ROGERS TRADING LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1389/15, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1389/15 Μεταξύ: ROGERS TRADING LTD και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
- Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
- Αρχή Εξυγίανσης
- PricewaterhouseCoopers Limited
- Grant Thornton (Cyprus) Limited Εναγομένων Αίτηση ημερ. 24/06/2020 για προσθήκη Ενάγοντα και Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 28/04/2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Σ. Κυριάκου για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1: κα Α Παρπαρίνου Για τους Εναγόμενους 2, 3, 5 και 6: κα Μ. Ιωάννου για Αλέκο Ευαγγέλλου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 4/Καθ' ης η Αίτηση 4: κα Μ. Θεράποντος για Ηλία Χρίστου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 7: κ. Ν. Κωνσταντινίδης για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 8: κα Σ. Ζίττη για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ----------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύντομο ιστορικό της επίδικης διαφοράς Η Ενάγουσα, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους, διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο καταθετικούς λογαριασμούς στην Εναγόμενη 4 (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Τα ποσά των καταθέσεων της, ανέρχονταν, κατά το Μάρτιο του έτους 2013, στο ποσό των €3.877.599,
- Όπως είναι γνωστό την περίοδο εκείνη η κυπριακή οικονομία βρέθηκε στα όρια κατάρρευσης, γεγονός που οδήγησε στη θέσπιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17
(1)/2013) και στην έκδοση διαφόρων Διαταγμάτων από την Αρχή Εξυγίανσης (Εναγόμενη 5). Ανάμεσα στα Διατάγματα που εκδόθηκαν, ήταν και το Διάταγμα για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας (ΚΔΠ 104/2013), στη βάση του οποίου μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, καθώς και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της μέχρι ποσού €100.000 ανά καταθέτη. Αντίθετα, οι καταθέσεις που υπερέβαιναν το ποσό των €100.000 «απομειώθηκαν» και ο κάθε καταθέτης διατηρεί δικαίωμα αξίωσης για αποζημιώσεις για τις απώλειες που υπέστη, λόγω της απομείωσης των καταθέσεων του (βλ. σχετικά Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 427). Συνεπεία του πιο πάνω Διατάγματος, η Ενάγουσα απώλεσε το ποσό των €3.777.599,81, το οποίο παρέμεινε στη Λαϊκή Τράπεζα και «απομειώθηκε», ενώ το υπόλοιπο ποσό των €100.000 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, όπως προβλεπόταν στο υπό αναφορά Διάταγμα. Με την παρούσα αγωγή, που καταχώρισε η Ενάγουσα εναντίον των πιο πάνω Εναγομένων, διεκδικεί αποζημιώσεις, ίσες με το πιο πάνω ποσό που απώλεσε, συνεπεία, κατ' ισχυρισμό παραβίασης των ατομικών και συνταγματικών της δικαιωμάτων, αμέλειας, παραβίασης θεσμίων καθηκόντων, συνομωσίας, παράνομης ιδιοποίησης κινητής περιουσίας, αδικαιολόγητου πλουτισμού κλπ. Παρά το γεγονός ότι παρήλθαν 6 και πλέον χρόνια από την καταχώριση της αγωγής, η υπόθεση δεν προγραμματίστηκε μέχρι σήμερα για ακρόαση για διάφορους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αρκετός χρόνος αναλώθηκε για τη συμπλήρωση της δικογραφίας τα οποία συμπληρώθηκαν το Μάρτιο του έτους 2019. Έκτοτε η υπόθεση προγραμματιζόταν για οδηγίες, προκειμένου να καταχωριστούν από τους διαδίκους ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, στη βάση οδηγιών που δόθηκαν από το Δικαστήριο. Η παρούσα Αίτηση Με την υπό εξέταση Αίτηση, που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 24/06/2020, επιδιώκει: (α) την προσθήκη του XXXXX Nakonechnyy, ως Ενάγοντα και (β) την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε: (i) να προστεθεί ο Ενάγων 2 στον τίτλο της (ii) να προστεθεί στην παράγραφο 2 ότι ο Ενάγων 2 είναι ο εκδοχέας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την επίδικη συμβατική σχέση της Ενάγουσας 1 με την Εναγόμενη 4 και (iii) να προστεθεί νέα παράγραφος
(51)στην οποία να παρατίθεται η κατ' ισχυρισμό συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας 1 (assignment agreement) προς τον Ενάγοντα 2 ημερ. 15/04/
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ανδρέου, η οποία αφού επεξηγεί την ιδιότητα της και την πηγή γνώσης της επί των γεγονότων, υποστηρίζει, σε αδρές γραμμές, ότι: - με έγγραφη συμφωνία ημερ. 15/04/2013, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο, η Ενάγουσα εκχώρησε όλα τα δικαιώματα που είχε επί των επίδικων καταθέσεων της στην Εναγόμενη 4 στο αιτούμενο να προστεθεί ως Ενάγοντας 2 πρόσωπο (XXXXX Nakonechnyy). - Από παραδρομή δεν ενημερώθηκαν οι δικηγόροι για την ύπαρξη της συμφωνίας, γεγονός που περιήλθε στη γνώση τους στο στάδιο της ενημέρωσης τους για τα έγγραφα που θα αποκαλύπτονταν στα πλαίσια των οδηγιών του Δικαστηρίου για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων της Ενάγουσας καταχωρίστηκε, εν τέλει, στις 29/09/2020 και σε αυτήν αποκαλύπτεται η κατ' ισχυρισμό συμφωνία εκχώρησης ημερ. 15/04/
- Ενστάσεις Η Εναγόμενη 4 και οι Εναγόμενοι 2, 3, 5 και 6 αφού εξέφρασαν την πρόθεση τους για Ένσταση, καταχώρισαν γραπτές ενστάσεις, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται το αίτημα. Ειδικότερα: - Η Εναγόμενη 4, πέραν από τους τυπικούς λόγους (έλλειψη τεκμηρίωσης, αναγκαιότητα, πρόκληση καθυστέρησης κλπ) υποστηρίζει ότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της. Τούτο, ως επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, επειδή το αγώγιμο δικαίωμα του επιδιωκόμενου να προστεθεί Ενάγοντα 2 έχει παραγραφεί πριν από την καταχώριση της Αίτησης. Με τη σειρά τους οι Εναγόμενοι 2, 3, 5 και 6, υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να επιτραπεί η επιδιωκόμενη προσθήκη του Ενάγοντα 2, επειδή η κατ' ισχυρισμό εκχώρηση είναι παράνομη και/ή αντίθετη με το άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Ως δε επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση «. με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 148, το δικαίωμα οποιασδήποτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό, δεν εκχωρούνται, παρά μόνο από νόμο». Η δε εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 16 που αφορά στην εκχώρηση των καρπών της αγωγής, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Πέραν των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι 2, 3, 5 και 6 υποστηρίζουν πως η επιδιωκόμενη προσθήκη δεν συνάδει με τους σκοπούς της Δ.9 ενώ η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Οι Εναγόμενοι 1, 7 και 8 δεν καταχώρισαν ένσταση. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές σε έγκριτα νομικά συγγράμματα και σε νομολογία. Ειδικότερα: Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για την προσθήκη διαδίκου, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία εκχώρησης είχε συνομολογηθεί πριν από την καταχώριση της αγωγής. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως η Ενάγουσα δεν εκχώρησε δικαίωμα σε αγωγή (bare right to litigate) αλλά δικαίωμα συνδεδεμένο με περιουσία, δηλαδή τα δικαιώματα της επί του καταθετικού της λογαριασμού που διατηρούσε στην Εναγόμενη 4, τα οποία θεωρούνται ως αντικείμενα της αγωγής (choses in action), η εκχώρηση των οποίων επιτρέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Είναι ως εκ τούτου, κατά το συνήγορο, όχι μόνο αναγκαία, αλλά και επιβεβλημένη η προσθήκη του εκδοχέα, με βάση τα λεχθέντα σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες παραπέμπει το Δικαστήριο (Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1524 κ.ά.). Αναφορικά με την εισήγηση της Εναγόμενης 4 ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί, ο συνήγορος της Ενάγουσας, υποστήριξε με παραπομπή στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολιτική Έφεση 188/12, ημερ. 21/06/2018 ότι η προσθήκη ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης της αγωγής. Σε σχέση με τον προβαλλόμενο λόγο Ένστασης για καθυστέρηση, ο συνήγορος υποστήριξε πως με βάση τη Δ.9, η αίτηση για προσθήκη διαδίκων μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Υπέδειξε, περαιτέρω, πως έχουν εξηγηθεί επαρκώς οι λόγοι για τους οποίους καταχωρήθηκε η Αίτηση στο χρονικό αυτό σημείο, παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση της Ε. Ανδρέου που υποστηρίζει την Αίτηση. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 4, εισηγήθηκε πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους, συνοπτικά, λόγους: - δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την προσθήκη ενάγοντα, επειδή δεν έχει κατατεθεί η συγκατάθεση του προτιθέμενου να προστεθεί ενάγοντα. Υπέδειξε, συναφώς, πως το έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, δεν φέρει υπογραφές, ούτε την σφραγίδα της Ενάγουσας. - Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. - Το όποιο αγώγιμο δικαίωμα του προτιθέμενου Ενάγοντα έχει παραγραφεί, υποδεικνύοντας ότι οι αξιώσεις, όπως προβάλλονται στην αγωγή, στηρίζονται σε κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα, που φέρονται να έχουν διαπραχθεί το έτος
- Παρέπεμψε, εν προκειμένω, στις πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου και στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, υποστηρίζοντας ότι τα αγώγιμα δικαιώματα έχουν προ πολλού παραγραφεί. Ο συνήγορος των Εναγομένων 2, 3, 5 και 6 υποστήριξε με τη σειρά του πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος εφόσον: - Η αγωγή έχει καταχωριστεί από τον ορθό διάδικο, υποστηρίζοντας πως δεν έχει παρατεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε από λάθος πρόσωπο, ώστε να δικαιολογείται το αίτημα για προσθήκη διαδίκου ή την αντικατάσταση της Ενάγουσας από τον προτιθέμενο ενάγοντα. - Η κατ' ισχυρισμόν εκχώρηση των αξιώσεων της Ενάγουσας είναι παράνομη και αντίθετη με τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 148, με βάση το οποίο δεν επιτρέπεται η εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate) εκτός εάν εμπίπτει σε νομοθετική εξαίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, υπέδειξε ο συνήγορος, τα αγώγιμα δικαιώματα στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε αστικά αδικήματα και κατά συνέπεια δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε νομική εξαίρεση. - Πέραν τούτου, ο συνήγορος υποστήριξε πως οι αξιώσεις της Ενάγουσας, όπως προβάλλονται μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που αποτελεί εμπόδιο για την εκχώρηση, αφού προσκρούει στην πιο πάνω πρόνοια του Κεφ.
- Νομική πτυχή - κατάληξη Η εξουσία του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 Θ.
- Όπως έχει επανειλημμένα υποδειχθεί, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται με γνώμονα την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων (βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλιστών
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772 και Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο βασικός λόγος ένστασης, αφορά το κατ' ισχυρισμό παράνομο της εκχώρησης. Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, η εισήγηση στηρίζεται στο άρθρο 16 του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Το δικαίωμα οποιασδήποτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό δεν εκχωρούνται διαφορετικά παρά μόνο από νόμο.». Η πιο πάνω πρόνοια επεξηγείται στο Σύγγραμμα ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, όπου στη σελίδα 55, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η πρόνοια αυτή ενσωματώνει το γενικό κανόνα που απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate). Τέτοια εκχώρηση θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια πολιτική (public policy) γιατί θα ενεθάρρυνε ανεπιθύμητη δραστηριότητα με σκοπό την κερδοσκοπία μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Όπου όμως έχει εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις, το εξ αποφάσεως χρέος μπορεί να εκχωρηθεί. Επίσης επιτρέπεται η εκχώρηση των καρπών της αγωγής pendente lite, γιατί δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος αγωγής αλλά για εκχώρηση περιουσίας, δηλ. του προϊόντος της αγωγής, αν και όταν πραγματοποιηθεί. Νομοθετικές εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα είναι δυνατές, και παραδείγματα είναι η μεταβίβαση δικαιώματος λόγω θανάτου καθώς και η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) στο ασφαλιστικό δίκαιο.». Ο συνήγορος της Ενάγουσας, παραπέμποντας στο κείμενο της συμφωνίας εκχώρησης, εισηγήθηκε, πως εκείνο που στην ουσία εκχώρησε η Ενάγουσα στον Εκδοχέα, είναι τις καταθέσεις της στη Λαϊκή Τράπεζα και το δικαίωμα για ανάκτηση της εν λόγω περιουσίας μέσω δικαστικής αγωγής. Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να παρατεθεί αυτολεξεί το κείμενο της σχετικής πρόνοιας, ως καταγράφεται στο επισυνημμένο Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της κας Ε. Ανδρέου. Έχει ως ακολούθως: "The Assignor assigns to the Assignee all rights pertaining to any money presently or previously deposited at Cyprus Popular Bank, including any legal rights, including but not limited to the right to file legal proceedings for recovery of the said deposits before any relevant Court in any jurisdiction and the right to any compensation to which the Company would be entitled to.". Από την άλλη, η συνήγορος των Εναγομένων 2, 3, 5 και 6, υποστηρίζει πως στην πραγματικότητα, η Ενάγουσα αποσκοπεί στην εκχώρηση των αγώγιμων δικαιωμάτων της, πράξη η οποία προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 148, παραπέμποντας στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, όπου παρατίθενται ισχυρισμοί περί βαρείας ή σοβαρής αμέλειας, κακής πίστης και παραβίασης καθήκοντος των Εναγομένων 2 και
- Συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου των Εναγομένων 2, 3, 5 και 6 πως εκείνο που στην πραγματικότητα εκχώρησε η Ενάγουσα στον εκδοχέα είναι το αγώγιμο δικαίωμα της και όχι το ποσό της κατάθεσης της (περιουσιακό στοιχείο) ως υποστήριξε ο συνήγορος της Ενάγουσας. Υποδεικνύεται ότι κατά την ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας εκχώρησης (15/04/2013), το ποσό της κατάθεσης είχε ήδη «απομειωθεί», συνεπεία των προνοιών του υπό αναφορά διατάγματος. Είναι γι' αυτό το λόγο που καταχωρίστηκε, αρχικά, προσφυγή από την Ενάγουσα και εν συνεχεία, η παρούσα αγωγή, με την οποία επιδιώκει αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους, λόγω της απώλειας των καταθέσεων της, αποδίδοντας σ' αυτούς αμελείς πράξεις, παραλείψεις, συνωμοσία και άλλες αδικοπραξίες, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Καταλήγω, συνεπώς, πως η συμφωνία εκχώρησης προσκρούει στο άρθρο 16 του Κεφ. 148, ως άνω και δεν μπορεί να έχει τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκει με την Αίτηση της η Ενάγουσα. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την τύχη της Αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη. Θα απέρριπτα όμως την Αίτηση και για τον πρόσθετο λόγο της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το έτος 2015, ενώ είχε προηγηθεί προσφυγή, η οποία αποσύρθηκε μετά την έκδοση της γνωστής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας (πιο πάνω). Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η καταχώριση της παρούσας Αίτησης, πέντε και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Η απλή αναφορά στην ένορκη δήλωση της Ε. Ανδρέου ότι το έγγραφο εκχώρησης εντοπίστηκε πρόσφατα, στα πλαίσια ετοιμασίας της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Ας σημειωθεί ότι καταχωρίστηκε μακροσκελέστατη Έκθεση Απαίτησης από την Ενάγουσα, ενώ στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων ηγέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, προδικαστικές ενστάσεις, με τις οποίες εγείρονται ζητήματα για μη αποκάλυψη καλού αγώγιμου δικαιώματος από την Ενάγουσα και ορθότητας του τίτλου της αγωγής. Τυχόν αποδοχή του αιτήματος, θα προκαλούσε σοβαρό εκτροχιασμό της πορείας εκδίκασης της αγωγής, η οποία είναι ήδη πολύ καθυστερημένη. Θα έστελλε, επίσης, εσφαλμένα μηνύματα ως προς την υποχρέωση του Αιτητή για δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Έχει επανειλημμένα υποδειχθεί η ανάγκη για παροχή εξηγήσεων από τον Αιτητή που να δικαιολογούν την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση (βλ. μεταξύ άλλων, Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2012)1 Α.Α.Δ. 223 και Οργανισμός Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). Στην κρινόμενη υπόθεση, η Αιτήτρια δεν έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο που καθυστέρησε για 5 και πλέον χρόνια να υποβάλει την Αίτηση για προσθήκη διαδίκου και για συνακόλουθη τροποποίηση της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να σημειώσω πως ο λόγος Ένστασης περί κατ' ισχυρισμό παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, δεν είναι βάσιμος. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε διαφορετικά σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους, δεν θα υπήρχε εμπόδιο στην αποδοχή της Αίτησης για το συγκεκριμένο λόγο. Συμφωνώ, εν προκειμένω, με τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η προσθήκη του προτιθέμενου Ενάγοντα, θα ανέτρεχε στο χρόνο καταχώρισης της αγωγής και δεν θα εγειρόταν, συνεπώς, ζήτημα παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων του (βλ. Νεοφύτου ν. Malak κ.ά. - πιο πάνω -). Για τους λόγους, όμως, που εξηγήθηκαν πιο πριν, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων/Εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6 και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 7 και 8, δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα, αφού δεν έχουν καταχωρίσει ένσταση. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο