PIERIDES HOLDINGS PLC ν. Δ & Κ ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3363/2013, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3363/2013 Μεταξύ: PIERIDES HOLDINGS PLC Eνάγοντες και
- Δ & Κ ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΛΤΔ
- XXXXX ΤΣΟΥΚΚΑΣ
- XXXXX ΣΙΑΤΗΣ Eναγόμενοι Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κ. Φ. Βαρκάρης με κ. Μ. Χατζηδάκη για ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΑΝΟΣ & ΣΙΑ. Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κ. Χ. Γαβριηλίδης για ΧΡΙΣΤΟΣ & ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η αξίωση των Eναγόντων εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 για ποσό ύψους €48.015,71 ως υπόλοιπο τρεχούμενου ή χρεωστικού ή απλού λογαριασμού ή τιμολογίων ή αξίας εμπορευμάτων ή εγγυήσεως. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 αποσύρθηκε εκ μέρους των Εναγόντων και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί: Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στην επίλυση θεμάτων, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας.[1] Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, οι Ενάγοντες ασχολούνται με την εισαγωγή και εμπορία υλικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, φωτιστικών ειδών και καταναλωτικών ειδών οικιακής και επαγγελματικής χρήσεως. Κατόπιν συμφωνίας στη Λευκωσία κατά την περίοδο 01/01/2000 - 01/05/2013 συμφώνησαν, πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει ή/και δυνάμει τιμολογίων και αντί συμφωνηθείσων ή εύλογων ή συνήθων τιμών. Ο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός κατά ή περί την 17/5/2013 δείκνυε το υπόλοιπο ποσό των €48.015,71 οφειλόμενο υπό των Εναγομένων 1, 2 και
- Ο ως άνω λογαριασμός ή συνεργασία με τους Ενάγοντες άρχισε κατόπιν γραπτής αίτησης εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2, και 3 ή/και των Εναγομένων 1 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τους Εναγόμενους αυτοί αρνήθηκαν ή/και αμέλησαν ή/και παρέλειψαν την πληρωμή του χρέους προς τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπεγράφη οποιαδήποτε αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και άνευ βλάβης, ισχυρίζονται ότι οποιαδήποτε συμφωνία πώλησης έγινε, αυτή έγινε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγόντων και οι Εναγόμενοι 2 και 3 καμία σχέση δεν έχουν προσωπικά με τη συμφωνία αυτή. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οποιαδήποτε ενέργεια έγινε από τους Εναγόμενους 2 και 3, αυτή ήταν στα πλαίσια της ιδιότητας τους ως διευθυντές ή/και ως εξουσιοδοτημένοι ή/και αντιπρόσωποι της Εναγόμενης
- Παραδεκτά γεγονότα: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το ύψος του ποσού ως αυτό έχει δικογραφηθεί από τους Ενάγοντες, ήτοι €48.015,
- Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι το εν λόγω ποσό οφείλεται από την Εναγόμενη 1, εναντίον της οποίας όμως δεν προωθήθηκε η αγωγή. Παρέμεινε προς εκδίκαση το κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι και οι ίδιοι υπόλογοι για την πληρωμή του ως άνω ποσού. Προχωρώ τώρα να συνοψίσω και στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα που παραμένουν να τελούν υπό αμφισβήτηση.[2] Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν ένα μάρτυρα, τον κ. Κυριάκο Γεωργίου, διευθυντή των Εναγόντων (ΜΕ1). Η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 παρουσίασε επίσης 1 μάρτυρα, τον Εναγόμενο 3 κ. Κυριάκο Σιάτη (ΜΥ1). ΜΕ1: Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε ότι οι Ενάγοντες, κατόπιν συμφωνίας στη Λευκωσία και κατά την περίοδο 01/10/2008 - 31/03/2013 συμφώνησαν, πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει ή και δυνάμει τιμολογίων και αντί συμφωνηθείσων ή εύλογων ή συνήθων τιμών και προς τούτο τηρείτο σχετικός λογαριασμός ή λογαριασμός τιμολογίων ή τρεχούμενος λογαριασμός. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ως άνω λογαριασμός ή συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε κατόπιν γραπτής αίτησης εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 ή και των Εναγομένων 1 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 ή και ως συνοφειλετών. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 έγγραφο με τίτλο «Αίτηση για παραχώρηση Πίστωσης». Ανέφερε επίσης ότι η εν λόγω αίτηση δεν αναγράφει το έτος το οποίο ήταν το έτος 2008 και ότι η συνήθης και τακτική πρακτική των εναγόντων η οποία τηρείται πάντοτε αλλά και κατόπιν συμβουλής και των δικηγόρων των Εναγόντων και πριν την παραχώρηση - πώληση εμπορευμάτων επί πιστώσει είναι να δεσμεύονται οι διευθυντές ή φυσικά πρόσωπα ως εγγυητές ή και συνοφειλέτες όταν ο χρεώστης είναι ιδιωτική εταιρεία, ούτως ώστε το λαβείν τους να είναι πιο εξασφαλισμένο. Περαιτέρω, με αναφορά στο Τεκμήριο 5 το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήτοι δέσμη τιμολογίων τα οποία εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός του έτους 2009, ανέφερε επεξηγώντας τα εν λόγω τιμολόγια ότι στο κάθε τιμολόγιο αναγράφεται αριστερά το όνομα του πελάτη στον οποίο έκαστο τιμολόγιο εκδίδεται, δίπλα αναγράφεται ότι είναι τιμολόγιο επί πιστώσει και επίσης αναγράφεται ο αριθμός του εγγράφου, η ημερομηνία, ο αριθμός του πωλητή καθώς και το χρηματικό όριο της πίστωσης μέχρι το οποίο ο πελάτης δικαιούται να αγοράζει εμπορεύματα και δίπλα από αυτό το υπόλοιπο που οφείλει ο πελάτης βάσει του τελευταίου τιμολογίου. Τέλος, ανέφερε ότι όχλησαν πολλές φορές τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 για το οφειλόμενο ποσό αλλά αυτοί αρνήθηκαν και ή αμέλησαν και ή παρέλειψαν την πληρωμή του χρέους τους προς τους Ενάγοντες μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι ο ίδιος δεν εξυπηρετούσε άμεσα πελάτες, ούτε είδε ποτέ τους Εναγόμενους 2 και 3 τους οποίους ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν στα καταστήματα αλλά στα γραφεία των Εναγόντων τα οποία βρίσκονται σε ξεχωριστό χώρο. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο ο ίδιος ήταν παρών όταν οι εκπρόσωποι της Εναγόμενης 1 μετέβηκαν στο κατάστημα των Εναγόντων και συζήτησαν τη συνεργασία που θα είχαν μεταξύ τους ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών, ούτε ήταν παρών κατά την κατάρτιση του Τεκμηρίου
- Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 2, ήτοι έγγραφο με τίτλο «Αίτηση για παραχώρηση Πίστωσης», συμφώνησε ότι το λεκτικό που περιέχεται στο εν λόγω έγγραφο είναι τυποποιημένο και ότι στο εν λόγω έγγραφο υπάρχουν 2 σφραγίδες εκ μέρους της Εναγόμενης
- Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο συμφωνεί με τη θέση του συνήγορου των Εναγομένων 2 και 3 ότι η εν λόγω αίτηση έγινε από την Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι η πρακτική ήταν η αίτηση να γίνεται στο όνομα της εταιρείας όπως αναγράφεται, όπως ανέφερε, στην περίπτωση αυτή και κάτω είναι οι συνοφειλέτες της εταιρείας δηλαδή οι μέτοχοι στις πλείστες περιπτώσεις. Όταν του υποδείχθηκε η παράγραφος 4 της γραπτής του δήλωσης και ρωτήθηκε να διευκρινίσει ποια από τις διαζευκτικές θέσεις τις οποίες αναφέρει ισχύει στην παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι ισχύουν και οι 3 θέσεις στις οποίες αναφέρθηκε, δηλαδή ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε κατόπιν γραπτής αίτησης εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και 3 ή και των εναγομένων 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 ή και ως συνοφειλετών. Στη συνέχεια, με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συμφώνησε με τη θέση ότι κάποιος οργανισμός και στην προκείμενη περίπτωση η Εναγόμενη 1 έκαμε αίτηση ανοίγματος λογαριασμού και αιτήθηκε πίστωση για ποσό ύψους €
- Σε ότι αφορά το ζήτημα της μη ύπαρξης οποιασδήποτε υπογραφής στο εν λόγω έγγραφο εκ μέρους των Εναγόντων ανέφερε ότι από τη στιγμή που ανοίγεται ο λογαριασμός στα ηλεκτρονικά συστήματα των Εναγόντων και βγήκαν τιμολόγια, δόθηκε προφορικά η έγκριση στον υπεύθυνο του καταστήματος να προχωρήσει πράγμα που έγινε και εκδόθηκαν τιμολόγια. ΜΥ1: Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ένας εκ των δύο διευθυντών της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 1 συνεργαζόταν με διάφορους εμπόρους για την αγορά ηλεκτρολογικών προϊόντων και μεταξύ αυτών ήταν και η ενάγουσα. Ανέφερε επίσης ότι κατά ή περί το έτος 2008 υπήρξε συνεργασία της εναγόμενης 1 με τους Ενάγοντες όπου η Εναγόμενη 1 μέσω των αντιπροσώπων της αγόραζε διάφορα υλικά από το κατάστημα στα Λατσιά που διατηρούσαν οι Ενάγοντες όπου και εκδιδόταν σχετικό τιμολόγιο είτε επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς στο όνομα της Εναγόμενης 1 η οποία ήταν και η οφειλέτιδα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όλες οι συναλλαγές γίνονταν μεταξύ των δύο εταιρειών και τόσο αυτός όσο και οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 λάμβαναν υλικά από την ενάγουσα προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε επίσης ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής της Εναγόμενης 1 αφενός διότι αγοραστής των προϊόντων ήταν η Εναγόμενη 1 και αφετέρου οι πληρωμές γίνονταν όλες με χρήματα της εταιρείας και κυρίως με τραπεζιτικές επιταγές. Δήλωσε ότι σε καμία περίπτωση τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 2 οφείλουν προσωπικά το οποιοδήποτε ποσό οφείλει η Εναγόμενη 1 προς τους Ενάγοντες αφού, όπως ανέφερε, αγοραστής και πελάτης των Εναγόντων ήταν η Εναγόμενη 1 καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των δύο εταιρειών. Ανέφερε επίσης ότι όλα τα υλικά λαμβάνονταν για λογαριασμό και προς όφελος της Εναγόμενης 1 και ουδέποτε υπό την προσωπική τους ιδιότητα και γι' αυτό όλα τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα της Εναγόμενης
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε έγγραφο με το οποίο εγγυάτο τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 2 προσωπικά το οποιοδήποτε χρέος της εναγόμενης
- Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 2, ως διευθυντές της Εναγόμενης 1 έθεσαν την υπογραφή τους ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της Εναγόμενης 1 εκπροσωπώντας αυτήν και σε καμία περίπτωση ενεργώντας υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Δήλωσε επίσης ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ αυτών και των Εναγόντων ή με οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων για προσωπική εγγύηση χρέους της Εναγόμενης
- Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ανέφερε ότι αιτητής ήταν η Εναγόμενη 1 με προτεινόμενο όριο πίστωσης το ποσό των €2000 και ότι στο σημείο που τέθηκαν οι υπογραφές τους αυτές έχουν τεθεί ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της αιτήτριας εταιρείας που ήταν η εναγόμενη 1 και για αυτό μπήκε η σφραγίδα της εταιρείας δύο φορές κάτω από τις υπογραφές τους. Επίσης, αναφέρθηκε σε επιστολή ημερομηνίας 22/3/13 (Τεκμήριο 9) η οποία αποστάληκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 με την οποία ζητείτο η διευθέτηση του υπολοίπου από την Εναγόμενη 1 και η οποία δεν απευθύνθηκε, ως ανέφερε, στους ίδιους προσωπικά ως εγγυητές ως ψευδώς αναφέρουν οι Ενάγοντες. Ανέφερε επίσης ότι το Τεκμήριο 2 δεν τους δεσμεύει προσωπικά αφού αυτό, κατά τη θέση του, δεν αποτελεί εγγύηση χρέους επαναλαμβάνοντας ότι αυτό υπογράφηκε από τους ίδιους υπό τις συνθήκες που εξήγησε ανωτέρω. Ανέφερε επίσης ότι όταν τους δόθηκε το Τεκμήριο 2 τους αναφέρθηκε ότι αυτό το έγγραφο ήταν για το άνοιγμα λογαριασμού της Εναγόμενης
- Τέλος, ανέφερε ότι ο ίδιος αγόραζε υλικά από τους Ενάγοντες για προσωπική χρήση και σε τέτοια περίπτωση εκδιδόταν τιμολόγιο στο όνομα του στο οποίο αναγραφόταν λογαριασμός διαφορετικός από αυτόν της Εναγομενης
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 ένα από τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν στο όνομα του από τους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος και σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, επανέλαβε τη θέση του ότι το Τεκμήριο 2 ήταν το έγγραφο που τους δόθηκε από τους Ενάγοντες για να ανοιχθεί λογαριασμός και μετά άρχισε η συνεργασία τους ως εταιρεία. Συμφώνησε ότι η συνεργασία με τους Ενάγοντες άρχισε τον Οκτώβριο του 2008 και διήρκησε μέχρι και το έτος
- Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5 (δέσμη τιμολογίων που αφορούν το έτος 2009) αναγνώρισε σε κάποια από αυτά την υπογραφή του ενώ σε κάποια άλλα ανέφερε ότι πιθανόν η υπογραφή να είναι κάποιου υπαλλήλου της εταιρείας τους. Σε υποβολή ότι η όλη συνεργασία αφορούσε την Ενάγουσα και τους 3 εναγόμενους ανέφερε ότι όλα τα υλικά που αγοράζονταν για την εταιρεία ήταν για λογαριασμό της εταιρείας τους και ότι δεν αγοράζονταν προσωπικά από αυτόν και τον Εναγόμενο
- Ερωτηθείς σε σχέση με τον λόγο που υπέγραψαν το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι υπέγραψαν αυτό ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 με σκοπό να γίνει συνεργασία μεταξύ της εταιρείας τους και των Εναγόντων. Όταν του υποβλήθηκε ότι υπέγραψαν το έγγραφο αυτό αναλαμβάνοντας την υποχρέωση αποπληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου της εταιρείας (εναγόμενης 1) ανέφερε ότι υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 και όχι προσωπικά ως οφειλέτες της εταιρείας (εναγόμενης 1), επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι αυτό υπογράφηκε για να γίνει η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι αρχικά υπέγραψαν προσωπική ανάληψη χρέους για ποσό €2000 και ότι στη συνέχεια όταν το ποσό πίστωσης προς την Εναγόμενη 1 αυξήθηκε, αυτοί ανέλαβαν προσωπικά την πληρωμή του υπολοίπου που οφειλόταν στους Ενάγοντες, ανέφερε ότι δεν ανέλαβαν ποτέ προσωπικά να πληρώσουν το υπόλοιπο του χρέους της Εναγόμενης
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμώ να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Μαρτυρία ΜΕ1: Ο ΜΕ1 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέστη σαφές από τη μαρτυρία του ότι ο ίδιος δεν είχε άμεση εμπλοκή και προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το καθεστώς συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και στο τι ήταν αυτό το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν γνώριζε καν τους Εναγόμενους 2 και 3 ούτε ήταν παρών όταν οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν μεταβεί σε κατάστημα των Εναγόντων για να συζητήσουν τους όρους συνεργασίας με τους Ενάγοντες, συνάντηση την οποία δεν αρνήθηκε, ούτε ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, ούτε και επικαλέστηκε ότι έλαβε πληροφόρηση σε σχέση με το τι διαμείφθηκε στην εν λόγω συνάντηση ή σε σχέση με τους όρους της συνεργασίας των μερών από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο η προβολή εκ μέρους του διαζευκτικών θέσεων σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κάτι που είναι ενδεικτικό της αδυναμίας της εκδοχής των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε κατόπιν γραπτής αίτησης εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και 3 ή και των εναγομένων 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 ή και ως συνοφειλετών. Μάλιστα, ενώ του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να διευκρινίσει ποια από τις τρεις θέσεις ισχύει στην παρούσα υπόθεση, ο ίδιος ανέφερε ότι ισχύουν όλες οι διαζευκτικές του θέσεις. Δεν νοείται ένας μάρτυρας ο οποίος έρχεται στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια ως προς το τι πραγματικά έλαβε χώρα να προβαίνει σε διαζεύξεις ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να αναμένει από το Δικαστήριο ότι θα κριθεί με αυτόν τον τρόπο αξιόπιστος. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ΜΕ1 κλονίζει αφ' εαυτής την αξιοπιστία του. Θα έπρεπε να ήταν σε θέση να μαρτυρήσει θετικά ως προς το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση οι Ενάγοντες έχουν συμβληθεί με όλους τους Εναγόμενους με τρόπο ώστε και οι 3 εναγόμενοι να είναι υπόλογοι έναντι των Εναγόντων ή κατά πόσο έχουν συμβληθεί με την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη έναντι των Εναγόντων με τους Εναγόμενους 2 και 3 να έχουν εγγυηθεί τις οφειλές της Εναγόμενης
- Να θυμίσω σ' αυτό το σημείο τη θεμελιωμένη αρχή πως ένας διάδικος δικαιούται βεβαίως να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά κατά την ακρόαση, οφείλει να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει.[6] Διαζεύξεις όμως από ένα μάρτυρα ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν χωρούν.[7] Είναι φανερό ότι ο ΜΕ1 προώθησε κατά το δοκούν διαζευκτικές θέσεις ως προς τα γεγονότα παραβιάζοντας αφενός την πιο πάνω πάγια αρχή και αφετέρου εκθεμελιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αξιοπιστία της εκδοχής των Εναγόντων. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και η διστακτικότητα του ΜΕ1 να απαντήσει ευθέως όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν ή όχι ο ίδιος παρών όταν οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν μεταβεί σε κατάστημα των Εναγόντων για να συζητήσουν τους όρους συνεργασίας. Ενώ δεν αρνήθηκε ότι κάτι τέτοιο έλαβε χώρα, απέφυγε σε πρώτη φάση να δώσει ευθέως απάντηση λέγοντας ότι στις πλείστες περιπτώσεις δεν ήταν παρών για να δεχτεί εν τέλει στη συνέχεια ότι όντως στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος δεν ήταν παρών. Αξιοσημείωτη ήταν και η αδυναμία του να τοποθετηθεί ευθέως στη θέση που του υποβλήθηκε ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν στην υπό εξέταση περίπτωση ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα δεν έχουν υπογράψει ως συνοφειλέτες της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση επί τούτου και να εξηγήσει τι έγινε εν προκειμένω παρά μόνο παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 λέγοντας ότι σε αυτό γίνεται αναφορά σε υπογραφή εξουσιοδοτημένου προσώπου. Αξιοσημείωτες ήταν και οι αναφορές του ΜΕ1 στο Τεκμήριο 5, ήτοι δέσμη τιμολογίων που εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός του έτους 2009, οι οποίες δεν συνήδαν με την μία από τις εκδοχές που προώθησε στο Δικαστήριο, ήτοι ότι οι όλοι οι Εναγόμενοι ήταν συνοφειλέτες έναντι των Εναγόντων. Και εξηγώ: Εξηγώντας στο Δικαστήριο το περιεχόμενο του κάθε τιμολογίου επεσήμανε ότι στα αριστερά έκαστου τιμολογίου αναγράφεται το όνομα του πελάτη στο οποίο αυτό εκδίδεται. Εν προκειμένω, αναγράφεται με αγγλικούς χαρακτήρες το όνομα της Εναγόμενης
- Αν η συμφωνία παροχής εμπορευμάτων γινόταν με όλους τους Εναγόμενους, τότε θα αναμενόταν ότι στα εν λόγω τιμολόγια δεν θα αναγραφόταν μόνο το όνομα της Εναγόμενης 1 τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο ΜΕ1 εξήγησε με αναφορά σε αυτά ότι σε κάθε τιμολόγιο πάνω αριστερά αναγράφεται το όνομα του πελάτη. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε περί τούτου εξήγηση από τον ΜΕ1, κάτι που προφανώς δείχνει ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες θεωρούσαν ως πελάτη τους την Εναγόμενη 1 και μόνο. Άλλωστε, ο ίδιος ο ΜΕ1 με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 συμφώνησε εν τέλει με τη θέση ότι κάποιος οργανισμός και στην προκείμενη περίπτωση η Εναγόμενη 1 έκαμε αίτηση ανοίγματος λογαριασμού στους Ενάγοντες και αιτήθηκε πίστωση για ποσό ύψους €2000, κάτι που βεβαίως συνάδει και με τα τιμολόγια στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο 5), εξηγώντας τον τρόπο που αυτά εκδίδονταν. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του το Τεκμήριο 9 που είναι μία επιστολή απαίτησης για εξόφληση υπολοίπου ημερομηνίας 22/4/2013, η οποία προωθήθηκε πριν την έγερση της παρούσας αγωγής και η οποία απευθύνεται μόνο στην Εναγόμενη 1 και όχι στους Εναγόμενους 2 και 3 με θέμα «Εκκρεμή Υπόλοιπο προς πληρωμή». Σε αυτήν την επιστολή, οι Ενάγοντες κάνουν αναφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η επιστολή το οποίο καλούν να προβεί άμεσα σε πληρωμή του ποσού, επισημαίνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση η υπόθεση θα ανατεθεί στους δικηγόρους των Εναγόντων προκειμένου να καταχωριστεί αγωγή «εναντίον σας για το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω πλέον τόκους από την ημέρα που τιμολογηθήκατε τα προϊόντα που αγοράσατε», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής απαίτησης δεν συνάδει βεβαίως ούτε με την εκδοχή ότι οι Ενάγοντες θεωρούσαν ως συνοφειλέτες και τους εναγόμενους 2 και 3 αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα αναμενόταν τουλάχιστον ότι η εν λόγω επιστολή να είχε απευθυνθεί και στους εναγόμενους 2 και 3 ζητώντας και από αυτούς εξόφληση, ούτε και με τη διαζευκτική εκδοχή του ΜΕ1 ως προς την ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητές, αφού και πάλι θα αναμενόταν η απαίτηση και από αυτούς του οφειλόμενου υπολοίπου υπό αυτήν τους την ιδιότητα. Αντί αυτού, η εν λόγω επιστολή απαιτεί εξόφληση μόνο από την Εναγόμενη 1 και καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον ΜΕ1 περί τούτου όταν αυτός έδιδε μαρτυρία, παρά μόνο αναγνώρισε ότι πράγματι αυτή η επιστολή συντάχθηκε και αποστάληκε από τους Ενάγοντες. Αυτό το οποίο κατέστη εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1 ήταν ότι το μόνο που ήταν σε θέση να πει στο Δικαστήριο ήταν για την κατ' ισχυρισμό πρακτική της Ενάγουσας εταιρείας, σε περιπτώσεις όπου χρεώστης ήταν κάποια εταιρεία να δεσμεύει εκτός από την εταιρεία τους διευθυντές ή μετόχους της χωρίς όμως να είναι σε θέση να πει με συγκεκριμένο, σαφή και θετικό τρόπο τι έλαβε χώρα στην υπό εξέταση περίπτωση, για την οποία περιορίστηκε στην προώθηση διαζευκτικών θέσεων σε σχέση με τα γεγονότα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σαφείς και συγκεκριμένες απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων δεν θα ήταν ασφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν και συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Μαρτυρία ΜΥ1: Ο ΜΥ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για πρόσωπο που είχε άμεση και ενεργό εμπλοκή στα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και το οποίο ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων. Υπήρξε σταθερός στη θέση του σε ότι αφορά τη συνεργασία της εναγόμενης 1 με τους Ενάγοντες και πιο συγκεκριμένα στη θέση του ότι επρόκειτο για μία συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών (της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1) στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη 1 αγόραζε διάφορα υλικά από κατάστημα που διατηρούσαν οι Ενάγοντες και στο πλαίσιο της οποίας εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια στο όνομα της Εναγόμενης
- Περαιτέρω, σταθερός υπήρξε και στη θέση του ότι όλες οι συναλλαγές γίνονταν μεταξύ των δύο εταιρειών και τόσο αυτός όσο και οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 λάμβαναν υλικά από την ενάγουσα προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγόμενης
- Σαφής και σταθερός υπήρξε και ως προς τη θέση του ότι αγοραστής και πελάτης των προϊόντων των Εναγόντων ήταν η Εναγόμενη 1 καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των δύο εταιρειών με τον ίδιο και τον Εναγόμενο 2 να μην οφείλουν προσωπικά το οποιοδήποτε ποσό οφείλει η Εναγόμενη 1 προς τους Ενάγοντες. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, επέμεινε στη θέση του ότι επρόκειτο για ένα έγγραφο που τους δόθηκε από τους Ενάγοντες προκειμένου να ανοιχθεί λογαριασμός της Εναγόμενης 1 και το οποίο υπογράφηκε εκ μέρους τόσο του ίδιου όσο και του Εναγόμενου 2 ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 εκπροσωπώντας αυτήν και σε καμία περίπτωση ενεργώντας υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Περαιτέρω, το ίδιο σταθερή και ακλόνητη ήταν η θέση του απαντώντας στις υποβολές που του τέθηκαν ως προς το ότι υπέγραψε μαζί με τον Εναγόμενο 2 το Τεκμήριο 2 αναλαμβάνοντας την υποχρέωση αποπληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου της Εναγόμενης 1, λέγοντας ότι υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 1 και όχι προσωπικά ως οφειλέτες της εταιρείας (εναγόμενης 1), επαναλαμβάνοντας για άλλη μία φορά τη θέση του ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε για να γίνει η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών (Ενάγουσας και Εναγόμενης 1) και ότι δεν ανέλαβαν ποτέ προσωπικά να πληρώσουν το υπόλοιπο του χρέους της Εναγόμενης
- Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η ερμηνεία του Τεκμηρίου 2 επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου αφού πρόκειται για μία διαδικασία με αμιγώς νομικό χαρακτήρα και το Δικαστήριο αναφέρεται στο ζήτημα αυτό στη συνέχεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΥ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ευρήματα: Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Τον Οκτώβριο του 2008, η Ενάγουσα άρχισε συνεργασία με την Εναγόμενη 1 η οποία διήρκησε μέχρι και το έτος 2013 και στο πλαίσιο της οποίας, η Ενάγουσα προμήθευε επί πιστώσει ηλεκτρολογικά προϊόντα στην Εναγόμενη 1 εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια. (β) Της έναρξης της εν λόγω συνεργασίας προηγήθηκε η υποβολή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 μίας γραπτής αίτησης για παραχώρηση πίστωσης στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε ως προτεινόμενο όριο πίστωσης από την Ενάγουσα το ποσό των €2000 το οποίο εγκρίθηκε με την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών και το οποίο είχε την έννοια ότι η Ενάγουσα θα προμήθευε επί πιστώσει προϊόντα την Εναγόμενη 1 με αξία μέχρι το όριο πίστωσης. (γ) Η γραπτή αίτηση υπογράφηκε από τους Εναγομένους 2 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της Εναγόμενης 1 και κάτω από τις υπογραφές τους τέθηκε δύο φορές η σφραγίδα της Εναγόμενης
- (δ) Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 το όριο πίστωσης είχε ανά διαστήματα αυξηθεί και αυτό είχε την έννοια ότι η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγόμενη 1 επί πιστώσει με εμπορεύματα αξίας μέχρι το εκάστοτε όριο πίστωσης εκδίδοντας προς τούτο σχετικά τιμολόγια. (ε) Κατά το τέλος της συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 1 όφειλε στην Ενάγουσα ποσό ύψους €48.015,
- (στ) Πριν την έγερση της παρούσας αγωγής και πιο συγκεκριμένα, στις 22/4/2013 η Ενάγουσα προώθησε στην Εναγόμενη 1 επιστολή απαίτησης με την οποία καλούσε την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το υπόλοιπο της προς την Ενάγουσα, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Νομική Πτυχή και τελικά συμπεράσματα: Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρουν οι Ενάγοντες οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[8] Στην Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 επισημάνθηκε ότι μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Νομιμοποίηση Εναγόντων: Οι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους έθεσαν για πρώτη φορά ζήτημα νομιμοποίησης της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή. Αφορμή για την εισήγηση αυτή αποτέλεσε αφενός το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ήτοι έρευνα σε σχέση με την Ενάγουσα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στην οποία δίπλα από το σημείο «Κατάσταση Οργανισμού» αναγράφεται η φράση «Υπό διαχείριση» και αφετέρου, η απάντηση του ΜΕ1 σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η Ενάγουσα βρίσκεται υπό διαχείριση. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε ποιος είναι ο διαχειριστής, ο ΜΕ1 απάντησε ότι είναι η Τράπεζα. Όπως έχει νομολογηθεί, το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να καταχωρεί και προωθεί δικαστικές διαδικασίες είναι ζήτημα που ανάγεται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, και ως τέτοιο, εξετάζεται και πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu).[9] Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) ότι: «The effect of the appointment out of court is as regards the crystallisation of the floating charge into a fixed charge and the consequences as regards judgment creditors the same as in the case of an appointment by the court. The powers of the company and its directors to deal with the property comprised in the appointment (both property subject to a floating charge and property subject to a fixed charge), except subject to the charge, are paralysed; for though under debentures or a trust deed in the usual form the receiver is agent for the company, the company's powers are delegated to the receiver so far as regards carrying on the business or collecting the assets.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, παρατηρώ ότι δεν έχει τεθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει με ασφάλεια το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε διαπίστωση σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή. Και αυτό γιατί πέραν της γενικής αναφοράς ότι η Ενάγουσα βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητες λεπτομέρειες σε σχέση με το είδος της διαχείρισης και κυρίως σε σχέση με το ποια περιουσιακά στοιχεία έχουν τεθεί υπό τον έλεγχο του διαχειριστή, ποιες οι εξουσίες του, καθώς επίσης και κατά πόσο ο διαχειριστής έχει υπό τον έλεγχο του συγκεκριμένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 με τρόπο ώστε να διαφανεί σε ποιο βαθμό έχουν σταματήσει οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με αυτά ή σε ποιο βαθμό εξακολουθούν να ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση περί έλλειψης νομιμοποίησης της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης στέρεου πραγματικού υπόβαθρου προς αυτήν την κατεύθυνση. Ερμηνεία εγγράφου: Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 η βασική θέση που υποβλήθηκε στον ΜΥ1 από το συνήγορο της Ενάγουσας ήταν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπογράφοντας το εν λόγω έγγραφο ανέλαβαν προσωπικά την υποχρέωση αποπληρωμής του εκάστοτε υπολοίπου της Εναγόμενης 1. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η ερμηνεία του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου για να διαπιστωθεί κατά πόσο θα μπορούσε με αναφορά στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου να καταστούν με οποιοδήποτε τρόπο οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπόλογοι για την αποπληρωμή του ποσού που έχει δηλωθεί ότι οφείλεται από την Εναγόμενη 1. Έχω βεβαίως κατά νου το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έχει γίνει αποδεκτή, πλην όμως ενόψει του ότι αφενός η ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 είναι παραδεκτή από τους διαδίκους και αφετέρου αυτό φάνηκε να ερμηνεύεται από τους διάδικους με διαφορετικό τρόπο, κρίνεται αναγκαία η ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου. Στην Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την ερμηνεία εγγράφων από το Δικαστήριο: Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. (Βλ. Halfdan Grieg v. Stirling Coal Corpn [1973] 1 All E.R. 545 (Kerr, J.)· Panayiotou v. Bland Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623.) . Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. (Βλ. Panayiotou (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny [1861] 9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions." Στην υπόθεση Hilbers v. Parkinson [1883] 25 Ch. D. 200, ο Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- "I conceive that all deeds are to be con- strued not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties." (Βλ., επίσης, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428.) Πιο πρόσφατα, στην Τσιακλίδη ν. Φωτιάδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2012, 18/7/2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ορθά προσεγγίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως θέμα νομικό, το οποίο εναπόκειτο στο ίδιο να αποφασίσει, (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας κ.ά
(2012)1 ΑΑΔ 1633 και Λάμπρου ν Παράσχου κ.ά
(1993)1 ΑΑΔ 397). Όπως υπογραμμίζεται σε πρόσφατη απόφαση μας, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία επί του θέματος, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατό να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (xxx Παντελή-Βουζούνη κ.ά ν xxx Αποστόλου, ECLI:CY:AD:2019:A138, ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολιτική Έφεση Αρ. 457/2012, ημερ.10.4.2019). Περαιτέρω, στην Σιαπίτης ν. Κυμίσης, Πολιτική Έφεση Αρ. 281/2012, 16/10/2018 αναφέρθηκε ότι: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια στην υπόθεση Αντωνία Σόλωνος Ποιηταρίδη ν. Anopa Investments Ltd, Πολ. Εφ. 260/11, ημ. 25/5/18.» Στο άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης: «"Σύμβαση εγγύησης", "εγγυητής", "πρωτοφειλέτης" και "πιστωτής"
- "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής".» Επανέρχομαι στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Πρόκειται για έγγραφο το οποίο απευθύνεται στην Ενάγουσα και φέρει τίτλο «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ». Αυτό περιλαμβάνει διάφορα πεδία. Στο πεδίο «Όνομα ατόμου/οργανισμού» δεν έχει αναγραφεί κάτι και στο επόμενο πεδίο με τίτλο «Όνομα επιχείρησης (αν είναι διαφορετική από το πιο πάνω όνομα)» αναγράφεται το όνομα της Εναγόμενης
- Το επόμενο πεδίο αναφέρει «Αρ. Εγγραφής (εταιρείας, συνεταιρισμού ή άλλης νομικής οντότητας ή αρ. ταυτ. Ιδιώτη)» και σε αυτό αναγράφεται ένας εννιαψήφιος αριθμός και στο διπλανό πεδίο «Αρ. Φορολογικής Ταυτότητας» αναγράφεται επίσης ένας εννιαψήφιος αριθμός. Στη συνέχεια, στο πεδίο «Διεύθυνση Εργασίας/Επιχείρησης» αναγράφεται μία διεύθυνση, στο πεδίο «Διευθυντής ή Ιδιοκτήτης» αναγράφεται το όνομα της Εναγόμενης 1 και στο πεδίο «Αρμόδιος Υπεύθυνος πληρωμών» αναγράφονται τα ονόματα «Κυριάκος & Δημήτρης». Στη συνέχεια είναι συμπληρωμένα και τα υπόλοιπα πεδία τα οποία αφορούν σε αριθμό τηλεφώνου, φαξ, διεύθυνση οικίας και τηλέφωνο (που είναι η ίδια διεύθυνση με τη διεύθυνση που αναγράφηκε στο πεδίο «Διεύθυνση Εργασίας/Επιχείρησης») και όνομα τράπεζας. Στη συνέχεια υπάρχει το ακόλουθο λεκτικό: «ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΑΝΟΙΧΤΕΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΑΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ ΕΓΓΥΩΜΑΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩ ΣΤΟ ΑΚΕΡΑΙΟ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ 60 ΗΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΥΠΟΧΡΕΟΥΜΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΚΟΥ ΠΡΟΣ 9% ΕΤΗΣΙΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ» Κάτω από το πιο πάνω λεκτικό υπάρχει η αναφορά «Suggested Limit: 2000» και η αναφορά «Approved Limit» είναι κενή. Κενό είναι επίσης και το πεδίο «Ενεκρίθη». Στο τέλος του εγγράφου γίνεται αναφορά σε «Πλήρες όνομα υπογράφοντος» και δίπλα από αυτό το πεδίο αναγράφονται τα ονόματα των Εναγομένων 2 και 3 και κάτω από αυτό το πεδίο υπάρχει ένα άλλο πεδίο το οποίο αναφέρει «Υπογραφή εξουσ. Προσώπου» και υπάρχουν δύο υπογραφές. Στο τέλος του εγγράφου και κάτω από τις υπογραφές υπάρχουν δύο ίδιες σφραγίδες. Έχοντας κατά νου το σχετικό νομολογιακό πλαίσιο ως αυτό έχει αναλυθεί ανωτέρω σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, καθίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σαφές από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ότι αυτό, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά σύμβαση εγγύησης ή προσωπικής ανάληψης πληρωμής του εκάστοτε χρέους της Εναγόμενης 1 εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3, όπως υποβλήθηκε στον ΜΥ
- Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία αίτηση η οποία υποβάλλεται από την Εναγόμενη 1 η οποία σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο λεκτικό αναλαμβάνει να τηρεί τους όρους πληρωμής όπως αυτοί αναγράφονται σε αυτό το λεκτικό, που είναι ουσιαστικά η πληρωμή του τιμολογίου εντός 60 ημερών από την έκδοση του και στο οποίο καθορίζονται οι συνέπειες που θα έχει η Εναγόμενη 1 σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί με αυτούς τους όρους πληρωμής, που είναι η χρέωση τόκου προς 9%. Καθίσταται επίσης σαφές, ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν την εν λόγω αίτηση υπέγραψαν, ως άλλωστε αναγράφεται στο ίδιο το έγγραφο, ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα του προσώπου που αιτείται την παροχή πίστωσης, εν προκειμένω της Εναγόμενης
- Παρά το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 2 είχαν αιτηθεί πίστωση μαζί με την Εναγόμενη 1, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί εν πάση περιπτώσει με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα αναμενόταν στα σχετικά πεδία να αναγράφονταν με λεπτομέρεια και τα στοιχεία σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα, κάτι που δεν έγινε εν προκειμένω. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα έγγραφο που, όπως προέκυψε και από την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία, σηματοδότησε την έναρξη της συνεργασίας των δύο εταιρειών. Άλλωστε, η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου σε σχέση με την πραγματική φύση του εν λόγω εγγράφου συνάδει και με τις αναφορές του ίδιου του ΜΕ1 ο οποίος εν τέλει συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 1, τις αναφορές του στον τρόπο έκδοσης των τιμολογιών (Τεκμήριο 5) στα οποία ανέφερε ότι ως πελάτης αναγράφεται το όνομα της Εναγόμενης 1 αλλά και την αναγνώριση εκ μέρους του του γεγονότος ότι όταν πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής απαίτησαν την διευθέτηση του ποσού που οφειλόταν στην Ενάγουσα, αποτάθηκαν μόνο στην Εναγόμενη 1 ζητώντας τη διευθέτηση του υπολοίπου της. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα: Από την γραμμή που ακολουθήθηκε στην αντεξέταση, κατέστη σαφές μέσω των υποβολών των συνηγόρων των Εναγόντων ότι η προμήθεια προϊόντων επί πιστώσει εκ μέρους των Εναγόντων είναι με την Εναγόμενη 1 που είχε συμφωνηθεί και είναι η Εναγόμενη 1 που θεωρείτο ως χρεώστης των Εναγόντων. Σχετικές ήταν οι αναφορές στο πλαίσιο υποβολών του συνηγόρου των Εναγόντων προς τον ΜΥ1 περί πίστωσης που δόθηκε στην Εναγόμενη 1 αλλά και σε χρέος της Εναγόμενης
- Το μόνο το οποίο φαίνεται εν τέλει να προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 και το οποίο υποβλήθηκε στον ΜΥ1 με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ήταν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν προσωπικά την πληρωμή του εκάστοτε χρέους της Εναγόμενης 1, θέση η οποία για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει διαφανεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η εκδοχή που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο δεν έγινε πιστευτή από το Δικαστήριο, αφού η μαρτυρία τους δεν κρίθηκε αξιόπιστη. Οι Ενάγοντες οι οποίες έφεραν το βάρος απόδειξης των αξιώσεων τους απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος αυτό αφού δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι η θέση ή η εκδοχή τους είναι πιο πιθανή παρά όχι. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα γεγονότων στα οποία προέβη το Δικαστήριο αξιολογώντας την προσκομισθείσα ενώπιον του μαρτυρία, καθίσταται σαφές ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για την αποπληρωμή του ποσού ύψους €48.015,
- Κατάληξη: Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων 2 και
- Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24, Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670). [2] ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019 [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017). [6] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41 [7] El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255, Πατούρης Μιχάλης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2118 [8] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 [9] Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη Ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, 7/7/2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο