη δεν έγινε μέχρι σήμερα. γ. Η παρούσα κατάσταση και με όσα θα μπορούσαν να γνωρίζουν οι ενάγοντες, έχοντας υπόψη τους ότι οι εναγόμενοι δε φαίνεται να είναι έτοιμοι να συνεργαστούν, σημαίνει ότι η περιουσία του εμπιστεύματος είτε έχει μειωθεί είτε μειώνεται με την πάροδο του χρόνου με σκόπιμες, παράνομες ενέργειες του εναγόμενου 1 και την ανοχή ή συνέργεια των υπολοίπων εναγόμενων. Αφού η περιουσία του εμπιστεύματος αποτελείται από το 50% των μετοχών της εναγόμενης 3 και η αξία των εν λόγω μετοχών είναι το μέρισμα που δίνουν, τότε η μη πληρωμή του εν λόγω μερίσματος μειώνει την αξία του καταπιστεύματος και η Επίτροπος του αλλά και οι διευθυντές και μέτοχοι της εναγόμενης 3 δε φαίνεται να προβαίνουν σε ενέργειες για να προστατεύσουν την εν λόγω περιουσία ή την αξία των μετοχών της εναγόμενης
- δ. Ως έχει και μέχρι σήμερα, είναι άγνωστο αν η εναγόμενη 2 ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου 1 για να διαφοροποιήσει την ταξινόμηση των μετοχών της εναγόμενης 3 ή να αλλάξει τα χαρακτηριστικά τους και τα δικαιώματα που έχουν οι ιδιοκτήτες αυτών. Επίσης είναι άγνωστο αν με την έκδοση της μίας επιπλέον μετοχής στην εναγόμενη 7, ο εναγόμενος 1 κατάφερε να παρακάμψει τους όρους του εμπιστεύματος ή την τυχόν άρνηση αλλαγής της ταξινόμησης των μετοχών της εναγόμενης 3, ώστε να λαμβάνει ο ίδιος τα μερίσματα. Σε σχέση με το δεύτερο, να σημειωθεί ότι η εναγόμενη 2 ουδέποτε ψήφισε ή ενέκρινε οποιαδήποτε αλλαγή της μετοχικής δομής της εναγόμενης 7 και ουδέποτε ενέκρινε τροποποιήσεις στο καταστατικό της εναγόμενης 7, τουλάχιστον όπως αναφέρει η ίδια ή έχει λεχθεί εκ μέρους της. Τα ως άνω καταδεικνύουν και ιδιαίτερα αυτά που αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, υπό στοιχεία α. - δ., ότι η παρούσα αγωγή και διαδικασία που καταχωρίσθηκε από τους ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αποσκοπούν στη διατήρηση της περιουσίας, δομής και ιδιοκτησίας της εναγόμενης 3 εταιρείας αλλά και του κυπριακού εμπιστεύματος, για να λάβουν γνώση οι ενάγοντες των όσων έχουν διαμειφθεί από τον Ιανουάριο 2020 μέχρι σήμερα, καθώς και της κατάστασης της καταπιστευματικής περιουσίας αλλά και για να αποτραπεί ο κίνδυνος οικειοποίησης της από τους εναγόμενους και/ή εξαφάνισης της ο οποίος φαίνεται να είναι συνεχής. Προκύπτει επίσης μαρτυρία ότι, ακόμα και μετά την καταχώρηση της αγωγής, ο εναγόμενος 1 συνέχισε τις προσπάθειες επηρεασμού της υφιστάμενης κατάστασης. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες έχουν διαφορά τόσο με τον εναγόμενο 1 όσο και με τους υπόλοιπους εναγόμενους, ως τελικοί δικαιούχοι από το εμπίστευμα και κληρονόμοι στο Γιβραλτάρ. Η περιουσία στο Γιβραλτάρ, δηλαδή ο τραπεζικός λογαριασμός όπου εμβάζονταν τα μερίσματα της κυπριακής εταιρείας (εναγόμενης 3), δεν αποτελεί μέρος στην παρούσα αγωγή αλλά επηρεάζεται. Συνεπώς, με τα διατάγματα που ζητούν οι ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση στην ως άνω αγωγή, επιζητούν τελική ερμηνεία των όρων του Εμπιστεύματος και ειδικότερα το μέρος που αφορά του δικαιούχους και τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 2 σε σχέση με τα μερίσματα που θα πρέπει να πληρώνονται στην κυπριακή εταιρεία. Επιζητείται επί πλέον προστασία της περιουσίας του καταπιστεύματος και των υποχρεώσεων και εξουσιών της Επιτρόπου του εμπιστεύματος από τυχόν μελλοντικές ενέργειες και ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για την έναρξη διαδικασίας εντοπισμού της περιουσίας του εμπιστεύματος ώστε να εξακριβωθεί η «τύχη» των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων και δει των μερισμάτων, που συνδέονται με την περιουσία του εμπιστεύματος ή με άλλα λόγια των μετοχών υπ' αρ. 501-1000 της εναγόμενης
- Σχετικές με τα ως άνω είναι οι παράγραφοι 54-63 του Τεκμ. 1 στην Ε.Δ. ΑΣ 1, τα οποία είναι ουσιαστικά και επεξηγηματικά της υφιστάμενης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με το εμπίστευμα. Αυτονόητο είναι ότι τα όσα αόριστα και κατά ελλειπτικό τρόπο παρουσιάζουν οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να τύχουν θετικής αντίκρισης. Στη βάση επομένως αυτών των γεγονότων οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχουν το δικαίωμα να διεκδικούν τα όσα με αυτή την αγωγή επιζητούν. Αυτό αποτυπώθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια μέσα από τις Ε.Δ. ΑΣ 1 και
- Είναι σε κάθε περίπτωση ξεκάθαρο από τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Διάταγμα Επίδοσης και ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 Επανέρχομαι στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 ο οποίος σύμφωνα με τους Αιτητές, έπρεπε να τύχει εφαρμογής ενώ αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Κανονισμού ΕΚ 1393/2007, ο εν λόγω Κανονισμός δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη είναι άγνωστη. Όπως υποστήριξαν οι Καθ' ων η αίτηση στη μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 9/10/2020, ο εναγόμενος 1 που είναι ένας από τα κύρια πρόσωπα στα γεγονότα που αφορούν την ως άνω αγωγή, είναι πρόσωπο που δεν έχει σταθερή διεύθυνση, αποδίδοντας του προς τούτο σκοπιμότητα. Αντίθετα, έχει σταθερές ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Επίσης, σύμφωνα με την ενάγουσα 1, ο εναγόμενος 1 δεν βρίσκεται πλέον στη διεύθυνση που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα και επίσης η ενάγουσα 1 γνωρίζει ότι έχει ιδιοκτησία και σε άλλη χώρα της Ευρώπης, ήτοι στην Ισπανία, αλλά οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν για περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με το που ο εναγόμενος 1 διέμενε μόνιμα κατά τον επίδικο χρόνο που απαιτείτο η επίδοση. Η ενάγουσα 1 γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 1 χρησιμοποιεί τις 3 ηλεκτρονικές διευθύνσεις που αναφέρονταν σχετικά στο αιτητικό της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 9/10/
- Επομένως, η επίδοση όπως αυτή ζητήθηκε να γίνει, εκτός από ορθή και διαθέσιμη νομικά, ήταν η πλέον προτιμητέα και μάλλον αναγκαία πραγματικά και πρακτικά, ενώ δια της παρουσίας των δικηγόρων των εναγόμενων στο Δικαστήριο σήμερα αποδείχτηκε και αποτελεσματική. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η Αιτητές επιβεβαιώνουν τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση ανέφεραν στο Δικαστήριο σχετικά με την μόνιμη διεύθυνση διαμονής του εναγόμενου
- Από την μια επιβεβαιώνουν ότι δεν διαμένει πια στην διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Από την άλλη δεν αποκαλύπτουν την σημερινή διεύθυνση μόνιμης διαμονής του. Περαιτέρω αναφέρονται σε τακτική επαφή του εναγόμενου 1 με τον ενάγοντα
- Αυτό όπως αναφέρουν οι Καθ' ων η αίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ο λόγος ήταν οι διαφορές που είχαν προκύψει μεταξύ των μερών σε διάφορες δικαιοδοσίες. Η επαφή διενεργείται ως επί το πλείστο διά μέσου των δικηγόρων των δύο πλευρών. Η κατοικία «The Whitehouse» φαίνεται να πωλήθηκε κάποια στιγμή το Οκτώβριο του 2019 και αυτό το γνώριζε ο ενάγων 2 αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχε τακτική επαφή όπως προκύπτει με τον εναγόμενο
- Μετά από την πώληση της κατοικίας αυτής οι Καθ' ων η αίτηση δεν γνώριζαν που διέμενε ο εναγόμενος
- Σε σχέση με την αναφορά σε κατοικία, η οποία ανήκε στη σύζυγο του εναγόμενου 1, είναι αλήθεια ότι η ενάγουσα 1 επισκέφθηκε την οικία αυτή το 2016 ή το 2017 καθώς δεν θυμάται ακριβώς, όχι όμως αρκετές φορές όπως αναφέρει ο ΜΚΛ. Οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν ότι ο εναγόμενος 1 θα παντρευόταν την XXXXX Saunders δεν γνώριζαν όμως σε καμία περίπτωση που διέμεναν μόνιμα. Γνώριζαν επίσης ότι η XXXXX Saunders ήταν ιδιοκτήτης της κατοικίας στη διεύθυνση 27 XXXXX, XXXXX, XXXXX, England. Δεν γνώριζαν όμως αν εκεί διέμεναν μόνιμα κατά τον επίδικο χρόνο και το σχετικό με την επίδοση χρόνο. Ο λόγος είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν πληροφορηθεί από έρευνα που έκαναν ότι τον Σεπτέμβριο του 2019 η συγκεκριμένη κατοικία της XXXXX Saunders είχε καταχωρηθεί για πώληση με συγκεκριμένο κτηματομεσίτη με το όνομα XXXXX Gillespie. Η ενάγουσα 1 τηλεφώνησε σε αυτόν τον κτηματομεσίτη και πληροφορήθηκε ότι η πώληση του σπιτιού είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και ότι η XXXXX Saunders είχε βρει άλλη οικία για να αγοράσει. Η πληροφόρηση αυτή είχε δοθεί μέχρι και τον Απρίλιο του
- Τελικά η κατοικία αυτή σύμφωνα με τους κτηματομεσίτες είχε πωληθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 σε κάθε περίπτωση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν αν διέμενε εκεί μόνιμα ο εναγόμενος
- Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η σχέση του ενάγοντα 2 με τα παιδιά της XXXXX Saunders και η επαφή που είχε μαζί τους δεν είναι αυτή που οι Αιτητές προσπαθούν να παρουσιάσουν. Σε κάθε περίπτωση η σχέση αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη πηγής γνώσης του που διέμενε μόνιμα ο εναγόμενος
- Είναι δε εύλογος, κατά την άποψη μου, ο λόγος που επικαλούνται ότι ο ενάγων 2 δεν ήθελε να εμπλέξει τα παιδιά της XXXXX Saunders σε αυτή την δικαστική διαμάχη η οποία δεν τους αφορούσε. Πέραν των πιο πάνω και ενδιάμεσα της καταχώρησης της αγωγής και της επίδικης αίτησης, οι εναγόμενοι 1, 7, 8 και 9 άλλαξαν τόπο διαμονής, ή εγγεγραμμένο γραφείο, κάτι που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση. Όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, η εναγόμενη 7 άλλαξε το εγγεγραμμένο γραφείο της που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, και τώρα βρίσκεται στην 9 Wheatstone Court Waterwells Business Park, Davy Way, Gloucester, Gloucestershire, United Kingdom. Επίσης, παράγοντας που λήφθηκε υπ' όψιν κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος σύμφωνα με την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με όσα αναφέρονταν διεθνώς και ανέφερε η ενόρκως δηλούσα στις παρ. 8 και 9 της ένορκης δήλωσής της, η αύξηση των κρουσμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο οδηγούσε στην ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων που δεν θα επέφεραν σοβαρές ενοχλήσεις και καθυστερήσεις στα μέσα επικοινωνίας. Προφανώς, η χρήση του διαδικτύου για διενέργεια της επίδοσης ήταν η προσφορότερη και η πιο ενδεικτική λύση, δεδομένης της σχετικής με την πανδημία του κορωνοϊού κατάστασης όπως και κρίθηκε από το Δικαστήριο. Όπως επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, ο εναγόμενος 8 - όπως γνωρίζουν οι ενάγοντες - κάποτε διέμενε στην 203 XXXXX Road, XXXXX, XXXXX, XXXXX αλλά δεν γνωρίζουν αν συνεχίζει να διαμένει εκεί και εν πάση περιπτώσει, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, ήταν πιο εύθετο να τύχει επίδοσης στις δοθείσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Επίσης όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, οι ενάγοντες είχαν πληροφορίες ότι οι εναγόμενοι 8 και 9 εργάζονταν (ήταν διευθυντές της) στην εναγόμενη 7 και συνεπώς οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα στελνόταν στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εναγόμενης 7, θα το ελάμβαναν μαζί με οτιδήποτε ετύγχανε επισύναψης. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος 8 έχει δικό του email στην εταιρεία, το οποίο αναφερόταν στο αιτητικό της αίτησης, κάτι που οι ενάγοντες γνώριζαν, αφού είχαν επικοινωνήσει μέσω του στο παρελθόν. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ΕΔ ΜΚΛ οι πληροφορίες των εναγόντων ήταν λανθασμένες και οι εναγόμενοι 8 και 9 δεν εργάζονταν στην εναγόμενη 7, δείχνει ακριβώς την ορθότητα της επιλογής της επίδοσης με ηλεκτρονικό μήνυμα. Ο εναγόμενος 9 φαίνεται, από προηγούμενη αλληλογραφία που είχαν μαζί του οι ενάγοντες, να χρησιμοποιεί ο ίδιος το email της εναγόμενης
- Συνεπώς, ήταν βέβαιο ότι με την αποστολή των εν λόγω εγγράφων στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που αναφέρθηκαν στο αιτητικό της αίτησης θα ελάμβαναν και αυτοί γνώση. Οι Αιτητές δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι η επίδοση των δικαστικών εγγράφων δεν ήταν αποτελεσματική, αφού έλαβαν μέσω της επίδοσης όπως αυτή έγινε, γνώση των σχετικών με τη δικαστική διαδικασία εναντίον των Αιτητών εγγράφων και ακριβώς λόγω αυτής της γνώσης που απέκτησαν προέβησαν, μέσω των δικηγόρων τους, σε αίτηση για εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/10/2020 με το οποίο δόθηκε άδεια για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 30/12/2019, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/09/2020 και του διατάγματος ημερομηνίας 23/09/2020 στους Αιτητές. Είναι πρόδηλο και συμφωνώ με όσα υποστηρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση ότι, οι Αιτητές εμμένουν τυπολατρικά στο γράμμα του Νόμου, με κίνητρο όχι την ορθή διεκπεραίωση της έναρξης της δικαστικής διαδικασίας, αλλά με μόνο σκοπό να θέσουν κωλύματα στην διαδικασία που διενεργείται εναντίον τους, και τυχόν απόφαση υπέρ τους στην υπό κρίση αίτηση θα ενεργήσει υποβοηθητικά προς το σκοπό αυτό. Επίδοση Εγγράφων Οι Αιτητές ισχυρίζονται, δια της ΕΔ ΜΚΛ ότι τα έγγραφα που έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, δεν έγιναν από ορκωτό μεταφραστή και δεν πιστοποιήθηκαν ή συνοδεύονταν από Ένορκη Δήλωση μετάφρασης για το ότι επισυνάπτουν πιστή μετάφραση και ότι επομένως η μετάφραση τους έγινε παράτυπα και είναι προβληματική. Τέτοια υποχρέωση όμως δεν προνοείται ή επιβάλλεται από κανένα Νόμο, θεσμό ή κανονισμό όπως ορθά επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση. Ακόμη και σε περίπτωση που έβρισκα ότι σύμφωνα με τη νομολογία τυχόν διαπιστωθείσα παράλειψη περί μη επίδοσης μετάφρασης εγγράφων (π.χ. επίδικου διατάγματος), καθώς και τυχόν μη επίδοση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό τυποποιημένης βεβαίωσης, σε περίπτωση που εφαρμοζόταν ο εν λόγω Κανονισμός που εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, είναι θεραπεύσιμη και δεν θα καθιστούσε τη διαδικασία άκυρη (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- SI SENH DAU κ.ά. Πολ. Εφέσεις Αρ. 23 -29/2013 ημερ. 12.04.2016). Αναφορικά με την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, αν και εκ περισσού, όπως εξήγησα πιο πάνω, αυτή ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση όπως και η καλυπτική επιστολή και επιδόθηκε στους Αιτητές και μάλιστα στην αγγλική γλώσσα μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστειλαν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση, όπως ακριβώς καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και σύμφωνα με τους θεσμούς. Πρόσθετα, με την καλυπτική επιστολή στην Αγγλική που επίσης τους αποστάλθηκε όπως αναφέρεται πιο πάνω, οι Αιτητές έλαβαν γνώση ακριβώς τι τους επιδόθηκε καθώς και των ενεργειών που έπρεπε να λάβουν, και η παρουσία δικηγόρων εκ μέρους τους στην διαδικασία το επιβεβαιώνει. Δεδομένου όμως του ότι δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός εν προκειμένω βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του εν λόγω Κανονισμού, λόγω μη γνώσης της διεύθυνσης των παραληπτών, δεν μπορεί να απαιτείται από τους Αιτητές η λήψη της τυποποιημένης βεβαίωσης - πιστοποιητικού που προβλέπεται στο άρθρο 8 του Κανονισμού. Οποιαδήποτε πρόνοια του Κανονισμού η οποία παρέχει δικαιώματα στους Αιτητές δεν μπορεί να είναι εφαρμόσιμη στην προκειμένη περίπτωση, καθώς ο ίδιος ο Κανονισμός 1393/2007, λόγω του πεδίου εφαρμογής του, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Από την άλλη κρίνω ότι δεν μπορούν οι Αιτητές να ισχυρίζονται ότι «οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρείχαν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τα ρηθέντα έγγραφα όντως θα είχαν περιέλθει, κατά λογική προοπτική, αν όχι με βεβαιότητα, σε γνώση των Αιτητών μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος» από τη στιγμή που έλαβαν γνώση και υπερασπίστηκαν εαυτόν καταχωρίζοντας μέσω των δικηγόρων τους την παρούσα Αίτηση. Ούτε όμως ο ίδιος ο Κανονισμός κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση. Επομένως προκύπτει σαφώς ότι τα έγγραφα που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιδίδονται, είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάζει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση το Διάταγμα του Δικαστηρίου προέβλεπε για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21.09.2020 και του διατάγματος ημερομηνίας 23.09.
- Οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν και ενέργησαν έτσι ώστε τα δύο έγγραφα (κλητήριο ένταλμα και ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος) μαζί με τις μεταφράσεις τους να επιδοθούν κανονικά. Πέραν των πιο πάνω εγγράφων επιδόθηκαν, χωρίς να απαιτείται από το ίδιο το διάταγμα, και τα υπόλοιπα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο Τεκμ. 1 της Ε.Δ. ΑΣ
- Οι εναγόμενοι - Αιτητές θεωρούν ότι επειδή το διάταγμα αναφέρεται σε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι της Ειδοποίησης, δεν έπρεπε τα έγγραφα που πραγματικά επιδόθηκαν να θεωρηθούν ως επιδομένα σύμφωνα με το διάταγμα. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση πρόκειται πράγματι για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, παρόλο ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας και αν ακόμα εφαρμοζόταν ο Κανονισμός δεν απαιτείτο σε σχέση με το δεύτερο, περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων/ Αιτητών (ενώ οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν εκ του περισσού και άλλα έγγραφα καθιστώντας έτι σαφέστερη στους Αιτητές, την φύση της διαδικασίας και των όσων διαμείφθηκαν μέχρι τότε στο Δικαστήριο). Η νομική βάση για επίδοση της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός Κύπρου είναι η Δ.48 θ.13 η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Δηλαδή όποτε επιδίδεται δυνάμει των Διαδικαστικών Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε. Αυτό ακριβώς έπραξαν οι Καθ' ων η αίτηση. Επομένως κρίνω ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο διάταγμα. Διαφορετική προσέγγιση δεν θα ήταν σε αρμονία ούτε και με τον Κανονισμό, ο οποίος θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών. Με βρίσκει ακόμα σύμφωνο η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθετο θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού τα έγγραφα έχουν πλέον περιέλθει σε γνώση των εναγόμενων/ Αιτητών και στην πράξη οποιαδήποτε πιθανή παρατυπία έχει αυτοθεραπευτεί. Για τούτο και σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρω θέση των εναγόμενων/ Αιτητών ότι η οποιαδήποτε αναφορά στο διάταγμα σε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αντί αναφοράς σε επίδοση της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος καθιστούσε την επίδοση άκυρη, είναι εσφαλμένη. Αναφορικά με τη μη επίδοση μετάφρασης του διατάγματος, στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα δεν διέταξε την επίδοσή του. Όμως ούτε αυτή η παράλειψη είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει, ότι η συμπερίληψη μεταφράσεων εγγράφων που είναι υποστηρικτικά του εναρκτήριου της δίκης εγγράφου, δεν είναι απολύτως αναγκαία αν θα χαθεί πολύτιμος χρόνος για μετάφραση τους. Όπως δε λέχθηκε εκεί εναπόκειται στο εθνικό Δικαστήριο να κρίνει αν το περιεχόμενο ενός εγγράφου εναρκτήριου της δίκης, επιτρέπει στον εναγόμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα του και ειδικότερα κατά πόσον του επιτρέπει να αναγνωρίσει το αγώγιμο δικαίωμα και να αντιληφθεί ότι εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία εναντίον του στο δικαστήριο. Όπως επίσης αναφέρεται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επίδοση και επεξηγηματικής επιστολής αποστέλλεται ως θέμα καλής πρακτικής. Όμως με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την εφαρμογή του Κανονισμού και την τυποποίηση των διαδικασιών, μια τέτοια επιστολή χωρίς να χάνει παντελώς την πρακτική της σημασία, δεν φαίνεται να είναι απόλυτα αναγκαία, εφόσον τα έγγραφα με τις μεταφράσεις τους, μιλούν από μόνα τους. Παρόλα αυτά οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν και την επεξηγηματική επιστολή καταρρίπτοντας κάθε επιχείρημα περί προσπάθειας παραπλάνησης των εναγόμενων/ Αιτητών σε σχέση με την δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον τους και το ουσιαστικό περιεχόμενο της. Η ουσιαστική κατάληξη της πρακτικής που σήμερα ακολουθείται καταλήγει στο ότι από τη στιγμή που οι εναγόμενοι/ Αιτητές εμφανίστηκαν έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου, τίποτα δεν προκύπτει που να είναι αρκετό για να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης. Σε σχέση με την επίδοση της Τυποποιημένης Βεβαίωσης και αν αυτή είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι η τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης η απόφαση του Δ.Ε.Ε. ξεκαθάρισε ότι αυτό δεν ισχύει (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau and Others, C-519/13, ημερ. 16.9.2015). Έχοντας υπ' όψιν τα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν της επίδοση της δικογραφίας κρίνω ότι δεν συντρέχει στην περίπτωση πραγματική παραπλάνηση των εναγόμενων/Αιτητών, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι πεπαλαιωμένες προσεγγίσεις στο βαθμό που λειτουργούν ως αφορμές για να μην αποδοθεί δικαιοσύνη ή ως εμπόδια στην απονομή της δεν έχουν θέση στη σύγχρονη νομική σκέψη όπως αυτή έχει αποτυπωθεί σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του Δ.Ε.Ε. στις οποίες έγινε ήδη αναφορά πιο πάνω. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ταυτόχρονα, οι ισχυρισμοί των Αιτητών που προβάλλονται δεν είναι τέτοιοι που το Δικαστήριο να μπορεί να τους εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και/ή τέτοιοι που να δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν έχουν εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοιδήποτε λόγοι που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου το αίτημα των Αιτητών για την έκδοση των υπό αναφορά διαταγμάτων δεν έχει αποδειχθεί και δεν μπορεί να εγκριθεί. Καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόμενων/ Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόμενων 1,7,8 και 9/ Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο