← Κύπρος

ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ ΣΙΜΟΣ & ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9/2021, 20/4/2021

ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ ΣΙΜΟΣ & ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9/2021, 20/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9/2021 ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ ΣΙΜΟΣ & ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ -και- 1.ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 2.GORDIAN HOLDINGS LTD --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Καποδίστριας Για Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Καουτζιάνη ------------------------------- Αίτηση ημερ.14.1.21 προς έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες δια της αγωγής τους επιζητούν διατάγματα που να κηρύσσουν άκυρη και παράνομη τη συμφωνία εξαγοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης με αριθμό XXXXX0368 που ολοκληρώθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Νόμου, Ν.169

(1)/15, και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού, που επικυρώθηκε στις 23.5.19 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η οποία πιστωτική διευκόλυνση, μεταβιβάστηκε από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη
  1. Επιζητά επίσης απόφαση του δικαστηρίου για επιστροφή του ποσού των €60.009.00 που κατέβαλαν στους εναγόμενους 2, ως προϊόν άκυρης και παράνομης συμφωνίας εξαγοράς. Στα πιο πάνω πλαίσια οι ενάγοντες υπέβαλαν μονομερώς αίτηση προς έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η καταβολή της πληρωμής των μηνιαίων δόσεων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης του δανείου, η οποία μεταφέρθηκε από την εναγόμενη 1 προς την εναγόμενη
  2. Κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου, η αίτηση επιδόθηκε στην εναγόμενη 2, η οποία έφερε ένσταση στο αίτημα, προβάλλοντας σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα Άρθρα 4, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 65 του Κεφ.149 και στα άρθρα 2-5 του Νόμου 169(Ι)/
  3. Τα πλείστα των γεγονότων, ως προκύπτει εκ των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, είναι παραδεκτά και θα παρατεθούν σε συντομία, με παρεμβολή γεγονότων τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, ώστε να διαφανεί επακριβώς το πραγματικό σκηνικό, αφού ως προκύπτει και από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τα εγειρόμενα θέματα στην ουσία είναι νομικά, στην βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Η πιστωτική διευκόλυνση των εναγόντων με αριθμό XXXXX0368, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 Νόμου 169(Ι)/15, μεταβιβάστηκε την 30.5.19, από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη
  4. Για την επικείμενη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, μεταξύ αυτών και της επίδικης, οι ενάγοντες και οι εγγυητές τους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, ενημερώθηκαν από την εναγόμενη 1 με επιστολές ημερ.30.10.
  5. Τα τεκμ.1-3 της ένστασης είναι σχετικά. Σύμφωνα με το τεκμ.4 της ένστασης, το δικαστήριο, με διάταγμα ημερ.23.5.19, επικύρωσε το σχέδιο μεταξύ της εταιρείας Gordian και της Τράπεζας Κύπρου, για διακανονισμό της μεταβίβασης/υποκατάστασης και συνέχισης των νομικών διαδικασιών. Σύμφωνα δε με το τεκμ.4α της ένστασης, σελίδες του παραρτήματος - επισύναψη Α - στο πιο πάνω διάταγμα, αναφέρονται ή και καταγράφονται, μεταξύ άλλων, και η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση καθώς και οι σχετικές εξασφαλίσεις της. Προκύπτει από τα τεκμ.2 και 3 της αίτησης, ότι η εναγόμενη 2, την 31.5.19, ενημέρωσε τους ενάγοντες για την πιο πάνω εξέλιξη, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 19 του Νόμου 169
(1)/15, διά σχετικών επιστολών. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, αλλά και την καθ' ης η αίτηση 2, οι ενάγοντες συνέχισαν να καταβάλλουν τα ποσά των δόσεων έναντι του οφειλόμενου ποσού, και έγιναν προτάσεις από τους ενάγοντες προς την εναγομένη 2, προς εξεύρεση συνολικής λύσης όλων των υποχρεώσεων τους που εξαγοράστηκαν από αυτήν. Οι ενάγοντες, την 3.12.19, καταχώρισαν την υπ' αριθμό 3917/2019 αγωγή, εναντίον της εδώ εναγομένης 1. Σχετικά είναι τα τεκμ.6 και 7, της ένστασης, ήτοι, ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η υπεράσπιση της εναγομένης. Οι ενάγοντες στην ένορκη τους δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν προβαίνουν σε αναφορά στην πιο πάνω αγωγή, αλλά ούτε και αμφισβήτησαν με κάποιο τρόπο την ύπαρξη της (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013). Πολύ συνοπτικά, στην πιο πάνω αγωγή, γίνεται αναφορά στις πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια των εναγόντων που της παραχωρήθηκαν από την εδώ εναγόμενη 1, μεταξύ αυτών και του επίδικου λογαριασμού, καθώς και την παραχώρηση των διαφόρων εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και εγγυήσεων. Παρενθετικά να αναφερθεί, γιατί έχει και αυτό τη σημασία του, ότι πρόκειται περί των εξασφαλίσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Για τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως, επιζητούν διάταγμα του δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση σε τρίτο νομικό πρόσωπο - μη κατονομαζόμενο - των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, μη αδειοδοτημένο να ασκεί τραπεζικές εργασίες, έχει καταστήσει χειρότερη τη νομική και οικονομική θέση των εναγόντων, καθώς και διάταγμα ακύρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων της εναγόμενης. Κρίνεται ότι τα πιο πάνω συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, με την προσθήκη εκ μέρους των αιτητών, ότι σύμφωνα με τον Νόμο και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας που καθορίζει ποιες πιστωτικές διευκολύνσεις δύνανται να εξαγοραστούν, προβάλλουν την θέση ότι η επίδικη συμφωνία εξαγοράς είναι άκυρη και παράνομη. Όπου χρειαστεί, θα γίνει περισσότερη αναφορά σε αυτά στη συνέχεια. Είναι βεβαίως σαφές ότι το δικαστήριο έχει υπόψη του το σύνολο των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Προστίθεται εδώ, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων, ή την καταχώριση, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Γίνεται σε αυτές αναφορά στα γεγονότα και στις αρχές που διέπουν το επίδικο θέμα με αναφορά και παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογία. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα αναλυτικά προωθούνται δια των αγορεύσεων των συνηγόρων. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της παρούσας απόφασης (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Μεταξύ των λόγων ένστασης, εγείρεται και ζήτημα κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, λόγω του ότι οι ενάγοντες καταχώρισαν την πιο πάνω αγωγή, εναντίον μόνο της εναγομένης 1, η οποία αφορά τα ίδια νομικά ζητήματα και αξιώνονται οι ίδιες θεραπείες. Το θέμα αυτό προωθείται και δια της αγορεύσεως της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση 2, με την παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογίας. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των αιτητών, εισηγείται ότι η πιο πάνω αγωγή είναι άσχετη με την επίδικη διαδικασία. Αντικείμενο της είναι η ακύρωση της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρίτο μη αδειοδοτημένο νομικό πρόσωπο, καθότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε κατά παράβαση των μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης - Τράπεζας Κύπρου - συμφωνηθέντων. Η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, μεταξύ αυτών και του επίδικου λογαριασμού, έγινε μεταξύ της εναγόμενης 1 και 2, η οποία εγκρίθηκε από το δικαστήριο, σύμφωνα με το τεκμ.4 της ένστασης. Το γεγονός ότι στην πιο πάνω αγωγή η εναγόμενη 2 δεν είναι διάδικος, δεν μεταβάλλει το τοπίο, ούτε και δημιουργεί, το γεγονός αυτό από μόνο του, διαφορετική βάση αγωγής, μεταξύ της εκκρεμούσας και της επίδικης. Στην πραγματικότητα, ως τουλάχιστον διαφαίνεται από τις αξιώσεις και δυο αγωγών, εκείνο που επιδιώκεται είναι η ακύρωση της συμφωνίας και του σχεδίου διακανονισμού και μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 2. Ανεξάρτητα αν στην πιο πάνω αγωγή, η εδώ εναγόμενη 2 δεν ενάγεται και δεν είναι διάδικος στην πιο πάνω αγωγή, δεν παύει να είναι το έτερο μέρος της συμφωνίας και ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας Κύπρου, εναγόμενης 1. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, στην βάση των πιο πάνω, εγείρεται και υπάρχει θέμα πολλαπλότητας διαδικασιών εκ μέρους των εναγόντων, που επιδιώκουν την ίδια θεραπεία. Ουσιαστικά επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων. Στην υπόθεση Σαρρής κ.ά ν. C. & R. Undersea Adv. Co. Ltd κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Η νομολογία μας, έχει αναγνωρίσει ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία (Δέστε: Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου (Δέστε Περρέλλα, ανωτέρω). ........................... Στην υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ 1710 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών (που αφορούσαν προσωπικά θέματα μεταξύ των διαδίκων για ακίνητη ιδιοκτησία, στην υπόθεση εκείνη) οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής και όχι σε διακοπή της δίκης». Από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί η ρηθείσα αγωγή των εναγόντων και κάτω από οποιονδήποτε νομικό μανδύα περιβληθεί, ουσιαστικά οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Βάση της αγωγής τους αποτελεί η συμφωνία μεταβίβασης και διακανονισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 2, επιδιώκοντας ουσιαστικά όμοιους σκοπούς, με την έγερση δυο παράλληλων ένδικων μέσων. Ο λόγος αυτός, είναι αρκετός προς απόρριψη της αιτούμενης θεραπείας. Παρά ταύτα, και χάριν πληρότητας της απόφασης, το δικαστήριο θα ενδιατρίψει και επί της ουσίας της επιζητούμενης θεραπείας. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία επί προσωρινών διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν είναι: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, (γ) ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει σε βάθος τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980), ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Από την άλλη, η μαρτυρία ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική και πρώιμη αξιολόγηση με την έννοια της απεικόνισης της μαρτυρίας, τέτοια ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη
(2011)1 Α.Α.Δ 1066). Δεν είναι το παρόν στάδιο, το βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, απαιτείται να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Το δεύτερο κριτήριο, συναφές και συνδεόμενο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο, ικανοποιείται εφ' όσο καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Έχει επανειλημμένα υποδειχθεί ότι το Αρ.5 του Κεφ.6 αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Η απαίτηση των εναγόντων έχει ήδη καταγραφεί. Ειδικότερα, στην παράγραφο 30.1 της εκθέσεως απαιτήσεως, επιζητούν διατάγματα που να κηρύσσουν άκυρη και παράνομη τη συμφωνία εξαγοράς της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης, που ολοκληρώθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Νόμου, Ν.169
(1)/15, και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού, που επικυρώθηκε στις 23.5.19 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η οποία μεταβιβάστηκε από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 2. Το ερώτημα που εγείρεται στα πλαίσια τόσο της πρώτης, όσο και της δεύτερης προϋπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί, είναι αν το παρόν δικαστήριο έχει εξουσία, για τους λόγους που επικαλούνται οι ενάγοντες, αλλά και γενικότερα, να ακυρώσει την επίδικη συμφωνία εξαγοράς. Και τούτο γιατί υπάρχει το ρηθέν διάταγμα του δικαστηρίου, με το οποίο επικυρώθηκε το σχέδιο διακανονισμού. Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν υπάρχει κανένα τέτοιο περιθώριο, και το θέμα, καθόσον αφορά το παρόν δικαστήριο, θεωρείται λήξαν. Ούτε και το παρόν δικαστήριο μπορεί να επενεργήσει ως Εφετείο στην απόφαση και/ή διάταγμα του δικαστηρίου που επικύρωσε το σχέδιο διακανονισμού. Ή ακόμα να το παρακάμψει, είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο. Οι ενάγοντες είχαν την ευκαιρία, δεδομένου ότι τους γνωστοποιήθηκε από την εναγόμενη 1 η πρόθεση πώλησης των πιστωτικών τους διευκολύνσεων, μεταξύ αυτών και την επίδικη όπως και τα επί τούτου εμπράγματα βάρη, να ενεργήσουν και να λάβουν όλα τα ορθά δικονομικά μέτρα που είχαν στη διάθεση τους, τα οποία θα τους διασφάλιζαν αποτελεσματική προστασία για το φάσμα των θέσεων και των ισχυρισμών τους. Αλλά και μετά την επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού, δεδομένου ότι και πάλι ενημερώθηκαν για την πιο πάνω εξέλιξη, αν οι ενάγοντες ήθελαν, για οποιοδήποτε λόγο, να αμφισβητήσουν το πιο πάνω διάταγμα του δικαστηρίου, και προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους, όφειλαν και μπορούσαν να λάβουν όλα τα αναγκαία νομικά διαβήματα σε άλλο πεδίο, και όχι δια της παρούσας διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζεται ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει σε βάθος τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της. Οι πιο πάνω κρίσεις αποτελούν μια γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των θέσεων, επί των παραδεκτών άλλωστε γεγονότων, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος τους, με την έννοια που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, και όχι η απόδειξη του (T.A Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802), αλλά και της ορατής επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής, με την έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Συνεκτιμούμενα όλα τα πιο πάνω, παρουσιάζουν, τελικά, μια εικόνα, που σε σχέση τόσο με το πρώτο όσο και με το δεύτερο κριτήριο, σε τελική ανάλυση και εκ πρώτης όψεως, απέχουν κατά πολύ από τον απαιτούμενο βαθμό, και δημιουργούν ισχυρές και σοβαρές ρωγμές ως προς την ικανοποίηση των κριτηρίων αυτών, στο εύρος και την έννοια που η νομολογία, ανωτέρω, προσδιορίζει. Είναι για τους πιο πάνω λόγους, που κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν έχουν ικανοποιηθεί οι δυο πρώτες προϋποθέσεις. Η περαιτέρω εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων, εν όψει του αποτελέσματος που το δικαστήριο έχει αχθεί, κρίνεται ότι δεν απαιτείται. Κατά συνέπεια και για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση 2. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα είναι καταβλητέα στο τέλος. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.