← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Eταιρεία Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2401/2020, 26/3/2021

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Eταιρεία Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2401/2020, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2401/2020 ΜΕΤΑΞΥ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Eταιρεία Λτδ Ενάγοντες και

  1. XXXXX Κωνσταντίνου
  2. XXXXX Π. Αντωνίου
  3. XXXXX Μαραθεύτη
  4. K.P.K. ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΕΙΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
  5. ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι ------------------------ Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2021 Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Η κα Σπ. Χαραλάμπους για Δημήτρης Ι. Ηλιάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 5/ αιτήτρια: Ο κ. Κωνσταντίνος Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και ακύρωση και/ή παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος σε σχέση με την εναγόμενη 5/Αιτήτρια ) Η παρούσα αγωγή αφορά αξιώσεις της ενάγουσας τράπεζας εναντίον των εναγόμενων για υπόλοιπο δανείου που είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη οι δε εναγόμενοι 2,3 και 4 ως εγγυητές εξόφλησης του δανείου. Η εναγόμενη 5 εμπλέκεται στην διαφορά δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ενός ακινήτου ευρισκόμενου στην Επαρχία Λεμεσού προς όφελος της ενάγουσας το οποίο είχε αγοράσει η εναγόμενη 4 από την εναγόμενη 5 η οποία και παρέσχε προς τούτο την συγκατάθεση της. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 5 σύμφωνα με στοιχεία προερχόμενα από τον φάκελο της υπόθεσης την 5.10.2020 και στις 15.10.2020 η εναγόμενη 5 (στη συνέχεια «η Αιτήτρια») στη βάση της Δ.16 θ.9 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Mε την υπό κρίση αίτησή της η οποία καταχωρίστηκε 4 ημέρες αργότερα ήτοι στις 19.10.2020 αιτείται διατάγματα με τα οποία να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί (set aside) το Κλητήριο Ένταλμα εναντίον της και/ή να απορριφθεί και/ή ανασταλεί (stay) η παρούσα αγωγή εναντίον της και/ή διάταγμα με το οποίο να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σε αυτή. Ουσιαστικά επικαλείται την έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει διατάγματα που αφορούν ακίνητο ευρισκόμενο στην Επαρχία Λεμεσού. Είναι σημαντικό να καταγραφεί εδώ τι είναι που αξιώνει η ενάγουσα η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες (στην συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση») από την εναγόμενη 5 εταιρεία/Αιτήτρια. Στις παρ. 11-14 της Έκθεσης Απαιτήσεως του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος προβάλλονται οι σχετικοί ισχυρισμοί που κατ' ισχυρισμό την καθιστούν υπόλογη σε συναφείς αξιώσεις της. Σύμφωνα με αυτούς, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 10.03.2014 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 4 και κατόπιν σχετικής συγκατάθεσης της εναγόμενης 5 συμφωνήθηκε όπως η εναγόμενη 4 εκχωρήσει προς όφελος της ενάγουσας όλα τα δικαιώματα της επί Πωλητηρίου Εγγράφου μεταξύ της και της εναγόμενης 5 που αφορούσε αγορά οικοπέδου σε χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, συμφωνία την οποία προσυπέγραψε και η εναγόμενη 5 δηλώνοντας και διαβεβαιώνοντας ότι θα κοινοποιήσει αμέσως στην εναγόμενη 4 το χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται δυνατή η μεταβίβαση του οικοπέδου και/ή ότι έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για το οικόπεδο και θα προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για πραγμάτωση των πιο πάνω και/ή θα μεταβιβάσει το κτήμα στο πρόσωπο που θα του υποδείξει η εναγόμενη 4 εταιρεία. Η εναγόμενη 4 με πληρεξούσιο έγγραφο διόριζε την ενάγουσα ως πληρεξούσια αντιπρόσωπο όπως για λογαριασμό της προβαίνει σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για τη μεταβίβαση του οικοπέδου. Στην παρ. 19 της Έκθεσης Απαιτήσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα με επιστολή της προς την εναγόμενη 5 την πληροφορούσε ότι η εναγόμενη 4 (αγοράστρια) απέτυχε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την ενάγουσα οι οποίες εξασφαλίζονταν από την υπό αναφορά εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου καθώς οι υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 έχουν καταστεί πληρωτέες και απαιτητές. Οι συγκεκριμένες αξιώσεις της ενάγουσας προσδιορίζονται στην παρ. 21 Β

(4)
(6)και
(9)όπου με την παρ.
(4)αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 5 όπως εντός περιόδου 3 μηνών από την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το ως άνω περιγραφόμενο οικόπεδο το εγγράψει επ' ονόματι της ενάγουσας ή αν επιθυμεί να το υποθηκεύσει προς όφελος της για σκοπούς εξασφάλισης της οφειλής του εναγόμενου 1 στην ενάγουσα, με την παρ.
(6)αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 5 και/ή οι διευθυντές της όπως εντός 7 ημερών από την ημέρα έκδοσης ξεχωριστού τίτλου εγγραφής του ως άνω ακινήτου πληροφορήσουν γραπτώς την ενάγουσα και τέλος με την παρ.
(9)αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου και να διατάσσει την εναγόμενη 4 και 5 και/ή οποιονδήποτε από αυτούς και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο έχει την κατοχή του, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος παραδώσουν στην ενάγουσα την ελεύθερη και κενή κατοχή του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.2, Δ.16 θ.9, Δ.27 Θ.3, Δ.39, Δ.48 θθ.1-3, θ.9(u), Δ.64 θ.1
(1)
(2)
(3), 2 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)όπως αυτός έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 21
(1),
(2),
(4), 22, 29, 30, 61-64 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την αιτήτρια κα Κωνσταντίνα Παπαστεφάνου η οποία πέραν της ιδιότητας της και της εξουσιοδότησης που έχει από την αιτήτρια να ορκισθεί εκ μέρους της, δηλώνει τα ακόλουθα τα οποία παρατίθενται αυτολεξεί: «
  1. Η Αγωγή έχει καταχωρηθεί εναντίον, μεταξύ άλλων, των Εναγόμενων 5 στις 04.09.2020 και επεδόθη στους Εναγόμενους 5 στις 05.10.
  2. Οι Εναγόμενοι 5 έχουν καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στις 15.10.
  3. Οι Εναγόμενοι 5 είναι δημόσια εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στην Πάφο.
  4. Έχω διαβάσει το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής (το «Κλητήριο Ένταλμα»). Από μια ανάγνωση των διατυπωθέντων στο Κλητήριο Ένταλμα ισχυρισμών, προκύπτουν τα ακόλουθα: (Α) Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.06.2009 μεταξύ των Εναγόμενων 4 και των Εναγόμενων 5, οι Εναγόμενοι 5 πωλήσαν στους Εναγόμενους 4 ακίνητο που βρίσκεται εντός της Επαρχίας Λεμεσού (το «Πωλητήριο Έγγραφο» και το «Ακίνητο» ανάλογα) (βλ. παράγραφο 11 του Κλητηρίου Εντάλματος). (Β) Επιπλέον, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 10.03.2014, τα δικαιώματα που απορρέουν από το Πωλητήριο Έγγραφο έχουν εκχωρηθεί στους Ενάγοντες (βλ. παράγραφο 11 του Κλητηρίου Εντάλματος). (Γ) Οι Ενάγοντες, με τα Αιτητικά Β
(1)-
(9)του Κλητηρίου Εντάλματος, ζητούν την έκδοση Διαταγμάτων που αφορούν την πώληση του Ακινήτου (βλ. Αιτητικό Β.
(5)) και Διαταγμάτων άμεσα σχετιζόμενων με την πώληση του Ακίνητου αλλά και προπαρασκευαστικών της πώλησης αυτού (βλ. Αιτητικά Β.
(1)-
(4)και
(6)-
(9)). 5. Όπως καλά γνωρίζω ως εκ της ιδιότητάς μου ως δικηγόρος και αληθινά πιστεύω, αλλά και όπως μου ανέφερε ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αυτή, XXXXX Δαμιανός, σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία και/ή Κανονισμούς, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 5, καθότι εφόσον η Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 5, αφορά πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο που δύναται να εκδώσει τα εν λόγω αιτούμενα Διατάγματα και Αποφάσεις εναντίον των Εναγόμενων 5, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας εντός της οποίας κείται το Ακίνητο, ήτοι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 5 και να εκδώσει τα υπό τα Β.
(1)-
(9)του Κλητηρίου Εντάλματος αιτούμενα Διατάγματα και Αποφάσεις. 6. Επιπλέον, τα εν λόγω αιτούμενα Διατάγματα και θεραπείες (Β.
(1)-
(9)), δεν αφορούν (α) απόδοση καθυστερημένων μισθωμάτων αλλά ούτε και (β) απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων - ένεκα αθέτησης πωλητηρίου ή ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλη σύμβασης που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία - · αξιώσεις και βάσεις αγωγής που αν υφίσταντο, ενδεχομένως να προσέδιδαν δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. Όλες οι αξιώσεις που στρέφονται εναντίον των Εναγόμενων 5, σχετίζονται και αφορούν αποκλειστικά πώληση ακινήτου στη Λεμεσό, ήτοι του Ακινήτου.
  1. Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω ευσεβάστως εξαιτούμαι ως η Αίτηση και όπως η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί με έξοδα εναντίον των Εναγόντων». Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης (καταγράφονται αυτούσιοι): «
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και νόμω και ουσία αβάσιμη ή/και θνησιγενής ή/και εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι 5-Αιτητές με τη συμπεριφορά τους κωλύονται να προωθούν τις αξιώσεις που προβάλλουν με την Αίτηση.
  3. Η νομική βάση της υπό εκδίκαση αίτησης πάσχει και/ή δεν περιλαμβάνει νομοθετική και/ή άλλη πρόνοια η οποία να αιτιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Το Κλητήριο ένταλμα ορθά και σύμφωνα με τον νόμο ή/και την νομολογία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
  5. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  6. Δεν παρουσιάζεται επαρκής μαρτυρία η οποία να αιτιολογεί την έκδοση των διαταγμάτων.
  7. Οι Εναγόμενοι 5-Αιτητές δεν παρουσιάζουν βάσιμους ή/και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών. Οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και ανεδαφικές.
  8. Η Αίτηση παραμερισμού του Κλητηρίου Εντάλματος ή/και της επίδοσης αυτού ασκείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς». Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του υπάλληλος της ενάγουσας/ Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση») κ. XXXXX Αδαμίδης, ο οποίος εκτός από την ιδιότητα υπό την οποία προβαίνει στην ένορκη δήλωση και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί σε αυτή για γεγονότα που γνωρίζει ο ίδιος ή αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του αναφέρεται στους πιο πάνω λόγους ένστασης αιτιολογώντας τους έτι περαιτέρω και απορρίπτει όσα υποστηρίζονται με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα επανέλθω σε αυτά. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1-9, Δ.27 Θ.2.3, Δ.33 Θ.10, Δ.64 Θ.1
(1)
(2)
(3), 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 21 και 22, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και έτσι καμιά πλευρά δεν ζήτησε είτε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ως άνω ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Θα πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις ήταν εμπεριστατωμένες και κάλυψαν όλα τα ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει ειδικότερη αναφορά σε σχετικές εισηγήσεις και σε νομολογία που με έχουν παραπέμψει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Επειδή τίθεται ως λόγος ένστασης η μη ορθή νομική βάση της αίτησης παρατίθεται η Δ.16 Θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών όπου γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service». Επομένως η πιο πάνω διάταξη παρέχει τη δυνατότητα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ακόμα και χωρίς άδεια ή Διάταγμα του Δικαστηρίου προς τούτο. Σε περίπτωση κατά την οποία η Αγωγή έχει καταχωρηθεί σε Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να την εκδικάσει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21
(1), τότε σύμφωνα με το άρθρο 21
(4)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64, σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρήθηκε η Αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, τότε μπορεί να παραπέμψει την Αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, αν όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί σε οιονδήποτε στάδιο (βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203). Μάλιστα, το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 C.L.R. 729). Το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι θεμελιώδες και πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία θα πρέπει να προχωρήσει και να επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Το θέμα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως και πρέπει να εξετάζεται σε κάθε στάδιο ακόμα και αυτεπάγγελτα και με πρωτοβουλία του ιδίου του Δικαστηρίου. Όπως έχει αποφασισθεί σε πολλές αποφάσεις οι διάδικοι δεν μπορούν να προσδώσουν στο Δικαστήριο δικαιοδοσία την οποία δεν έχει, ούτε το θέμα αυτό μπορεί να αφεθεί στην συναίνεση ή μη των διαδίκων (βλ. Christofi and Others v. Iacovidou
(1986)1 CLR p. 236 at.p. 248, Kolokoudias and others v. Varnavides and others
(1988)1 ΑΑΔ 566 και Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689). Είναι δε επιβεβλημένο το ζήτημα ύπαρξης ή μη είτε κατά τόπο είτε καθ' ύλη δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Thermofast Limited
(2005)1 ΑΑΔ 567 αναφέρεται τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, μπορεί να εγερθεί και με πρωτοβουλία του ιδίου του Δικαστηρίου και θεωρώ πως η ακύρωση ενός διατάγματος δικαστηρίου που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία είναι ζήτημα υποχρεώσεως που επιβάλλει η δικαιοσύνη και επομένως το ζήτημα αυτό δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων ούτε στην καθυστέρηση ή τη συμπεριφορά οποιουδήποτε διάδικου . Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει . και στην υπόθεση Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88 στην οποία αποφασίστηκε ότι οι διάδικοι δεν μπορούν, με τη συναίνεση τους, να προσδώσουν δικαιοδοσία σε δικαστήριο που δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία». Στην υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ 2064 αποφασίστηκε ότι η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική νομολογία αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον Εναγόμενο. Η έλλειψη κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου οδηγεί την όλη διαδικασία σε αθεράπευτη ακυρότητα εξ αρχής. Είναι δε καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας προκαταρκτικά. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου ν. 1. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 838, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας οδηγεί σε εξ αρχής και αθεράπευτη ακυρότητα. Συνεπώς το ζήτημα μπορούσε να εξεταστεί και αποφασιστεί ανεξάρτητα από την αίτηση και τυχόν ελαττώματά της, στα οποία η δ. Παπακόκκινου αναφέρθηκε'. Η διαδικασία που ακολούθησε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν ορθή και η πλέον ενδεδειγμένη. Το ζητούμενο ήταν η διαπίστωση δικαιοδοσίας. Και όπως είναι γνωστό, η διαπίστωση δικαιοδοσίας είναι θέμα δημόσιας τάξης και ως τέτοιο μπορεί να εγερθεί και εξετασθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε το ουσιαστικό θέμα της δικαιοδοσίας προκαταρκτικά εφόσον αυτό μπορούσε να εξεταστεί όπως αναφέρθηκε, 'ανεξάρτητα από την αίτηση και τα τυχόν ελαττώματά της'. ................................ Η πιο πάνω αρχή του κοινοδικαίου δεν τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής στην Κύπρο. Στη Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240 αποφασίσθηκε ότι η άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα επαρχιακά δικαστήρια, συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Συνακόλουθα, η Αγγλική Νομολογία που υποστηρίζει ότι το τοπικό στοιχείο δεν άπτεται της ουσίας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο ενόψει των ρητών προνοιών των Περί Δικαστηρίων Νόμων. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολιτικό δικαστήριο της Κύπρου για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς απαραιτήτως πρέπει να έχει ταυτόχρονα καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα. Η ύπαρξη μόνο καθ' ύλην αρμοδιότητας δεν επαρκεί. απαιτείται και η συνύπαρξη κατά τόπον αρμοδιότητας ως το δεύτερο συστατικό στοιχείο της δικαιοδοσίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας γνώση της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος προσπάθησε να εντοπίσει ως όφειλε, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την τοπική του αρμοδιότητα. Βλ. Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689. Αυτή η αναζήτηση της κατά τόπο αρμοδιότητας έγινε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α)(β) του δικαιοδοτικού νόμου 14/60 σε συνάρτηση προς τα στοιχεία του κλητηρίου εντάλματος και τα γεγονότα της γενικής οπισθογράφησης. ................................ "Η παρούσα όμως υπόθεση διαφοροποιείται διότι εν προκειμένω δεν εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας ή καθ' ύλην αρμοδιότητας, οπότε πράγματι θα ήταν αναγκαία η έκθεση απαίτησης για να καταδειχθεί, πρώτα απ' όλα, κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάληψης δικαιοδοσίας επί "αλλοδαπής αδικοπραξίας". Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας». Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση ενόψει της κατάληξης του ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη τοπικής αρμοδιότητας του, ενέκρινε την αίτηση των Εναγόμενων η οποία βασιζόταν στην Δ.16 θ.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και εξέδωσε Διάταγμα με το οποίο ακύρωνε την έκδοση και την επίδοση προς αυτούς του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω έλλειψης κατά τόπο δικαιοδοσίας. Η απόφαση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο από την στιγμή που θα καταλήξει κατά την ακρόαση της αγωγής ότι δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την Αγωγή θα πρέπει να αναστείλει την διαδικασία κατ' εφαρμογή της Δ.33 θ.
  1. Εφόσον δε το θέμα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, μπορεί να εγερθεί και με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου κατά προτεραιότητα. Εδώ το θέμα εγείρεται από τους Εναγόμενους 5/ Αιτητές. Σύμφωνα με την πιο πάνω υπόθεση Παπακόκκινου ν.
  2. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. το Δικαστήριο βασιζόμενο στην Δ.16 θ.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ορθά ενέκρινε την αίτηση των εναγόμενων και ακύρωσε την έκδοση και επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία η δικαιοδοσία Δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (βλ. Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160). Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co Limited v. Μακρίδου,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, λέχθηκε ότι αναπόφευκτα η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, στηρίζεται κατ' αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Πρώτα και κύρια δηλαδή, από την δικογραφία, εν προκειμένω από το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και της Δ.16 θ.9 στην οποία αυτή βασίζεται, έχει την εξουσία αλλά και πρωταρχικό καθήκον να εξετάσει το εγερθέν ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 παρ. 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960) προνοεί για την τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων στις πολιτικές υποθέσεις ως ακολούθως: 21.-
(1)...
(2)Οσάκις η αγωγή αφoρά εις διαvoμήv ή πώλησιv oιασδήπoτε ακιvήτoυ ιδιoκτησίας ή oιovδήπoτε άλλo θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv, αύτη θα εισάγεται εv τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εvτός της oπoίας κείται η τoιαύτη ιδιoκτησία. Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εάv πάvτες oι εvδιαφερόμεvoι είvαι Κύπριoι, "επαρχία" περιλαμβάvει και τας Κυριάρχoυς Περιoχάς τωv Βάσεωv. Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oπoιoυδήπoτε άλλoυ ειδικoύ Νόμoυ, απαίτηση για απόδoση καθυστερημέvωv μισθωμάτωv πoυ πρoκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακιvήτoυ ή απαίτηση για καταβoλή απoζημιώσεως έvεκα αθέτησης πωλητηρίoυ ή εvoικιαστηρίoυ εγγράφoυ ή άλλης σύμβασης πoυ αφoρά τηv ακίvητη ιδιoκτησία δύvαται vα εισαχθεί στo Επαρχιακό Δικαστήριo, όπως πρoβλέπεται στo εδάφιo
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ.
(3).
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται η διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται ότι η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως .....». Ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.,
(1991)1 ΑΑΔ 225 στη σελ. 229, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στηSevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». Στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 ΑΑΔ 1059 στη σελ. 1063, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία [βλ. μεταξύ άλλων,Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134]. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. επίσης "SEVEGEP" Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 Α.Α.Δ. (G) 729». Στην υπόθεση Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ.240, είναι σχετικό με την εν λόγω θέση και Αίτηση των Αιτητών: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou ν. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, 346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60». Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας (βλ. KyriakosTheofanous ν. ArtemisGeorghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou ν. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)(πιο πάνω), όταν μια αγωγή αφορά ακίνητη ιδιοκτησία είτε για διανομή είτε για πώληση της ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία («ή oιovδήπoτε άλλo θέμα αφoρώv εις ακίvητov ιδιoκτησίαv»), η αγωγή καταχωρείται αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας όπου βρίσκεται το ακίνητο. Στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου καθορίζεται ο ορισμός «αγωγή» ότι «σημαίνει πολιτική διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού». Με αυτόν το τρόπο, καθιερώνεται απόλυτη δικαιοδοσία ακινήτου δηλ. της Επαρχίας όπου βρίσκεται το ακίνητο. Σύμφωνα με το Ratio Decidendi της Απόφαση στην Ιωαννίδης v. Κρητικού
(1992)1 C.L.R. 828: «Η φράση "οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν" στο άρθρο 21
(2)των περί Δικαστηρίων Νόμων δεν πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον κανόνα ερμηνείας ejusdem generis αλλά καλύπτει πράγματι όλα τα θέματα που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία». Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν και ακόλουθα σχετικά με το εύρος της υπό συζήτηση διάταξης: «Η παραπάνω γενική έκφραση δεν περιορίζεται στην εφαρμογή της σε καταστάσεις ή σχέσεις της ίδιας κατηγορίας με εκείνες των ειδικών λέξεων που προηγήθηκαν, δηλαδή της διανομής ή πώλησης ακινήτου ιδιοκτησίας. Καλύπτει ευρύτερο φάσμα σχέσεων και εν πάση περιπτώσει θέματα που ανακύπτουν από συμφωνία ενοικίασης, όπως συμβαίνει εδώ». Στην υπόθεση Level Tachecars Ltd v. Petrides
(1981)1 C.L.R. 152, αναφέρθηκε ότι η εγγραφή δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας οφειλέτη στο Κτηματολόγιο, είναι διαδικασία στη βάση του Μέρους V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου που πραγματεύεται περί εκτέλεσης αποφάσεων σε βάρος ακινήτων. Λέχθηκε περαιτέρω ότι συνιστά προπαρασκευαστική ενέργεια προς το σκοπό πώλησης της περιουσίας κατά την εκτέλεση απόφασης δυνάμει του Μέρους V του Κεφ.6. Στην υπόθεση Αίτηση υπό Άλκη Χριστοδουλίδη, Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εταιρείας DH Cyprotels PLC ν. Αναφορικά με την Εταιρεία DH Cyprotels PLC, Γενική Αίτηση Αρ. 211/16 Ε.Δ. Λεμεσού της κας Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 07.12.2016 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση απ' όσα ζητούνται με την αίτηση, που είναι κυρίως διατάγματα ακύρωσης memo και άλλες εγγυήσεις που ενεγράφησαν στο μισθωμένο ακίνητο της υπό διαχείριση εταιρείας, που βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ναι μεν η αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια του άρθρου 337
(1)του Κεφ.113 προς έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο προς τον Παραλήπτη και Διαχειριστή της υπό διαχείριση εταιρείας εγγεγραμμένης στη Λεμεσό, αλλά τα διατάγματα που ζητούνται ουσιαστικά δεν αφορούν σε οδηγίες προς τον αιτητή, αλλά σε διατάγματα καθοριστικά της εγκυρότητας και της ίδιας της ύπαρξης των εγγραφών δικαστικών αποφάσεων προς όφελος τρίτων προσώπων επί του μισθωμένου ακινήτου της υπό διαχείριση εταιρείας. Αν ζητούντο μόνο οδηγίες ως προς τα δικαιώματα του αιτητή κατά την εκτέλεση των εξουσιών του, τότε σ' όσον αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν θα υπήρχε πρόβλημα, εφόσον η αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου στην επαρχία, όπου η υπό διαχείριση εταιρεία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της και διαμένουν ορισμένοι εκ των καθ' ων η Αίτηση. Συνεπώς κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία στη βάση των προνοιών του άρθρου 21
(2)του Νόμου 14/60 να δικάσει την αίτηση σ' όσον αφορά τα διατάγματα ακύρωσης memo και εγγυήσεων που ζητούνται, οπότε ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης θα πρέπει να πετύχει». Τέλος, απόλυτα σχετική με την υπό κρίση αίτηση θεωρώ ότι είναι η υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 211, όπου η Τράπεζα Κύπρου Λτδ είχε κινήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή για την ανάκτηση χρέους και την εκποίηση υποθήκης. Οι εκεί Αιτητές ήταν κάτοικοι Στροβόλου αλλά το ενυπόθηκο κτήμα βρισκόταν στο χωριό Άγιος Γεώργιος της επαρχίας Λεμεσού. Στην αγωγή εκείνη εκδόθηκε απόφαση, εναντίον του συζύγου εκ συμφώνου, και εναντίον της συζύγου λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, για τα αξιούμενα ποσά και επιπλέον διατάχθηκε η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι αιτητές ζήτησαν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση αίτησης για έκδοση ενταλμάτων prohibition και certiorari εναντίον των πιο πάνω αποφάσεων, διότι υπήρχε κατά τον ισχυρισμό τους έκδηλη παρανομία, ήτοι παράβαση των προνοιών του άρθρου 21
(2)των Περί Δικαστηρίων Νόμων σχετικά με την κατά τόπο δικαιοδοσία των επαρχιακών Δικαστηρίων. Το Δικαστήριο εγκρίνοντας την αίτηση, αποφάσισε τα ακόλουθα: «Ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου σχετικά με την κατά τόπο δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε περιπτώσεις όπου η αγωγή αφορά σε διανομή ή πώληση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή σε οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, ότι η αγωγή πρέπει να εισάγεται στο Δικαστήριο της επαρχίας όπου ευρίσκεται η ιδιοκτησία αυτή, υπήρχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα για χορήγηση της αιτούμενης άδειας». Έχω παραθέσει στην αρχή της απόφασης μου τις αξιώσεις εναντίον της εναγόμενης 5. Για σκοπούς οικονομίας αποφεύγω να τις επαναλάβω εδώ ό,τι αξίζει όμως να ειπωθεί είναι ότι επιδιώκονται εναντίον της εναγόμενης 5 διατάγματα για ενέργειες σε σχέση με ακίνητο ευρισκόμενο εκτός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με τη νομολογία την οποία παρέθεσα πιο πάνω η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 5 δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω. Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση κρίνεται ως η ενδεδειγμένη και ορθή και καλύπτει το όλο ζήτημα. Η περαιτέρω εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης που αφορούν τον τύπο ή την μη παρουσίαση επαρκούς μαρτυρίας δεν ενέχουν παρά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσουν περαιτέρω. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται συλλήβδην καθώς δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΕΞΟΔΑ: Με βάση όσα έχω εξηγήσει πιο πάνω καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να εκδώσω διατάγματα με τα οποία να ακυρώνεται και παραμερίζεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην εναγόμενη 5 και όπως ανασταλεί η αγωγή εναντίον της. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγόμενης 5/ Αιτήτριας και εναντίον της ενάγουσας/ καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.