← Κύπρος

VENTEX LTD ν. FBME BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθώς επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπής Εταιρείας (Υποκατάστημα)

VENTEX LTD ν. FBME BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθώς επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπής Εταιρείας (Υποκατάστημα) (Υπό Εξυγίανση) δια του ειδικού διαχειριστή Κλεόβουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 185/19, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 185/19 Μεταξύ: VENTEX LTD Ενάγουσας Και 1.FBME BANK LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ), εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθώς και εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπής Εταιρείας (Υποκατάστημα) 2.DEPOSIT INSURANCE BOARD ΤΗΣ ΗΝΩΜΕΝΗΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΤΑΝΖΑΝΙΑΣ, υπό την ιδιότητα τους ως εκκαθαριστές της FBME BANK LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) 3.XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή του υποκαταστήματος της FBME Bank Limited στην Κύπρο 4.ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ Δ.25 θ.1

(2)ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Μεταξύ: VENTEX LTD Ενάγουσας Και 1.FBME BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθώς επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπής Εταιρείας (Υποκατάστημα) (Υπό Εξυγίανση) δια του ειδικού διαχειριστή Κλεόβουλου XXXXX 2.DEPOSIT INSURANCE BOARD ΤΗΣ ΗΝΩΜΕΝΗΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΤΑΝΖΑΝΙΑΣ, υπό την ιδιότητα τους ως εκκαθαριστές της FBME BANK LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) 3.XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή του υποκαταστήματος της FBME Bank Limited στην Κύπρο 4.ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερομηνίας 23.12.20 Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές 1 : κα Σ. Χρίστου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση : κα Ε. Καρτελιά Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, την 28.1.19, καταχώρισαν την εν τίτλω αγωγή εναντίον των εναγομένων, δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αξιώνοντας δήλωση του δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερ.9.5.05 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 σε σχέση με τραπεζικούς λογαριασμούς είναι άκυρη. Επιδιώκουν επίσης απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €1.597.941,46, όπως και για το ποσό των $190.984,67, που αποτελεί το πιστωτικό υπόλοιπο δυο λογαριασμών, ως ποσά οφειλόμενα λόγω παράνομου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εναντίον των εναγομένων 1 και 4, αξιώνει τα πιο πάνω ποσά για παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος και/ή για παράβαση της επιβεβλημένης υποχρέωσης επιμέλειας και/ή για αμέλεια. Την 18.5.20, η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 λόγω παράλειψης εκ μέρους της καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως. Την 18.6.20, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ του παρακλητικού του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Την 23.9.20 η εναγόμενη 1, δια του ειδικού διαχειριστή, καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και την 18.12.20 η αίτηση, κατόπιν ακρόασης απερρίφθη. Εναντίον της απόφασης αυτής υπεβλήθη έφεση και στα πλαίσια αυτής, η εναγόμενη 1, δια του ειδικού διαχειριστή, στην συνέχεια ο αιτητής, δια της παρούσας αίτησης, επιζητεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, μέχρι εκδικάσεως της πιο πάνω έφεσης. Για σκοπούς πληρότητας και χάριν του ιστορικού, να αναφερθεί ότι ο αιτητής πέτυχε, την 11.1.21, δυνάμει μονομερούς αίτησης, διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, και είναι επί της συνέχισης της ισχύος του που έφεραν ένσταση οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση. Η ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της. Καταγράφονται σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, τόσο ως προς τους προβαλλόμενους λόγους που αναφέρει ο αιτητής για την παράλειψη του να καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή, όσο και επί της υπεράσπισης που προβάλλει επί της ουσίας της αγωγής. Ενίστανται ομοίως και στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα και να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Το νομικό βάθρο της αίτησης αποτελείται από πλειάδα νόμων και κανονισμών, αρκεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να λεχθεί ότι στηρίζεται, μεταξύ άλλων και στη Δ.35, Θ.17, 18, και 19 καθώς και στη Δ.48, Θ. 1-4, 8
(4). 8
(1)(ΙΙ), 9 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, αποτελεί επαρκές δικονομικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της αίτησης. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση η Δ.48, Θ.8
(1)(ee), που ως εισηγούνται οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση, δεν θεραπεύεται με την Δ.64, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το γεγονός αυτό, στο βαθμό που συνιστά παράλειψη, επικαλύπτεται από την Δ.48, Θ.8
(1), που αναγράφεται στη νομική βάση της αίτησης, θεραπεύσιμη, εν πάση περιπτώσει, με την Δ.64, με την έκδοση ανάλογης επί τούτου διαταγής. Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Η αίτηση υποστηρίζεται υπό μακροσκελούς ενόρκου δηλώσεως του ειδικού διαχειριστή της εναγόμενης 1, με συνημμένα διάφορα τεκμήρια. Αναφέρεται τόσο στους λόγους παράλειψης του να καταχωρίσει εμφάνιση στο δικαστήριο, όσο και επί της ουσίας, προβάλλοντας σωρεία λόγων που αφορούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση του. Είναι επίσης η θέση του ότι η ασκηθείσα έφεση έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά και ιδιαίτερη έμφαση στο καθεστώς ειδικής διαχείρισης της εναγομένης 1 και στις έννομες συνέπειες εφαρμογής της περί εξυγίανσης νομοθεσίας. Επικαλείται, μεταξύ άλλων, νομικούς λόγους σε σχέση με την εξυγίανση της εναγομένης 1 και στα καθήκοντα του διαχειριστή. Αναφέρεται επίσης στην ισομερή κατανομή των πιστωτών της εναγομένης 1, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες, οι οποίοι δια της εκδόσεως της αποφάσεως έλαβαν πλεονέκτημα έναντι των άλλων πιστωτών, αναπτύσσοντας διάφορα επί μέρους θέματα σε σχέση με το θέμα αυτό. Αποδέχεται ότι πρόκειται για εγγενή εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, για τέτοιο χρονικό διάστημα και υπό τέτοιους όρους, ήθελε κρίνει ορθούς το δικαστήριο. Κατά την εισήγηση του ομνύοντος, είναι δίκαιο όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημερ.18.6.20, ώστε να ασκηθεί με αποτελεσματικότητα το συνταγματικό του δικαίωμα της έφεσης, υπό τέτοιους όρους ως κρίνει εύλογους το δικαστήριο. Στην αντίπερα όχθη, στην υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση, αναφέρονται διάφοροι λόγοι και θέματα που αφορούν την ουσία της αγωγής και της εκδοθείσης εναντίον της εναγόμενης 1 απόφασης, απορρίπτοντας τις διάφορες θέσεις του αιτητή, και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση, ότι το δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του εξουσία προς όφελος του αιτητή και να αποστερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Οι ένορκες δηλώσεις είναι μακροσκελείς, συνοδευόμενες από σειρά εγγράφων ως τεκμηρίων. Το δικαστήριο τις έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα καταγράφονται σε αυτές. Προστίθεται εδώ, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων, ή την καταχώριση, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Γίνεται σε αυτές εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα και στις αρχές που διέπουν το επίδικο θέμα με ευρεία αναφορά και παραπομπή σε νομολογία, σχετική επί τέτοιων αιτημάτων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα αναλυτικά προωθούνται δια των αγορεύσεων των συνηγόρων. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της παρούσας απόφασης (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και διαχρονικά εμπεδωμένη. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contr. Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 1978, συμπυκνώνονται οι αρχές ως ακολούθως: «Η νομική βάση της αίτησης για αναστολή είναι η Διαταγή 35 καν. 18. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες. ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191/96, ημερ. 29.6.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Στη υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Υπεδείχθη περαιτέρω, ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Εναπόκειται βεβαίως στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης. Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση S.T. HEALTHY SUPPLEMENTS LTD ν. ΣΙΑΘΑ, Πολ. Έφεση αρ.4/2017, ημερ.28.2.2019, στην οποία υπεδείχθη ότι: «Το δικαστήριο, στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης δυνάμει της Δ.35, Κ. 18 των Κανονισμών, έχει να ζυγίσει δύο ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους δικαιώματα, πρακτικής σημασίας, και, εκκρεμούσης της έφεσης, να αποφασίσει ποιο από τα δύο πρέπει να υπερισχύσει έναντι του άλλου· το δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή να διατηρήσει την άμεση εκτελεστότητά της η υπέρ του απόφαση, ή το δικαίωμα του εξ αποφάσεως οφειλέτη για διασφάλιση του αντικειμένου της έφεσής του, σε περίπτωση επιτυχίας της; (βλ. Gov. and the Comp. of the Bank of Scotland v. Πλοίου S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955). Με βάση την προαναφερθείσα δικονομική διάταξη, υπάρχει, βέβαια, και η δυνατότητα για παροχή αναστολής εκτέλεσης υπό όρους εγγυήσεως, οι οποίοι τίθενται στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, προς εξασφάλιση της πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, με το πέρας της έφεσης και εφόσον αυτή αποτύχει. Το δικαστήριο, κατά τη διενέργεια της πιο πάνω εξέτασης, η οποία αφορά σε άσκηση διακριτικής εξουσίας, λαμβάνει υπόψη του όλους τους παράγοντες που είναι σχετικοί και τυχόν να επιδρούν στην ενώπιόν του υπόθεση». Παρενθετικά να αναφερθεί ότι η αίτηση παραμερισμού, σύμφωνα με την υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 293-294, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιάμεση αίτηση, ως η εισήγηση των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση. Η πλευρά των εναγόντων αναφέρει ότι ο αιτητής δεν αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αν οι ενάγοντες είναι αφερέγγυοι, ώστε αν επιτύχει η έφεση και στο μεταξύ εισπράξουν την δικαστική απόφαση, δεν θα επιστρέψουν, οι ενάγοντες, το εισπραχθέν ποσό. Από την άλλη, αναφέρουν ότι αν επιτύχει η έφεση, θα είναι σε θέση να επιστρέψουν το ποσό, καθώς, τόσο καθ' αυτήν την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση εταιρεία, όσο και οι μέτοχοι της, έχουν περιουσία και είναι φερέγγυοι. Επί του θέματος αυτού, να αναφερθεί ότι ο αιτητής διατάχθηκε να υπογράψει χρηματική εγγύηση για το ποσό των €200.000, κατά την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Ανεξάρτητα από αυτό, δεν μπορεί βέβαια να παραγνωριστεί ότι οι ενάγοντες, πέραν από τη πιο πάνω ρηθείσα γενική τους δήλωση περί της φερεγγυότητας τους και ότι είναι σε θέση να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό εισπράξουν, δεν αναφέρουν με ποιο τρόπο υποστηρίζεται, ή και που βασίζεται η ετοιμότητα και η θέση τους αυτή. Ούτε και η πιο πάνω δήλωση, κατά την κρίση του δικαστηρίου, είναι αρκετή από μόνη της, χωρίς τα απαραίτητα εχέγγυα υποστύλωσης της θέσης τους. Και πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει τη σημασία του, με όσα η νομολογία υποδεικνύει στη δικαστική κρίση, κυρίως στην παρούσα υπόθεση που το ποσό της δικαστικής απόφασης έχει την δική του αξία και δυναμική. Το δικαστήριο ως έχει λεχθεί, θα πρέπει να εξισορροπήσει τους δυο πιο πάνω παράγοντες, ώστε να μην αποστερηθούν μεν οι ενάγοντες τους καρπούς της επιτυχίας τους, αλλά από την άλλη, να μην καθιστά το δικαίωμα της έφεσης αλυσιτελές. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και αναλογιστεί με ιδιαίτερο προβληματισμό όσα προβάλλει ο αιτητής και όσα αντιπροτείνουν ενιστάμενοι οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση. Στη βάση αυτών, και του ιδιαίτερου χαρακτήρα του καθεστώτος του αιτητή και των συναφών ζητημάτων που εγείρονται εκ μέρους του, και για να του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του και να μην εξανεμιστεί η αξία της έφεσης ώστε να καταστεί αυτή άνευ αντικειμένου, ζυγίζοντας και συσταθμίζοντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα, το δικαστήριο κατέληξε να εγκρίνει το αίτημα για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και να καταστήσει τα εκδοθέντα ενδιάμεσα διατάγματα απόλυτα. Το δικαστήριο θα θέσει προς τούτο όρους, εξουσία που του παρέχει τόσο η Δ.35, Θ.18 όσο και το Άρ.47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει τροποποιηθεί. Σχετική καθοδήγηση αντλείται και από τις υποθέσεις Ανδρονίκου ν. Κυριάκου
(2014)1 Α.Α.Δ. 421, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 και CHRISTAKIS PILIDES CONSTRUCTION LTD ν. PHILPOOL LTD, Πολ. Έφεση αρ.185/2019, ημερ.12.6.20. Κατά συνέπεια διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της υποβληθείσας έφεσης. Η υπογραφείσα εγγύηση εκ μέρους του αιτητή θα παραμείνει σε ισχύ. Ο αιτητής θα καταβάλει στους δικηγόρους του ενάγοντα όλα τα έξοδα που επιδικάστηκαν σε βάρος του, περιλαμβανομένων και των εξόδων της αίτησης ακυρώσεως της απόφασης, νοουμένου ότι θα παραχωρηθεί από τους ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους, τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή τους, στην περίπτωση που η διαταγή ως προς τα έξοδα ανατραπεί κατά την έφεση (PILIDES ανωτέρω). Ως προς τα έξοδα της παρούσης διαδικασίας, κατ' αναλογία προς την Ανδρονίκου ανωτέρω, αυτά θα είναι έξοδα στην πορεία της έφεσης, αλλά εν πάση περιπτώσει όχι εναντίον του αιτητή. Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.