Θεοδώρου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2639/17, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2639/17 Μεταξύ:
- XXXXX Θεοδώρου κ.α. Εναγόντων -και-
- Cyprus Popular Bank Public Company Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγόμενοι --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 05/03/2020 για διαγραφή των Εναγόντων 2-20 Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ. Α. Πολυδώρου για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση 1-20: κα. Μ. Σιαμμούτη για Μαρίνα Σιαμμούττη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια με την Αίτησή της ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ζητά τη διαγραφή των Εναγόντων 2 μέχρι 20 από τον τίτλο της αγωγής καθότι προέβηκαν καταχρηστικά στην καταχώρηση της και ενήργησαν κατά παράβαση των θεσμών και/ή αντινομικά προέβηκαν από μόνοι τους στην έγερση συνενωμένης ή/και ενιαίας αγωγής χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ή/και χωρίς να προβάλουν λόγους για τους οποίους τέτοια συνένωση θα ήταν επιθυμητή για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και/ή της εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και εξόδων. Ζητά την απόρριψη της αγωγής γιατί η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί από κοινού για όλους τους Ενάγοντες λόγω του ότι περιλαμβάνει πολλαπλότητα ζητημάτων και/ή δημιουργεί πολυπλοκότητα στην εκδίκαση της υπόθεσης λόγω του ότι συνενώνονται επίδικα ζητήματα διαφορετικών Εναγόντων και/ή προσδιορίζεται σε τύπο αγωγής class action που δεν προβλέπεται στο Κυπριακό Δίκαιο. Παράλληλα αιτείται τον παραμερισμό ή/και την ακύρωση ή/και τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης ή/και του Κλητηρίου Εντάλματος ή/και την αναστολή της αγωγής σε σχέση με τους Ενάγοντες 2-20 γιατί καταχωρίστηκε καταχρηστικά ή/και κατά τρόπο που περιλαμβάνει πολλαπλότητα ζητημάτων ή/και είναι ενοχλητική ή/και καταπιεστική ή/και τείνει να περιπλέξει αχρείαστα και/ή αντινομικά ή/και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ή των διαδίκων ή/και το δικαστικό χρόνο ή/και τα έξοδα της διαδικασίας. Διαζευκτικά ζητείται η διαγραφή των Θεραπειών Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με τους Ενάγοντες 2-20 ενώ παράλληλα ζητούνται και οδηγίες σε σχέση με την καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος ή/και υπεράσπισης. Νομική βάση της Αίτησης κατεγράφησαν η Δ.9 θ.θ.1-10, Δ.19 θ.26, Δ.27, Δ.48 θ.θ. 1- 4, 7 και 9 και η Δ.64, τα άρθρα 2 και 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς επίσης και η συμφυής εξουσία και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα τέθηκε υποστηριχτική ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καφά, Διευθυντή Εξωτερικών Ελέγχων στην Εναγόμενη 1 μέχρι το 2013 και ακολούθως υπάλληλου στην Τράπεζα Κύπρου και σήμερα εργοδοτούμενου στο Γραφείο του Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 για τη διεκπαιρέωση εργασιών που αφορούν την εξυγίανση της Εναγόμενης
- Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα έχει καταχωριστεί στις 21/07/2017 και είχε επιδοθεί στις 25/07/
- Στις 07/08/2017 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης από την Εναγόμενη
- Ακολούθησε στις 11/09/2017 η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Είναι ο ισχυρισμός του ότι κατέστη εμφανές μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης ότι η αγωγή αφορά ομάδα κατόχων αξιογράφων που αποτελείται από 39 Ενάγοντες, παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης, με την οποία δημιουργείται πολυπλοκότητα της διαδικασίας αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι διατηρούσαν προθεσμιακή κατάθεση και/ή γραμμάτιο και/ή τραπεζικό λογαριασμό σε διάφορα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 σε όλη την Κύπρο και ότι ο καθένας από αυτούς κλήθηκε, τον Απρίλιο 2010, στο δικό του υποκατάστημα και υπέγραψε το ίδιο έντυπο αίτησης. Υποστηρίζει ότι τόσο το αγώγιμο δικαίωμα του καθενός από αυτούς καθώς και τα γεγονότα που το περιβάλλουν είναι διαφορετικά και ανεξάρτητα μεταξύ τους αφού υπέγραψαν διαφορετικές συμφωνίες που περιλαμβάνουν διαφορετικά έντυπα συναίνεσης. Από μόνο του το γεγονός ότι όλοι οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας και είχαν αγοράσει αξιόγραφα δεν προσδίδει συνδετικό κρίκο μεταξύ τους για να προωθηθεί από κοινού η συγκεκριμένη αγωγή αφού η αγορά των αξιογράφων έγινε με διαφορετικό τρόπο, από διαφορετικούς λειτουργούς και σε διαφορετικό χρόνο. Είναι η θέση του ότι η κάθε αγωγή μπορεί να υποστηρίξει μια μόνο συμβατική σχέση και ότι ο κάθε Ενάγοντας κατέχει διαφορετικό αριθμό αξογράφων, διαφορετικής αξίας και έκδοσης. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι κάποιοι Ενάγοντες προέβησαν σε μετατροπή των αξιογράφων τους οικιοθελώς σε μετοχές ενώ κάποιοι είναι μέρος επίσης και άλλων αγωγών, ήτοι των Αγ. Αρ. 2908/17, 2907/17, 2906/17, 2905/17, 2750/17 και 2639/17, οι οποίες αφορούν διαφορετικές εκδόσεις αξιογράφων οπόταν πέραν από τη συμβατική σχέση των Εναγόντων με την Εναγόμενη 1 δεν έχουν τίποτα κοινό. Κατά τη δική του άποψη η εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα είναι ούτε βολική αλλά ούτε και θα εξυπηρετήσει το καθήκον για ορθή απονομή της δικαιοσύνης γιατί περιπλέκονται και γενικοποιούνται οι ισχυρισμοί για κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της νομοθεσίας και/ή συμβατικής σχέσης έκαστου Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1 και η μαρτυρία που θα προσκομιστεί θα είναι μακροσκελής. Καταλήγει, ότι η μη τήρηση των διαδικαστικών κανονισμών συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ενώ η πολλαπλότητα των ζητημάτων είναι ενοχλητική και καταπιεστική (frivolous and vexatious), είναι αχρείαστη και τείνει να προκαταβάλει την Εναγόμενη 1 γιατί στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν συμπεριλαμβάνονται επαρκείς λεπτομέρειες για τον κάθε Ενάγοντα ενώ δεν υπάρχει αναφορά ότι κάποιοι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους αξιόγραφα προηγούμενων ή/και μεταγενέστερων εκδόσεων, οι οποίοι δεν θα τύγχαναν της ίδιας αντιμετώπισης. Ενώ, στις παραγράφους 14 και 15, οι Ενάγοντες αναφέρονται σε γενικές γραμμές στην κατ΄ισχυρισμό παράλειψη της Εναγόμενης 1 να λάβει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα όλων των Εναγόντων. Προωθεί την άποψη ότι αν δεν καταχωριστεί ξεχωριστή απαίτηση από κάθε ένα εκ των Εναγόντων δεν θα αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα, δεν θα εξοικονομηθεί χρόνος και ούτε θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αφού ο κάθε ένας από τους Ενάγοντες θα πρέπει να προσκομίσει τη δική του μαρτυρία. Η πολυπλοκότητα και ο όγκος των εγγράφων θα φέρει σε δυσμενή θέση την Εναγόμενη 1, για αυτό και πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από πλευράς των Εναγόντων 2-20 - Καθ΄ων η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης κατεγράφησαν οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδσοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 απαντά σε ισχυρισμούς των Εναγόντων τους οποίους οι ίδιοι οι Ενάγοντες θα πρέπει να αποδείξουν, ήτοι ότι αγόρασαν αξιόγραφα του 2010, ότι η Εναγόμενη 1 προσπαθεί να στερήσει στους Ενάγοντες το δικαίωμα να αναζητήσουν το δίκαιό τους αφού για οικονομικούς λόγους δεν μπορούσε ο κάθε ένας ξεχωριστά, από τους Ενάγοντες, να κινηθεί εναντίον της Εναγόμενης 1, ότι η αγωγή αποτελεί τη μοναδική λύση για να αναζητήσουν το δίκαιο τους οι Ενάγοντες, ότι η όποια τυχόν καθυστέρηση προκλήθηκε από την Εναγόμενη 1, ότι τα νομικά σημεία που αφορούν την αγορά αξιογράφων είναι τα ίδια για όλους τους Ενάγοντες και ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση πλην του τρόπου πώλησης και διάθεσής τους, ότι η Εναγόμενη 1 κατηγοριοποίησε όλους τους Ενάγοντες ως ιδιώτες επενδυτές και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Ν.144(Ι)/07είναι για όλους οι ίδιες καθώς και η πρακτική και οι τρόποι πώλησης και ότι στόχος της αγωγής δεν είναι να σπαταλίσει χρόνο αλλά αντίθετα να εξικονομήσει αφού τα νομικά σημεία είναι τα ίδια ενώ η Τράπεζα θα φέρει την ίδια μαρτυρία για όλους τους είκοσι
(20)Ενάγοντες. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν οι Δ.9 θ.1, 4, 5 και 9, Δ.19 θ.19, 21, 23 και 27, Δ.20 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι γενικές αρχές και/ή συμφυείς εξουσίες και η δικριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της κ. Γεωργίας Τρυφωνίδου, δικηγόρου και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της απαντά στους ισχυρισμούς των Εναγόντων και παραδέχεται την αγορά αξιογράφων του 2010, οπόταν οι Ενάγοντες δεν χρειάζεται να αποδείξουν την αγορά. Είναι η θέση της ότι σε περίπτωση που διαγραφεί η αγωγή οι Ενάγοντες θα στερηθούν του δικαιώματος να αποδείξουν την υπόθεσή τους γιατί δεν θα έχουν περιθώρια να αναζητήσουν το δίκαιο λόγω της εφαρμογής του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου ιδιαίτερα λόγω και του οικονομικού κόστους αφού απώλεσαν τις οικονομίες τους με το σχέδιο αξιογράφων της Εναγόμενης
- Υποστηρίζει, ότι η συγκεκριμένη αγωγή αποτελεί τη μοναδική λύση για να αναζητήσουν οι Ενάγοντες το δίκαιό τους και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε ο καθένας από μόνος του ξεχωριστά, για οικονομικούς λόγους, να κινηθεί ξεχωριστά εναντίον της Εναγόμενης
- Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι τα νομικά σημεία που αφορούν την συγκεκριμένη αγορά των αξιογράφων είναι τα ίδια για όλους τους Ενάγοντες, αφού το εκδοθέν ενημερωτικό δελτίο αφορά τις αγορές όλων των Εναγόντων και οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι υποχρεώσεις δεν διαφοροποιούνται αλλά εφαρμόστηκαν σε όλους τους Ενάγοντες. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι το υποκατάστημα από το οποίο αγοράστηκαν τα αξιόγραφα και οι παραστάσεις που έγιναν σε κάθε ένα ξεχωριστά. Η Εναγόμενη 1 κατηγοριοποίησε όλους του Ενάγοντες ως ιδιώτες επενδυτές και εφαρμόστηκε ο Ν.144(Ι)/07, οπόταν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Νόμο, σε σχέση με τους Ενάγοντες, είναι οι ίδιες. Στόχος της αγωγής είναι να εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος αφού τα νομικά σημεία είναι ακριβώς τα ίδια σε όλες τις περιπτώσεις ενώ η Τράπεζα θα φέρει τους ίδιους μάρτυρες. Καταλήγει, η Ομνύουσα, ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται οφείλεται στην Εναγόμενη 1, η οποία ζητά δυο
(2)χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης την «τροποποίηση» με αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και την πρόκληση δυσχέρειας στους Ενάγοντες παρά το γεγονός ότι είχαν δηλώσει στις 09/07/2019 ότι θα καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση η οποία τελικά καταχωρίστηκε τον Μάρτιο
- Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα υπάρξει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και οι Ενάγοντες θα βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που είναι σήμερα, γ' αυτό και θα πρέπει η Αίτηση να απορριφθεί. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις και δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Ουσιαστικά προβάλλεται η θέση, από την Αιτήτρια - Εναγομένη 1, ότι η «παράτυπη διαδικασία» της αποστερεί το δικαίωμά της να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην κάθε μια περίπτωση ξεχωριστά και να παρουσιάσει τα γεγονότα της κάθε συμβατικής σχέσης ξεχωριστά. Εάν προχωρήσει η εκδίκαση της αγωγής ως έχει θα προκληθεί αμηχανία και δυσχέρεια αφού τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε σύμβαση είναι ξεχωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το μόνο κοινό στοιχείο είναι ότι και οι 39 Ενάγοντες ήταν πελάτες της Εναγόμενης 1 και ήταν κάτοχοι αξιογράφων όμως η αγορά τους έγινε με διαφορετικό τρόπο, για διαφορετικό ποσό και διαφορετικές εκδόσεις ενώ η αγορά τους είχε γίνει από διαφορετικά υποκαταστήματα σε όλη την Κύπρο. Η προώθηση της αγωγής μόνο περιπλοκές θα φέρει στη διαδικασία και όχι ευκολία. Αντίθετη ήταν η άποψη των Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση, οι οποίοι υποστήριξαν ότι με την καταχωρηθείσα Υπεράσπισή της η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια απαντά σε θέματα τα οποία οι Ενάγοντες θα είχαν υποχρέωση ν΄ αποδείξουν, όπως την αγορά των αξιογράφων. Τα νομικά σημεία που θα πρέπει να απαντηθούν είναι τα ίδια για όλους τους Ενάγοντες και η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον τρόπο πώλησής τους. Υποστηρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 θα φέρει τους ίδιους μάρτυρες και με αυτό τον τρόπο θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος ενώ παράλληλα δίδεται στους Ενάγοντες η ευκαιρία ν ακουστούν, την οποία πιθανόν να μην είχαν λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία έχουν επέλθει λόγω της αγοράς των συγκεκριμένων αξιογράφων. Καταλήγουν ότι η Αίτηση θα πρέπει ν΄απορριφθεί για να μην προκληθεί αδικία στους Ενάγοντες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με τη γραπτή της αγόρευση η Εναγόμενη 1- Αιτήτρια προώθησε ως βάση της υπό κρίση Αίτησης τη Δ.27 θ.3 η οποία αφορά απόρριψη ή αναστολή ολόκληρης της αγωγής λόγω του ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, καταπιεστική, αχρείαστη και τείνει να προκαταβάλλει την Εναγόμενη 1 και να περιπλέξει τη διαδικασία. Επικαλέστηκε παράλληλα τη μη τήρηση των προϋποθέσεων της Δ.19 θ.
- Στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon,
(1998)1(Γ) 1338, έτυχαν ερμηνείας τόσο η Δ.19 θ.26 όσο και η Δ.27 θ.3. Διευκρινίστηκε ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που με την Δ.27 θ.3 είναι δυνατό να επιτευχθεί. Ο κύριος σκοπός της Δ.19 θ.26 είναι η συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και όχι η εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου ή της αγωγής γενικότερα, ζήτημα που καλύπτει η Δ.27 θ.3 βλ.Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ
- Ανάλυση των υπό εξέταση ζητημάτων εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedence on Pleadings, 12η έκδοση, στις σελίδες 138 κ.ε, καθώς επίσης και στο σύγγραμμα Odger΄s on Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδες 139 κ.ε.. Με σαφήνεια και κατ' επανάληψη μέσα από τη νομολογία είναι διατυπωμένη η αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, είτε επί μέρους ισχυρισμών που περιέχονται σε ένα δικόγραφο, είτε του ίδιου του δικογράφου θα πρέπει, ως δραστικό μέτρο που είναι, να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, αφού αποτελεί εκτροπή από τα συνηθισμένα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος. Η Δ.27 θ.3, προνοεί ως ακολούθως: « The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. ». Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την O.25 r.3 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της, από τα Δικαστήρια, αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice
- Αναφέρεται: « It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable". So long as the Statement of Claim or the particulars disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.». Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R.176, Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (ανωτέρω) και πιο πρόσφατα στην Μιχαήλ Σάουρου κ.α ν. Μαρίας Κωνσταντίνου Φιλλίπου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2141). Από τη νομολογία φαίνεται ότι ο σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, Τhe Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)1C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής, χωρίς δίκη, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Δ.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: « Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 CLR 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 CLR 305.). » Στην υπόθεση In Re Pelmako
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, για την εφαρμογή της Δ.27 θ.3, στη σελ. 1326: « Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.». Το σκεπτικό στην Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφ. Ε191/2015, ημερ. 23/03/2016, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα δικαστήρια. Σημειώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην εν λόγω υπόθεση: « Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). ». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.α. (ανωτέρω), επισημάνθηκε εκ νέου ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. και Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704). Η έννοια του ανυπόστατου δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η εκδ., σελ. 144: « A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful.». Είναι ξεκάθαρο ότι για να ασκηθεί η σχετική εξουσία θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπό αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, 5η εκδ, τόμος 11, παρά. 534). Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: « The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see E. G. Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238) ». Από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στη σελίδα 143: « Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary, to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struct out and the action dismissed or judgment entered accordingly.» Το επίδικο, στην υπό κρίση Αίτηση, ζήτημα είναι κατά πόσο, με την Έκθεση Απαίτησης, καταλογίζεται πράξη ή παράλειψη στην Εναγόμενη Τράπεζα που μπορεί να τεκμηριώσει αιτία αγωγής εναντίον της. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης, στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη Τράπεζα δεν προέβηκε σε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και πληροφοριών που αφορούσαν τη φύση και τον χαρακτήρα των χρηματοοικονομικών προϊόντων, των αξιογράφων, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει όλους τους Ενάγοντες στο να αγοράσουν τα αξιόγραφα, ότι εκμεταλλεύτηκε την έλλειψη γνώσεων των Εναγόντων σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά μέσα και τους επηρέασε με ψευδείς παραστάσεις να προβούν στην αγορά αξιογράφων. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλονται από την υπό κρίση Αίτηση, την Ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Αποτελούν αναντίλεκτα γεγονότα ότι οι Ενάγοντες ήταν όλοι πελάτες της Εναγόμενης 1 και είχαν αγοράσει, τον Απρίλιο 2010, αξιόγραφα που είχαν εκδοθεί από την Εναγομένη 1 μετά από ενημέρωση από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 σε σχέση με το συγκεκριμένο προϊόν. Εξετάζοντας την υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του φακέλου και διαπιστώνω ότι η αποκάλυψη εύλογης τουλάχιστον αιτίας αγωγής σε βάρος της Εναγομένης 1, σε συνάρτηση με τις συμφωνίες που επικαλούνται και εξειδικεύουν στο δικόγραφο τους οι Ενάγοντες σε σχέση με την συμπεριφορά που διατείνονται ότι η Εναγόμενη 1 υπέδειξε αναφορικά με την συμφωνία επένδυσης κατά τον τρόπο που προβάλλεται από τους Ενάγοντες ότι έγιναν σε συνάρτηση με την πιο πάνω επένδυση, αποτελεί πραγματικότητα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει στο δικαστήριο να προχωρήσει στη διαγραφή του δικογράφου, κατ' εφαρμογή της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επαναλαμβάνεται, ίσως εκ του περισσού, ότι στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, η διαγραφή ενός αγώγιμου δικαιώματος δεν δικαιολογείται απλώς και μόνο από το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει ή λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που προβάλλονται. Ένα δικόγραφο είναι δυνατόν να διαγραφεί στη βάση της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όταν αυτό δεν αποκαλύπτει καν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και όταν καταδειχθεί ότι είναι άνευ ουσίας, ενοχλητικό και χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό που να προκαλεί στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Τέτοια δεν κρίνεται ότι είναι η περίπτωση. Η Αιτήτρια επικαλέστηκε και τη Δ.19 θ.26 η οποία αφορά, όπως έχει προαναφερθεί την διαγραφή μέρους δικογράφου. Όσον αφορά την διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Ναυτοδικείου Vector Onega A.G. v. Του πλοίου Μ/ V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 16, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 Θ26 την οποία παραθέσαμε προηγουμένως αυτούσια, είναι διακριτικής μορφής. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού και Δικογράφου λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δεν χάνει ολότελα τον διακριτικό της χαρακτήρα.». Στη συγκεκριμένη υπόθεση, γίνεται αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία όπου τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl - Zeiss - Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All ER 697 και Fasili v. Sun Boat
(1984)CLR 679). Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεραίνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Αχρείαστα θέματα γενικά είναι εκείνα τα οποία είναι εντελώς επουσιώδη και καταγράφονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο διάδικος να πρέπει να απαντήσεις σε αυτά και με αυτό τον τρόπο να εγείρονται άσχετα θέματα, τα οποία θα οδηγήσουν στην πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης και θα επηρεάσου την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. The Annual Practice 1959, σελ. 477 και Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η εκδ., σελ. 147). Το γεγονός ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν εξυπακούει ταυτόχρονα και λόγο για διαγραφή. Κάποια δήλωση δεν διαγράφεται απλώς και μόνο επειδή είναι αχρείαστη εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. Έτσι αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Βεβαίως η πολυλογία και η περιττολογία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ενθαρρύνεται, (βλ. Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685). Ούτε και ένα δικόγραφο θεωρείται ικανό να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Σημειώνω περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει σε σχέση με ποιους ισχυρισμούς επιζητεί τη διαγραφή. Τούτου λεχθέντος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η συμπερίληψη των ισχυρισμών που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης θα δυσχεράνει και πως θα καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Το μόνο που πρόδηλα και ξεκάθαρα προκύπτει από το περιεχόμενο της υπό κρίση Αίτησης είναι ότι η Εναγόμενη 1 επιζητεί τη διαγραφή καθ' ολοκληρία των ισχυρισμών των Εναγόντων χωρίς όμως ν΄αναφέρει γιατί οι ισχυρισμοί των Εναγόντων είναι αχρείαστοι, παραπλανητικοί ή σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί και καταχρηστικοί σε σχέση με την υπόθεση ή πως τους ενοχλούν ή τους προκαλούν αδικία ή αδυναμία ή πως θα προκαταλάβουν τη δίκη, εάν παραμείνουν. Το μόνο που προωθούν είναι ότι η Εναγόμενη 1 αποστερείται του δικαιώματός της να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην κάθε μια περίπτωση ξεχωριστά, ήτοι σε σχέση με τον κάθε Ενάγοντα, και να παρουσιάσει την ορθή και αληθινή εικόνα της σχέσης μεταξύ των διαδίκων αλλά και των πραγματικών γεγονότων επειδή κατά το στάδιο της ακρόασης θα πρέπει να προσκομιστεί για κάθε ένα Ενάγοντα ξεχωριστά μαρτυρία όσο αφορά τα χαρακτηριστικά έκαστης συμφωνίας καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάφθηκαν οι συγκερκιμένες συμφωνίες. Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α. (ανωτέρω) και συγκεκριμένα ότι οι φράσεις «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial» της Δ.19, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια, ούτως ώστε να μη περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώσει ελεύθερα τα δικόγραφα του, καταλήγω πως θα πρέπει να γίνει ανεκτή τέτοια παράθεση ισχυρισμών. Έχοντας περαιτέρω υπόψιν το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, στην οποία καταγράφηκε πως το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία διαγραφής δικογράφου με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις και εφόσον το συγκεκριμένο δικόγραφο ή μέρος του είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο, θεωρώ ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Το τρίτο μέρος της εισήγησης της Εναγόμενης 1, στην υπό κρίση Αίτηση, αφορά την διαγραφή των Εναγόντων 2 - 39 λόγω του ότι η αγωγή καταχωρίστηκε παράτυπα και αντινομικά. Έχει ως νομικό υπόβαθρο την Δ.9 θ.9 και το γεγονός ότι θα πρέπει να υπάρχει διάταγμα εξουσιοδότησης για αντιπροσώπευση ενόψει του μεγάλου αριθμού των Εναγόντων. Σε σχέση με το θέμα αυτό σχετική είναι η απόφαση Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ.162, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Ως προς το ζήτημα του κατά πόσο η αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι class action και επομένως ότι θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί ο μηχανισμός της Δ.9, θ.9
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οπότε, σύμφωνα με τη Δ.9, θ.2, θα έπρεπε, πριν τη καταχώριση της αγωγής, να προϋπάρξει πληρεξούσιο υπογραμμένο, από όλα τα άτομα που τυγχάνουν αντιπροσώπευσης που να εξουσιοδοτεί τα άτομα που θα τους αντιπροσωπεύσουν ενώπιον του δικαστηρίου και πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή, παρατηρούμε τα εξής: Για να εφαρμόζεται η προαναφερόμενη πρόνοια, όπως και η αντίστοιχη Αγγλική Δ.15, θ.12 (που αντικατέστησε την προηγούμενη Αγγλική Δ.16, θ.9), θα πρέπει τα άτομα που αντιπροσωπεύουν και τα άτομα που αντιπροσωπεύονται να έχουν το ίδιο συμφέρον στην ίδια διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση οι δύο εφεσίβλητοι-ενάγοντες δεν παρουσιάζονται ως αποτελούντες μέρος της ομάδας των περίπου 6.000 μετόχων και της εταιρείας και δεν έχουν κοινό συμφέρον με αυτούς εφόσον δεν αναμένουν να λάβουν οποιαδήποτε χρήματα ή να δικαιούνται σε οποιαδήποτε άλλης μορφής θεραπεία από τους εφεσείοντες-εναγόμενους, σε αντίθεση με τους μετόχους που εκπροσωπούν αλλά και την εταιρεία. Οι εφεσίβλητοι εγείρουν την αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως καταπιστευματοδόχοι ή εμπιστευματοδόχοι με υποχρέωση να προωθήσουν και να διαχειριστούν ορθά τα συμφέροντα της ομάδας των μετόχων και της εταιρείας, ώστε να επανακτηθούν, προς όφελος των δικαιούχων, τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό διασπάθισαν οι εφεσείοντες. Επομένως δεν τίθεται θέμα παράλειψης των εφεσιβλήτων να συμμορφωθούν με τις προαναφερόμενες δικονομικές πρόνοιες.». Όλοι οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της Εναγόμενης 1, από διαφορετικές πόλεις της Κύπρου, οι οποίοι είχαν πεισθεί να επενδύσουν σε αξιόγραφα, τον Απρίλιο του 2010, ο καθένας τους διαφορετικής αξίας. Δεν φαίνεται, από την καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησης ότι εγείρουν την αγωγή υπο αντιπροσωπευτική ιδιότητα έτσι που να απαιτείται όπως συμμορφωθούν με την διαδικασία που τίθεται από τη Δ.9 θ.9. Έγινε από την Εναγόμενη 1-Αιτήτρια επίκληση της Δ.9 θ. 10, η οποία διαλαμβάνει τα εξής: « No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice. » Η Δ.9 θ.10 δίδει τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε με είτε χωρίς αίτηση και με όρους που θα φανούν δίκαιοι στο Δικαστήριο, να διατάξει όπως τα ονόματα οποιωνδήποτε προσώπων που είτε έχουν κακώς ενωθεί σαν ενάγοντες ή εναγόμενοι να διαγραφούν και τα ονόματα οποιωνδήποτε μερών που έπρεπε να είχαν ενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση, να προστεθούν. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ.623 κάτω από τον τίτλο «Parties» αναφέρονται τα ακόλουθα: «The statement of claim and the writ should correspond "in the names of the parties, in the number of the parties, and in the characters in which they sue and are sued "; a mere misnomer may be corrected in the statement of claim, but the writ should be amended before judgment. The plaintiff can always discontinue the action against any of the defendants by notice in writing under O. 26, r. 1 (q.v.). But if either party desires to add a new plaintiff or a new defendant, he must apply under O. 16, rr. 11 and 12 (Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 501). And if an order be made adding any new party, the writ should be amended accordingly. If such new party be a defendant, the amended writ must be served on him (O. 16, r. 13). If any pleadings have been already delivered, they will probably also need amendment, to show title in the new plaintiff or liability in the new defendant. ». Στην υπόθεση Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 ΑΑΔ 1213, διαβάζονται τα εξής σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα: « Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772. ». Οι ίδιες αρχές επιβεβαιώθηκαν στην μεταγενέστερη υπόθεση Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd κ.α
(2011)1 ΑΑΔ 1668 όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: « Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Manag. Ltd κα v. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772.». Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που προκύπτει από την Δ.9 θ.10, λαμβάνεται πάντοτε υπόψη η γενική αρχή ότι μόνο πρόσωπα άμεσα αναμεμειγμένα στη διαφορά έχουν λόγο στη δίκη για την επίλυση της (Βλ. Μαυρογένη v. Βουλή των Αντιπροσώπων κ.ά. (αρ. 2)
(1995)1 ΑΑΔ 1034, 1045). Όπως όμως έχει επίσης νομολογηθεί, η διαγραφή διαδίκου ως εξαιρετικό μέτρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα, αυτές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι ένορκες δηλώσεις (βλ. P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited
(2001)1 ΑΑΔ 1475). Το Δικαστήριο θα εξετάσει την αναγκαιότητα διαγραφής διαδίκου με αναφορά τα δικόγραφα και ιδιαίτερα στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία προσδιορίζει την αιτία αγωγής. Σχετική είναι η υπόθεση Mepa, (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: « Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος (Βλ. Wilson v. Church [1878] 9 Ch. 552, 557).». Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ως θέμα αρχής η επιλογή των εναγομένων αφορά τον Ενάγοντα, ο οποίος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να εναγάγει κάποιο πρόσωπο παρά τη θέλησή του. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με το ποιοι θα ενάγουν. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να προσθέσει ή να αφαιρέσει διάδικο σε αγωγή, εφόσον αυτός κριθεί αναγκαίος ή μη αναγκαίος διάδικος. Το κριτήριο για την κατάταξη κάποιου διαδίκου ως αναγκαίου διαδίκου ή ως μη αναγκαίου είναι το κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα. Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, εδράζεται στην αγορά αξιογράφων κεφαλαίου αορίστης διάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει της έκδοσης του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου, από όλους τους Ενάγοντες, την περίοδο Απρίλιο με Ιούνιο
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων όλοι είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από υπαλλήλους της Εναγόμενης
- Το γεγονός ότι επέλεξαν να κινηθούν όλοι μαζί ενατίον της Εναγόμενης 1 για οικονομικούς λόγους, ως είναι ο ισχυρισμός τους, δεν προκαλεί δυσχέρεια αλλά ούτε επενεργεί σε βάρος της Εναγόμενης 1, η οποία εν πάση περιπτώσει θα καλούσε τους ίδιους μάρτυρες αν ο κάθε ένας από τους Ενάγοντες επέλεγε να καταχωρίσει ξεχωριστή αγωγή και θα αντεξέταζε τον κάθε ένα Ενάγοντα ξεχωριστά. Ως προκύπτει από τα δικόγραφα που έχουν καταχωριστεί, ιδιαίτερα την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, παραδέχεται ένα μεγάλο μέρος των ισχυρισμών των Εναγόντων σε σχέση με τα γεγονότα, παράγραφος 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Αυτό που αρνείται είναι τη θέση των Εναγόντων ότι υπάλληλοί της Εναγόμενης 1 είχαν παροτρύνει τους Ενάγοντες στην αγορά των αξιογράφων ή και είχαν βεβαιώσει τους Ενάγοντες ότι η συγκεκριμένη επένδυση ήταν εγγυημένη. Βάσει όλων των πιο πάνω και με γνώμονα ότι το Δικαστήριο ποτέ δεν υποδεικνύει στους διαδίκους τον τρόπο που θα συντάξουν το δικόγραφό τους και με δεδομένο ότι τα δικογραφημένα γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι άσχετα ή επουσιώδη ή ενοχλητικά προς την Εναγόμενη 1 ή σκανδαλώδη προς τη δικαστική διαδικασία, η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπερ των Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο