ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1304/2020, 9/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1304/2020 Μεταξύ: XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγοντα -και- ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενου -------------------------------------- Αίτηση, ημερομηνίας 25.11.2020, για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 09 Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή στη υπό κρίση αίτηση: κ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση: κ. Μιχαήλ για Πέτρος Μιχαήλ ΔΕΠΕ. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση του Εναγομένου, ημερομηνίας 25.11.2020, για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης, με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται διαζευκτικά παράταση χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης. Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 θ.3 Δ.
- θ. 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9, Δ.57 θ.2, στη σχετική νομολογία, στην πρακτική και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Χατζησάββα ημερομηνίας 25.06.
- Σε αυτήν ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει σειρά Τεκμήριων. Μεταξύ άλλων επισυνάπτει, ως Τεκμήριο Α, την αγωγή 1941/2020, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.7.
- Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση, στις, 12.12.2020 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι έντασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά του Εναγόμενου ζήτησε την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 12.2.2021, απέρριψε το πιο πάνω αίτημα. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
- Μέσα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτει ως κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε εναντίον του Εναγόμενου και την αγωγή 1941/
- Αποτελεί, επίσης, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.7.
- Περαιτέρω, από τον φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι η υπό εξέταση αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.6.
- Επιπρόσθετα, μέσα από τον φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι ο Ενάγων στις 15.7.2020 καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης από την πλευρά του Εναγομένου. Οι εισηγήσεις των διαδίκων Την 26η.02.2021, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν ο καθένας τη θέση του με αναφορά στην υποστηρικτική της θέσης τους νομολογία. Νομική πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται στη Δ.27 θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. » Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Το εύρος της Δ.27 θ. 3 έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Όπως έχει νομολογηθεί η Δ.27 θ. 3 παρέχει στο Δικαστήριο τον μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338. Ταυτόχρονα σύμφωνα με τη νομολογία, εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119 και στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959 στη σελίδα
- Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για διαγραφή της αγωγής ασκείται με φειδώ, περιορίζεται σε απλές και έκδηλες περιπτώσεις και δικαιολογείται μόνο, όταν είναι εμφανές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ακόμα και εάν επιτραπούν εύλογες τροποποιήσεις αυτής. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Cyproman Services Ltd v. Martin John Coward, Πολιτική Έφεση αρ. 140/2012, ημερομηνίας 4.4.
- Επιπρόσθετα, ως προς την ερμηνεία της Δ.27 θ.3, επειδή αυτή είναι πανομοιότυπη με την παλαιά Αγγλική Διαταγή Ο 25 r. 4, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από τις σχετικές Αγγλικές Αυθεντίες επί του θέματος. Έτσι, τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959 στη σελίδα 577, υπό τον τίτλο Inherent Jurisdiction, μπορούν να είναι διαφωτιστικά ως προς τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση Διαταγής: «Apart from all Rules and Orders the Court has an inherent Jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous and vexatious or an abuse of process. In such cases........ and removes from its files any matter improperly placed theron.» Άλλωστε σύμφωνα με τη νομολογία τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια δικαιοδοσία όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 και Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR
- Επιπρόσθετα, έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ότι το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία επέμβασης, όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Πολ. Εφ. 226/12 ημερομηνίας 22.11.
- Συνεπώς, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο διατηρεί και σύμφυτη εξουσία να διαγράψει κάποια αγωγή, όταν αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Merck & Co. Inc. κ.ά. ν. Medochemie Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 2184, η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Αιτητής στην υπό κρίση υπόθεση προέβαλε κυρίως τη θέση ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσο υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας. Ο συνήγορος του Αιτητή στήριξε την επιχειρηματολογία του στην Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson, 1843-1860, All ER Rep 378 και στην ιδιαιτέρα εμπεριστατωμένη ανάλυση του ζητήματος στην απόφαση της αδελφού δικαστού Α. Πανταζή στην αγωγή του Ε/Δ Λευκωσίας 880/2017, Τουμάζου κ.ά ν. Nicodemou & Gavrias Constuction Co Ltd, ημερομηνίας 27.4.2020. Οι αρχές της απόφασης Henderson (ανωτέρω) έχουν υιοθετηθεί στην κυπριακή έννομη τάξη με την απόφαση Τheori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296 στη σελ. 300, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «I state the rule of the Court correctly, when I say that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a Court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, mitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special case, not only to points upon which the Court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time. » Περαιτέρω, στην Αγγλική απόφαση Spire Healthcare Ltd v. Brooke
(2016)EWHC 2828 (QB), επεξηγήθηκε ότι ο κανόνας της απόφασης Henderson (ανωτέρω) δεν αφορά μόνο τις περιπτώσεις που παρήχθη δεδικασμένο από μια απόφαση, αλλά έχει ευρύτερη έννοια και καλύπτει τις περιπτώσεις όπου σε μεταγενέστερη διαδικασία εγείρονται ζητήματα τα οποία έπρεπε να εγερθούν σε προηγούμενες διαδικασίες. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «As pointed out above, the wider concept of abuse of process, arising originally from Henderson v Henderson, covers cases which do not fall squarely within the principles of res judicata (cause of action estoppel and issue estoppel). It is designed to cover those cases where in later proceedings, issues are raised which could and should have been, but were not, raised in earlier proceedings. » ( η υπογράμμιση δική μου) Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο κανόνας της απόφασης Henderson (ανωτέρω) επιβάλλει σε κάθε διάδικο να προβάλει με την αγωγή του ολόκληρη την υπόθεσή του και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας η έγερση ζητημάτων σε μεταγενέστερη διαδικασία, τα οποία έπρεπε να εγερθούν στην προγενέστερη. Όπως τέθηκε εύστοχα στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rafaat Barqwi
(2004)1 ΑΑΔ1 : «Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου.» Περαιτέρω, στην θεμελιακή απόφαση Beogradska DD
(1996)1 ΑΑΔ 911, το Eφετείο υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου προς περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών ; «Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Επιπλέον σχετική είναι η απόφαση Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, όπου επιδοκιμάστηκε η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε πως ο στόχος της περιστολής της κατάχρησης της διαδικασίας εξυπηρετείτο με την απόρριψη της μεταγενέστερης διαδικασίας. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η νομολογία αυτό που αποτρέπει είναι τη μεταγενέστερη έγερση ζητήματος που ανήκε κανονικά στην πρώτη αντιδικία. Επιπλέον, από το σύνολο των πιο πάνω αυθεντιών, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω έγερσης ζητημάτων που κανονικά ανήκαν σε προγενέστερη διαδικασία, αφορά κατά κανόνα την χρονικά μεταγενέστερη διαδικασία, αφού γίνεται δεκτό νομολογιακά ότι ο στόχος της περιστολής της κατάχρησης της διαδικασίας εξυπηρετείται με την απόρριψη της μεταγενέστερης διαδικασίας. Τέλος, προκύπτει ότι ουσιαστικό κριτήριο είναι το κατά πόσο το ζήτημα που εγείρεται στη δεύτερη διαδικασία ανήκε κανονικά στο πεδίο της πρώτης διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση ζητείται η διαγραφή ως καταχρηστικής της πρώτης χρονικά αγωγής με το επιχείρημα ότι στη μεταγενέστερη αγωγή τέθηκαν ζητήματα που έπρεπε να εγερθούν στην παρούσα. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι τα ζητήματα της παρούσας αγωγής θα έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια της αγωγής 1941/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ώστε όλα τα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων να εκδικάζονταν στα πλαίσια μιας και μόνον αγωγής. Το πιο πάνω επιχείρημα παραγνωρίζει ότι η υπό κρίση αγωγή προηγείται της αγωγής 1941/2020 και ως εκ τούτου κατά τον χρόνο καταχώρησής της δεν υπήρχε άλλη αγωγή που τυχόν επέβαλλε, όπως τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα να εκδικάζονταν στο πλαίσιο άλλης αγωγής. Επίσης, δεν έχει εξηγηθεί το πώς η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά, δεδομένου του ότι κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε δεν υπήρχε άλλη αγωγή που να εγείρει ζητήματα που ήταν επιβεβλημένο ή έστω επιθυμητό να εκδικαστούν σε μια και μόνο αγωγή. Κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι σε άλλη μεταγενέστερη αγωγή τυχόν εγέρθηκαν ζητήματα που ενδεχομένως κανονικά να ανήκαν στην παρούσα, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Εάν εγείρεται θέμα κατάχρησης αυτό μπορεί να εγερθεί μόνο σε σχέση με την μεταγενέστερη αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε ενόσω υπήρχε η παρούσα. Μόνο στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αγωγής παρέχεται το υπόβαθρο να αξιολογηθεί η επιλογή του Ενάγοντα να προωθήσει με μεταγενέστερη αγωγή ζήτημα που τυχόν ανήκαν στο πεδίο της προγενέστερης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Επιπρόσθετα, δεν έχει καταδειχθεί ότι τα ζητήματα που εγείρει η δεύτερη χρονικά αγωγή εμπίπτουν κανονικά στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα η υπό κρίση αγωγή αφορά σε αξίωση επί κατ΄ ισχυρισμόν ακάλυπτης επιταγής, η οποία κατ΄ ισχυρισμόν εκδόθηκε περί τον Μάρτιο του 2018 από το Εναγόμενο σωματείο. Η μεταγενέστερη αγωγή αφορά σε κατ΄ισχυρισμόν παρατυπίες στην σύγκληση και στις διαδικασίες της γενικής συνέλευσης του Εναγόμενου σωματείου, ημερομηνίας 9.12.
- Επιπλέον, οι ισχυρισμοί που περιέχονται στη μεταγενέστερη αγωγή ανάγονται όλοι σε χρόνο μεταγενέστερο των ισχυρισμών που συγκροτούν το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα. Επομένως, τόσο η φύση των ισχυρισμών της αγωγής 1941/2020 όσο και η χρονική τους απόσταση από τους ισχυρισμούς που συγκροτούν το επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα, οδηγούν στον συμπέρασμα ότι τα επίδικα θέματα της μεταγενέστερης αγωγής δεν ανήκουν κανονικά στην παρούσα αγωγή. Συνακόλουθα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανόνα της απόφασης Henderson (ανωτέρω) και δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κατάχρησης εκ μέρους του Ενάγοντα. Τέλος μέσα από τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης στην υπό κρίση αγωγή, προκύπτει ότι αυτή δεν είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι απλή και ξεκάθαρη, ώστε να χωρεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς διαγραφή της. Συνεπώς, το αιτητικό Α της αίτησης κρίνεται απορριπτέο κα απορρίπτεται. Το αιτητικό Β της Αίτησης. Με βάση το αιτητικό Β της Αίτησης το Εναγόμενο σωματείο ζητεί όπως η προθεσμία για καταχώρηση Υπεράσπισης παραταθεί. Όμως, στον φάκελο της διαδικασίας υφίσταται ήδη αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης εντός της νενομισμένης προθεσμίας. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε πριν την υπό κρίση αίτηση. Επομένως, το ζήτημα της παράτασης ή όχι του χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης είναι επίδικο στην αίτηση ημερομηνίας 15.7.
- Συνακόλουθα, το ζήτημα του εάν πρέπει να δοθεί χρόνος προς καταχώρηση Υπεράσπισης, πέραν του χρόνου που προνοείται στους θεσμούς, αποτελεί θέμα που ανήκει λογικά στην αίτηση ημερομηνίας 15.7.
- Σύμφωνα δε με το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Η Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, 1η έκδοση, σελ. 20, ο κανόνας της απόφασης Henderson (ανωτέρω) περιλαμβάνει και τις ενδιάμεσες διαδικασίες. Συνακόλουθα η προσπάθεια του Εναγόμενου σωματείου να εκδικαστεί στο πλαίσιο της παρούσας ζήτημα, το οποίο ανήκει κανονικά στα επίδικα ζητήματα της αίτησης για απόφαση ημερομηνίας 15.7.2020, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως, το Αιτητικό Β κρίνεται απορριπτέο και απορρίπτεται. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο