← Κύπρος

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 12118/97, 12/4/2021

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 12118/97, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12118/97 Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες και 1. XXXXX ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ 2. XXXXX ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ Εναγόμενοι -------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 10/12/20 από εναγόμενη 2 για παραμερισμό και/ή ακύρωση διατάγματος ημερ. 27/02/20 Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 2 / Αιτήτρια: κ. Π. Γεωργίου για LEFKOS CLERIDES & SONS LLC Για ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Λουκαρή για ΔΡ.Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23/02/21 το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ Λ/σιας έθεσε για πρώτη φορά ενώπιον μου προσωρινό φάκελο της παρούσας αγωγής, ο οποίος περιείχε μόνο την υπό κρίση αίτηση που καταχώρησε η εναγόμενη 2 στις 10/12/20 και με την οποία αίτηση η τελευταία ζητούσε τον μερικό παραμερισμό διατάγματος που είχε εκδοθεί στις 27/02/20. Λόγω όμως των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, η εμφάνιση των διαδίκων στις 23/02/21 έγινε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με την οποία η πλευρά των εναγόντων καθ' ων η αίτηση ζήτησε χρόνο ενός μηνός για καταχώρηση ένστασης. Το αίτημα εγκρίθηκε εφόσον δεν υπήρχε ένσταση και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 30/03/21 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι και τις 24/03/21. Αμφότερες οι πλευρές συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και στις 30/03/21, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προσήλθαν ενώπιον μου και παρέδωσαν τις αγορεύσεις τους. Κατά την μελέτη όμως των όσων τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς έκδοσης της απόφασης που επιφυλάχθηκε στις 30/03/21, και συγκεκριμένα των συνταγμένων (drawn
  2. up)διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατά καιρούς στην αγωγή, διαπιστώθηκαν τα εξής γεγονότα τα οποία και δεν αμφισβητούνται. Στην παρούσα αγωγή είχε εκδόθηκε τελική απόφαση στις 20/11/97 από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων (Universal Savings Bank τότε) και εναντίων των εναγομένων 1 και 2, ποσά ύψους ΛΚ45.500 (€78.000) περίπου και ΛΚ30.000 (€51.300) αντίστοιχα, πλέον τόκους και έξοδα. Αργότερα, Επαρχιακός Δικαστής επιλήφθηκε και ενέκρινε το 2013 αίτημα για λήψη άδειας για εκτέλεση της απόφασης του 1997 ενώ Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής επιλήφθηκε και ενέκρινε το 2015 αίτημα για ανανέωση για περαιτέρω 10 χρόνια της ισχύος των ΜΕΜΟ που είχαν εγγράψει οι ενάγοντες επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης. Το επίμαχο διάταγμα, σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο που συνέταξε ο Πρωτοκολλητής στις 06/03/20 (drawn up), είχε εκδοθεί στις 27/02/20 από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες στις 23/12/19 και με αυτό επιβαρύνονταν και παγοποιούνταν «.προς το σκοπό εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.11.97.», διάφορες μετοχές κυπριακών εταιρειών που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι είτε του ενός είτε του άλλου εναγόμενου, μεταξύ των οποίων και 5000 συνήθεις μετοχές της κυπριακής εταιρείας PANCRASS LIMITED, οι οποίες αναφέρονταν στο διάταγμα να ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της εναγόμενης 2. Σύμφωνα με την υπό κρίση αίτηση δε, οι εν λόγω 5000 μετοχές αξίζουν συνολικά €8550 (€1,71 ανά μετοχή). Σημειώνω εδώ ότι το συνταχθέν διάταγμα της 27/02/20 περιλαμβάνει και διαταγή όπως αυτό επιδοθεί τόσο στους εναγόμενους και στις διάφορες εταιρείες που εκεί αναφέρονται όσο και στον Έφορο Εταιρειών. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, από την υπό κρίση αίτηση αλλά και την ένσταση που καταχωρήθηκε, διαπιστώθηκε επίσης και το ότι μία ουσιώδης πτυχή των θέσεων των μερών αφορά τόσο στη διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με την έγκριση της μονομερούς αίτησης της 23/12/19 όσο και στο περιεχόμενο της αίτησης εκείνης. Παρά ταύτα, ούτε η αίτηση της 23/12/19 αλλά ούτε και τα σχετικά πρακτικά της διαδικασίας δεν τέθηκαν ενώπιον μου, εφόσον, όπως ανέφερα ανωτέρω, το μόνο που υπήρχε στον προσωρινό φάκελο της αγωγής που τέθηκε ενώπιον μου ήταν η υπό κρίση αίτηση της εναγόμενης 2 και τα όσα στη συνέχεια καταχωρήθηκαν. Θεώρησα λοιπόν ορθό αλλά και καθήκον του Δικαστηρίου όπως επανανοίξω την διαδικασία και ζητήσω από τους συνηγόρους αφ' ενός όπως με εφοδιάσουν με πιστά αντίγραφα της αίτησης της 23/12/19 και αφ' ετέρου όπως τοποθετηθούν επί του κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε δικαιοδοτικό κώλυμα να εξετάσω ως Επαρχιακός Δικαστής, αίτημα για παραμερισμό διατάγματος που εξέδωσε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής, στα πλαίσια αγωγής στην οποία την τελική απόφαση εξέδωσε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου. Επισημαίνω εδώ ότι είχα αναφέρει στους συνηγόρους ότι ανεξαρτήτως της θέσης τους επί του θέματος της δικαιοδοσίας, το θέμα αυτό έπρεπε ούτως ή άλλως να εξεταστεί και να αποφασιστεί από το Δικαστήριο εφόσον η καθ' ύλη αναρμοδιότητα ενός Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεραπευτεί από την όποια στάση ήθελαν τηρήσουν οι διάδικοι αλλά ούτε και συμφωνία ή ανοχή μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε (βλ. Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη

(1993)1 ΑΑΔ 364, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ TOLKACHEVA, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2019, 6/9/2019, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689 και Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1). Ανέφερα επίσης στους συνηγόρους και ότι το θέμα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας σε σχέση με αιτήσεις παραμερισμού είχε απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97, στην οποία Επαρχιακός Δικαστής είχε επιληφθεί αίτησης παραμερισμού διατάγματος εγγραφής αλλοδαπής απόφασης που εξέδωσε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου. Σ' εκείνη την υπόθεση είχε λεχθεί ότι εκεί όπου δυνάμει συγκεκριμένου Νόμου εκδίδεται απόφαση στην απουσία κάποιας πλευράς που επηρεάζεται, δεν τίθεται θέμα δικαιοδοσίας αν δυνάμει του ίδιου Νόμου επιβάλλεται να τεθούν στην απόφαση όροι σε σχέση με το δικαίωμα οποιουδήποτε επηρεαζόμενου προσώπου να επιδιώξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και αυτό γιατί υπό το φως αυτών των όρων, η εκδοθείσα απόφαση θεωρείται ως απόφαση «.μη διαγιγvώσκουσα τηv oυσίαv.» της επίδικης διαφοράς. Σε περίπτωση όμως που υποβληθεί αίτηση παραμερισμού, το θέμα της δικαιοδοσίας λαμβάνει πλέον άλλη διάσταση εφόσον η απόφαση που θα εκδοθεί θα συνιστά απόφαση επί της ουσίας της συγκεκριμένης διαφοράς οπόταν καθοριστικός παράγοντας για σκοπούς της δικαιοδοσίας σε αυτή την περίπτωση είναι η αξία της διαφοράς στην οποία αφορά η αίτηση, (βλ. επίσης Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S
(1984)1 C.L.R. 435 και Udruzena Beogradska Banka ν. Westacre Investment, Inc.
(1999)1 ΑΑΔ 124). Όπως άλλωστε έχει νομολογηθεί σε σχέση με αιτήσεις που αφορούν σε μέτρα εκτέλεσης, «.καθοριστικός παράγοντας για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.δεν είναι η κλίμακα της υπόθεσης ή το ύψος της εκδοθείσας απόφασης, αλλά το ποσό ή η αξία που αφορά το εκτελεστικό μέτρο.» (βλ. μεταξύ άλλων ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΑ, ECLI:CY:AD:2015:A127, Πολιτική Έφεση Αρ. 167/2013, 25/2/2015). Αφού λοιπόν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προσήλθαν ενώπιον μου στις 06/04/21 και εξέφρασαν την άγνοια τους για το λόγο για τον οποίο είχε δημιουργηθεί προσωρινός φάκελος στην αγωγή, εφοδίασαν το Δικαστήριο με κοινώς αποδεκτά αντίγραφα όλων των εγγράφων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης της 23/12/19 και δήλωσαν ότι δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε κάποιο δικαιοδοτικό κώλυμα στο να επιληφθώ και να αποφασίσω την υπό κρίση αίτηση. Ακολούθως επεφύλαξα εκ νέου την απόφαση του Δικαστηρίου. Σύντομα μετά την εμφάνιση των συνηγόρων, το Πρωτοκολλητείο εντόπισε και έθεσε ενώπιον μου το μέρος του φακέλου της αγωγής που αφορούσε στη διαδικασία της μονομερούς αίτησης της 23/12/
  1. Από το φάκελο αυτό διαπιστώνονται τα εξής. Στις 23/12/19, οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν στη βάση κυρίως των προνοιών των αρ. 2 - 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου N. 31(I)/1992, του αρ. 31 του Ν.14/60 και των αρ. 7 και 9 του Κεφ.6, την επιβάρυνση διάφορων μετοχών κυπριακών εταιρειών που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι είτε του ενός είτε του άλλου εναγόμενου, «.προς το σκοπό εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.11.97.». Μεταξύ των μετοχών αυτών περιλαμβάνονταν, όπως προανέφερα, και 5000 μετοχές της κυπριακής εταιρείας PANCRASS LIMITED, η ονομαστική αξία των οποίων ανέρχετο στα €1,71 ανά μετοχή, ήτοι €8550 συνολικά και οι οποίες παρουσιάζονταν στα σχετικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών να ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της εναγόμενης
  2. Θέση των εναγόντων τότε ήταν ουσιαστικά ότι επειδή όλες οι μέχρι τότε προσπάθειες τους για εκτέλεση της προς όφελος τους απόφασης του 1997 είχαν αποβεί άκαρπες, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ήταν ο μόνος εναπομείναντας τρόπος για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα τους ως εξ' αποφάσεως πιστωτές των εναγομένων. Στην αίτηση αναγραφόταν ως κλίμακα της εκεί επίδικης διαφοράς η κλίμακα €50.000 - €100.000 και αυτό προφανώς γιατί η συνολική αξία όλων των μετοχών που ζητούνταν να επιβαρυνθούν δεν υπερέβαινε τις €100.000 (43998 μετοχές ανά €1.71 τη μετοχή). Η αίτηση τέθηκε ενώπιον Επαρχιακής Δικαστού για πρώτη φορά στις 16/01/
  3. Επειδή όμως τότε ζητήθηκε χρόνος για να καταχωρηθεί συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς των αιτητών, η αίτηση επαναορίστηκε στις 27/02/
  4. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι εκείνη την ημερομηνία, η Επαρχιακή Δικαστής που επιλαμβανόταν της αίτησης προήχθη σε ΑΕΔ οπόταν η αίτηση τέθηκε ενώπιον άλλης Επαρχιακής Δικαστού, η οποία, αφού εξέτασε όλα όσα είχαν ως τότε τεθεί ενώπιον της, έκρινε την αίτηση δικαιολογημένη και εξέδωσε στις 27/02/20 τα αιτούμενα διατάγματα. Φαίνεται όμως ότι κατά τη σύναξη του διατάγματος το Πρωτοκολλητείο δεν αντιλήφθηκε ότι η υπόθεση είχε τεθεί ενώπιον άλλης Επαρχιακής Δικαστού οπόταν και εκ παραδρομής κατέγραψε στο διάταγμα τη Δικαστή που επιλαμβανόταν προηγουμένως της αίτησης ως τη Δικαστή που το εξέδωσε, σημειώνοντας όμως ταυτόχρονα και τη νέα της δικαιοδοσία, ήτοι αυτή του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Η πραγματικότητα όμως, η οποία έκδηλα προκύπτει από τα σχετικά υπογεγραμμένα πρακτικά της διαδικασίας που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και τα οποία αποτελούν και το μόνο αυθεντικό οδηγό, είναι ότι το υπό κρίση διάταγμα δεν εκδόθηκε από τη συγκεκριμένη ΑΕΔ αλλά από άλλη Δικαστή και δη Επαρχιακό Δικαστή, το όνομα της ποία είχε αναγραφεί και στην πρόσθια όψη του φακέλου της υπόθεσης αλλά και στα έγγραφα που καταχωρήθηκαν μετά που της ανατέθηκε ο φάκελος. Περιττό να αναφέρω εδώ ότι η εγκυρότητα του διατάγματος της 27/02/20 δεν επηρεάζεται από το συγκεκριμένο συντακτικό λάθος του Πρωτοκολλητή εφόσον το διάταγμα που ισχύει και δεσμεύει είναι αυτό που υπογράφεται από το Δικαστή και όχι αυτό που συντάσσεται από τον Πρωτοκολλητή. Σε κάθε περίπτωση όμως, καμία σημασία δεν θα είχε αν το διάταγμα εκδίδετο είτε από Ανώτερο είτε από Επαρχιακό Δικαστή, εφόσον στη βάση της προαναφερθείσας νομολογίας, από τη στιγμή που το διάταγμα αφορούσε αποκλειστικά σε μετοχές που η συνολική αξία τους παρουσιαζόταν να μην υπερβαίνει τις €100.000, δικαιοδοσία έκδοσης του διατάγματος είχαν τόσο ΑΕΔ όσο και ΕΔ. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι αν και το επίδικο διάταγμα περιορίστηκε μόνο σε επιβάρυνση μετοχών και δεν επεκτάθηκε και σε πώληση τους (βλ.αρ. 5
(3)Ν. 31(Ι)/92[1]), εντούτοις με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ο παραμερισμός μόνο μέρους του διατάγματος της 27/02/20 και δη μόνο του μέρους που σύμφωνα με την εδώ αιτήτρια αφορά σε μετοχές συνολικής ονομαστικής αξίας €8550, που είναι ουσιαστικά και η αξία της «επίδικης διαφοράς» της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι δεν υπάρχει κανένα δικαιοδοτικό κώλυμα στο να επιληφθώ της αίτησης την οποία και προχωρώ να εξετάσω. Η αίτηση εδράζεται κυρίως στις πρόνοιες των αρ. 1 - 8 και 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου N. 31(I)/1992, του αρ. 31 του Ν.14/60, των αρ. 10 και 14 του Κεφ.6 και της Δ.39 και με αυτή επιδιώκεται, ως ανέφερα, η ακύρωση μόνο του μέρους του διατάγματος της 27/02/20 που αφορά στην επιβάρυνση και παγοποίηση «.προς το σκοπό εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερ. 20.11.97.», 5000 μετοχών της κυπριακής εταιρείας PANCRASS LIMITED που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της εναγομένης
  1. Σύμφωνα με την αιτήτρια, η οποία να σημειωθεί ότι δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέος της προς τους ενάγοντες ή περί μη εκτελεστότητας της απόφασης της 27/11/97, αυτή πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος στις 11/11/20, όταν επιχείρησε να καταχωρήσει στον Έφορο Εταιρειών έντυπο μεταβίβασης των επίμαχων μετοχών από την ίδια προς την εταιρεία ALBROOK INTERNATIONAL LIMITED από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI), οπόταν και λόγω του διατάγματος δεν της επιτράπηκε να το πράξει. (Τεκ.3). Δεν είχε μέχρι τότε, ως ισχυρίζεται, οποιαδήποτε γνώση για το επίδικο διάταγμα, το οποίο τελικά της επιδόθηκε στις 07/12/20, ήτοι 10 σχεδόν μήνες μετά την έκδοση του. Ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες μετοχές παρουσιάζονται να είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της, εντούτοις η πραγματική ιδιοκτήτρια και δικαιούχος των μετοχών δεν είναι αυτή αλλά η εταιρεία ALBROOK στην οποία και αποστέλλονταν δικαιωματικά όλα τα μερίσματα που προέκυπταν από τις εν λόγω μετοχές (Τεκ. 5). Η ίδια, ισχυρίζεται η αιτήτρια, συνιστά απλά ένα «ονομαστικό μέτοχο» (nominee shareholder) στην PANCRASS, ο οποίος κατέχει τις συγκεκριμένες μετοχές αποκλειστικά ως εμπιστευματοδόχος της ALBROOK, δυνάμει σχετικής δήλωσης εμπιστεύματος ημερ. 05/11/15 (Τεκ.4). Προβάλλει λοιπόν την εξής απλή και λιτή θέση η εναγόμενη
  2. Το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να παραμερισθεί, διότι η ίδια είναι μόνο ονομαστικός μέτοχος και διότι «.υπάρχει σειρά προσώπων που είναι ενδιαφερόμενα στην παρούσα διαδικασία των οποίων οι μετοχές έχουν επιβαρυνθεί.(και τα οποία).δεν έλαβαν καμία γνώση της παρούσας διαδικασίας και όφειλαν οι ενάγοντες.να ενημερώσουν όλους τους ενδιαφερόμενους.(καθώς και). να εντοπίσουν τα πιο πάνω και να φροντίσουν να αποκαλύψουν την ύπαρξη των ενδιαφερόμενων προσώπων στο Δικαστήριο.». Στην αντιπέρα όχθη οι ενάγοντες προσβάλλουν την αίτηση με 15 λόγους ένστασης τόσο επί των διαδικαστικών όσο και επί των ουσιαστικών πτυχών της υπόθεσης. Εν συντομία, πέραν της θέσης τους ότι η αίτηση είναι παράτυπη εφόσον δεν εδράζεται επί της Δ.48, οι ενάγοντες υποστηρίζουν και την ορθότητα και πληρότητα της μονομερούς αίτησης τους αλλά και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ώστε εκείνη η αίτηση να εγκριθεί και το επίδικο διάταγμα να εκδοθεί. Υποστηρίζουν συναφώς οι ενάγοντες ότι όχι μόνο πληρούνταν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις του Ν. 31(I)/1992) αλλά και ότι οι ίδιοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ήταν σε γνώση τους και τα οποία γεγονότα προέκυπταν από τα επίσημα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών όπου πουθενά δεν αναφερόταν η ύπαρξη του κατ' ισχυρισμό εμπιστεύματος που επικαλείται η εναγόμενη
  3. Παράλληλα όμως, υποδεικνύοντας αφ' ενός ότι το φερόμενο εμπίστευμα φέρει ημερομηνία πολύ μεταγενέστερη της έκδοσης του εξ' αποφάσεως χρέους και αφ' ετέρου ότι αυτό δεν φέρει κάποια επίσημη σφραγίδα περί καταχώρησης του σε κάποιο δημόσια προσβάσιμο αρχείο αλλά απλά τις υπογραφές της εναγόμενης 2 και κάποιου προσώπου που φέρεται να εκπροσωπεί την ALBROOK, οι ενάγοντες αμφισβητούν και την γνησιότητα του εν λόγω εμπιστεύματος αλλά και την εγκυρότητα του υποστηρίζοντας ότι πρόκειται απλά για μια δόλια προσπάθεια της εναγόμενης 2 να αποφύγει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της απόφασης του
  4. Τέλος, οι ενάγοντες υποστηρίζουν και ότι τίποτα στην αίτηση της εναγομένης 2 δεν καταδεικνύει ότι αυτή έχει υποστεί ζημιά από την έκδοση του επίδικου διατάγματος ή ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αν το διάταγμα δεν παραμεριστεί. Την νομική τους επιχειρηματολογία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων την έθεσαν ενώπιον μου μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα ακόλουθα. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 2 δεν αμφισβητεί ότι το υπό κρίση διάταγμα επιβάρυνσης εκδόθηκε στη βάση των προνοιών του Ν.31(Ι)/92 μετά την έκδοση της τελικής απόφασης του 1997, ότι η εν λόγω απόφαση είναι μέχρι και σήμερα εκτελεστή, και ότι αυτή, η εναγόμενη 2 δηλαδή, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το χρέος που προέκυψε εναντίον της συνεπεία της απόφασης του
  5. Το μόνο δε παράπονο που προβάλλει με την παρούσα αίτηση η εναγομένη 2 είναι ότι επειδή η ίδια είναι μόνο ονομαστικός μέτοχος στην PANCRASS, «.υπάρχει σειρά προσώπων που είναι ενδιαφερόμενα στην παρούσα διαδικασία των οποίων οι μετοχές έχουν επιβαρυνθεί.(και τα οποία).δεν έλαβαν καμία γνώση της παρούσας διαδικασίας και όφειλαν οι ενάγοντες.να ενημερώσουν όλους τους ενδιαφερόμενους.(καθώς και). να εντοπίσουν τα πιο πάνω και να φροντίσουν να αποκαλύψουν την ύπαρξη των ενδιαφερόμενων προσώπων στο Δικαστήριο.». Αυτό συνεπώς που πρέπει πρώτα να εξεταστεί είναι η φύση και διαδικασία που διέπει την έκδοση ενός επιβαρυντικού διατάγματος δυνάμει του Ν.32(Ι)/
  6. Το θέμα αυτό απασχόλησε τον Ερωτοκρίτου Δ ως ήταν τότε στην υπόθεση Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ
  1. Σημειώνω εδώ ότι σ εκείνη την υπόθεση, όπου οι σχετικές αρχές συνοψίσθηκαν με περισσή επάρκεια, ένα από τα κύρια θέματα που απασχόλησαν ήταν ακριβώς το πώς η διαδικασία που προνοεί ο συγκεκριμένος Νόμος διαφυλάττει και τα δικαιώματα των προσώπων που επηρεάζονται από το διάταγμα και τα οποία όπως απουσιάζουν κατά την έκδοση του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «.Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα: τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του Άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του Άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/
  2. Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής. Το Άρθρο 3 του Νόμου 31(Ι)/92 που αφορά σε τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» προβλέπει ότι:- «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του Άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.». Είναι φανερό από το περιεχόμενο του Άρθρου 3 ότι η διαδικασία που χαράσσεται με το Νόμο 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτή που προβλέπεται στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6 και αφορά στην έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων» εκκρεμούσης της αγωγής (βλ. Ψάλτης ν. Χ"Λόη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1454, 1458). Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6 ορίζει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως για την έκδοση «επιβαρυντικών διαταγμάτων» ως μέτρο εκτέλεσης, ο Νόμος δεν ορίζει παρόμοια διαδικασία. Αντίθετα, δια του Άρθρου 3
(3)του Νόμου, ορίζεται διαφορετική διαδικασία προβλέποντας ότι το Δικαστήριο δύναται «να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη .. ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.». Πέραν τούτου, το Άρθρο 3
(4)του Νόμου δεν προβλέπει για καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Πρόκειται για άλλη μια ουσιαστική διαφορά που τονίζει το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 3 του Νόμου.. Το Άρθρο 9
(4)του Κεφ. 6 ρητά εξαιρεί διατάγματα που αφορούν σε εκτέλεση. Ούτε το προσβαλλόμενο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί «προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης» δυνάμει του Άρθρου 9
(1)του Νόμου 31(Ι)/92, όπως εισηγείται ο δικηγόρος των Αιτητών, διότι δεν εκδόθηκε ενώ εκκρεμεί αγωγή, που αποτελεί προϋπόθεση για έκδοση ενός τέτοιου προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 9
(1)του Ν. 31(Ι)/92. Αν το διάταγμα εκδίδετο ως «προσωρινό» εκκρεμούσης της αγωγής, τότε η διαδικασία οπωσδήποτε θα ήταν διαφορετική αφού το ίδιο το Άρθρο 9
(4)του Ν. 31(Ι)/92 προβλέπει για εφαρμογή των Άρθρων 7 και 9 του Κεφ. 6 στην περίπτωση έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του Ν. 31(Ι)/92.. Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος εξίσου σοβαρός για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Το Άρθρο 3
(4)του Νόμου 31(Ι)/92 προβλέπει ότι σε περίπτωση που εκδοθεί «επιβαρυντικό διάταγμα» ως μέτρο εκτέλεσης, ο οφειλέτης ή άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα να αποταθεί στο δικαστήριο και με αίτηση να ζητήσει την ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος.». Συνάγεται λοιπόν ότι η περίπτωση της έκδοσης επιβαρυντικών διαταγμάτων δυνάμει του Ν.32(Ι)/92 μετά την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή, συνιστά μία από τις περιπτώσεις όπου αναγνωρίζεται ως θεμιτή η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης στην παρουσία μόνο του αιτητή και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης πλευράς, ακόμη και αν τέτοια πλευρά επηρεάζεται. Προϋπόθεση βέβαια για το «δίκαιο» μιας τέτοιας «μονομερούς διαδικασίας» είναι, όπως επιβάλλει ο σκοπός και το πνεύμα των αρ. 3
(3)και 3
(4)του Ν.32(Ι)/92, να διασφαλίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε επηρεαζόμενου από αυτή προσώπου να επιδιώξει τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος έτσι ώστε «.να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών.» (βλ. κατ' αναλογία Pilavachi και Beogradska ανωτέρω καθώς και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ AZOVMASHINVEST HOLDING LTD, Πολιτική Αίτηση Αρ. 64/2017, 23/5/2017). Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου, τα όποια τυχόν επηρεαζόμενα πρόσωπα που δύνανται να υποβάλουν αίτηση παραμερισμού του διατάγματος αφού αυτό τους επιδοθεί, είναι ο οφειλέτης ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο «.που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα.». Ευνόητο είναι βέβαια ότι και η ίδια η εταιρεία της οποίας οι μετοχές επιβαρύνονται συνιστά ένα τέτοιο επηρεαζόμενο πρόσωπο. Δηλαδή, αν και το Δικαστήριο εξετάζει κατά την έκδοση του διατάγματος «.την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη καθώς και το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.» (βλ. αρ.2
(2)), στην ουσία είναι μετά την έκδοση του διατάγματος που θα εξετάσει σε βάθος το αν και το πώς η έκδοση του διατάγματος αυτού έχει επηρεάσει τυχόν δικαιώματα προσώπων που δεν ήταν παρόντα στη διαδικασία και αυτό νοουμένου ότι τα εν λόγω πρόσωπα θ' αποφασίσουν να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχει ο Νόμος και θα αιτηθούν ακύρωση ή διαφοροποίηση του επιβαρυντικού διατάγματος (βλ. αρ.3
(4)). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης καθώς και από το λεκτικό του ίδιου του υπό κρίση διατάγματος, προκύπτει ότι κατά την έκδοση του το Δικαστήριο είχε ενώπιον του τα πλήρη επίσημα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία PANCRASS, τα οποία περιλάμβαναν τόσο τη μετοχική δομή της εταιρείας όσο και τα εγγεγραμμένα συμφέροντα των τυχόν πιστωτών της και στα οποία δεν γινόταν καμία αναφορά στην ALBROOK ή στο συμφέρον που η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται τώρα ότι η εν λόγω εταιρεία έχει στις επίδικες μετοχές (βλ. Τεκ.16 αίτησης 23/12/19). Πέραν τούτου, στη διαδικασία είχε κατατεθεί και συμπληρωματική Ε/Δ των εναγόντων, με την οποία οι τελευταίοι, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που η τυχόν συνειδητή παραπληροφόρηση του Δικαστηρίου θα συνεπάγετο για την τύχη του διατάγματος, δεσμεύτηκαν ενόρκως ως προς το ότι δεν γνώριζαν ούτε θεωρούσαν να υπάρχουν οποιαδήποτε πρόσωπα που δυνατό να επηρεάζονταν από το διάταγμα εκτός της PANCRASS και της εναγόμενης 2 οφειλέτριας, η οποία εναγόμενη 2 να σημειωθεί, παρουσιαζόταν στα αρχεία του Εφόρου να ήταν τότε τόσο η μοναδική μέτοχος της PANCRASS όσο και η μοναδική διευθύντρια και γραμματέας της. Περαιτέρω δε, το Δικαστήριο αποφάσισε και άσκησε και την διακριτική εξουσία που είχε με βάση τις πρόνοιες των αρ.3
(3)και 5
(4)του Νόμου και διέταξε όπως το διάταγμα επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα που φαίνονταν ως τότε να επηρεάζονται από αυτό, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στα πρόσωπα αυτά να ασκήσουν το δικαίωμα που τους δίνει ο ίδιος ο Νόμος για να αιτηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. AZOVMASHINVEST ανωτέρω). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν και επισημαίνοντας ότι η εναγόμενη 2 δεν αμφισβητεί την ορθότητα της προαναφερόμενης εικόνας που παρουσιάζουν τα επίσημα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την PANCRASS ούτε και αμφισβητεί ότι με την διαταχθείσα επίδοση που της έγινε, το διάταγμα περιήλθε σε γνώση τόσο της ίδιας προσωπικά όσο και της PANCRASS στην οποία αυτή είναι η μοναδική μέτοχος, διευθύντρια και γραμματέας, εκ πρώτης όψεως εξάγεται το συμπέρασμα ότι κατά την έκδοση του διατάγματος είχαν τηρηθεί όλα τα εχέγγυα που επιβάλλει ο Νόμος να τηρηθούν ώστε να διασφαλίζονται και τα συμφέροντα των προσώπων που φαίνονταν τότε να επηρεάζονται και τα οποία ήταν απόντα. Το ερώτημα λοιπόν που παραμένει να εξεταστεί είναι το αν με την υπό κρίση αίτηση η εναγόμενη 2 έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο που να επιβάλλει όπως, δυνάμει του αρ. 3
(4)του Νόμου, το επίδικο διάταγμα ακυρωθεί. Υπενθυμίζω εδώ ότι η θέση της εναγόμενης 2 περιορίζεται ουσιαστικά στο ότι αυτή κανένα συμφέρον δεν έχει στις επίδικες μετοχές εφόσον είναι απλά ονομαστική μέτοχος στην PANCRASS και κρατά τις εν λόγω μετοχές απλά ως εμπιστευματοδόχος του πραγματικού ιδιοκτήτη τους, ήτοι της ALBROOK, η οποία είναι και το πρόσωπο που κατά την εναγόμενη 2 «.έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα.» και του οποίου το εν λόγω συμφέρον έχει επηρεαστεί. Επί αυτής της θέσης της εναγόμενης 2 παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, τίποτα δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η εναγόμενη 2 που να υποδηλοί ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ή ακόμη και ότι μπορούσαν να γνωρίζουν για τα κατ' ισχυρισμό συμφέροντα της ALBROOK στις επίδικες μετοχές. Όπως εύστοχα υποδεικνύει η πλευρά των εναγόντων, η φερόμενη δήλωση εμπιστεύματος που έχει παρουσιάσει η εναγόμενη 2 συνιστά έγγραφο που φαίνεται να καταρτίστηκε το 2015 αποκλειστικά μεταξύ της εναγόμενης 2 και της ALBROOK και το οποίο δεν φέρει καμία σφραγίδα καταχώρησης του σε κάποιο επίσημο και δημόσια προσβάσιμο μητρώο. Μάλιστα δε, ούτε η ίδια η εναγόμενη 2 φαίνεται να χρησιμοποίησε το εν λόγω έγγραφο κατά την προσπάθεια της να μεταβιβάσει τις μετοχές το Νοέμβριο 2020 αφού στο έντυπο που η ίδια παρουσίασε ως το έντυπο που υπέβαλε τότε στον Έφορο για να μεταβιβάσει τις μετοχές στην ALBROOK (Τεκ.2), δεν είναι το κατ' ισχυρισμό εμπίστευμα που επισυνάφτηκε ως δικαιολογητικό της μεταβίβασης αλλά κάποια συμφωνία για αγορά ουσιαστικά των επίδικων μετοχών - «.in consideration of the sum of €1 (one Euro) paid to me by ALBROOK.do hereby transfer to (ALBROOK).5000 fully paid up ordinary shares of €1.71 each in the undertaking called PANCRASS.». Οι θέσεις λοιπόν της εναγόμενης 2 ότι κατά την έκδοση του διατάγματος έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της ALBROOK και ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα εν λόγω συμφέροντα, τα οποία όπως προανέφερα δεν παρουσιάζονταν πουθενά ότι υπάρχουν, κρίνεται άνευ ερείσματος και απορρίπτεται. Κατά δεύτερο, η παρούσα αίτηση αναφέρει ρητά ότι υποβάλλεται αποκλειστικά από την εναγόμενη 2 και μάλιστα υπό την προσωπική της ιδιότητα ως εξ' αποφάσεως οφειλέτρια των εναγόντων και χωρίς να γίνεται καμία επίκληση στη διευθυντική ιδιότητα που η τελευταία κατέχει στην PANCRASS ή στην κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου της ALBROOK ως βάση για την καταχώρηση της αίτησης. Με άλλα λόγια, η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται ούτε από την PANCRASS, ούτε από την ALBROOK αλλά μόνο από την εναγόμενη 2 προσωπικά. Όμως, αν και η εναγόμενη 2 έχει δικαίωμα με βάση το Νόμο να αιτηθεί η ίδια τον παραμερισμό του επίδικου διατάγματος, αφ' ης στιγμής δεν είναι τα δικά της συμφέροντα που προβάλλει για το σκοπό αυτό, ισχυριζόμενη μάλιστα κι ότι η ίδια δεν έχει κανένα συμφέρον στις επίδικες μετοχές, δεν μπορεί να επικαλείται τα ξένα συμφέροντα για να ακυρώσει η ίδια το επίδικο διάταγμα και δη τα ξένα συμφέροντα προσώπων που δεν συμμετέχουν με κάποιο τρόπο στη διαδικασία. Αν η ALBROOK όντως συνιστά πρόσωπο που επηρεάζεται από το διάταγμα τότε αυτή είχε και έχει δικαίωμα με βάση το Νόμο να καταχωρήσει η ίδια αίτηση παραμερισμού οπόταν και τότε είναι που θα μπορεί να εξεταστεί η ουσία και ο βαθμός επηρεασμού αυτών των κατ' ισχυρισμό δικαιωμάτων της. Άλλωστε, υπό το φως της αμφισβήτησης που εγείρουν οι ενάγοντες ως προς την γνησιότητα και εγκυρότητα των κατ΄ισχυρισμό συμφερόντων της ALBROOK, η οποιαδήποτε προσπάθεια του Δικαστηρίου να εξετάσει την ουσία αυτών των ξένων συμφερόντων στα πλαίσια της παρούσας αίτησης της εναγόμενης 2 και στην απουσία της ALBROOK, θα απέληγε ουσιαστικά σ αυτό ακριβώς που παραπονείται η εναγόμενη 2 ότι έχει γίνει, ότι δηλαδή το Δικαστήριο αγνόησε τα δικαιώματα των άμεσα επηρεαζόμενων τρίτων. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση στην PJSC "Alfa-Bank" ν. Podolskiy, Γενική Αίτηση αρ. : 46/2018, 19/4/2019 στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά της εναγόμενης 2. Αυτό γιατί, το επίδικο επιβαρυντικό διάταγμα σ' εκείνη την υπόθεση είχε εκδοθεί με ρητή αναφορά σε εμπιστευματοδόχο και σε πραγματικό δικαιούχο των εκεί επίδικων μετοχών και ναι μεν την εκεί αίτηση παραμερισμού την είχε καταχωρήσει ο εμπιστευματοδόχος των μετοχών, όμως το επίδικο θέμα που ήγειρε ο τελευταίος ήταν ότι αυτός δεν κρατούσε τις μετοχές για λογαριασμό του κατονομαζόμενου καθ' ου η αίτηση αλλά για λογαριασμό τρίτων προσώπων τα οποία έλαβαν μέρος στη διαδικασία υποστηρίζοντας την αίτηση με τις δικές τους Ε/Δ στις οποίες ανέφεραν και τα δικαιώματα τους που επηρεάζονταν από το διάταγμα αλλά και την επιθυμία τους όπως αυτό παραμεριστεί. Κοντολογίς, σ' εκείνη η διαδικασία το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όλους τους κατ' ισχυρισμό πραγματικούς ιδιοκτήτες των μετοχών αλλά και τις θέσεις και επιθυμίες τους σε σχέση με το επίδικο διάταγμα εξ' ου και μπόρεσε να εξετάσει την ουσία όλων των προβαλλόμενων δικαιωμάτων. Στην παρούσα περίπτωση όμως τίποτα τέτοιο δεν ισχύει αφού όπως προανέφερα, ούτε η PANCRASS αλλά ούτε και η ALBROOK φαίνεται να συμμετέχουν ή έστω να υιοθετούν την παρούσα διαδικασία και τους ισχυρισμούς που προβάλλει η εναγόμενη 2 για να ακυρώσει η ίδια το επίδικο διάταγμα. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς και λαμβανομένου αφ' ενός υπόψη ότι η παρούσα αίτηση προωθείται στη βάση του ισχυρισμού της εναγόμενης 2 ότι αυτή κανένα συμφέρον δεν έχει στις επίδικες μετοχές και αφ' ετέρου ότι κανένα ισχυρισμό δεν προβάλλει η τελευταία περί πρόκλησης σ' αυτή προσωπικά οποιασδήποτε ζημιάς συνεπεία της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, έστω και λόγω της κατ' ισχυρισμό ιδιότητας του εμπιστευματοδόχου, η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Η παρούσα αίτηση επομένως απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.