Αναφορικά με την PJSC Promsvyazbank ν. Αναφορικά με την Toussieng Holding Limited, Αρ. Γενικής Αίτησης: 140/20, 9/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 140/20 Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979, Ν.84/79. και Αναφορικά με την PJSC Promsvyazbank Aιτήτριας και Αναφορικά με την Toussieng Holding Limited Καθ' ης η Αίτηση και Αναφορικά με την Διαιτητική Απόφαση που έχει εκδοθεί στις 6.5.19 στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αρ.Μ-212/18 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας Αιτήτρια Αίτηση διά κλήσεως από την PJSC Promsvyazbank ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Αιτητές: κ. Θ. Συμεωνίδης και η κα Α. Πατσαλίδου, για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Λαμπριανίδης μαζί με κα Φ. Ιωσήφ, για Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση διά κλήσεως στις 21/5/20. Με αυτήν ζητά από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα για έγγραφη και/ή αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, ημερομηνίας 06/05/2019, που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό Μ‑212/2018, διά των Διαιτητών κκ. Τσουμπάροβ Β.Β., Ντραγκούνοβ Β.Β. και Μακόβσκαγια Α.Α,που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μεταξύ των διάδικων PJSC Promsvyazbank και Toussieng Holding Limited και πιστοποιημένο αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση της XXXXX Ευριπίδου στα Ρωσικά μαζί με δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 2. Β. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 2, 3, 7, 16, 18, 19, 20, 31, 34, 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/1987), στο Άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), στα Άρθρα 2, 3, 4 και 7 της Σύμβασης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 (Ν. 84/79), στα Άρθρα 1-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν. 121(Ι)/2000), στον περί της Σύμβασης για την Κατάργηση της Νομιμοποίησης των Αλλοδαπών Δημόσιων Εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμος του 1972, Ν.50/72, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.47 ΘΘ.1-3, Δ.48 ΘΘ.1-9, Δ.55 και Δ.64, στον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο 45(Ι)/2019, στον Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμο του 2002 (103(Ι)/2002), στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Ευριπίδου, ημερομηνίας 21/5/2020. Η κυρία Ευριπίδου στην ένορκη της δήλωση, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί σε αυτήν εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση και προκύπτουν από μελέτη των εγγράφων που επισυνάπτει στην παρούσα ένορκη δήλωση της, και σε περίπτωση που γεγονότα που αναφέρει δεν εμπίπτουν στη δική της γνώση, αναφέρει την πηγή πληροφόρησής της. Δηλώνει ότι όλα τα γεγονότα που περιέχονται στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι, εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει, ορθά και αληθή και εξήγα ότι ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος αξιωματούχος της Αιτήτριας, είναι επειδή οι αξιωματούχοι της Αιτήτριας βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν ήταν εύκολη η μετάβασή τους στην Κύπρο. Αναφέρει επίσης ότι όλες οι μεταφράσεις που επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι πιστές και πιστοποιημένες μεταφράσεις, που έγιναν από την ορκωτή μεταφράστρια XXXXX Ηλία, η οποία είναι εγγεγραμμένη ορκωτή μεταφράστρια στο Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών με αριθμό μητρώου 076, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.45(Ι)/2019 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο αποσπάσματος του Μητρώου Ορκωτών Μεταφραστών από την επίσημη ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών αναφορικά με την XXXXX Ηλία. Όπως επίσης αναφέρει, όλα τα πιστοποιημένα αντίγραφα των εγγράφων που βρίσκονται στη Ρωσική γλώσσα έχουν δεόντως πιστοποιηθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης του 1961,που έχει επικυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν.50/72. Αναφέρει ότι με την παρούσα αίτηση, η Αιτήτρια αιτείται την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 6/5/2019, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό Μ‑212/2018, που διεξάχθηκε στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο (ΔΕΔΔ) στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση. Επισυνάπτει, ως έχει ήδη αναφερθεί, δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης στα Ρωσικά και την δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της στα Ελληνικά ως Τεκμήριο 2. Όπως περαιτέρω δηλώνει, η Αιτήτρια είναι τράπεζα με κυρία έδρα της τη Ρωσία, η οποία όμως δραστηριοποιείται και στην Κύπρο, δηλαδή διατηρεί έδρα και στην Κύπρο και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής 1593 και με διεύθυνση στη Λεμεσό. Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 3 ηλεκτρονική έρευνα, που διεξήχθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Αιτήτρια. Ως Τεκμήριο 4, επισυνάπτει αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας που έγινε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση, που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με αριθμό εγγραφής ΗΕ326126 και διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λευκωσία. Είναι η θέση της ότι η παραπομπή Διαιτησίας έγινε στη βάση συμφωνίας/ρήτρας Διαιτησίας που περιέχεται σε τρεις συμφωνίες δανείου που η Αιτήτρια ως δανειστής σύναψε με την Καθ' ης η Αίτηση..ως δανειολήπτρια και ειδικότερα τις συμφωνίες δανείου με αριθμό XXXXX15-0-3, ημερομηνίας 4/3/15, XXXXX15-3‑0, ημερομηνίας 7/4/15 και XXXXX15-2-0, ημερομηνίας 12/11/15. Ακολούθως αναφέρεται στους όρους των τριών συμφωνιών δανείου που υπεγράφησαν μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση, η πρώτη συμφωνία δανείου αφορούσε την παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση για πίστωση με όριο χρέους ύψους 150.000.000,00, ρουβλιών με επιτόκιο 10,5% ετησίως για την περίοδο από την επόμενη της πρώτης δόσης ημέρα μέχρι την ημερομηνία πραγματικής αποπληρωμής, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την ημερομηνία οριστικής εξόφλησης της οφειλής, που ήταν η 1/08/18 και με δικαίωμα εκταμίευσης δανείου σε ξεχωριστές δόσεις. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, πιστοποιημένο αντίγραφο της πρώτης συμφωνίας δανείου και των 5 συμπληρωματικών αυτής συμφωνιών στα Ρωσικά και τη δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της Συμφωνίας/Ρήτρας Διαιτησίας στα Ελληνικά. Παρομοίως, η δεύτερη συμφωνία δανείου αφορούσε την παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση για πίστωση με όριο χρέους ύψους 300.000.000, 00, ρουβλιών με επιτόκιο 10,5% ετησίως, για περίοδο από 7/4/15 μέχρι 11/11/15 και την γραμμή πίστωσης με όριο χρέους ύψους 600.000.000,00 ρούβλια με επιτόκιο 10,5% ετησίως για περίοδο 12/11/15 μέχρι οριστικής εξόφλησης της οφειλής που ήταν 1/08/18 επίσης με δικαίωμα εκταμίευσης δανείου σε ξεχωριστές δόσεις. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6, δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της δεύτερης συμφωνίας δανείου και των 6 συμπληρωματικών αυτής συμφωνιών στα Ρωσικά και δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της Συμφωνίας/Ρήτρας Διαιτησίας στα Ελληνικά. Η τρίτη συμφωνία δανείου αφορούσε επίσης παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση, με την οποία η Αιτήτρια ανέλαβε να ανοίξει στην Καθ' ης η Αίτηση γραμμή πίστωσης με όριο χρέους ύψους 1.200.000.000,00 ρούβλια για την περίοδο έως 18/8/2018, με επιτόκιο 15 % ετησίως για την περίοδο από την επόμενη ημέρα της πρώτης δόσης μέχρι την πραγματική ημερομηνία οριστικής εξόφλησης της οφειλής, που ήταν η 10/8/2018. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 7, δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της τρίτης συμφωνίας δανείου στα ρωσικά και των 3 συμπληρωματικών αυτής συμφωνιών στα Ρωσικά και δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της Συμφωνίας/Ρήτρας Διαιτησίας στα Ελληνικά. Σύμφωνα με τη Ρήτρα Διαιτησίας που περιέχεται και στις τρεις συμφωνίες δανείου, όλες οι διαφορές, διαφωνίες ή αξιώσεις, που προκύπτουν από ή σε σχέση με τις συμβάσεις δανείων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την εκτέλεση, παραβίαση, τερματισμό ή ακυρότητα των συμφωνιών, θα επιλύονται από το ΔΕΔΔ σύμφωνα με τους Κανονισμούς του. Η σύσταση της Διαιτησίας θα περιλαμβάνει τρεις Διαιτητές, ως τόπος της Διαιτησίας έχει οριστεί η Μόσχα, η γλώσσα της Διαιτησίας είναι η Ρωσική και οι τρεις συμφωνίες δανείου διέπονται από το Δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μετά από την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας δανείου η Αιτήτρια έμβασε στον λογαριασμό της Εναγόμενης στις 4/3/2015 ποσό ύψους 16.000.000, 00 ρουβλιών, στις 30/3/2015 ποσό ύψους 7.050.000, 00 ρουβλιών, στις 11/1/2016 ποσό ύψους 1.358.280, 00 ρουβλιών και την 1/2/2016 ποσό ύψους 318.000, 00 ρουβλιών. Σύμφωνα με τα πλαίσια της πρώτης συμφωνίας δανείου, η Καθ' ης η αίτηση ήταν υποχρεωμένη να αποπληρώσει το δάνειο μέχρι την 1/08/2018. Όπως φαίνεται από τις σελίδες 25 και 26 της Διαιτητικής Απόφασης, η Καθ' ης η Αίτηση είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εν μέρει, σε σχέση με τους τόκους και το χρέος της στη βάση της πρώτης συμφωνίας δανείου, που ανερχόταν στο ποσό των 24.726.280,00 ρουβλιών ως το ποσό του δανείου (κεφαλαίου) και στο ποσό των 8.000.242,48 ρουβλιών ως τόκους. Μετά από την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας δανείου, η Αιτήτρια έμβασε στον λογαριασμό της Εναγόμενης στις 7/4/2015 ποσό ύψους 99.000.000,00 ρουβλιών, στις 8/4/2015 ποσό ύψους 201.000.000,00 ρουβλιών και στις 16/11/2015 ποσό ύψους 300.000.000,00 ρουβλιών. Σύμφωνα με τα πλαίσια της δεύτερης συμφωνίας δανείου, η Καθ' ης η Αίτηση ήταν υποχρεωμένη να αποπληρώσει το δάνειο μέχρι την 1/08/2015. Όπως φαίνεται και πάλι από τις σελίδες 28 και 29 της Διαιτητικής Απόφασης, η Καθ' ης η Αίτηση είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εν μέρει σε σχέση με τους τόκους και το χρέος της Καθ' ης η Αίτηση στη δεύτερη συμφωνία, δηλαδή, πλήρωσε 600.000.000,00 ρούβλια ως το ποσό του δανείου (κεφάλαιο) και το ποσό των 180.734.054,72 ρουβλιών ως τόκους. Μετά από την απόφαση της τρίτης συμφωνίας δανείου, η Αιτήτρια έμβασε στον λογαριασμό της Εναγόμενης στις 13/11/2015 ποσό ύψους 1.200.000.000, 00 ρουβλιών, η Καθ' ης η Αίτηση ήταν υποχρεωμένη να το αποπληρώσει μέχρι τις 10/8/2018, αλλά όπως φαίνεται από τις σελίδες 31 και 32 της τρίτης Διαιτητικής Απόφασης, η Καθ' ης η Αίτηση είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εν μέρει και το χρέος της στη βάση της τρίτης συμφωνίας δανείου ανερχόταν στο ποσό των 1.156.625. 950, 00 ρουβλιών ως το ποσό του δανείου (κεφαλαίου) και το ποσό των 478.643.621,44 ρουβλιών ως τόκους. Η Αιτήτρια στις 28/11/2018, απέστειλε αίτηση για διεξαγωγή Διαιτησίας στο ΔΕΔΔ, δυνάμει της Ρήτρας Διαιτησίας αναφορικά και με τις τρεις συμφωνίες δανείου, ζητώντας την αποπληρωμή του χρέους συμπεριλαμβανομένου αρχικού κεφαλαίου και τόκων. Το ΔΕΔΔ ενημέρωσε δεόντως την Καθ' ης η Αίτηση για την έναρξη της Διαιτητικής Διαδικασίας και την κάλεσε όπως εμφανιστεί ενώπιον του και θέσει τις θέσεις της ή την υπεράσπισή της. Η Καθ' ης η Αίτηση απέτυχε να εμφανιστεί, να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να επιλέξει τους Διαιτητές στη Διαιτητική Διαδικασία, ως ήταν το δικαίωμά της, παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως από το ΔΕΔΔ με επιστολή του που παρέλαβε στις 14/12/2018. Ακολούθως, η Καθ' ης η Αίτηση κλητεύθηκε για την ακρόαση της υπόθεσης με αποστολή του κλητηρίου εντάλματος στις 4/9/2019, το οποίο και παρέλαβε στις 7/2/2019. Ακολούθως, με επιστολή που παραλήφθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση στις 22/2/2019, η Καθ' ης η Αίτηση κλήθηκε να υποβάλει αιτιολογημένη απάντηση στην αγωγή μέχρι τις 15/3/2019. Παρόλα τα πιο πάνω, η Καθ' ης η Αίτηση δεν απάντησε σε καμιά από τις επιστολές που παρέλαβε, το ΔΕΔΔ έκρινε ότι η μη εμφάνιση της Καθ' ης η Αίτηση στη Διαιτητική Διαδικασία μετά από τη δέουσα ενημέρωσή της δεν εμπόδιζε τη διεξαγωγή της ακρόασης, η οποία και έλαβε χώρα στις 19/3/19 και εκδόθηκε σχετική απόφαση. Το ΔΕΔΔ αποπεράτωσε τη Διαιτητική Διαδικασία και έκδωσε την Διαιτητική Απόφαση, με την οποία επιδίκασε εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και υπέρ της Αιτήτριας τα ακόλουθα ποσά. (
- i)2.448.730.148,64 ρούβλια ως το ποσό του κεφαλαίου του δανείου, και (
- ii)231.825,00 δολάρια Η.Π.Α ως έξοδα πληρωμής τελών καταχώρησης και Διαιτησίας. Όπως πληροφορείται η κυρία Ευριπίδου από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στη Ρωσία που χειρίστηκαν τη διαδικασία εκ μέρους της, η Διαιτητική Απόφαση είναι τελική και εκτελεστή και σύμφωνα με την πληροφορία που έχει από τους Κύπριους δικηγόρους της εταιρείας, η παρούσα αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Ν.84/79 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 Πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας που αποδεικνύει ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι μέλη της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης με την οποία η Αιτήτρια ζητά την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης από τα Κυπριακά Δικαστήρια γι' αυτό και θεωρεί ορθό όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την παρούσα αίτηση και διατάξει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης του ΔΕΔΔ ως απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου. Στις 7/12/20 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση της Αιτήτριας. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα Άρθρα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V του Νόμου Κυρών τη Σύμβαση περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Νόμος αρ. 84/1979, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο N.101/87, Άρθρα 2, 3, 7, 16, 18, 19, 20, 31, 34 Μέρος VIII Άρθρα 35 και 36, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, Άρθρο 21, στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000(Ν. 121(Ι)/2000), στα Άρθρα 1‑6 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.39, Δ.40 κ.9, 42(α) κ.1‑13, Θ.Θ.1, 2, 3, 6, 7, 9, 10, 12, Δ.48 Θ 1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 6, 8, 9, 10,11, 12 και 13, Δ.59, Δ.64 στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33 και 42, στις αρχές του κοινού δικαίου (common law) και του δικαίου της επιείκειας (equity), στη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλει συνολικά 8 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν συμβλήθηκε με την Αιτήτρια και δεν εξασφάλισε από αυτή κανένα ποσό δανείου και δεν της οφείλει κανένα ποσό, η Καθ' ης η Αίτηση δεν έλαβε επίδοση ούτε και πληροφορήθηκε καθόλου ή και δεόντως αναφορικά με την ύπαρξη οποιασδήποτε δικαστικής ή διαιτητικής διαδικασίας που την αφορά, το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Κυρωτικού Νόμου 84/79 από το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου για την υπόθεση τοποθέτηση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης 5/5/2016 και οι προϋποθέσεις του Νόμου 101/87 και/ή οι προϋποθέσεις του Νόμου 121(Ι)/
- (Σημειώνω εδώ ότι η πιο πάνω αναφορά σε σχέση με το Λονδίνο ολοφάνερα είναι λανθασμένη και δεν έχει καμμιά απολύτως σχέση με την παρούσα υπόθεση). Ισχυρίζεται περεταίρω, ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η υπογραφή Διαιτητικής Απόφασης συνιστά τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με το δίκαιο της Ρωσίας και/ή ότι δεν μπορεί να εφεσιβληθεί, και/ή κανένα πιστοποιητικό τελεσιδικίας δεν έχει προσκομιστεί, η αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης αντίκειται προς τη Δημόσια Τάξη της Κύπρου και η καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης μαζί με τα αιτητικά της συνιστά κατάφορη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι ο σκοπός καταχώρησης και προώθησης της υπό κρίση αίτησης είναι ανεπίτρεπτος και προσκρούει στις αρχές της Δημόσιας Τάξης, αντίκειται στους Νόμους και την έννομη και ηθική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Ιωσήφ, ημερομηνίας 7/12/
- Στην ένορκη της δήλωση, η κυρία Ιωσήφ αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και παρουσιάζει γραπτή εξουσιοδότηση ως Τεκμήριο 1, που της χορηγήθηκε από τον Σύμβουλο και Διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση, XXXXX Αντρέου, ο οποίος δεν είναι σε θέση να προσέλθει ενώπιον του Πρωτοκολλητείου και να ορκιστεί, λόγω αντικειμενικών δυσκολιών που προκύπτουν από την επιδημία του Covid-
- Αναφέρει ότι όσα γεγονότα προβάλλει στην ένορκή της δήλωση είναι αληθινά και προκύπτουν από δική της γνώση, εκτός όπου την πληροφορεί τρίτο πρόσωπο, όπου και αναφέρει την πηγή πληροφόρησής της. Είναι η θέση της ότι η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγγραφη αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση, τους οποίους και επαναλαμβάνει. Ακολούθως, αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση αγνοεί την ύπαρξη κατ' ισχυρισμό δανειακής σύμβασης μεταξύ της και της Αιτήτριας, δεν γνωρίζει κατά πόσο ξεκίνησαν οποιεσδήποτε διαδικασίες εναντίον της στη Ρωσική Ομοσπονδία και εξ όσων πληροφορείται από την Καθ' ης η Αίτηση, και σύμφωνα με διαδικτυακό δημοσίευμα που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, η Αιτήτρια περιήλθε αναγκαστικά στη διαχείριση του Ρωσικού Κράτους και έχουν γίνει απόπειρες να εξασφαλιστούν κεφάλαια και να σταλούν πίσω στη Ρωσία. Αναφέρει επίσης ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να εγείρει την παρούσα αίτηση καθώς στις 31/7/2019, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας που της είχε παραχωρήσει για λειτουργία υποκαταστήματος στην Κύπρο, και διαγράφηκε η καταχώρηση της Αιτήτριας από το Μητρώο Πιστωτικών Ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Κύπρο, και σχετικά επισυνάπτει το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι τυχόν έγκριση της υπό εξέταση αίτησης σαφώς προσκρούει και αντίκειται προς τη Δημόσια Τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω του ότι τα ψηλά ποσοστά επιτοκίου των τριών συμφωνιών δανείου αντίκεινται στη δημόσια πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού συνολικά υπολογίζονται στο ποσοστό του 36 % επί των κατ' ισχυρισμών κεφαλαίων οφειλής των τριών συμφωνιών δανείου. Αυτό το ποσοστό είναι καταπιεστικό, εκβιαστικό κατ' ουσία ποινικό και παραβιάζει τις Νομικές Αρχές και τη Δημόσια Πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα επίσης με την ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου, το Συμβούλιο Διαιτητών δεν αναφέρεται σε υπογραμμένη παράδοση των εγγράφων στην Καθ' ης η Αίτηση, αλλά μόνο σε παράδοση μέσω ταχυμεταφορέα. Καμιά αναφορά δεν γίνεται αν παραλήφθηκαν από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση τα έγγραφα αυτά. Προβάλλει δε τη θέση ότι αν τα έγγραφα παραλήφθηκαν από οποιοδήποτε πρόσωπο, αυτό δεν ήταν στέλεχος της Καθ' ης η Αίτηση, ούτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτήν. Δηλώνει επίσης, ότι η κυρία Ευριπίδου δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση, διότι υπάρχει στην Κύπρο πρόσωπο οργανικά συνδεδεμένο με την Αιτήτρια, και συγκεκριμένα ο κύριος XXXXX Kanevtsov, που είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί την εν λόγω ένορκη δήλωση, και αναφέρει ότι εξ όσων πληροφορείται, η Αιτήτρια δεν ικανοποιεί τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την εγγραφή απόφασης Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο. Η Αιτήτρια δεν έχει πλέον γραφείο στην Κύπρο και η άδειά της έχει ανακληθεί. Είναι η θέση της ενόψει των ανωτέρω, ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση καθότι αντίκειται στις αρχικές αρχές Δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη Δημόσια Τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφέρει επίσης ότι το Δικαστήριο, αν διαπιστώσει ότι η Διαιτητική Απόφαση βρίσκεται σε αντίθεση με τη Δημόσια Τάξη, μπορεί να μην προχωρήσει στην εγγραφή της, και σαφέστατα στην παρούσα περίπτωση δεν θα πρέπει να εγκρίνει την εγγραφή αυτής της απόφασης. Η Αιτήτρια δεν κατέχει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και έτσι δεν μπορεί να εγείρει και να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση από τις 31/7/2019 και μετά. Αναφέρει επίσης ότι η Αιτήτρια στον διαδικτυακό της ιστότοπο αναφέρει ότι αποφάσισε να τερματίσει τις τραπεζικές της εργασίες στην Κύπρο και να κλείσει το εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας υποκατάστημά της, επισυνάπτει σχετικά τα Τεκμήρια 4 και 5, και έτσι πιστεύει ότι η ύπαρξη και ο εντοπισμός διεύθυνσης της Αιτήτριας εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί εκκρεμότητα που δεν έχει ακόμα διευθετηθεί και η διεύθυνση της Αιτήτριας δεν μπορεί να προβληθεί ως γνήσια διαμονή. Είναι συνεπώς η θέση της, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με τους δικηγόρους των δύο πλευρών να καταθέτουν γραπτώς στο Δικαστήριο τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη της θέσης της η κάθε πλευρά, να τις υιοθετούν, αφού προηγουμένως τις είχαν ανταλλάξει, χωρίς να ζητηθεί είτε η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είτε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας στη δική τους αγόρευση, η οποία είναι αρκετά μακροσκελής, επαναλαμβάνουν αρχικά τα αιτητικά της αίτησης, τη νομική της βάση, όπως και τα γεγονότα και έγγραφα που υποστηρίζουν την αίτηση, που ουσιαστικά πρόκειται για μία περίληψη της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXXX Ευριπίδου που συνοδεύει την αίτηση. Ακολούθως, αναφέρονται στην ένσταση που καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση και ειδικότερα επαναλαμβάνουν τους λόγους ένστασης όπως φαίνονται τόσο στο σώμα της ένστασης, αλλά και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Ιωσήφ. Ακολούθως, ασχολούνται με τη νομική πτυχή του θέματος που ουσιαστικά είναι η εφαρμογή των Νόμων 121(Ι)/2000, της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Νόμου 101/1987, ο οποίος ουσιαστικά υιοθετεί τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης στο Κυπριακό νομικό σύστημα, και προβλέπουν για την εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδίδουν Διατάγματα Αναγνώρισης, Εγγραφής και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων. Ξεκινώντας από τις πρόνοιες του Νόμου 121(Ι)/2000, αναφέρουν ότι ο εν λόγω Νόμος προνοεί για την δικονομική διαδικασία που ακολουθείται για την εγγραφή μιας Διαιτητικής Απόφασης και είναι μόνο διαδικαστικής φύσεως. Αναφέρουν ειδικά τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 4 του Νόμου και ακολούθως τις πρόνοιες του άρθρου 5 που σκιαγραφούν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Αναφέρονται επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Νίκος Μονογιός v Αναστασία Μονογιού, Πολιτική Έφεση αριθμός 17/16, απόφαση ημερομηνίας 22/02/18 με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση εγγραφής στην Κύπρο, απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου και λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη διαδικαστική φύση του Νόμου 121
(1)/2000 «Ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000, Ν.121(Ι)/00, είναι διαδικαστικός νόμος, θέτει το δικονομικό πλαίσιο και ρυθμίζει τη διαδικασία εφαρμογής των όσων προβλέπουν οι σχετικοί νόμοι. Στην υπόθεση Barbara Doris Bauer μέσω της αρμόδιας Αρχής της Γερμανίας ν. Χρήστου Καραπατάκη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.503, διευκρινίστηκε ότι ο Νόμος 121(Ι)/00 είναι διαδικαστικής φύσεως και αναφέρθηκαν τα εξής: Ο Νόμος 121(Ι)/00 δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο. Εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής. Ανάλογου περιεχομένου είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Datamedia v. K.S.N
(1990)1 Α.Α.Δ.13: "Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσο ο υπό κρίση νόμος είναι σχετικός με την Δικονομία, ή είναι ουσιαστικός νόμος. Στο σύγγραμμα Dicey & Morris "The Conflict of Laws", δέκατη έκδοση, τόμος 2, σελίδα 1178, αναφέρεται κάτω από το Κεφ. 35, που είναι σχετικό με το κατά πόσο ένας νόμος αφορά την Δικονομία ή είναι ουσιαστικός νόμος, ότι η εκτέλεση απόφασης είναι Δικονομικής φύσεως- "Similarly the method of enforcing a judgment is a matter of procedure." Η διαδικασία εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων δεν στοχεύει σε οτιδήποτε άλλο παρά, την απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεσματικής εφαρμογής μιας δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σ' άλλη χώρα, συμβεβλημένη, με διεθνή σύμβαση, με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και ιδεών, που αποτελεί το θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα μπορούσε παρά να έχει εφαρμογή και στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα. Ως προς το σκοπό που επιτελείται, επί του προκειμένου, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κουντουρή ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1677: "Ποιος είναι ο σκοπός της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων; Και στις δύο περιπτώσεις η εγγραφή αποβλέπει στην πρόσδοση δικαστικής ισχύος στην απόφαση ή διάταγμα του οποίου επιδιώκεται είτε η αναγνώριση είτε η εκτέλεση είτε και τα δύο. Προϋπόθεση, αποτελεί η έκδοση της απόφασης από αρμόδιο Δικαστήριο. Συνταυτίζεται έτσι η απόφαση της αλλοδαπής με απόφαση αρμοδίου Δικαστηρίου της Κύπρου και ανάλογα εκτελείται.» Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης αγγλικού δικαστηρίου, η οποία ήταν εκτελεστή στη χώρα όπου εκδόθηκε. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν μπορούσε να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας ή της ορθότητας της απόφασης του αγγλικού δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η ακολουθητέα διαδικασία προσδιορίζεται με σαφήνεια στην παράγραφο
(1)του άρθρου 5 του Νόμου 121(Ι)/00, χωρίς να επιδέχεται περαιτέρω διεύρυνση, αφού χρησιμοποιείται η λέξη «περιορίζεται» Ιδιαιτέρως, στην παράγραφο (ε) αναφέρεται: «Οι λόγοι επί των οποίων ο καθ'ου η αίτηση δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης και στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της.» Ακολούθως κάνουν αναφορά στην σχετικά πρόσφατη απόφαση της Προέδρου κυρίας Ε. Εφραίμ στην Αλλοδαπή Αίτηση αριθμός 6/19, ημερομηνίας 31/01/20 στην οποία έχουν αναφερθεί τα πιο κάτω: «Με βάση το περιεχόμενο του Ν.121(Ι)/00, είναι προφανές ότι αυτός βασικά ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις για εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης, είτε δικαστικής είτε διαιτητικής, χωρίς όμως να παρέχει το δικαιοδοτικό και ουσιαστικό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στην αναγνώριση ή εκτέλεση. . Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(ε) του Ν.121(Ι)/00, οι λόγοι επί των οποίων ο Καθ' ου δύναται να στηρίξει την ένσταση του περιορίζονται στο θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, στην αποδεδειγμένη ικανοποίηση της απόφασης ή στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη Συνθήκη.» Είναι η θέση τους ότι από τα πιο πάνω εξάγεται με ασφάλεια η θέση ότι από τη στιγμή που εκδίδεται μία αλλοδαπή Διαιτητική Απόφαση σε χώρα με την οποία η Κύπρος έχει συμβληθεί για τον σκοπό αυτό, και αν ο Αιτητής ακολουθήσει τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 5 του Νόμου 121(Ι)/2000, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει το Διάταγμα για την Εγγραφή, Αναγνώριση ή Εκτέλεση της Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης και ο Καθ' ου η Αίτηση δικαιούται να εγείρει ως λόγους ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, μόνο συγκεκριμένες υπερασπίσεις. Επίσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης μιας αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης, το Κυπριακό Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της απαίτησης ή της ορθότητας της απόφασης του αλλοδαπού Διαιτητικού Δικαστηρίου, αλλά μόνο να εξετάσει κατά πόσο ισχύουν οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η σχετική Διεθνής Σύμβαση, (αυτή της Νέας Υόρκης) και ο Νόμος 121(Ι)/2000. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, είναι η θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας, ότι η Διαιτητική Απόφαση, η εγγραφή της οποίας ζητείται με την υπό κρίση αίτηση, εμπίπτει στο άρθρο 3 του Νόμου 121(Ι)/2000, αφού είναι μια Διαιτητική Απόφαση που διεξήχθηκε και αποπερατώθηκε από το ΔΕΔΔ της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως και η Κυπριακή Δημοκρατία. Παραπέμπουν σχετικά στο Τεκμήριο 8 της παραγράφου 22 της ένορκης δήλωσης της κας Ευριπίδου που είναι το Πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας που αποδεικνύει ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Η Σύμβαση της Νέας Υόρκης ενσωματώθηκε στο κυπριακό νομικό σύστημα με τον Νόμο 101/1987 και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Είναι επίσης η θέση τους ότι ακολουθήθηκε πιστά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 5 του Νόμου 121(I)/2000 και ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του ίδιου Νόμου, η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει ικανοποιήσει την απόφαση που έχει εκδοθεί εναντίον της, και είναι η θέση τους ότι όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ικανοποιούνται πλήρως στην παρούσα περίπτωση όπως τις αναλύουν πιο κάτω. Ασχολούνται ακολούθως με τις προϋποθέσεις εγγραφής μιας Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης και τους λόγους για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί μία αίτηση, ως προνοούνται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Αναπαράγουν τα άρθρα III και IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης στα αγγλικά που καθορίζουν τις τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έγγραφη αναγνώριση και εκτέλεση μιας αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης. Αναφέρονται επίσης στο άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης που προβλέπει περιοριστικά τους λόγους για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί μία αίτηση για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση μιας αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης. Όπως περαιτέρω αναφέρουν, από τις πιο γνωστές αποφάσεις σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας εγγραφής αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska Banka D.D
(1995)1 Α.Α.Δ.737, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται σχεδόν σε κάθε απόφαση με το ίδιο θέμα: «Το άρθρο III της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνεται επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. Τα άρθρα αυτά τα παραθέτω στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική. Μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το κείμενο του αγγλικού πρωτοτύπου, όπως προνοεί ο Ν. 84/79: "Article IV 1. To obtain the recognition and enforcement mentioned in the preceding article, the party applying for recognition and enforcement shall, at the time of the application supply: (
- a)The duly authenticated original award or a duly certified copy thereof; (
- b)The original agreement referred to in article II or a duly certified copy thereof. 2. If the said award or agreement is not made in an official language of the country in which the award is relied upon, the party applying for recognition and enforcement of the award shall produce a translation of these documents into such language. The translation shall be certified by an official or sworn translator or by a diplomatic or consular agent. Article V 1. Recognition and enforcement of the award may be refused, at the request of the party against whom it is invoked, only if that party furnishes to the competent authority where the recognition and enforcement is sought, proof that: (
- a)The parties to the agreement referred to in article II were, under the law applicable to them, under some incapacity, or the said agreement is not valid under the law to which the parties have subjected it or, failing any indication thereon, under the law of the country where the award was made; or (
- b)the party against whom the award is invoked was not given proper notice of the appointment of the arbitrator or of the arbitration proceedings or was otherwise unable to present his case; or (
- c)the award deals with a difference not contemplated by or not falling within the terms of the submission to arbitration, or it contains decisions on matters beyond the scope of the submission to arbitration, provided that, if the decisions on matters submitted to arbitration can be separated from those not so submitted, that part of the award which contains decisions on matters submitted to arbitration may be recognized and enforced; or (
- d)the composition of the arbitral authority or the arbitral procedure was not in accordance with the agreement of the parties or, failing such agreement, was not in accordance with the law of the country where the arbitration took place; or (
- e)the award has not yet become binding on the parties, or has been set aside or suspended by a competent authority of the country in which, or under the law of which, that award was made. 2. Recognition and enforcement of an arbitral award may also be refused if the competent authority in the country where recognition and enforcement is sought finds that: (
- a)The subject matter of the difference is not capable of settlement by arbitration under the law of that country; or (
- b)the recognition or enforcement of the award would be contrary to the public policy of that country." "Άρθρον IV 1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής. 2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου. Άρθρον V 1. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως, δύναται να απορριφθή τη αιτήσει του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις αυτής, μόνον εάν το εν λόγω μέρος παράσχη εις την αρμοδίαν αρχήν, ενώπιον της οποίας επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις, απόδειξιν ότι: (α) τα μέρη της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας διετέλουν, κατά την εφαρμοστέαν επ' αυτών νομοθεσίαν, υπό τινα ανικανότητα, ή ότι η ειρημένη συμφωνία δεν είναι έγκυρος δυνάμει της νομοθεσίας εις την οποίαν τα μέρη έχουν υποβάλει ταύτην ή, εν ελλείψει οιασδήποτε προς τούτο ενδείξεως, δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ένθα εξεδόθη η απόφασις· ή (β) το μέρος εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις της αποφάσεως δεν είχε ειδοποιήθη προσηκόντως περί του διορισμού του διαιτητού ή περί της διαιτητικής διαδικασίας ή άλλως πως δεν ηδυνήθη να παρουσιάση την υπόθεσιν αυτού· ή (γ) η διαιτητική απόφασις πραγματεύεται διαφοράν μη προβλεπομένην υπό των όρων, ή μη εμπίπτουσαν εντός των όρων της υποβολής εις διαιτησίαν, ή ότι αύτη περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων πέραν των ορίων της υποβολής εις διαιτησίαν νοείται ότι, εάν αι αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν είναι δυνατόν να αποχωρισθούν εκ των μη υποβληθέντων τοιούτων, το μέρος της αποφάσεως το οποίον περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν δύναται να αναγνωρισθή και εκτελεσθή· ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύμφωνος προς την συμφωνίαν των μερών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, δεν ήτο σύμφωνος προς την νομοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία· ή (ε) η διαιτητική απόφασις δεν κατέστη εισέτι δεσμευτική διά τα μέρη, ή ότι αύτη ηκυρώθη ή ανεστάλη υπό τινος αρμοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, ή δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας, εξεδόθη η απόφασις. 2. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τινος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρμοδία αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπίστωση ότι - (α) το αντικείμενον της διαφοράς δεν δύναται να διευθετηθή δια διαιτησίας δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης· ή (β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δημοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης." Παρόμοιες πρόνοιες που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων επί εμπορικών ζητημάτων και συναφών θεμάτων αναφέρονται και στα άρθρα 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/87), του οποίου η εφαρμογή περιορίζεται αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μια αυτόνομη διαδικασία. Το άρθρο 35 είναι παρόμοιο με το άρθρο IV της Σύμβασης και έχει ως ακολούθως: 35.-
(1)Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική. Το Δικαστήριο, μετά από γραπτή αίτηση οποιουδήποτε των μερών, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος ή του επόμενου άρθρου.
(2)Το μέρος που στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή που επιζητεί την εκτέλεσή της οφείλει να προσκομίσει δεόντως θεωρημένο το πρωτότυπο ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο
- Αν η διαιτητική απόφαση και η συμφωνία περί διαιτησίας δεν είναι διατυπωμένες στην επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει και την προσκόμιση δεόντως κεκυρωμένης μετάφρασης αυτών στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας." Επίσης το άρθρο 36 είναι παρόμοιο με το άρθρο V της Σύμβασης, όσον αφορά τους απορριπτικούς λόγους για την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης και το σχετικό με τη διαδικασία απόσπασμα, έχει ως ακολούθως: "
- Η αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, απορρίπτεται μόνο εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους: .................................." Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» Ακολούθως αναφέρονται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο μιας χώρας από το οποίο ζητείται η εγγραφή μιας Διαιτητικής Απόφασης, δεν μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή της, εκτός αν η Καθ' ης η Αίτηση αποδείξει έναν από τους λόγους που καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Ο δικαστικός έλεγχος της Διαιτητικής Απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι κατά βάση εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Το άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης προνοεί τι πρέπει να προσκομίσει η Αιτήτρια, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, ενώ το άρθρο V, ως έχει ήδη αναφερθεί, προνοεί περιοριστικά τους λόγους απόρριψης μιας αίτησης για εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης, το οποίο μετατοπίζεται στους ώμους της Καθ' ης η Αίτηση. Όπως οι συνήγοροι της Αιτήτριας αναφέρουν, ο σκοπός και το πνεύμα της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι να διευκολύνει την αναγνώριση και εγγραφή μιας Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε σε ένα από τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη ‑ μέλη της Σύμβασης και παραθέτουν σχετικά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση INTERSPUTNIK INTERNATIONAL ORGANIZATION OF SPACE COMMUNICATIONS (ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ INTERSPUTNIK) v. ALRENA INVESTMENTS LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A122, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/2013 ημερομηνίας 4/4/2017: «Η φιλοσοφία όμως ταυτόχρονα αυτών των Διεθνών Συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Τόσο ο Νόμος αρ. 84/79, που έχει ως βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, όπως και ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος αρ. 101/87, καθώς και ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή, και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος αρ. 121(Ι)/2000, στους οποίους επίσης βασίστηκε η επίδικη αίτηση πρωτοδίκως, παρέχουν μια ιδιάζουσα και αυτόνομη διαδικασία όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Αίτηση Beogradska Banka DD
(1995)1 Α.Α.Δ.737, εν πολλοίς, τουλάχιστον όσον αφορά το Νόμο αρ. 101/87, προερχόμενο το νομοθέτημα από το Uncitral Model Law on International Commercial Arbitration.» Παραθέτουν επίσης απόσπασμα από το σύγγραμμα GARY B. BORN INTERNATIONAL COMMERCIAL ARBITRATION στις σελίδες 3412-
- «National courts and other authorities have uniformly recognized the foregoing purposes, often referring to the Convention's "pro-enforcement" objectives or purpose. An Italian recognition decision put the Convention's objectives simply: "The New York Convention clearly aimed at making the enforcement of foreign arbitral awards easier. '' Or, as a Singaporean decision concluded, "there is the principle of international comity enshrined in the Convention that strongly inclines the courts to give effect to foreign arbitration awards. " [....] Given these various aspects of the New York Convention, a wide range of authorities have concluded that the Convention establishes an avowedly "pro-enforcement" approach towards the recognition of foreign awards. This pro-enforcement orientation has been recognized in judicial decisions in common law jurisdictions, including the United States, England, Canada, Ireland, Singapore, Hong Kong, India and Australia. In the words of one English decision, there is "a pre-disposition to favour enforcement of New York Convention Awards ... even when a ground for refusing enforcement is established, the court retains a discretion to enforce the award. " Or, as U.S. decisions have concluded: "The Convention and its implementing legislation have a pro-enforcement bias, a policy long-recognized by the Supreme Court," and "courts have developed a 'general pro-enforcement bias'" which applies "with special force in the field of international commerce." Είναι η θέση των συνήγορων της Αιτήτριας ότι ενόψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος ένστασης στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να αγνοηθούν, αφού με αυτόν η Καθ' ης η Αίτηση εγείρει ζητήματα που άπτονται της διαφοράς των διαδίκων τα οποία έχουν αποκρυσταλλωθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο και δεν μπορούν να επανεξεταστούν στην παρούσα διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τον τρίτο λόγο ένστασης που αφορά το πραγματικό υπόβαθρο της σχέσης Αιτήτριας - Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο έχει επίσης εξεταστεί από το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο. Ακολούθως οι συνήγοροι της Αιτήτριας αναπτύσσουν στην αγόρευσή τους τις προϋποθέσεις για εγγραφή μιας αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης και τους λόγους απόρριψης τέτοιας αίτησης ως προνοούνται στον Νόμο 101/87 που είναι κριτήρια παρόμοια με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, περιέχονται στα άρθρα 35 και 36 του Νόμου 101/87 και η εφαρμογή του οποίου περιορίζεται αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών και αποτελεί αυτοτελή νομοθετική ρύθμιση που καθιστά τη διεθνή εμπορική διαιτησία μία αυτόνομη διαδικασία. Παραπέμπουν εκ νέου στην υπόθεση INTERSPUTNIK INTERNATIONAL (ανωτέρω). Αναφέρουν ότι ο Νόμος 101/87 υιοθέτησε τον πρότυπο Nόμο UNCITRAL MODEL LAW του 1985 και ο τρόπος που αυτός ερμηνεύεται είναι καθοδηγητικός για το πώς πρέπει να ερμηνεύονται οι αντίστοιχες πρόνοιες του Νόμου 101/1987 και παραθέτουν σχετικά τα άρθρα 35 και 36 του Νόμου 101/
- Ακολούθως προβάλλουν τη θέση ότι στην παρούσα υπόθεση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης με αναφορά στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω), στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και τον Νόμο 101/1987 που ουσιαστικά πρόκειται για τις εξής προϋποθέσεις:
- Η Διαιτητική Απόφαση πρέπει να αφορά εμπορικό ή άλλο συναφές ζήτημα,
- Η Διαιτητική Απόφαση πρέπει να είναι αλλοδαπή, και
- Οι Αιτητές το μόνο που πρέπει να πράξουν είναι να καταχωρήσουν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής τους για εγγραφή, (α) το δεόντως κυρωμένο, πρωτότυπο της απόφασης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης, και (β) το πρωτότυπο της συμφωνίας παραπομπής σε Διαιτησία όπως προβλέπεται από το άρθρο ΙΙ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας αυτής. Είναι η θέση τους ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ειδικότερα, όπως φαίνεται από το κείμενο της απόφασης, η διαφορά Αιτήτριας και Καθ' ης η Αίτηση αφορά τη μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων από την Καθ' ης η Αίτηση που πηγάζουν από τρεις συμφωνίες δανείου. Άρα το αντικείμενο της διαφοράς πρόκειται για καθαρά εμπορικής φύσης διαφορά και συνεπώς διαφορά η οποία εμπίπτει σαφώς εντός της έννοιας της Διαιτητικής διαδικασίας. Η Διαιτητική Απόφαση στη συγκεκριμένη περίπτωση ξεκάθαρα είναι αλλοδαπή, αφού εκδόθηκε από το ΔΕΔΔ της Ρωσικής Ομοσπονδίας μετά από τη διεξαγωγή και αποπεράτωση της Διαιτητικής διαδικασίας στο εν λόγω Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η Αιτήτρια επίσης έχει προσκομίσει δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο της απόφασης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης. Σχετικά με τις ερμηνείες αυτές παραπέμπουν στην υπόθεση INTERSPUTNIK (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στο σύγγραμμα του Albert Jan van de Berg: "The New Convention of 1958: An Overview", επεξηγείται η έννοια του «the duly authenticated original award». Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η αυθεντικότητα ενός εγγράφου πιστοποιείται με την ένθεση της υπογραφής επ΄ αυτού, με την οποία υπογραφή φανερώνεται το γνήσιο, και άρα, το αυθεντικό του εγγράφου. Από τη στιγμή που υπάρχουν οι πρωτότυπες υπογραφές του αποφασίζοντος Δικαστή ή Διαιτητή, δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω πιστοποίηση. Ο συγγραφέας στις σελ. 12-13, αναγράφει επί λέξει τα εξής: «. The authentication of a document is the formality by which the signature thereon is attested to be genuine. The certification of a copy is the formality by which the copy is attested to be true copy of the original.» Στις αποφάσεις Medison Co Ltd and Victor (Far East) Limited HCCT 4/2000, απόφαση του High Court του Hong Kong, και Guangdong New Technology Import and Export Corp. Jiangmen Branch v. Chiu Shing
(1991)2 HKC 460, απόφαση επίσης του Hong Kong, ερμηνεύθηκε η ίδια φράση του «duly authenticated original award», που απαντάται στο αντίστοιχο Section 43 of Cap 341, με αναφορά στο σύγγραμμα Mustill and Boyd's: The Law and Practice of Commercial Arbitration in England (2nd Ed) σελ. 425. Οι εν λόγω συγγραφείς αφού σημειώνουν ότι οι λέξεις «duly authenticated» or «duly verified» είναι μη οικείες σε ένα Αγγλικό γενικό πλαίσιο («are unfamiliar in an English context»), συνεχίζουν λέγοντας ότι οι φράσεις αυτές πιθανότατα δεν προσθέτουν οτιδήποτε στους συνήθεις κανόνες απόδειξης αναφορικά με την παρουσίαση εγγράφων. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος απόδειξης είναι με την επίδειξη του ιδίου του εγγράφου σε ένορκη δήλωση που βεβαιώνει την αυθεντικότητα του ή την ακρίβεια του ως αντίγραφο ή την αλήθεια της μετάφρασης ανάλογα με την περίπτωση. Η προσαγωγή του εγγράφου που εκ πρώτης όψεως παρουσιαζόταν να είναι «the duly authenticated original award», ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του άρθρου 43 του Νόμου του Hong Kong. Στην υπόθεση Antony Lombard -Knight κ.α. ν. Rainstorm Pictures Inc
(2014)EWCA Civ 356, το Αγγλικό Εφετείο βασίστηκε στα σχόλια του προαναφερθέντος συγγραφέα Albert Jan van den Berg, κρίνοντας ότι μια διαιτητική απόφαση για να θεωρηθεί ως αυθεντική, χρειάζεται απλώς τις πρωτότυπες υπογραφές των Διαιτητών με γνώμονα ότι σκοπός της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι η διευκόλυνση της διαδικασίας εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων χωρίς να τίθενται αχρείαστα εμπόδια στη διαδικασία αυτή, με τα Δικαστήρια να είναι αρκετά φιλελεύθερα στην αποδοχή των πρωτοτύπων αποφάσεων με τις αυθεντικές υπογραφές των Δικαστών, χωρίς περαιτέρω επικύρωση ή πιστοποίηση. Στην ως άνω Αγγλική απόφαση υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα από τον Mance L.J. (όπως ήταν τότε), στην Dardana Limited v. Yukos Oil Company
(2002)1 All E.R. Comm 819, ότι ένας επιτυχών διάδικος, κάτω από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, που λαμβάνει δηλαδή υπέρ του απόφαση, έχει εκ πρώτης όψεως το δικαίωμα αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Σε πρώτο στάδιο, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την αναγνώριση και εκτέλεση, πρέπει να παρουσιάσει το «duly authenticated award» και είναι μόνο στο επόμενο στάδιο που μπορεί να αμφισβητηθεί από τον άλλο διάδικο κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει εντός μιας των εξαιρέσεων που αναγνωρίζονται κατά το Νόμο. Για παράδειγμα, ο διάδικος εναντίον του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, μπορεί σε δεύτερο στάδιο να επιχειρηματολογήσει ότι η απόφαση ήταν προϊόν πλαστογραφίας ώστε να μην είναι εφαρμόσιμη. Αλλά αυτό αφορά την ουσία της ίδιας της απόφασης και όχι τον τύπο της. Η πιο φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση συνάδει με το σκοπό και φιλοσοφία της ίδιας της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως αυτή εξηγείται στο Guide to the Interpretation of the 1958 New York Convention: A Handbook for Judges (May 2012 Edition), το οποίο αποσαφηνίζει ότι η Σύμβαση βασίζεται σε «pro-enforcement bias», εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό του διεθνούς εμπορίου και των επιχειρήσεων. Έπεται, ότι εκ πρώτης όψεως ικανοποιείτο το κριτήριο του «duly authenticated award» και η αίτηση δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Η πρωτόδικη αίτηση επισύναπτε το πρωτότυπο της απόφασης και όχι αντίγραφο αυτής, με τις πρωτότυπες υπογραφές των τριών Διαιτητών, τη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθώς και πιστοποίηση-βεβαίωση, ότι η απόφαση ήταν μια εκ των τριών αυθεντικών κειμένων που το ίδιο το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε, ενώ ταυτόχρονα βεβαιώθηκε ότι η απόφαση ήταν τελική και υποκείμενη υποχρεωτικώς σε εκτέλεση. Είναι εύστοχη η παρατήρηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσείουσα ότι οποιαδήποτε περαιτέρω πιστοποίηση των πρωτότυπων υπογραφών και της πρωτότυπης σφραγίδας θα μετέφερε, αχρείαστα, τις προϋποθέσεις που τίθενται για τα αντίγραφα και στα πρωτότυπα. Επαρκεί επομένως η ύπαρξη των υπογραφών πιστοποιώντας έτσι τον καταρτισμό του εγγράφου και της αυθεντικότητας του, ενώ η ένθεση της σφραγίδας ολοκληρώνει την επισημότητα με την οποία περιβάλλεται η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Εξ αντιδιαστολής το αντίγραφο χρειάζεται πιστοποίηση του ίδιου του εγγράφου από τρίτο αρμόδιο άτομο. Στην A. Groutas Co Ltd, εξετάστηκε μια διαφορετική στην ουσία πρόνοια, αυτή του άρθρου 24.3 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου του 1984 (Νόμος αρ. 55/84), με την αίτηση για αναγνώριση να «πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης». Το Εφετείο, αντίθετα με την πρωτόδικη κρίση, θεώρησε ότι το αντίγραφο της απόφασης που παρουσιάστηκε έστω και αν ήταν υπογραμμένο από το Δικαστή και το Γραμματέα και επίσης σφραγισμένο, δεν το καθιστούσε «επικυρωμένο αντίγραφο», διότι χρειαζόταν η επικύρωση της γνησιότητας των υπογραφών και της σφραγίδας. Στην Bristol Business Corporation, όπου στο επίκεντρο ήταν αυτή τη φορά το ίδιο το Άρθρο IV
(1), αλλά το εδάφιο (β) αυτού και όχι το (α), ως η παρούσα περίπτωση, το ζήτημα δεν αφορούσε την προσκόμιση «δεόντως κεκυρωμένου πρωτοτύπου» και το εδάφιο (α), αλλά το «πρωτότυπο της συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής». Η συμφωνία εκεί είχε καταρτιστεί με τηλεμοιότυπα οπότε δεν υπήρχε πρωτότυπη συμφωνία και παρουσιάστηκαν αντίγραφα δεόντως πιστοποιημένα από το Γραμματέα του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Το Εφετείο ακολούθησε την A. Groutas Co Ltd ως προς την αναγκαιότητα επιβεβαίωσης του γνήσιου των υπογραφών και της σφραγίδας. Υιοθετήθηκε η πρωτόδικη άποψη ότι η πιστοποίηση δεν βεβαίωνε ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε ήταν το πιστό αντίγραφο της συγκεκριμένης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ενώ υπήρχε και διάσταση μεταξύ των κειμένων που κατατέθηκαν, ένα στη Ρωσική γλώσσα και ένα στην Αγγλική, ως προς τον αριθμό των υπογραφών. Οι πιο πάνω αυθεντίες επομένως διαφέρουν και ως προς τα γεγονότα και ως προς τα νομικά σημεία που εξετάστηκαν. Ακριβώς οι αναφορές των ευπαιδεύτων συνηγόρων της εφεσίβλητης στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ως προς την έννοια του ρήματος «κυρώνω» και στο νομικό λεξικό Black's Law Dictionary (4η Έκδοση), για τον ορισμό και έννοια του «authenticate», πιστοποιούν ότι εκείνο που χρειάζεται κατ΄ ουσίαν είναι η βεβαίωση από αρμόδιο άτομο ότι το κείμενο ή η απόφαση ή το έγγραφο, είναι αυτό που παρουσιάζεται να είναι ώστε να είναι αποδεκτό κατά τα προαπαιτούμενα του δικαίου της απόδειξης. Η ένθεση των πρωτότυπων υπογραφών από τα ίδια τα άτομα που εκδίκασαν τη διαιτησία, καθώς και η επίσημη σφράγιση της απόφασης, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης περί της δικής τους αρμοδιότητας αφενός και του γνησίου της εκδοθείας απόφασης αφετέρου.» Σε σχέση με την ανάγκη για πιστοποίηση του αντιγράφου μιας Διαιτητικής Απόφασης παραπέμπουν στις υποθέσεις A Groutas Co Ltd v. Δημητρίου Πεπελάση
(1998)1 Α.Α.Δ.1675 και Bristol Business Corporation v. Besuno Limited, Π.Ε.321/2007, ημερομηνίας 30/05/2011 και στην απόφαση Nimegan Trading Ltd v. Wigram Inc
(2009)1B Α.Α.Δ 825, όπου στη σελίδα 830 καθορίζεται το θέμα του ποιος μπορεί να προβεί στην εν λόγω πιστοποίηση Διαιτητικών Αποφάσεων, όπου αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: «
- Σε πιστοποιήσεις διαιτητικών αποφάσεων δύνανται να προβαίνουν, εκτός από τις διπλωματικές ή προξενικές αποστολές, και δικαστικοί λειτουργοί ή συμβολαιογράφοι (notaries) στη χώρα όπου διεξάχθηκε η διαιτησία.
- Η αναγκαιότητα για έγκυρη πιστοποίηση υπάρχει για να διασφαλίζεται ότι τίθεται η πραγματική διαιτητική απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου, που θα την εγγράψει για εκτέλεση. Οι εφεσείοντες πουθενά δεν εισηγήθηκαν ότι το πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης δεν ήταν γνήσιο, με αναφορά στο περιεχόμενό της, του οποίου η ορθότητα και αυθεντικότητα ουδόλως αμφισβητήθηκε. . Περαιτέρω, επί του θέματος του ποιος μπορεί να κάμει την πιστοποίηση διαιτητικών αποφάσεων, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα "Enforcement of International Arbitration Awards" των Pretra & Platte, σελ. 126, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "..., parties can turn to a diplomatic or consular agent of the country where enforcement is sought in the country where the arbitration took place. Judicial officers or notaries in that country (where the arbitration took place) are other options." Σε μετάφραση: «..., διάδικοι μπορεί να αποταθούν σε μία διπλωματική ή προξενική αποστολή της χώρας όπου η εφαρμογή και εκτέλεση ζητείται στη χώρα όπου η διαιτησία διεξάχθηκε. Δικαστικοί λειτουργοί ή συμβολαιογράφοι (notaries) σε εκείνη την χώρα (όπου διεξάχθηκε η διαιτησία) είναι άλλες επιλογές.»» Είναι η θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας ότι στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια έχει επισυνάψει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης και ειδικότερα αντίγραφο του δεόντως κεκυρωμένου πρωτότυπου αυτής και η πιστοποιημένη μετάφραση της Διαιτητικής Απόφασης στα ελληνικά, η οποία αποτελεί αντίγραφο δεόντως κεκυρωμένου πρωτότυπου της Διαιτητικής Απόφασης, αφού φέρει τις υπογραφές των 3 Διαιτητών και τη σφραγίδα του ΔΕΔΔ και πιστοποιείται ως πιστό αντίγραφο από τον Εκτελεστικό Γραμματέα του ΔΕΔΔ και υπάρχει η σφραγίδα του ΔΕΔΔ σε αυτήν την πιστοποίηση. Επίσης αποτελεί δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής, αφού πιστοποιείται ως γνήσιο πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου από τον συμβολαιογράφο της Μόσχας Γ. Ε. Κρασνόφ, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να το πιστοποιήσει δεόντως. Επίσης, επισυνάπτεται πιστοποιητικό Apostille στον τύπο που προβλέπει το άρθρο 4 της σχετικής Σύμβασης για Apostille. Επίσης, η Αιτήτρια επισυνάπτει πρωτότυπο της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία, όπως προβλέπεται από το άρθρο II της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής και αφού παραθέτει το άρθρο 2 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, αναφέρει ότι η αίτηση πληροί και αυτήν την προϋπόθεση, καθώς στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5, 6 και 7 αντίστοιχα δεόντως πιστοποιημένα αντίγραφα των τριών συμφωνιών δανείου στα ρωσικά και όλων των συμπληρωματικών αυτών συμφωνιών και η δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της Ρήτρας Διαιτησίας στα ελληνικά για κάθε μια από τις συμφωνίες δανείου. Αναφέρουν και πάλι ότι ο συμβολαιογράφος της Μόσχας κύριος Γ.Ε. Κρασνόφ σύμφωνα με τη νομολογία είναι αρμόδιο πρόσωπο για να πιστοποιήσει δεόντως τα αντίγραφα των συμφωνιών δανείου και επίσης επισυνάπτονται πιστοποιητικά Apostille που πιστοποιούν τη γνησιότητα της υπογραφής και την ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο εν λόγω συμβολαιογράφος, ο οποίος και πιστοποιεί ότι τα αντίγραφα αυτά είναι πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων. Επίσης, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για μετάφραση της Διαιτητικής Απόφασης και της Συμφωνίας/Ρήτρας Διαιτησίας από ορκωτό μεταφραστή και συγκεκριμένα την κυρία Πολίνα Ηλία εγγεγραμμένη ορκωτή μεταφράστρια στο Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών με αριθμό μητρώοο 076, σχετικό είναι το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου, και επίσης έχει προσκομιστεί μετάφραση της Συμφωνίας/Ρήτρας Διαιτησίας, η οποία ικανοποιεί τις απαιτήσεις που θέτει τόσο η Σύμβαση της Νέας Υόρκης, σχετικό είναι το άρθρο ΙΙ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, αλλά και το άρθρο 16
(1)του Νόμου 101/1987. Ασχολούνται επίσης οι συνήγοροι της Αιτήτριας με την ξεχωριστή υπόσταση της Ρήτρας Διαιτησίας από τη Σύμβαση στην οποία περιέχεται, η οποία είχε απασχολήσει στο παρελθόν πολλά Δικαστήρια και μελετητές δικαίου, αλλά το ζήτημα έχει πλέον ξεκαθαρίσει και παραπέμπουν σχετικά στο σύγγραμμα Russell on Arbitration παράγραφος 2‑061 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Effect of the doctrine of separability. The doctrine of separability greatly increases the scope of all arbitration clauses. As mentioned above, the doctrine of separability establishes that an arbitration agreement has a separate life from the contract for which it provides the means of resolving disputes. This enables the arbitration agreement to survive breach of the contract of which it is a clause. The evolution by the courts of this doctrine has now been taken one stage further by statute [Model Law, Article 16
(1)- ήτοι Άρθρο 16
(1)του Ν. 101/87], This enables the arbitration agreement to survive other, more serious defects in the contract. Unless otherwise agreed by the parties, it survives as a distinct agreement despite the main contract being regarded as invalid, non-existent or ineffective. The validity of the main contract can then be determined by using the arbitration clause. Earlier case law showed that the public policy requirement that a contract which is void should not be enforced was superseded by the over-riding need to give effect to the parties' wishes to have their disputes resolved by arbitration. The parties were presumed to have wanted their disputes resolved by one tribunal, arbitration, and, in the light of the presumption of "one-stop adjudication", the court strove to give effect to the arbitration agreement and to allow the arbitration tribunal to investigate whether the contract ever existed." Τα πιο πάνω, είναι η θέση τους διασαφηνίζουν τον διαχωρισμό μεταξύ της Ρήτρας Συμφωνίας Διαιτησίας και της γενικότερης σύμβασης στην οποία αυτή περιέχεται. Παραθέτουν δε, σχετική νομολογία. Ακολούθως αναφέρονται στο ζήτημα της μετάφρασης της Συμφωνίας Διαιτησίας και στις πρόνοιες του άρθρου 35(ΙΙ) του Νόμου 101/1987 και ισχυρίζονται ότι η μετάφραση δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για το παραδεκτό της αίτησης για εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης, και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζεται, μπορεί να το ζητήσει από την Αιτήτρια. Παραπέμπουν σχετικά σε νομολογία, αλλά και σε συγγράμματα για το θέμα αυτό. Αναφέρονται, επίσης, στην κυπριακή απόφαση Alliance Bank JSC v. Metropol (Cyprus Ltd), Γενική Αίτηση αρ.4/2015, ημερ. 29/12/2017 όπου η Έντιμη Πρόεδρος κα Ρ. Λιμνατίτου ανέφερε τα εξής: «Όπως αναφέρω πιο πάνω η Απήτρια παραδέχεται ότι δεν έχει παρουσιάσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο συμφωνίας διαιτησίας όπως είναι η πρόνοια του άρθρου IV
(1)αλλά είναι η θέση της ότι αυτή η ανάγκη έχει ικανοποιηθεί μέσα από τα δικόγραφα της διαιτησίας. Επικαλείται η Αιτήτρια το άρθρο VI 1
(1)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις του δεν αποκλείουν ευνοϊκότερη μεταχείριση όπου το εγχώριο δίκαιο το επιτρέπει. Στις 19.9.2015 διεξήχθη στην Πάφο Συνέδριο σχετικά με την ερμηνεία της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, στο οποίο δόθηκε οδηγός του International Council for Commercial Arbitration (ICCA) για την ερμηνεία της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 σε μετάφραση Μαρίας Αθανασίου και Παναγιώτη Χαλκιά (πιο κάτω θα αναφέρεται ο οδηγός). Στον οδηγό γίνεται αναφορά στο άρθρο \Π
(1)το οποίο «ονομάζεται η διάταξη του ευνοϊκότερου δικαιώματος δεδομένου ότι επιτρέπει σε ένα μέρος που επιδιώκει την αναγνώριση και την εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης να βασιστεί σε κανόνες που είναι περισσότερο ευνοϊκοί από εκείνους της Σύμβασης». Όπως περαιτέρω αναφέρεται στον οδηγό «Ευνοϊκότεροι κανόνες μπορούν να βρεθούν α) στο εθνικό δίκαιο του κράτους του δικάζοντος δικαστηρίου ή β) σε συνθήκες που εφαρμόζονται στο έδαφος όπου ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση. Η επίκληση του άρθρου Vll
(1)γίνεται προκειμένου να ξεπεραστούν οι τυπικές προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για τη συμφωνία διαιτησίας στη βάση του άρθρου II
(2). Στη σελίδα 31 του οδηγού γίνεται αναφορά σε σύσταση που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο (UNCITRAL) στις 7.07.2006 και συστήνονται τα εξής: «επίσης το άρθρο VII παράγραφος 1 της Σύμβασης για την αναγνώριση και εκτέλεση των Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων που έγινε στη Νέα Υόρκη στις 10.6.1958 θα πρέπει να εφαρμοστεί για να επιτρέψει σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος να χρησιμοποιήσει δικαιώματα που μπορεί να έχει σύμφωνα με το νόμο ή τις συνθήκες της χώρας στην οποία γίνεται επίκληση μιας συμφωνίας διαιτησίας έτσι ώστε να επιδιώξει την αναγνώριση της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας». Στην αναφορά επίσης για την σχέση μεταξύ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του εθνικού δικαίου του Κράτους, στο οποίο ζητείται η εκτέλεση στη σελίδα 32 του οδηγού, αναφέρεται ότι τρεις περιπτώσεις πρέπει να διακριθούν: (α) Τόσο η Σύμβαση της Νέας Υόρκης όσο και το Εθνικό Δίκαιο έχουν κανόνες σχετικά με τα ίδια θέματα. Στην περίπτωση αυτή η Σύμβαση υπερισχύει του Εθνικού Δικαίου εκτός εάν η εθνική νομοθεσία είναι ευνοϊκότερη. Σε ορισμένες περιπτώσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να παραπέμψει στη νομοθεσία που εντάσσει την Σύμβαση στο εσωτερικό δίκαιο. - Η Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν περιέχει κανένα κανόνα σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα. Σε αυτή την περίπτωση τα Δικαστήρια θα εφαρμόσουν το εθνικό τους δίκαιο ως συμπλήρωμα της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Η σύμβαση της Νέας Υόρκης αναφέρεται ρητά στην εθνική νομοθεσία. Σε αυτή την περίπτωση τα Δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόσουν την εθνική νομοθεσία στο βαθμό που τους επιτρέπει η Σύμβαση. Επανερχόμενη στη Συμφωνία Διαιτησίας παρατηρώ ότι στο άρθρο 11
(1)της Σύμβασης γίνεται αναφορά σε έγγραφη συμφωνία διαιτησίας και όπως αναφέρεται στη σελίδα 50 του οδηγού: «Το άρθρο 11
(2)ορίζει ώς εκ τούτου ένα μέγιστο μέτρο που δεν επιτρέπει στα Συμβαλλόμενα Κράτη να απαιτούν πρόσθετες ή πιο απαιτητικές τυπικές προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου με βάση τις τρέχουσες διεθνείς εμπορικές πρακτικές, το άρθρο 11
(2)έχει όλο και περισσότερο γίνει κατανοητό ως μια διάταξη που δεν αποκλείει την εφαρμογή από τα Συμβαλλόμενα Κράτη λιγότερο αυστηρών μέτρων ως προς τον τύπο» Η πιο πάνω ερμηνεία του άρθρου 11
(2)βρίσκει υποστήριξη στο άρθρο VII
(1)το οποίο έχει στόχο να επιτρέψει την εφαρμογή οποιωνδήποτε εθνικών ή διεθνών διατάξεων που μπορεί να είναι πιο ευνοϊκές για το κάθε ενδιαφερόμενο μέρος. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7
(3)του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/87 στη βάση της αρχής του ευνοϊκότερου δικαιώματος και μπορεί να παρουσιάσει τα δικόγραφα της διαιτησίας ως τη γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας.» Είναι λοιπόν οι θέσεις της Aιτήτριας ότι εφόσον έχει αποδείξει ότι συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις για αναγνώριση και εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της Καθ' ης η Αιτηση για να αποδείξει ότι ισχύει ένας από τους λόγους που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο V της Σύμβασης και το άρθρο 36 του Νόμου 101/87 για να μην εγγραφεί η Διαιτητική Απόφαση. Ο πρώτος ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση ότι δήθεν ουδέποτε συνεβλήθηκε με τους Αιτητές και αγνοεί την ύπαρξη των συμφωνιών δανείου και ουδέποτε εξασφάλισε οποιαδήποτε χρηματική δανειοδότηση από αυτούς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο διότι εκτός του ότι ο λόγος αυτός τίθεται εντελώς επιδερμικά και χωρίς κανένα δικαιολογητικό, δεν προβλέπεται ως λόγος που μπορεί να προβληθεί αναφορικά με την άρνηση εγγραφής μιας τέτοιας απόφασης, είτε από το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή το άρθρο 36 του Νόμου 101/1987. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι και οι τρεις
(3)συμφωνίες δανείου έχουν υπογραφεί από την Καθ' ης η Αίτηση είναι έγκυρες, φέρουν την υπογραφή προσώπου που υπέγραψε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση και αναφέρουν μάλιστα ότι η Καθ' ης η Αίτηση εκπλήρωσε μερικώς τις υποχρεώσεις της σε σχέση με μέρος του χρέους και τους τόκους βάση και των τριών
(3)συμφωνιών δανείου. Επομένως η θέση της ότι δεν γνωρίζει τίποτε για αυτές, πέραν από το ότι δεν υποστηρίζεται από κανένα έγγραφο, έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τα τεκμηριωμένα έγγραφα που καταχώρησε η Αιτήτρια. Αναφορικά με τον λόγο που και πάλι προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση ότι δήθεν δεν έλαβε επίδοση και δεν πληροφορήθηκε δεόντως αναφορικά με την ύπαρξη της Διαιτητικής Διαδικασίας, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι από το κείμενο της Διαιτητικής Απόφασης ολοφάνερα προκύπτει ότι το ΔΕΔΔ ενημέρωσε δεόντως την Καθ' ης η Αίτηση για την έναρξη της διαδικασίας, την κάλεσε να εμφανιστεί ενώπιον του και να θέσει τις θέσεις και ή τις ενστάσεις της και η Καθ' ης η Αίτηση απέτυχε να εμφανιστεί στη διαδικασία, να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να επιλέξει τους Διαιτητές στη Διαιτητική Διαδικασία, ως ήταν δικαίωμα της, παρόλο που παρέλαβε επιστολή από τον ΔΕΔΔ στις 14/12/2018, το κλητήριο για την ακρόαση της υπόθεσης στις 7/2/2019 και κλήση για να υποβάλει αιτιολογημένη απάντηση μέχρι τις 15/3/2019. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε καν και το ΔΕΔΔ αποφάσισε ότι μετά τη δέουσα ενημέρωση της Καθ' ης η Αίτηση για τη Διαδικασία Διαιτησίας, δεν υπήρχε τίποτε που να το εμπόδιζε να προχωρήσει στη διεξαγωγή της ακρόασης η οποία και έλαβε χώρα στις 19/3/2019 και εκδόθηκε σχετική απόφαση. Επίσης ορθά η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν έλαβε κανένα έγγραφο που να θέτει εις γνώση της τη Διαιτητική Διαδικασία, προβάλλονται από αυτήν και πάλι εντελώς επιδερμικά, χωρίς οποιοδήποτε δικαιολογητικό. Σε ό,τι αφορά τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η Διαιτητική Απόφαση συνιστά τελεσίδικη απόφαση ότι δεν μπορεί να εφεσιβληθεί και δεν έχει προσκομιστεί κανένα πιστοποιητικό τελεσιδικίας, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ανυπόστατος και δεν βρίσκει έρεισμα ούτε τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, σχετικό είναι το άρθρο V
(1)(Ι) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, ούτε και στον Νόμο 101/87, σχετικό είναι το άρθρο 36
(1)(α) (v) του Νόμου 101/87. Επίσης η Καθ' ης η αίτηση, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, και παραπέμπουν σχετικά στην υπόθεση Beogradska Banka DD (ανωτέρω) δεν προσκόμισε κανένα πιστοποιητικό ή νομική γνωμάτευση ρωσικού δικαίου που να υποδεικνύει ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν είναι δεσμευτική. Άλλος λόγος που προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα ότι προσκρούει στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με τα επιτόκια και τους τόκους υπερημερίας που προβλέπονται στις συμφωνίες δανείου. Αναφέρει επίσης την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και προβαίνει σε διάφορες άλλες γενικές και αόριστες αναφορές για το γεγονός ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση αντιτίθεται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα άρθρα τόσο της Σύμβασης της Νέας Υόρκης όσο και του Νόμου 101/87 έχουν ερμηνευτεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κένυας εκ μέρους και για λογαριασμό της Δημοκρατίας της Κένυας v Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ.585 και Μαρία Συρίμη v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Ltd.
(2010)1 Α.Α.Δ.1131. Όπως περαιτέρω αναφέρει η Αιτήτρια στην αγγλική υπόθεση Pencil Ltd v. USCITTADΙ Palermo SPA 2016, 1 WLUK 262 το αγγλικό Δικαστήριο κατέδειξε πως δεν είναι ενάντια στη δημόσια τάξη να αναγνωρίσει Αλλοδαπή Διαιτητική Απόφαση επειδή επιδίκασε ποσό με βάση ποινική ρήτρα η οποία δεν εφαρμόζεται στην Αγγλία. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι τόσο η Σύμβαση της Νέας Υόρκης όσο και ο Νόμος 101/87 καθορίζουν ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι η ίδια η Διαιτητική Απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας για να απορριφθεί η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση το ΔΕΔΔ, που είχε εξουσία και δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά, αποφάσισε ότι η Αιτήτρια δικαιούται θεραπεία για ποσό τόκων του οποίου ο υπολογισμός προβλεπόταν ρητά στις συμφωνίες δανείου. Το ίδιο συμπέρασμα αφορά και τη δεύτερη και τρίτη συμφωνία δανείου. Οι τόκοι αυτοί δεν αφορούν τόκους υπερημερίας με την έννοια του Κυπριακού Δικαίου, αλλά συμφωνημένο επιτόκιο και συμφωνημένους τόκους. Άρα αυτή η διαφορά των μερών που διέπεται από το ρωσικό δίκαιο και όχι το κυπριακό δεν αντίκειται στο κυπριακό δίκαιο και μάλιστα και πάλι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία εμπειρογνώμονα που να δικαιολογεί τη θέση της με βάση το ρωσικό δίκαιο. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αφορά ζήτημα δημόσιας τάξης, είναι άσχετος και παραπλανητικός ισχυρισμός. Η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που δίδεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε πιστωτικά ιδρύματα στην Κύπρο αφορά στη δυνατότητα των εταιρειών να διεξάγουν συγκεκριμένες εργασίες πιστωτικού ιδρύματος όπως καθορίζονται στον σχετικό Νόμο. Σε καμία περίπτωση ανάκληση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος δεν ισοδυναμεί με διάλυση μιας εταιρείας ως οντότητας, ούτε αλλάζει την υπόστασή της. Έτσι η Αιτήτρια εξακολουθεί να έχει διαμονή στην Κύπρο και ο σχετικός ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση περί του αντίθετου πρέπει να απορριφθεί. Η Αιτήτρια ασχολείται τέλος με τα δύο τελευταία θέματα που εγείρει η Καθ' ης η Αίτηση και αφορούν τη διαμονή της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία και το νομότυπο της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXXX Ευριπίδου. Σε σχέση με το πρώτο θέμα δηλαδή τη διαμονή της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία οι ισχυρισμοί της κυρίας Ιωσήφ ότι η Αιτήτρια δεν έχει επαρκή διαμονή με βάση τη συνθήκη μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής και θέματα αστικού και ποινικού δικαίου. Ο Νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση ο οποίος αφού όπως έχει αναφερθεί η Σύμβαση που διέπει την υπό εξέταση αίτηση είναι η Σύμβαση της Νέας Υόρκης και η διαμονή της Αιτήτριας ή όχι στην Κύπρο δεν περιλαμβάνεται στους νόμους που περιοριστικά απαριθμούνται στο 'Αρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και που δύναται να οδηγήσουν σε απόρριψη μιας αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Η Καθ' ης η Αίτηση διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κύπρο, επομένως έχει διαμονή στην Κύπρο και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αίτηση. Αναφορικά με το νομότυπο της ένορκης δήλωσης της κυρίας XXXXX Ευριπίδου, πέραν του ότι ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης απλά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ιωσήφ που συνοδεύει την ένσταση άρα δεν έχει νομότυπα εγερθεί. Παρά τούτον η Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν καθορίζει ποιο άτομο δικαιούται να υπογράψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν θέτει το κλητήριο που επικαλείται η Καθ' ης η Αίτηση ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνει από αξιωματούχο της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια παραπέμπει σχετικά στις υποθέσεις Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ 82 και Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1202, RUAL TRADE LTD κ.α v. ANDREY RAIKOV κ.ά., Αρ. Αγωγής 3582/2011, 10/6/2013 και σωρεία άλλων. Επίσης η κυρία Ευριπίδου δηλώνει ξεκάθαρα τον λόγο που η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος από τους αξιωματούχους της Αιτήτριας και επίσης δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση. Περαιτέρω πλείστα από τα θέματα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της είναι θέματα νομικής φύσης και ένας δικηγόρος είναι σε πολύ πιο καλή θέση να ορκιστεί επί αυτών. Στη δική τους αγόρευση οι συνήγοροι της Καθ' ης η Αίτηση αρχικά προβαίνουν σε μία σύντομη αναδρομή του ιστορικού της υπόθεσης, αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης που έχει καταχωρηθεί και ακολούθως προβαίνουν σε νομική ανάλυση των επιχειρημάτων τους σύμφωνα με τα οποία οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Νόμου 172(Ι)/86 που παραθέτει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ικανοποιούνται διότι: 1. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η υπό εγγραφή Διαιτητική Απόφαση συνιστά τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση, καθώς δεν έχει επισυναφθεί κανένα πιστοποιητικό τελεσιδικίας, 2. Δεν συνοδεύεται από πιστοποιημένο έγγραφο που να πιστοποιεί ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε η απόφαση είχε λάβει γνώση της επίδοσης δεόντως και σε επαρκή χρόνο, σχετικό είναι το άρθρο 28
(2)του Νόμου, και
- Η Αιτήτρια αποτάθηκε η ίδια απευθείας στο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζήτησε διάταγμα αναγνώρισης και εκτέλεσης της Ρωσικής Διαιτητικής Απόφασης παρά το γεγονός ότι αυτή δεν διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση με βάση τις πρόνοιες της Διμερούς Συνθήκης Ν.172(Ι)/76 και συγκεκριμένα του άρθρου
- Παραπέμπει σχετικά στις υποθέσεις VTB BANK (PJSC) v. Polchenko, Αίτηση αρ. 14/2019 και VTB BANK (PJSC) v. Alekseyevich, άλλως Taruta και άλλου, Αρ. Γενικής Αίτησης 378/14, ημερομηνίας 27/6/
- Με επίκληση στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω) η Καθ' ης η Αίτηση προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια με τη δημιουργία υποκαταστήματος ή τόπου εργασίας μέσω εγγραφής αλλοδαπής εταιρείας στην Κύπρο δεν σημαίνει ότι διαθέτει νέα νομική οντότητα στην Κύπρο, αντίθετα ευθύνη για τις υποχρεώσεις της φέρει η ξένη οντότητα με βάση την οποία ιδρύθηκε, δηλαδή η Αιτήτρια που έχει την έδρα της στη Ρωσική Ομοσπονδία. Παραπέμπει επίσης σχετικά στην υπόθεση VTB BANK (PJSC) v. Leisler Holdings Ltd, Γενική Αίτηση αρ. 528/2016 και στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins The Conflict of Laws, 14η έκδοση, σελίδες 135 και
- Αναφέρει επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει αφαιρέσει την άδεια της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να διεξάγει οποιεσδήποτε συναφείς εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό το γεγονός, πέραν του ότι δεν το αποκαλύπτει η Αιτήτρια, έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση απευθείας στα Κυπριακά Δικαστήρια και όχι μέσω των Ρωσικών Δικαστηρίων, όπως προνοεί το άρθρο 27
(2)της Συνθήκης μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Παραπέμπει επίσης στις αποφάσεις Taruta (ανωτέρω) και OAO Baltiyskiy Bank v. Kirilenco, Αίτηση αρ. 1339/09, ημερ. 8/04/
- Ακολούθως η Καθ' ης η Αίτηση ασχολείται με το επιχείρημα της ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε επίδοση και πληροφορία για την ύπαρξη οποιασδήποτε Δικαστικής Διαδικασίας ή Διαιτησίας εναντίον της. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση παρέλαβε οποιαδήποτε έγγραφα. Ισχυρίζεται δε ότι αν οποιοδήποτε πρόσωπο παρέλαβε έγγραφα εκ μέρους της, το πρόσωπο αυτό δεν ήταν εξουσιοδοτημένο από την Καθ' ης η Αίτηση. Ασχολείται επίσης με τον ισχυρισμό της ότι η ενόρκως δηλούσα που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελεί το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί σε αυτήν και ότι διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση από τα δεδομένα της υπόθεσης Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva (ανωτέρω). Μάλιστα ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, υπάρχει στην Κύπρο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο κύριος Igor Kavetsov ο οποίος είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί την ένορκη δήλωση. Τέλος πραγματεύεται τους τελευταίους δύο ισχυρισμούς της που κατά την άποψή της συνηγορούν υπέρ της μη εγγραφής και αναγνώρισης της παρούσας απόφασης που είναι ότι η Αιτήτρια δεν έχει προσωρινή ή μόνιμη διαμονή στην Κύπρο εν όψει της ανάκλησης της άδειας της από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και του γεγονότος ότι η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή είναι πλήρως αντίθετη με τις νομικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας κάτι που αναγνωρίζεται ως υπεράσπιση και με βάση το άρθρο 36 του Νόμου 101/1987 αλλά και του άρθρου V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ισχυριζόμενη ότι η φερόμενη Διαιτητική Απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην Κύπρο, καθώς οι πρόνοιες για τους τόκους υπερημερίας στην κατ'ισχυρισμό Διαιτητική Απόφαση είναι αντίθετη με το καθεστώς που ισχύει αναφορικά με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας όπως εφαρμόζονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, και περαιτέρω για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το ποσοστιαίο ύψος των κατ' ισχυρισμό τόκων υπερημερίας και επιτοκίων στην Διαιτητική Απόφαση που επιχειρεί η Αιτήτρια να εγγράψει στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι πολύ ψηλότερο από αυτό που θα αποφάσιζαν τα Κυπριακά Δικαστήρια τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα κατέληγαν σε τόκους υπερημερίας και επιτόκια συνολικής αξίας 36% του κατ' ισχυρισμού οφειλόμενου ποσού, τόκος που είναι καταπιεστικός, εκβιαστικός και κατ' ουσία ποινικός. Για αυτό αιτούνται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπεράσπισης. Έχοντας μελετήσει τις αγορεύσεις των μερών με προσοχή και έχοντας διαβάσει τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν, προκύπτει ότι τα θέματα με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι τα εξής:
- Κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του Κυρωτικού Νόμου που την έχει κυρώσει και εντάξει στην νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή του Ν.101/87, όπως και οι πρόνοιες του Νόμου 121
(1)/
- Κατά πόσο οι λόγοι ένστασης που προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση εμπίπτουν στο άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του άρθρου 36 του Ν.101/87 που προβλέπει περιοριστικά τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί μία αίτηση για Εγγραφή, Αναγνώριση και Εκτέλεση μιας Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης.
- Κατά πόσο οι λόγοι ένστασης ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν γνωρίζει τίποτε για τις τρεις
(3)συμβάσεις δανείου και τα ποσά που τις αφορούν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο.
- Το γεγονός ή μη της ορθής επίδοσης της Διαδικασίας Διαιτησίας στην Καθ' ης η αίτηση στην Μόσχα.
- Η τελεσιδικία της Διαιτητικής Απόφασης της οποίας σκοπείται η εγγραφή.
- Αν υπάρχει ή όχι στην Κύπρο μόνιμη διαμονή της Αιτήτριας που της επιτρέπει να απευθυνθεί η ίδια, ως έπραξε, στα Κυπριακά Δικαστήρια και να ζητήσει την εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης απόφασης και όχι μέσω των Δικαστηρίων της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
- Η καταλληλότητα ή μη της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και
- Κατά πόσο η Διαιτητική Απόφαση της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχω τη θέση ότι η απάντηση σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα έχει τεθεί ορθά και επαρκώς από την Αιτήτρια, της οποίας και τις θέσεις αποδέχομαι, ενώ αντίθετα απορρίπτω τις ενστάσεις που προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση επί όλων των πιο πάνω θεμάτων. Η ένορκη δήλωση, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά ως επί το πλείστον νομικά θέματα μπορεί να γίνει από δικηγόρο, που μάλιστα δεν χειρίζεται την υπόθεση, αφού δίδεται δικαιολογία στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Υπενθυμίζω ότι και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση είναι δικηγόρος που την έχει ορκιστεί και μάλιστα δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εκ πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση. Επισημαίνω επίσης την αντίφαση στη θέση της κυρίας Ιωσήφ, αφενός να λέει ότι δεν έχει μόνιμη διαμονή στην Κύπρο η Αιτήτρια αλλά αφετέρου να παραδέχεται ότι υπάρχει εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της και συγκεκριμένα ο κ Igor Kavetsov ο οποίος θα μπορούσε να ορκιστεί στην αίτηση. Σε ό,τι αφορά τη διαμονή της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία, παραμένει αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι αυτή τη χρονική στιγμή η Αιτήτρια διαθέτει εγγεγραμμένο γραφείο και υπόσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το ότι έχει ανακληθεί η άδεια της από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και δεν μπορεί να πια διεξάγει τραπεζικές εργασίες δεν σημαίνει αυτόματα ότι χάνει και τη νομική της υπόσταση σαν εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, άρα το επιχείρημα ότι θα έπρεπε η αίτηση να υποβληθεί μέσω των Δικαστικών Αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν ευσταθεί. Τα όσα αφορούν τη δέουσα κλήση της Καθ' ης η Αίτηση ενώπιον του Ρωσικού Διαιτητικού Δικαστηρίου με τον τρόπο που περιγράφεται στην απόφαση και τη μη ανταπόκριση της, Καθ´ης η Αίτηση είτε στην κλήση να παρουσιαστεί, είτε να ασκήσει το δικαίωμα της να διορίσει διαιτητές, είτε στο δικαίωμα της να παρουσιάσει την υπεράσπιση της, παραμένουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα και δεν μπορούν να εξεταστούν αφού δεν περιέχονται στα σημεία που το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης εξαντλητικά παραθέτει ως πιθανές υπερασπίσεις, όπως και το άρθρο 36 του Ν.101/
- Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν αναγνωρίζει τις επίδικες συμφωνίες δανείων και τη θέση της ότι ουδέποτε συμβλήθηκε μαζί με την Αιτήτρια. Τα θέματα αυτά είναι θέματα που απασχόλησαν το αρμόδιο Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο και δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου από το παρόν Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά το θέμα ότι η απόφαση του Ρωσικού Διαιτητικού Δικαστηρίου αντίκειται στη δημόσια πολιτική της Κύπρου λόγω των υψηλών επιτοκίων, αυτό το ζήτημα και πάλι αποτελεί θέμα που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο, όπως έχει αποφασιστεί από το αρμόδιο Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω τον εποπτικό ρόλο του Κυπριακού Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τέλος τα θέματα της μετάφρασης και/ή της κεκυρωμένης μετάφρασης τόσο της σύμβασης στην οποία περιέχεται η Ρήτρα Διαιτησίας όσο και της απόφασης του ΔΕΔΔ, είναι η θέση μου ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω όταν το Δικαστήριο ανέφερε την επιχειρηματολογία που έχει τεθεί εκ πλευράς Καθ' ης η Αίτηση για το θέμα αυτό και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Αναφορικά με το θέμα της τελεσιδικίας, παραπέμπω στην απόφαση μου ανωτέρω στη σχετική νομολογία που έχει παρατεθεί και επίσης ο λόγος αυτός δεν αναγνωρίζεται ως λόγος ένστασης ούτε με βάση το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, ούτε με βάση τα άρθρα 35 και 36 του Ν.101/
- Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού ήταν εν πάση περιπτώσει στους ώμους της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία απέτυχε να το αποσείσει. Επομένως εν όψει των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί από την Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ, αντίθετα οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται στην ολότητα του. Αντίθετα, η Αιτήτρια έχει πετύχει να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα των θέσεων της και ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες και της Σύμβασης της Νέας Υόρκης αλλά και της Κυπριακής Νομοθεσίας και έτσι εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο