← Κύπρος

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. The C. AND G. SCHOOL OF CAREERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 22/2021, 10/3/2021

ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. The C. AND G. SCHOOL OF CAREERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 22/2021, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 22/2021 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
  2. XXXXX ΗΛΙΑ Εναγόντων -και-
  3. The C. AND G. SCHOOL OF CAREERS LIMITED (HE5682)
  4. XXXXX ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΗ Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 22/01/2021 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Ιωαννίδου για ΣΚΟΡΔΗΣ & ΣΤΕΦΑΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Πασχαλίδου για ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 22/01/2021 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται η έκδοση διατάγματος εναντίον των Εναγομένων που να εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή εκπροσώπους αυτών και/ή υπαλλήλους αυτών από του να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην ομαλή και ειρηνική κατοχή και κάρπωση από τους ενάγοντες του επίδικου ακινήτου/ οικίας με αριθμό XXXXX στην οδό XXXXX 90 στον Στρόβολο. Επιπρόσθετα, αξιώνεται ποσό εκ 3,000 ευρώ ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή για ζημίες και/ή βλάβες και/ή απώλειες συνεπεία παράνομης επέμβασης και/ή βλάβης σε περιουσία και/ή αντικείμενα και/ή φθορά ξένης ιδιοκτησίας και/ή παράνομων πράξεων και/ή αμέλεια. Επιζητείται επίσης η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή εκπροσώπους αυτών και/ή υπαλλήλους αυτών από του να επεμβαίνουν και/ή προκαλούν ζημίες και/ή βλάβες στην περιουσία των εναγόντων καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων και/ή ατομικών δικαιωμάτων και/ή για ψυχική φθορά και/ή παράνομη επέμβαση και/ή φθορά ξένης περιουσίας. Η υπό κρίση Αίτηση: Αυθημερόν καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες η υπό κρίση μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Ζητείται η έκδοση ταυτόσημων με την αγωγή θεραπειών μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ζητείται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος εναντίον των Εναγομένων: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή εκπροσώπους αυτών από του να παρεμβαίνουν με οιοδήποτε τρόπο (και δη ρητώς μεταξύ άλλων με την διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και/ή λοιπών παροχών και/ή άλλως πως) στην ομαλή και ειρηνική κατοχή και κάρπωση του επίδικου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται στην οδό XXXXX- Οικία 59, XXXXX, στον Στρόβολο, από τους ενάγοντες και/ή τα μέλη της οικογένειας τους και/ή από του να κατεδαφίσει οιοδήποτε μέρος και/ή προκαλέσει οιαδήποτε ζημία και/ή βλάβη στο επίδικο ακίνητο μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ηλία, Ενάγουσας 2 (στο εξής η Ηλία και η Ένορκη Δήλωση Ηλία). Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 29/01/2021 (στο εξής η Ένσταση) που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Εναγόμενου 2 (στο εξής ο Χατζηπετρής και η Ένορκη Δήλωση Χατζηπετρή). Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Σύμφωνα με την Ηλία, αυτή διαμένει με τον σύζυγο της, ενάγοντα υπ' αριθμό 1, στο επίδικο υποστατικό από
  5. Αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 1 είναι, κατ' ισχυρισμόν των ιδίων και των εκπροσώπων αυτών, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού ενώ παράλληλα τονίζει ότι όταν αγόρασε το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ιδιοκτήτες αυτού και μοναδικός ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού, ήταν η Ιερά Μονή Κύκκου. Σύμφωνα με την Ηλία, αυτή με τον σύζυγό της, κατέχουν νόμιμα το επίδικο υποστατικό από τον Ιούλιο του 1989 και συγκεκριμένα από τις 13/07/1989 ημερομηνία κατά την οποία κατέβαλε η Ηλία το ποσό των 1000 ΛΚ για αγορά του επίδικου υποστατικού. Προς τούτο, επισυνάπτει σχετική απόδειξη. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η απόδειξη που επισυνάπτεται φαίνεται να εκδόθηκε από κάποιον XXXXX Ανδρέου, ο οποίος περιγράφεται στο εν λόγω έγγραφο ως εργολάβος οικοδομών, πλην όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από την Ηλία στην ένορκη της δήλωση στην ιδιότητα του εν λόγω προσώπου παρά το ότι σύμφωνα με την ίδια, ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού ήταν η Ιερά Μονή Κύκκου. Έκτοτε, σύμφωνα πάντα με την ίδια, οι ενάγοντες είναι οι μοναδικοί νόμιμοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες του υποστατικού εφόσον έχουν καταβάλει για αυτό το σχετικό τίμημα. Επισημαίνει ότι από τότε μέχρι και σήμερα ήταν και είναι οι μοναδικοί νόμιμοι, αδειούχοι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου από το έτος 1989 οπότε και καταβλήθηκε το προαναφερθέν τίμημα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελεί την 1η και μοναδική κατοικία τους. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ηλία, οι εναγόμενοι με διάφορους τρόπους προσπαθούν να τους εκδιώξουν δια της βίας από το επίδικο ακίνητο - οικία και γίνεται αναφορά σε περιστατικό που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 24/10/2020 όπου εισήλθε, σύμφωνα με την Ηλία, εντός του επίδικου ακινήτου εκσκαφέας με φορτηγό προκαλώντας ζημιές στην αυλή μαζεύοντας και καταστρέφοντας γλάστρες, και φραγμό που είχαν πίσω από την επίδικη οικία και κόβοντας το λάστιχο του νερού τους. Σύμφωνα με την Ηλία, οι Ενάγοντες επισκέφθηκαν τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, πλην όμως ο υπεύθυνος Αστυνομικός αρνήθηκε την καταγραφή του περιστατικού υπό μορφή κατάθεσης παρά τις σχετικές τους εκκλήσεις. Δεν γίνεται οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στην ένορκη της δήλωση στο τι λέχθηκε μεταξύ τους και ποιος ήταν ο λόγος άρνησης εκ μέρους της Αστυνομίας της καταγραφής του περιστατικού που περιγράφει. Ακολούθως, γίνεται αναφορά σε δεύτερο περιστατικό που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 30/10/2020, όπου εισήλθε στον χώρο και πάλι εκσκαφέας ο οποίος συνέχισε, όπως η ίδια αναφέρει, να καταστρέφει οτιδήποτε είχαν γύρω από το σπίτι τους. Η Ηλία αναφέρει ότι κάλεσαν την αστυνομία, η οποία ήρθε επιτόπου. Λέγει ότι ενώ εξήγησαν στην Αστυνομία ότι οι εκπρόσωποι των Εναγομένων έχουν εισέλθει παρά την θέληση τους στην κατοικία τους, απαίτησαν να τους υποδειχθεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σύμφωνα με την Ηλία, εξήγησαν στην Αστυνομία τους λόγους για τους οποίους δεν έχουν στην κατοχή τους τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, καθώς επίσης και πως αγόρασαν το σπίτι και ότι διαμένουν εκεί με έγκριση της Ιεράς Μονής Κύκκου από το
  6. Μετά από έντονη συζήτηση με τον Αστυνομικό, ο τελευταίος, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της Ηλία, έδωσε εντολή στον εκσκαφέα, να συνεχίσει το έργο του. Σημειώνω εδώ ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Ένορκη Δήλωση Ηλία στους λόγους για τους οποίους δεν έχουν τίτλο ιδιοκτησίας και τους οποίους, ως αναφέρει η Ηλία, εξήγησε στους αστυνομικούς. Η Ηλία αναφέρει ότι ο εκσκαφέας γκρέμισε 3 γκαράζ τα οποία εφάπτονται της οικίας τους και τα οποία έφτιαξαν με δικά τους έξοδα . Αναφέρει ότι καταστράφηκε και μία μικρή κουζίνα και ότι πήραν οτιδήποτε είχαν στην αυλή τους, όπως τσίγγους, πασαμάνα, σωλήνες, γλάστρες, τραπέζια, κάρβουνα, φουκούδες, ξύλα, ενώ έκοψαν επίσης τα καλώδια των αντενών. Ακολούθως, αναφέρει ότι απέστειλε με ιδιώτη επιδότη, επιστολή στον εναγόμενο 2 εφόσον αυτός τους είχε υποδειχθεί ως εντολέας για όλες τις παρεμβάσεις που έγιναν στην κατοικία τους την οποία και επισυνάπτει. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, σε αυτήν η Ηλία, μεταξύ άλλων, αναφέρει στον Εναγόμενο 2 ότι πληροφορήθηκαν πρόσφατα ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ο νέος ιδιοκτήτης του οικοπέδου λέγοντας του ότι αγόρασαν το σπίτι που διαμένουν μετά από συγκατάθεση του Μοναστηρίου Κύκκου επειδή είναι χτισμένο σε γη που ανήκε στην Ιερά Μονή Κύκκου. Ζητήθηκε μέσω της εν λόγω επιστολής συνάντηση πλην όμως όπως η Ηλία αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι δεν έλαβαν καμία ανταπόκριση από τον Εναγόμενο
  7. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ηλία, αποκορύφωμα της όλης απαράδεκτης στάσης και συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν ότι στις 13/01/2021 κάρφωσαν στον ευκάλυπτο που είναι απέναντι από την πόρτα της επίδικης κατοικίας ταμπέλλα η οποία γράφει «ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΔΟΣΟΣ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 31/01/2021». Την επόμενη μέρα πήγαν στο Δημαρχείο Στροβόλου όπου τους διαβεβαίωσαν ότι δεν έχουν καμία σχέση με την εν λόγω πινακίδα γεγονός που δείχνει, σύμφωνα με την Ηλία, ότι αυτή τοποθετήθηκε από τον εναγόμενο ή από αντιπροσώπους του κατόπιν εντολών του και πάλι χωρίς να έχει εξασφαλιστεί οποιαδήποτε σχετική άδεια κατεδάφισης. Ακολούθως, αναφέρει ότι στις 16/01/2021 το πρωί οι Εναγόμενοι έστειλαν και πάλι αντιπροσώπους τους και με εντολές τους κλάδευαν τους ευκαλύπτους κοντά στην οικία τους με αποτέλεσμα ένας κλώνος να πέσει στην κονσόλα της ηλεκτρικής και να διακοπεί η παροχή ρεύματος στην οικία τους. Αποτάθηκαν στην ΑΗΚ και έγινε επανασύνδεση του ρεύματος. Γίνεται αναφορά σε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο σύζυγος της και στο ότι αυτός χρειάζεται την υποστήριξη ηλεκτρικής μηχανής οξυγόνου. Περαιτέρω, καταγράφονται οι βελτιώσεις στις οποίες έχουν προβεί οι Ενάγοντες επί του επίδικου υποστατικού. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης: Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 29/01/2021 (στο εξής η Ένσταση). Προβάλλονται συνολικά 30 λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  8. - Τα γεγονότα ως παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας/Ενάγουσας 2 δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε δικαίωμα των Αιτητών αστικής φύσεως εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενων 1 και 2 και συνεπώς η παρούσα αγωγή στερείται βάσης αγωγής (cause of action). - Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, αλλά και η καταχωρηθείσα στο πλαίσιο αυτής υπό κρίση Αίτηση, είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και/ή επιπόλαιες και/ή καταπιεστικές και/ή στερούμενες οποιουδήποτε νομικού ερείσματος. - Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, αλλά και η καταχωρηθείσα στο πλαίσιο αυτής υπό κρίση Αίτηση, τείνουν να προκαλέσουν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή ενόχληση και/ή αμηχανία και/ή να επιβαρυνθούν με αχρείαστα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. - Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και κατ' επέκταση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. - Η νομική βάση, επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση Αίτηση είναι ελλιπής και/ή παράτυπη και/ή εσφαλμένη. - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα. - Η συνοδεύουσα την Αίτηση ένορκος δήλωση παραθέτει ψεύδη, και/ή δεν παραθέτει επαρκή γεγονότα και/ή είναι ανεπαρκής και/ή αόριστη, ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. - Το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης. - Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) του Δικαστηρίου. - Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα αποστερήσει, χωρίς ουσιαστικό λόγο την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία της δυνατότητας να εκμεταλλευτεί την νόμιμα αποκτηθείσα ιδιοκτησία της. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση: Στην ένορκη δήλωση Χατζηπετρή αναφέρεται ότι ο Χατζηπετρής είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης
  9. Σύμφωνα με τον Χατζηπετρή, η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν και/ή είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ακινήτου τα χαρακτηριστικά του οποίου παραθέτει (στο εξής το Ακίνητο) καθώς επίσης και γειτονικών του ακινήτων. Επισυνάπτει αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας του Ακινήτου και των γειτονικών ακινήτων. Αναφέρει ότι το Ακίνητο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ακινήτου που διαχωρίστηκε μετά από αίτηση των προηγούμενων εγγεγραμμένων ιδιοκτητών. Προηγούμενοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του Ακινήτου, σύμφωνα με τον Χατζηπετρή, ήταν η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου γνωστή και ως Μοναστήρι Κύκκου και Ιερά Μονή Κύκκου (στο εξής η Ιερά Μονή Κύκκου). Στην Ένορκη Δήλωση Χατζηπετρή, αναφέρεται ότι η Ιερά Μονή Κύκκου πώλησε το Ακίνητο στον κ. XXXXX Κωνσταντίνου, και στην συνέχεια αγοράστηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 1 σύμφωνα με τους όρους αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 13.11.2003, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει. Εξηγεί ότι ο κ. Κώνσταντίνου δεν είχε εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του Ακινήτου, το οποίο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 1 την 18.10.
  10. Σύμφωνα με τον Χατζηπετρή, η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν δικαιούχος του Ακινήτου από τις 13.11.2003, ενώ είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια από την 18.10.
  11. Ακολούθως, στην Ένορκη Δήλωση Χατζηπετρή αναφέρεται ότι η Ιερά Μονή Κύκκου, κατά ή περί τον καλοκαίρι του 1974 επέτρεψε και/ή ανέχθηκε και/ή παραχώρησε το Ακίνητο και/ή μέρος αυτού σε εκτοπισθέντες και/ή πρόσφυγες, οι οποίοι λόγω της Τουρκικής εισβολής είχαν απωλέσει τη χρήση της κατοικίας και/ή γενικότερα της περιουσίας τους στα κατεχόμενα, για σκοπούς μόνο της προσωρινής τους διαμονής. Οι εν λόγω εκτοπισθέντες και/ή πρόσφυγες, από το 1974 και εντεύθεν επενέβησαν αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή άνευ άδειας της Ιεράς Μονής Κύκκου και ανέγειραν για σκοπούς της προσωρινής τους διαμονής οικοδομές και/ή κατοικίες και/ή παράγκες. Ακολούθως, ως αναφέρει ο Χατζηπετρής, η Ιερά Μονή Κύκκου μερίμνησε όπως εξευρεθούν μόνιμες κατοικίες για τους διαμένοντες εκτοπισθέντες και/ή πρόσφυγες. Οι Αιτητές, σύμφωνα με τον Χατζηπετρή, ήταν από τους διαμένοντες που αρνήθηκαν να παραδώσουν και/ή να επιστρέψουν την κατοχή του μέρους του Ακινήτου στους ιδιοκτήτες του, ακόμη και μετά από επιστολή της Ιεράς Μονής Κύκκου, διά των δικηγόρων της, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, αυτή απευθυνόταν στους Αιτητές και είχε ως θέμα: «Παράνομη Επέμβαση σας στο χώρο (οικόπεδο) της Ιεράς Μονής Κύκκου, πλησίον της Ιερατικής Σχολής, Λευκωσία». Σε αυτήν αναφερόταν ότι οι Αιτητές έχουν παράνομα ανεγείρει υποστατικό και/ή κατοικούν και ότι παρά τις συνεχείς γραπτές και προφορικές οχλήσεις της Ιεράς Μονής Κύκκου να εγκαταλείψουν τον χώρο αυτοί αρνούνται να συμμορφωθούν. Τίθετο επίσης στη γνώση των Αιτητών ότι η παράνομη επέμβαση και παρουσία τους στο χώρο εμποδίζει την Ιερά Μονή Κύκκου να αξιοποιήσει τον χώρο και καλούνταν εντός 7 ημερών από τη λήψη της επιστολής να εγκαταλείψουν τον χώρο. Ο Χατζηπετρής συνεχίζει λέγοντας ότι απόρροια της πιο πάνω άρνησης και/ή παράλειψης άρσης της παράνομης επέμβασης αποτέλεσε η αγωγή της Ιεράς Μονής Κύκκου, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, των Αιτητών. Επισυνάπτει αντίγραφα των δικογράφων που καταχωρίστηκαν και αναφέρει ότι εξ όσων έχει πληροφορηθεί, η ρηθείσα αγωγή έχει αποσυρθεί άνευ βλάβης το
  12. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Χατζηπετρή, οι Αιτητές, είχαν πάντοτε σκοπό τον εκβιαστικό προσπορισμό κερδών από τις παράνομες ενέργειές τους και εκμεταλλευόμενοι την ανθρωπιστική στάση των εκάστοτε ιδιοκτητών του επίδικου Ακινήτου, προσπαθούσαν παράνομα να κάνουν πράξεις ούτως ώστε να ισχυριστούν μεταγενέστερα ότι έχουν προβεί σε αγοραπωλησία της κατοικίας επί του Ακινήτου, επί του οποίου παραθέτουν ψευδώς ότι κατοικούν μονίμως. Οι Αιτητές, σύμφωνα με τον Χατζηπετρή, πάντοτε γνώριζαν και αναγνώριζαν ότι οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου, στο οποίο πάντα ήταν και παραμένουν παράνομοι επεμβασίες, ήταν άλλα πρόσωπα από τους ίδιους, με τελευταία την Καθ' ης η Αίτηση
  13. Κατά τον Χατζηπετρή, ουδεμία νόμιμη πράξη έχει λάβει χώρα για να μπορούν οι Αιτητές να υποστηρίζουν ότι κατέχουν και/ή ότι απέκτησαν το επίδικο Ακίνητο και κανένας εκάστοτε ιδιοκτήτης (συμπεριλαμβανομένης και της Καθ' ης η Αίτηση 1) ουδέποτε άμεσα ή έμμεσα ανέχθηκαν και/ή έδωσαν άδεια και/ή έγκριση και/ή συγκατάθεση για την διαμονή των Αιτητών επί του ευτελούς υποστατικού εντός του επίδικου Ακινήτου, ούτε για τις όποιες εργασίες και/ή αλλαγές και/ή μετατροπές έκαναν οι Αιτητές επί αυτού. Κατά τον Χατζηπετρή, το αναφερόμενο υποστατικό είναι ένα παράπηγμα, μια παράγκα, η οποία κτίστηκε χωρίς οποιαδήποτε πολεοδομική άδεια και/ή άδεια οικοδομής και/ή οποιαδήποτε άλλη άδεια για οποιαδήποτε εργασία. Προς τούτο, επισυνάπτει επιστολή από τον Δήμο Στροβόλου ημερ. 15.09.2010, στην οποία καλούσε την προηγούμενη ιδιοκτήτρια, την Ιερά Μονή Κύκκου, όπως προβεί στην κατεδάφιση ή νομιμοποίησή των εν λόγω οικοδομών, στις οποίες, ως αναφέρει, συμπεριλαμβανόταν και η επίδικη οικοδομή. Σε ότι αφορά τις θέσεις περί πρόκλησης ζημιών, αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 διατηρεί ιδιωτικό γυμνάσιο πλησίον του επίδικου Ακινήτου και υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής του ρηθέντος γυμνάσιου, έχει την υπέρτατη υποχρέωση (νομική και ηθική) να διατηρήσει την ασφάλεια των 650 περίπου μαθητών και 130 προσωπικού που βρίσκονται επί καθημερινής βάσεως στον χώρο του γυμνασίου καθώς και στους περιμετρικούς χώρους οι οποίοι βρίσκονται στην ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση
  14. Βάση αυτής της υποχρέωσης προχώρησαν, όπως αναφέρει, με τον καθαρισμό του χώρου με εκσκαφέα στις 24.10.2020 και 30.10.2020, ο οποίος καθάρισε βρωμιές και επικίνδυνα αντικείμενα, όπως για παράδειγμα μια απροστάτευτη μποτίλια γκαζιού, από το επίδικο Ακίνητο. Κατά τις εργασίες καθαρισμού, αναφέρει ότι είχαν καθαριστεί και κάποιοι τσίγκοι οι οποίοι ήταν ενωμένοι μαζί και οι οποίοι ήταν επικίνδυνοι να υποπέσουν πάνω σε οποιοδήποτε ευρισκόταν δίπλα τους. Κατά τα λοιπά, αρνείται τις λοιπές ζημιές που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Ηλία. Περαιτέρω, ο Χατζηπετρής αναφέρει ότι πολλές φορές, δια της προσωπικής του ιδιότητας, δια της ιδιότητάς του ως διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση 1, και δια των δικηγόρων τους έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν να εξεύρουν λύση μέσω διαλόγου με τους Αιτητές οι οποίοι πάντοτε τους αγνοούσαν και/ή αρνούνταν τις παρακλήσεις μας για διευθέτηση του ζητήματος. Αποδεικτική τούτου, κατά τον Χατζηπετρή, είναι η επιστολή των δικηγόρων τους προς τους δικηγόρους των Αιτητών την οποία και επισυνάπτει με την οποία καλούσαν τους Αιτητές να αποχωρήσουν από το επίδικο ακίνητο. Σε ότι αφορά την τοποθέτηση της ταμπέλλας την οποία αναφέρει η Ηλία, δεν αρνείται το γεγονός αυτό και αναφέρει ότι τοποθετήθηκε για σκοπούς ασφάλειας προειδοποιητικά. Ισχυρίζεται δε ότι έγιναν στους Αιτητές αμέτρητες παρατηρήσεις και επισημάνσεις για να μετακινηθούν τα αντικείμενα από το Ακίνητο και δόθηκε άπλετος χρόνος προς τούτο. Τέλος αναφέρει ότι η κατεδάφιση του υποστατικού θα γίνει σύμφωνα με όλες τις δια νόμου απαραίτητες διαδικασίες. Τέλος, αναφέρει ότι οι εργάτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 προχώρησαν με εντολές της Καθ' ης η Αίτηση 1 με το κλάδεμα των ευκαλύπτων εντός του Ακινήτου. Το κλάδεμα ευκαλύπτων, ήταν βάση ειδικής άδειας υλοτομίας που εκδόθηκε από το Τμήμα Δασών ημερ. 01.12.2020, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει και σε ότι αφορά το γεγονός της διακοπής του ρεύματος, δεν το αρνείται πλην όμως αναφέρει ότι είναι η υπάλληλος του σχολείου που διατηρεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 που αποτάθηκε στην ΑΗΚ για την επανασύνδεση του και όχι οι Αιτητές. Νομική Πτυχή Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
  1. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν, σχετικά πρόσφατα, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, καθώς επίσης και στις υποθέσεις Κοζάκου κ.α. v. Ν. Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, ημερ. 13/6/2019 και Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λίμιτεδ v Ιωαννίδη, Πολιτική Εφεση Αρ. Ε44/2014, ημερ. 16/7/
  2. «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179 με αναφορά στην Odysseos, (ανωτέρω), ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί οτιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων».[1] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή[2]. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[3] Σ΄ αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί[4], η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[5] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[6] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[7] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[8] Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Εξέταση 1ης και 2ης προϋπόθεσης: Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ότι οι Αιτητές αξιώνουν θεραπείες στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης ως αυτό έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Περαιτέρω, γίνεται επίσης αναφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας ως αυτό έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 51 του Περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου, Κεφ. 148 καθώς επίσης και σε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων, παραβίαση η οποία δημιουργεί, ως έχει νομολογηθεί[10], αγώγιμο δικαίωμα. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας ως επίσης και την παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων, παρατηρώ ότι πέραν της γενικής αναφοράς που γίνεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καμία αναφορά, ούτε έστω με γενικό τρόπο, δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Θα αναμενόταν από τους Αιτητές να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την απαραίτητη σαφήνεια και λεπτομέρεια όλα όσα κατά τη θέση τους υποστηρίζουν αυτές τις βάσεις αγωγής. Αντί αυτού, δεν προβάλλεται οτιδήποτε σχετικό και συγκεκριμένο, ούτε μάλιστα υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά περί παράβασης καθήκοντος ή επίδειξης αμέλειας εκ μέρους των Εναγομένων ή παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων. Η απλή και γενική υιοθέτηση εκ μέρους της Αιτήτριας υπ' αριθμό 2 του κλητηρίου εντάλματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει τέτοια δυναμική. Στην πραγματικότητα, καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν τεθεί προς υποστήριξη της βάσης αγωγής η οποία συνίσταται σε παράνομη επέμβαση επί ακίνητης ιδιοκτησίας. Συνεπώς, δεν έχει τεθεί εκ μέρους των Αιτητών οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό προς υποστήριξη των έτερων βάσεων αγωγής τους με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ικανοποιηθεί ότι σε σχέση με αυτές πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση. Στην πραγματικότητα, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε σχετική διεργασία. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την δεύτερη προϋπόθεση σε συνάρτηση με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης το οποίο έχει ως κύριο σκοπό την προστασία του δικαιώματος κατοχής ακίνητης περιουσίας έναντι παντός προσώπου που επεμβαίνει παράνομα σ' αυτή περιλαμβανομένου και του ιδιοκτήτη.[11] Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εκ μέρους του ενάγοντα νόμιμη κατοχή του χώρου επί του οποίου γίνεται η παράνομη επέμβαση. Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος.[12] Σε ότι αφορά το ζήτημα της νομιμότητας της κατοχής του επίδικου υποστατικού, παρατηρώ ότι τα όσα περί τούτου τέθηκαν από την πλευρά των Αιτητών στην Ένορκη Δήλωση Ηλία, στο πλαίσιο πάντα της υπό κρίση Αίτησης, κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα, σαφή και συγκεκριμένα ήταν. Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της Αιτήτριας υπ' αριθμό 2, μοναδικός ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού όταν αυτή αγόρασε το επίδικο υποστατικό ήταν η Ιερά Μονή Κύκκου (σχετική είναι η παράγραφος 3 (β) της Ένορκης Δήλωσης Ηλία). Για την ισχυριζόμενη αγορά του επίδικου υποστατικού η Ηλία παρουσίασε στο Δικαστήριο απόδειξη αγοράς για 1000ΛΚ η οποία, ενώ θα αναμενόταν να είχε εκδοθεί από την Ιερά Μονή Κύκκου η οποία, σύμφωνα πάντα με τη θέση της ίδιας της Αιτήτριας 2, ήταν η μοναδική ιδιοκτήτρια του επίδικου υποστατικού, αυτή φαίνεται να εκδόθηκε από κάποιο τρίτο πρόσωπο επ' ονόματι, XXXXX Ανδρέου. Εντούτοις, καμία αναφορά δεν γίνεται από την Αιτήτρια 2 ως προς την ιδιότητα του εν λόγω τρίτου προσώπου και ιδίως, τις περιστάσεις υπό τις οποίες το επίδικο υποστατικό περιήλθε στην κατοχή του ώστε αυτός να είναι σε θέση στη συνέχεια να το πωλήσει στην Αιτήτρια
  2. Με άλλα λόγια, ενώ η Αιτήτρια 2 παρουσιάζει μία θέση ότι μοναδικός ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού ήταν η Ιερά Μονή Κύκκου (βλ. παράγραφο 3 (β) της Ένορκης Δήλωσης Ηλία), αυτή στη συνέχεια παρουσιάζεται να έχει αγοράσει το επίδικο υποστατικό όχι από την Ιερά Μονή Κύκκου αλλά από ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο η ίδια δεν χαρακτηρίζει ως ιδιοκτήτη με τρόπο ώστε να παραμένουν για το Δικαστήριο άγνωστες οι συνθήκες υπό τις οποίες το τρίτο αυτό πρόσωπο πώλησε το επίδικο υποστατικό στην Αιτήτρια 2 και ιδίως, η ιδιότητα με την οποία αυτός πώλησε αυτό, αφού σύμφωνα πάντα με τις θέσεις της Αιτήτριας 2, μοναδικός ιδιοκτήτης ήταν η Ιερά Μονή Κύκκου. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ηλία, με την αγορά του επίδικου υποστατικού από το ως άνω αναφερόμενο τρίτο πρόσωπο, οι Ενάγοντες έχουν καταστεί νόμιμοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού. Σε ότι αφορά το ζήτημα της ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, παρατηρώ ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιοσδήποτε τίτλος ιδιοκτησίας εκ μέρους των Εναγόντων. Άλλωστε, δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση ότι κατέχεται τέτοιος τίτλος ιδιοκτησίας ή ότι οι Ενάγοντες είναι δικαιούχοι σε εγγραφή. Αντίθετα, αυτό το οποίο εν τέλει ξεκάθαρα δηλώνεται από τους Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση Ηλία είναι ότι αυτοί δεν κατέχουν τίτλο ιδιοκτησίας (σχετική είναι η παράγραφος 3 (ζ) της Ένορκης Δήλωσης Ηλία) αφού όπως οι ίδιοι ευθαρσώς δηλώνουν, τους ζητήθηκε από την Αστυνομία αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας αλλά δεν παρουσιάστηκε σε αυτήν και εξηγήθηκαν σε αυτήν οι λόγοι για τους οποίους οι Ενάγοντες δεν έχουν στην κατοχή τους τίτλο ιδιοκτησίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ενώ στην αρχή της Ένορκης Δήλωσης Ηλία οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι ιδιοκτήτες, στις αμέσως επόμενες παραγράφους, οι ίδιοι ανατρέπουν αυτήν τη θέση δηλώνοντας ευθαρσώς ότι δεν κατέχουν τίτλο ιδιοκτησίας. Επίσης αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ διατείνονται ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους δεν κατέχουν τίτλο ιδιοκτησίας τους οποίους μάλιστα εξήγησαν στην Αστυνομία από την οποία ζητήθηκε η προσκόμιση σχετικού τίτλου, εντούτοις δεν εξηγούν αυτούς τους λόγους στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που οι Αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο, ήτοι επιστολή της Αιτήτριας 2 προς τον Εναγόμενο 2, η ίδια ευθαρσώς παραδέχεται το γεγονός της ιδιοκτησίας από τον Εναγόμενο 2 του οικοπέδου επί του οποίου υπάρχει κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση στο πλαίσιο της Ένστασης τους, έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου (σχετική είναι η παράγραφος 5 (i) της Ένορκης Δήλωσης Χατζηπετρή). Ανατρέχοντας στην Ένορκη Δήλωση Ηλία εντοπίζεται επίσης η αναφορά ότι οι Ενάγοντες είναι οι μοναδικοί νόμιμοι αδειούχοι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου (παράγραφος 3 (γ) της Ένορκης Δήλωσης Ηλία) και στη συνέχεια της Ένορκης Δήλωσης Ηλία εντοπίζεται η αναφορά ότι οι Ενάγοντες διαμένουν στην επίδικη οικία με έγκριση της Ιεράς Μονής Κύκκου (παράγραφος 3 (ζ) της Ένορκης Δήλωσης Ηλία). Παρατηρώ ότι ενώ οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι είναι αδειούχοι κάτοχοι, εντούτοις, δεν συγκεκριμενοποιούν αυτήν την αναφορά με παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και ιδιαίτερα τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτοί έχουν καταστεί αδειούχοι. Περιορίζονται σε μία γενική και αόριστη αναφορά ότι είναι αδειούχοι, χωρίς ωστόσο να παραθέτουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο σε σχέση με την ύπαρξη οποιασδήποτε άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού, από ποιον και υπό ποιες περιστάσεις και συνθήκες αυτή λήφθηκε και κυρίως, τους όρους μίας τέτοιας άδειας. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την γενική και αόριστη θέση περί διαμονής στην επίδικη οικία με την «έγκριση» της Ιεράς Μονής Κύκκου η οποία και πάλι δεν εξειδικεύεται με αναφορά σε οποιαδήποτε χειροπιαστά στοιχεία και γεγονότα. Και αυτό, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4 στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι επιστολή των δικηγόρων της Ιεράς Μονής Κύκκου ημερομηνίας 23/2/2007 προς τους Αιτητές, το περιεχόμενο της οποίας παρέμεινε, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, χωρίς αμφισβήτηση από τους Αιτητές και η οποία φαίνεται, εξ αντικειμένου, να ανατρέπει αυτήν την γενική και αόριστη θέση περί «έγκρισης» ή «συγκατάθεσης» της Ιεράς Μονής Κύκκου. Συγκεκριμένα, δυνάμει του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής, οι Αιτητές ενημερώνονταν από τους δικηγόρους της Ιεράς Μονής Κύκκου ότι παράνομα έχουν αναγείρει υποστατικό και/ή κατοικούν εντός του οικοπέδου ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Κύκκου και καλούνταν να εγκαταλείψουν τον χώρο εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Ούτε και έγινε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το πως η όποια «έγκριση» ή «συγκατάθεση», κατ' ισχυρισμό, λήφθηκε από την Ιερά Μονή Κύκκου (αναφορά η οποία εν πάση περιπτώσει παρέμεινε γενική και ασαφής) δημιούργησε ή δημιουργεί οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έναντι των νέων ιδιοκτητών του επίδικου οικοπέδου, ούτε άλλωστε προβλήθηκε οποιαδήποτε περί τούτου θέση ή εισήγηση από τους Αιτητές. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει τις αναφορές των Καθ' ων η Αίτηση στην Ένορκη Δήλωση Χατζηπετρή περί παραχώρησης του επίδικου Ακινήτου από την Ιερά Μονή Κύκκου σε πρόσφυγες μετά την Τουρκική Εισβολή για σκοπούς προσωρινής διαμονής τους καθώς επίσης και τις αναφορές ότι οι εν λόγω πρόσφυγες έθεσαν παράνομα υπό την κατοχή τους το επίδικο ακίνητο ανεγείροντας οικοδομές και κατοικίες χωρίς την άδεια της Ιεράς Μονής Κύκκου. Παρατηρώ όμως ότι οι εν λόγω αναφορές ουδόλως βοηθούν ή ξεκαθαρίζουν το ζήτημα της κατοχής του επίδικου υποστατικού και δη της νομιμότητας αυτής εκ μέρους των Αιτητών αφού η θέση που έχουν προβάλει οι Αιτητές είναι ότι αγόρασαν το επίδικο υποστατικό από τρίτο πρόσωπο την ιδιότητα του οποίου δεν συγκεκριμενοποίησαν. Παρέμεινε συνεπώς άγνωστο για το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο ήταν ένας από τους πρόσφυγες στους οποίους είχε, ενδεχομένως, αρχικά παραχωρηθεί προσωρινά μέρος του επίδικου Ακινήτου και το οποίο το έθεσε στη συνέχεια στην κατοχή του ανεγείροντας το επίδικο υποστατικό με ή χωρίς την άδεια της Ιεράς Μονής Κύκκου και πωλώντας στη συνέχεια αυτό στους Αιτητές. Υπό το φως των όσων έχω αναλύσει ανωτέρω, είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου, χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί επί αντικρουόμενων εκδοχών και να προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν εκτεθεί και αναλυθεί ανωτέρω σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας το οποίο συνίσταται στην κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση επί ακίνητης ιδιοκτησίας και ειδικότερα σε σχέση με το συστατικό στοιχείο του εν λόγω αστικού αδικήματος που επικαλούνται οι Ενάγοντες, ήτοι την νομιμότητα της κατοχής του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των Εναγόντων, δεν είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού, ως έχει διαφανεί από την πιο πάνω ανάλυση του Δικαστηρίου, δεν έχει τεθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία το υπόβαθρο εκείνο ώστε να τελεσφορήσει η πλήρωση της δεύτερης προϋπόθεσης. Έχοντας κατά νου την πάγια και καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι σε αιτήσεις όπως η υπό κρίση Αίτηση δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του»[13] είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και για τους λόγους που έχω αναλύσει ανωτέρω, οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος που αυτοί επικαλούνται, ήτοι του δικαιώματος τους να κατέχουν το επίδικο υποστατικό. Ειδικότερα, οι ίδιοι οι Αιτητές επέλεξαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μία θολή και συγκεχυμένη εικόνα σε σχέση με το καθεστώς της κατοχής του επίδικου υποστατικού και ειδικότερα το ζήτημα της νομιμότητας αυτής της κατοχής εκ μέρους τους με τρόπο ώστε αυτοί να έχουν αποτύχει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να δείξουν ένα ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου περί μη πλήρωσης της δεύτερης προϋπόθεσης, παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τις λοιπές προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ως επίσης και με τους λοιπούς λόγους ένστασης. Κατάληξη: Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [2] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [3] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [4] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [5] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014) [6] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [7] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 [8] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019 [9] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [10] Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558 [11] Χαράλαμπος Β. Χάμπου κ.α. ν. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd, 22 Απριλίου, 2008,
(2008)1 ΑΑΔ 524, Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R 100). [12] Κώστας Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά, 28 Απριλίου 1999
(1999)1 ΑΑΔ 654) [13] T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.