← Κύπρος

DARIMPEX LIMITED ν. ΤΑΠΠΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/20, 26/4/2021

DARIMPEX LIMITED ν. ΤΑΠΠΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1046/20, 26/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1046/20 Μεταξύ:- DARIMPEX LIMITED Ενάγουσας Και

  1. XXXXX ΤΑΠΠΑ
  2. XXXXX ΒΑΡΝΑΒΑ Εναγομένων Αίτηση ημερ.19.6.20 για παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Απριλίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια : κ. Μ. Νικολάου Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση : κ. Η. Κυριακίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη 1 με την κρινόμενη αίτηση, επιδιώκει την ακόλουθη θεραπεία: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με βάση το οποίο να αναστέλλεται η οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή ή και να παραπεμφθεί σε διαιτησία η ισχυριζόμενη αιτία αγωγής ή και τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 ή/και η διαφορά που έχει ανακύψει αναφορικά με την αμοιβή της εναγομένης 1 ως Αρχιτέκτονας του Έργου ή/και οποιαδήποτε διαφορά σχετίζεται με την αμοιβή της εναγόμενης 1 ως Αρχιτέκτονας του Έργου ή/και όλες οι διαφορές που έχουν ανακύψει ανάμεσα στην Ενάγουσα και την Εναγόμενη
  3. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, οι Δ.16, Θ.9, Δ.27, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4 και 9 η Δ.49 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί η ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η αίτηση έτυχε της ένστασης της ενάγουσας και ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δυο πλευρών. Οι διάδικοι, με την άδεια του δικαστηρίου, καταχώρησαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η σκιαγράφηση της οπισθογράφησης της απαιτήσεως της ενάγουσας, αποτελεί απαραίτητο όρο προς καθορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεδομένης της έκτασης των αξιούμενων διαταγμάτων, θα γίνει προσπάθεια για μια σύντομη περιγραφή, στην έκταση που είναι αναγκαία, ως προς την κρίση της επίδικης αίτησης. Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης 1: Α. Απόφαση και/ή δήλωση ότι η επιστολή της ημερ.15.5.20 να τερματίσει τη συμφωνία ημερ.11.10.18 και/ή τη συμφωνία προς παροχή αρχιτεκτονικών και/ή μηχανολογικών και/ή ηλεκτρολογικών σχεδίων και/ή παροχής εργασιών και/ή επίβλεψης και/ή συναφών υπηρεσιών στην ενάγουσα ήταν παράνομη και/ή αναίτια και/η αδικαιολόγητη και/ή αντισυμβατική. Β. Απόφαση και/ή δήλωση ότι πάσα οφειλόμενη αμοιβή δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας παροχής αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή επίβλεψης και/ή συναφών και/ή άλλων υπηρεσιών μεταξύ τους ημερ.11.10.18 και/ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία και/ή εντολή ανάθεσης έργου αναφορικά με εργασίες μετατροπής του κτιρίου επί της λεωφόρου Ομήρου σε ξενοδοχειακή μονάδα έχει πλήρως εξοφληθεί και ουδεμία αμοιβή εκκρεμεί και/ή δικαιολογείται ή έχει να λαμβάνει η εναγόμενη
  4. Γ. Απόφαση και/ή δήλωση ότι η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτης όλων των μελετών, μοντέλων φωτογραφιών και αποτυπώσεων, σχεδιαγραμμάτων και εγγράφων που εκπονήθηκαν από την εναγόμενη 1 μέχρι και την 15.5.20 και/ή των υπεργολάβων και εντολοδόχων ή και υπαλλήλων της. Δ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 να παραδώσει στην ενάγουσα το σύνολο των πιο πάνω μελετών, σχεδίων, κλπ. Ε. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη υπαναχώρηση της εναγομένης 1 και τερματισμό της πιο πάνω συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, Στ. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία πράξεων της εναγομένης 1 και/η παραλείψεων και/ή αμελούς συμπεριφοράς και/ή επαγγελματικής αμέλειας. Ζ. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση και οικειοποίηση των πιο πάνω μελετών, σχεδίων κλπ. Η. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για αντισυμβατική και αθέμιτη πρακτική και αμέλεια εκ μέρους της εναγομένης
  5. Εναντίον της εναγομένης 1 και/ή του εναγόμενου 2 επιζητά: Θ. Ποσό €1.195.000.00 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες για εργασίες καθαίρεσης και/ή επαναφοράς και διόρθωσης συνεπεία επαγγελματικής αμέλειας και παράβασης νομίμου καθήκοντος και εκτέλεσης αναληφθεισών εργασιών υπό του εναγόμενου 2 προσωπικά και/ή ως εργοδοτούμενου και/η υπεργολάβου της εναγομένης 1, να εκπονήσει και να εφαρμόσει την ορθή και δέουσα υπό τις περιστάσεις και του νόμου προβλεπόμενη αντισεισμική και/ή στατική αναβάθμιση και/ή αντισεισμική μελέτη. Ι. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για αποκατάσταση και επιδιόρθωση των ζημιών και/ή διαφυγόντα κέρδη, καθυστερήσεις κόστος, και απώλειες μελλοντικών κερδών. Κ. Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση νομίμου καθήκοντος και για επαγγελματική αμέλεια. Είναι στη βάση των πιο πάνω αξιώσεων που η εναγόμενη 1 υπέβαλε την πιο πάνω αίτηση. Συνοπτικά, σύμφωνα με την αιτήτρια, κατόπιν σχετικής προφοράς που υπέβαλε προς την ενάγουσα για την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών, ημερ.25.6.18, η οποία έτυχε αποδοχής από την ενάγουσα στις 11.10.18, σύναψε σχετικές συμφωνίες ανάθεσης εντολής (Έγγραφες εξουσιοδοτήσεις Εντολέα του ΕΤΕΚ) με την ενάγουσα, και την εξουσιοδοτούσε να αναλάβει αρχιτεκτονική μελέτη, σχεδίαση και επίβλεψη του έργου, ήτοι μετατροπή υφιστάμενου εξαόροφου κτιρίου σε ξενοδοχειακή μονάδα, καθώς και επί μέρους εργασιών που επιθυμούσε η ενάγουσα να διεξάγει στο έργο. Για παράδειγμα, τη δημιουργία υπόγειας διασύνδεσης του ιδιωτικού υπόγειου χώρου στάθμευσης οχημάτων της ξενοδοχειακής μονάδας με τον υπό δημιουργία υπόγειο χώρο στάθμευσης οχημάτων, επί της λεωφόρου Ομήρου. Η ουσία της θέσης της επικεντρώνεται στα τεκμήρια 1-4 που επισυνάπτει, και στην αρχική προσφορά της, τεκμ.
  6. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι σχετικοί όροι, οι οποίοι είναι οι ίδιοι σε όλες τις εξουσιοδοτήσεις. Πρόκειται για έντυπο του ΕΤΕΚ, σύμφωνα με τον Κανονισμό 4

(2)των Περί Δεοντολογίας των μελών του ΕΤΕΚ και τιτλοφορείται, ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΕΝΤΟΛΕΑ ΣΕ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, η ενάγουσα εξουσιοδότησε την εναγόμενη 1 όπως: «προβεί στη γενική μελέτη/επίβλεψη του Έργου, σύντομη περιγραφή του οποίου δίνεται πιο κάτω, έναντι της πιο κάτω αμοιβής και τυχόν ειδικών όρων» (Α) Σύντομη περιγραφή του έργου και προκαταρκτικός υπολογισμός. (Αναγράφεται χειρόγραφα), Μετατροπή υφιστάμενου εξαόροφου κτιρίου σε ξενοδοχειακή μονάδα. (Β) Αμοιβή (απαλείψατε ανάλογα με την περίπτωση) (ι) Ποσοστό επί του τελικού κόστους του έργου. Το μέρος αυτό έχει διαγραφεί (ΙΙ) Κατ' αποκοπή ποσό. (Αναγράφεται χειρόγραφα) ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (Γ) Ειδικοί όροι: (Παρέμεινε κενό) (Δ) Διαιτησία (Διαγράψετε και μονογράψετε τον/τους όρο/ους με τον οποίον/ους δεν συμφωνείται) Σε περίπτωση που θα αναφυεί, εγερθεί ή ανακύψει οποιαδήποτε διαφορά ή διαφωνία ή απαίτηση ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο ως προς ή σε σχέση (α) με οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με την αμοιβή του μηχανικού ή/και (β) με την ερμηνεία, εφαρμογή ή αναφορικά με ή ως αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής θα παραπέμπεται και επιλύεται οριστικά, δεσμευτικά και τελεσίδικα σε Διαιτησία. Η διαδικασία της Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαιτησίας του ΕΤΕΚ και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα Μέρη. Στο τέλος του εγγράφου υπάρχει η υπογραφή της ενάγουσας και της εναγόμενης
  1. Πρόκειται ως λέχθηκε για τα τεκμήρια 1-4 της ενόρκου δηλώσεως. Το τεκμ.5 είναι η προσφορά της εναγομένης 1 ημερ.25.6.18 προς την ενάγουσα, αναφορικά με την περιγραφή και ανάλυση της αμοιβής της, η οποία, σύμφωνα με την αιτήτρια, έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα την 11.10.
  2. Τα πιο πάνω έγγραφα/ εξουσιοδοτήσεις, είναι μεταγενέστερα, και είναι ημερομηνίας 12.12.18, 15.1.19, 15.5.19 και 14.11.
  3. Είναι οι πιο πάνω όροι που έδωσαν έναυσμα στην καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης. Αποτέλεσε δε και το έναυσμα να προβάλλουν οι διάδικοι δια των ενόρκων δηλώσεων τους, όλα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά την κρίση τους υποστηρίζουν αντιστοίχως τις θέσεις τους, ως προς το επίδικο θέμα την πιο πάνω αίτησης, με την επισύναψη σωρείας εγγράφων. Σύμφωνα με την αιτήτρια, η διάρρηξη της σχέσης της με την ενάγουσα προήλθε κυρίως από την αβάσιμη, αστήρικτη και ανυπόστατη απόδοση νομικών ευθυνών στην ίδια, για ισχυριζόμενη αμέλεια του εναγομένου 2, ως ο πολιτικός μηχανικός. Στις 15.5.20 απέστειλε ειδοποίηση τερματισμού των συμφωνιών προσφοράς των υπηρεσιών της προς την ενάγουσα, για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ενάγουσα. Την ενημέρωνε ότι είχε σημαντικές οικονομικές απαιτήσεις ως προς την αμοιβή της για τις προσφερθείσες αρχιτεκτονικές υπηρεσίες, καθώς και πρόσθετα ποσά ως αμοιβή, για τις επιπρόσθετες υπηρεσίες προς την ενάγουσα, σε σχέση με το επίδικο έργο. Σύμφωνα με την ειδοποίηση τερματισμού, τεκμ.6, η εναγόμενη 1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, για σημαντικές απαιτήσεις για αμοιβή σε σχέση με προσφερθείσες υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στην αρχική συμφωνία, αλλά και σε πρόσθετη αμοιβή για επιπρόσθετες εργασίες, και ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για υπόλοιπο αμοιβής, για αποζημιώσεις για δικαιολογημένη αποκήρυξη της συμφωνίας και προστασία των πνευματικών της δικαιωμάτων επί των εργασιών της. Οι μόνες υπηρεσίες που μπορούσε να προσφέρει και για τις οποίες εξουσιοδοτήθηκε, σχετίζονταν με τον κλάδο της αρχιτεκτονικής και δεν μπορούσε να προσφέρει, ούτε και είχε το δικαίωμα να προσφέρει, οποιουδήποτε είδους υπηρεσίες ή τεχνογνωσία, αναφορικά με τον κλάδο της πολιτικής μηχανικής. Η ενάγουσα, σε απάντηση της ειδοποίησης τερματισμού, της απέστειλε επιστολή και αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της και της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να προσκομίσει γραπτή βεβαίωση ότι δεν έχει ένσταση για την πρόσληψη άλλου αρχιτέκτονα. Σύμφωνα με την αιτήτρια, η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι γνώριζε για την ύπαρξη των απαιτήσεων της σε σχέση με την αμοιβή της, και χωρίς προηγουμένως να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, ή διαβούλευση και συνεννόηση για κατάργηση των συνυποσχετικών διαιτησίας, πληροφορήθηκε από το ΕΤΕΚ, ότι η ενάγουσα απηύθυνε επίσημο αίτημα για λήψη άδειας για διορισμό νέου αρχιτέκτονα, αναφέροντας ότι η επίλυση της διαφοράς μαζί της δρομολογήθηκε δια της παρούσας αγωγής (τεκμ.10). Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το ΕΤΕΚ ενημέρωνε την αιτήτρια ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το θέμα της πιθανής διαφοράς σε σχέση με την αμοιβή που διεκδικεί παραπέμφθηκε και θα εξεταστεί στο δικαστήριο με την εν τίτλω αγωγή. Την ενημέρωνε επίσης ότι σύμφωνα με την ακολουθητέα διαδικασία, αν έχει δρομολογηθεί διαδικασία είτε δικαστικά, είτε μέσω διαιτησίας για την τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς για την αμοιβή του αρχικού μελετητή, το ΕΤΕΚ προχωρεί στην παραχώρηση της σχετικής άδειας. Επίσης την ενημέρωνε ότι αν πράγματι επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα της αμοιβής της αποτελεί ή θα αποτελέσει επίδικο θέμα σε δικαστική διαδικασία, το ΕΤΕΚ θα προχωρήσει άμεσα στην παραχώρηση άδειας για διορισμό νέου εγγεγραμμένου μηχανικού. Η αιτήτρια δεν αποδέχτηκε την εκδίκαση των απαιτήσεων της σε σχέση με την αμοιβή της σε δικαστική διαδικασία, και ζήτησε να τηρηθούν οι πιο πάνω έγγραφες εξουσιοδοτήσεις. Σχετική προς τούτο, είναι η επιστολή της τεκμ.
  4. Ήταν η θέση της ότι η αγωγή είναι πρόδηλα νομικά και πραγματικά αβάσιμη και θα την υπερασπιστεί όταν αυτή της επιδοθεί. Δεν αποδεχόταν στην εκδίκαση της απαίτησης της για την αμοιβή της σε δικαστική διαδικασία και ότι επιμένει στη τήρηση της συμφωνίας, για εκδίκαση αυτού του θέματος σε διαιτησία. Αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε ή εγκατέλειψε το δικαίωμα της για εκδίκαση του θέματος της αμοιβής της σε διαιτησία. Ακολούθησε στη συνέχεια αλληλογραφία επί του θέματος αυτού, μεταξύ των διαδίκων και του ΕΤΕΚ. Στις 9.6.20 εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό των €272.059,69, το οποίο απέστειλε στην ενάγουσα, αναφορικά με το σύνολο των υπηρεσιών που έχουν παρασχεθεί σε αυτήν, στα πλαίσια εκτέλεσης των εργασιών της στο έργο, μαζί με ανάλυση του τιμολογίου, αποκαλύπτοντας την οικονομική της απαίτηση που έχει σκοπό να προβάλει στη διαιτητική διαδικασία. Πρόκειται για το τεκμ.
  5. Το τιμολόγιο δεν έχει πληρωθεί από την ενάγουσα. Στην παράγραφο 21 της ενόρκου δηλώσεως της, αναφέρει ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας μέσα από το κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και το ζήτημα της αμοιβής της, καθότι η ενάγουσα ζητεί μέσα από το αιτητικό Β του κλητηρίου εντάλματος την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι πάσα οφειλόμενη οφειλή για τις αρχιτεκτονικές εργασίες που έχουν παρασχεθεί, έχει πλήρως εξοφληθεί. Το δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής και να εκδικάσει ζητήματα που άπτονται της αρχιτεκτονικής της αμοιβής για υπηρεσίες που πρόσφερε στο έργο, και πιστεύει ότι η παρούσα δικαστική διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί και η διαφορά να παραπεμφθεί προς επίλυση σε διαιτησία. Έχει εκφράσει ξεκάθαρα την επιθυμία και την πρόθεση της τόσο προς την ενάγουσα, όσο και προς το ΕΤΕΚ να προσέλθει σε διαιτητική διαδικασία και ότι, δεν έχει πρόθεση να παρακωλύσει τη διαδικασία της διαιτησίας και να μην προωθήσει με ουσιαστικό τρόπο την απαίτηση της εναντίον της ενάγουσας, αφού η έγκαιρη αποπεράτωση της διαιτητικής διαδικασίας ως προς το ύψος της αμοιβής που δικαιούται, είναι και προς το δικό της συμφέρον. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, στην ένσταση της, προβάλλει σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι ο όρος διαιτησίας δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ και είναι άκυρος και η ενάγουσα ουδέποτε συμφώνησε με αυτά. Επίσης, ότι η αίτηση είναι αόριστη, γιατί δεν εξειδικεύεται και δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η διαφορά που επιδιώκεται να παραπεμφθεί σε διαιτησία και είναι άγνωστο και αόριστο τι επιδιώκει η αιτήτρια να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της. Συνοπτικά και καθ' όσον αφορά στην μεταξύ τους συμφωνία, είναι η θέση του ότι αυτή υπογράφηκε προγενέστερα των τεκμ.1-
  6. Αναφέρεται στο ιστορικό της γνωριμίας τους με την εναγόμενη 1 και προβαίνει σε σχόλια επί των τεκμ.1-
  7. Είναι η θέση του ότι τα τεκμήρια αυτά δεν εφαρμόζονται λόγω της ειδικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αλλά και να θεωρηθούν δεσμευτικά, η αμοιβή της εναγόμενης 1 εκφεύγει από τα επίδικα θέματα της αγωγής, όπως καθορίζεται λεπτομερώς στην μεταξύ τους συμφωνία, τεκμ.1 της ένστασης, και όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το τεκμ.5 της αίτησης, και η εναγόμενη 1 έχει πληρωθεί και εξοφληθεί. Γίνεται επίσης ανάλυση στην ευθύνη της εναγόμενης 1, στη βάση του δόγματος της εκ προστήσεως ευθύνης, και ότι η αγωγή δεν άπτεται θεμάτων αμοιβής της εναγόμενης
  8. Αυτή είναι υπόλογη σε αποζημιώσεις λόγω παράβασης εκ μέρους της του καθήκοντος της επιμέλειας. Με βάση δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων, τεκμ.5, είναι η θέση του ότι η αιτήτρια δεν χρέωνε έναντι των υπηρεσιών της, αλλά εις εξόφληση. Κατά συνέπεια, τα συμφωνηθέντα ποσά, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία έχουν εξοφληθεί και δεν υπάρχει αντικείμενο παραπομπής διαφοράς σε διαιτησία. Σχολιάζει το τιμολόγιο τεκμ.14 που απέστειλε η εναγόμενη 1, ότι αυτό είναι προϊόν εκβιασμού, απειλών και σχεδίου της εναγόμενης 1 να παγιδεύσει την ενάγουσα. Δημιούργησε εκ των υστέρων επίπλαστη απαίτηση, για να την χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της ενάγουσας να συνεχίσει το έργο. Η συμφωνία μεταξύ τους δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ρήτρα διαιτησίας, ενώ τα έντυπα του ΕΤΕΚ δεν αποτελούν ουσιαστική συμφωνία, αλλά υπογράφονται αποκλειστικά και αναγκαστικά για σκοπούς κατάθεσης σχετικών αιτήσεων προς λήψη αδειών από τις αρμόδιες αρχές. Είναι επίσης η θέση του ότι η αιτήτρια δεν προσδιορίζει ποια είναι η διαφορά. Η αιτήτρια αποφεύγει να τοποθετηθεί ποια είναι η διαφορά και ποιο αιτητικό της αγωγής καλύπτεται από ρήτρα διαιτησίας, και δεν εξειδικεύει τα ζητήματα που ζητεί να παραπεμφθούν σε διαιτησία. Προστίθεται εδώ, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων. Γίνεται σε αυτές εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα και στις αρχές που διέπουν το επίδικο θέμα με αναφορά και παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογία. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Έχει επίσης πλήρως υπόψη του όσα αναλυτικά εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, καθώς και όσα επισυνάπτονται ως τεκμήρια προς υποστήριξη των αντιστοίχων θέσεων. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της παρούσας απόφασης (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Tο αρ.8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.6, προνοεί ότι: 8. Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας. Στην υπόθεση Bulfracht v. Third World Steel Co. Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να παραπεμφθεί μια διαφορά σε διαιτησία, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας για παραπομπή σε διαιτησία δεν είναι επιτακτική. Το Δικαστήριο ασκεί διακριτική ευχέρεια, με βάση το Άρθρο 4
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, αν ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:-
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία.
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
  3. Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
  4. Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με την αμφισβήτηση που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
  5. Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
  6. Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώριση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
  7. Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. (Βλ. Russel on Arbitration, 19η Έκδοση, σελ. 175.)» Παρενθετικά να αναφερθεί, ότι η αίτηση υπεβλήθη αμέσως μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της εναγομένης 2, χωρίς να ληφθεί εκ μέρους της οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα. Στην υπόθεση Steamer Ship. Co. Ltd v. Sibyl Trad. & Ship. Ltd κ.ά
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069, υπεδείχθη ότι το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία, και το ζητούμενο, σύμφωνα με την Steamer, είναι το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία, να διαπιστώσει αν όντως υπάρχει διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η κρίση του δικαστηρίου θα ασκηθεί συνεπώς επί των διαφόρων ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, και των αξιώσεων που προβάλλονται στην γενική οπισθογράφηση της απαιτήσεως, παρόλο που στη συνέχεια, μετά την καταχώριση της κρινόμενης αίτησης, καταχωρήθηκε και η έκθεση απαιτήσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αν υπάρχει ρήτρα διαιτησίας και ποια είναι τα θέματα που προσδιορίζονται σε αυτήν. Έχουν παρατεθεί τα σχετικά έγγραφα που επισύναψε η αιτήτρια, τα οποία φέρουν τόσο την υπογραφή της αιτήτριας, όσο και της ενάγουσας. Ως λέχθηκε και ως προκύπτει, είναι μεταγενέστερα του τεκμ.5, που είναι η προσφορά της αιτήτριας ημερ.25.6.18 προς την ενάγουσα, την οποία, τα ρηθέντα έγγραφα εξουσιοδότησης, επικαλύπτουν χρονικά, με ρητή αναφορά σε αυτή, αναφορικά με την περιγραφή και ανάλυση της αμοιβής της. Στο τεκμ.1 ημερ.12.12.18, γίνεται ευθέως αναφορά για ειδική συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή της αιτήτριας. Ο Όρος Δ (α) του εγγράφου, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και είναι σαφής και ξεκάθαρος. Προς αποφυγή επαναλήψεως του σχετικού εγγράφου, διαφορά, διαφωνία ή απαίτηση ή αμφισβήτηση αναφορικά με την αμοιβή του μηχανικού, δηλαδή της εναγόμενης 1, και του εντολέα, ήτοι της ενάγουσας, τα μέρη ρητώς συμφώνησαν ότι αυτή θα παραπέμπεται σε διαιτησία. Σύμφωνα με την Steamer ανωτέρω, η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και έχει μόνο τέτοια και όση έκταση, όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην υπόθεση Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R 251, υποδεικνύεται ότι η ύπαρξη όρου διαιτησίας από μόνος του δεν επαρκεί για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Εναπόκειται στον εναγόμενο αιτητή να καταδείξει με σαφήνεια ποια είναι ακριβώς η διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μερών (the precise nature of the dispute), η οποία δυνάμει του όρου θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία, και ως εκ τούτου να ανασταλεί η διαδικασία. Υπεδείχθη ότι: «With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171)."» Στην προκειμένη υπόθεση, η εναγόμενη 1 απαιτεί ή και διεκδικεί το ποσό των €272.059,69, δυνάμει τιμολογίου που απέστειλε στην ενάγουσα, αναφορικά με το σύνολο των υπηρεσιών στα πλαίσια εκτέλεσης των εργασιών της στο έργο, τεκμ.14. Προκύπτει ακόμα ότι το ποσό αυτό δεν έχει εξοφληθεί. Σύμφωνα με το τεκμ.11, επιστολή της αιτήτριας προς το ΕΤΕΚ ημερ.2.6.20, η αιτήτρια (σελ.2) δεν αποδέχεται την εκδίκαση της απαίτησης της αμοιβής της σε δικαστική διαδικασία, και επιμένει στη τήρηση της συμφωνίας για εκδίκαση αυτού του θέματος σε διαιτησία. Το ΕΤΕΚ δι' επιστολής του προς την ενάγουσα, ημερ.4.6.20, στην παράγραφο 3, αναφέρει ότι η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα και την επιλογή για αποδοχή παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Η ενάγουσα δι' επιστολής της ημερ.4.6.20 προς το ΕΤΕΚ, αναφέρει ότι η αγωγή, που αφορά μεταξύ άλλων και την αμοιβή της αιτήτριας, είναι πραγματικό γεγονός, και ως εκ τούτου η επιθυμία της αιτήτριας προς παραπομπή σε διαιτησία, δεν θα το αναιρέσει. Από όσα έχουν παρατεθεί, αβίαστα εξάγεται ότι ως προς την αμοιβή της αιτήτριας, υπάρχει εκ μέρους της απαίτηση, αλλά και διαφωνία όπως και αμφισβήτηση από την ενάγουσα, και προφανώς διαφορά, σύμφωνα με τους όρους των σχετικών εγγράφων. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στον όρο Δ (α) της συμφωνίας, τίθενται με διαζευκτικό τρόπο, η διαφορά, διαφωνία, απαίτηση ή αμφισβήτηση. Αντικείμενο δε αυτής, αποτελεί το αιτητικό Β της απαίτησης της ενάγουσας. Η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν προσδιορίζει ποια είναι η διαφορά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού για την αμοιβή της, σαφώς και με ευκρίνεια προσδιορίζεται αυτή, τόσο με την σχετική διατύπωση στην αίτηση, όσο και με την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, ευθέως παραπέμπουσα στο αιτητικό Β της οπισθογράφησης της απαίτησης, και όπως ως αυτή επαναλαμβάνεται στην έκθεση απαιτήσεως, με παραπομπή στα έγγραφα που υπέγραψαν, αλλά και την αλληλογραφία που επισύναψε. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, πέραν του γεγονότος ότι η ενάγουσα, στο αιτητικό Β της απαίτησης, ξεκάθαρα αξιώνει δήλωση του δικαστηρίου ότι η οφειλόμενη αμοιβή της εναγομένης 1 έχει πλήρως εξοφληθεί, και ότι ουδεμία αμοιβή εκκρεμεί και/ή δικαιολογείται, γεγονός που ακριβώς αναδεικνύει ότι υφίσταται διαφωνία και αμφισβήτηση και συνεπώς διαφορά, ως προς την αμοιβή της εναγομένης 1, δι' επιστολής της προς το ΕΤΕΚ, ημερ.4.6.20, η ενάγουσα, παραδέχεται ότι με την αγωγή επίδικο θέμα, μεταξύ άλλων, είναι και η αμοιβή της εναγομένης. Με άλλα λόγια, είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι υπάρχει διαφωνία και αμφισβήτηση αναφορικά με την αμοιβή της εναγομένης, η οποία αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής. Η ετοιμότητα της εναγομένης 1 προς παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, εκφράστηκε τόσο με την πιο πάνω επιστολή της προς το ΕΤΕΚ, όσο και με την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ν. Καραπασίτης & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Επιβεβαιώνεται δε η ύπαρξη της αμφισβήτησης και της διαφοράς με το αιτητικό Β της απαίτησης. Οι προϋποθέσεις που τίθενται στην υπόθεση Bulfracht ανωτέρω, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι, καθ' όσον αφορά την αμοιβή της εναγομένης 1, πληρούνται. Το ζητούμενο συνεπώς, είναι αν θα πρέπει αυτή να εκδικαστεί στα πλαίσια της αγωγής, ή να παραπεμφθεί σε διαιτησία, σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ τους εγγράφων. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι διάφορες θέσεις και ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση ως προς διάφορα θέματα που αφορούν την διαδικασία διαιτησίας και το αμερόληπτο ή μη των διαιτητών, το δικαστήριο, σε συμφωνία με την θέση του συνηγόρου της αιτήτριας, κρίνει ότι τα θέματα αυτά εκφεύγουν τελείως του επιδίκου θέματος και είναι εκτός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, και είναι άσχετα με το υπό κρίση ζήτημα. Η πλευρά της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι στην αγωγή, προβάλλει μεταξύ άλλων, και ισχυρισμούς περί δόλου και ψευδών παραστάσεων που συνδέονται άμεσα με το επίδικο τιμολόγιο που εξέδωσε η αιτήτρια, αφού είναι η θέση της ότι η αιτήτρια εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό με σκοπό να την εμποδίσει να διορίσει άλλο αρχιτέκτονα, δυνάμει του άρθρου 5(β) του περί Δεοντολογίας των Μελών του ΕΤΕΚ. Στην παράγραφο 19 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, γίνεται μια ανάλυση του επίδικου τιμολογίου της αιτήτριας, και ότι αυτό περιέχει έκδηλα ψεύδη, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και στη λογική. Οι απαιτήσεις της αιτήτριας, σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση, είναι ξεκάθαρο προϊόν εκβιασμού, απειλών και του σχεδίου της να παγιδεύσει την καθ' ης η αίτηση. Στις δε παραγράφους 34 και 35 της εκθέσεως απαιτήσεως, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά ο πιο πάνω ισχυρισμός, και ότι ο σκοπός της αιτήτριας είναι η άσκηση οικονομικής πίεσης στην καθ' ης η αίτηση για να την εμποδίσει να λάβει άδεια για αντικατάσταση του αρχιτέκτονα στο έργο. Χαρακτηρίζει την απαίτηση της αιτήτριας ως επίπλαστη, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της ενάγουσας να συνεχίσει το έργο. Αντιπροβάλλει η πλευρά της αιτήτριας, δια της αγορεύσεως του συνηγόρου της, ότι στην έκθεση απαιτήσεως πουθενά δεν παρατίθενται λεπτομέρειες οποιασδήποτε δόλιας συμπεριφοράς της αιτήτριας που θα της αποστερούσε, ενδεχομένως, το δικαίωμα να ενεργοποιήσει τα συνυποσχετικά διαιτησίας. Αναφορικά με τον δόλο, ο Νομοθέτης στο Αρ.9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, ρητώς αναφέρει ότι αν η διαφορά που αναφύεται εγείρει ζήτημα του κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους έχει καταστεί ένοχος δόλου, έχει εξουσία να διατάξει την ακύρωση του συνυποσχετικού και σύμφωνα με το εδάφιο 3, που αφορά και ενδιαφέρει την παρούσα αίτηση, δύναται να αρνηθεί να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής. Στην έκθεση απαιτήσεως, που εγείρεται το θέμα της αμοιβής της εναγομένης 1, επιζητείται διάταγμα ότι η αμοιβή της εναγομένης 1 έχει πλήρως εξοφληθεί και καμία αμοιβή της εκκρεμεί ή και δικαιολογείται. Παρά την αναφορά, στην οπισθογράφηση της απαίτησης, όπως και στην έκθεση απαιτήσεως, στο επίδικο τιμολόγιο και σε αυτά που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι δεν αξιώνεται, αλλά ούτε και καταγράφεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την αμοιβή, ή και το τιμολόγιο της εναγομένης 1. Δεν αναφέρονται επίσης λεπτομέρειες του δόλου ή και εκβιασμού εκ μέρους της εναγομένης 1. Εκείνο που συνάγεται, είναι ότι η έκδοση αυτού καθ' αυτού του σχετικού τιμολογίου δημιούργησε μια κατάσταση τέτοια, που η ενάγουσα δεν μπορεί να διορίσει άλλον αρχιτέκτονα και να συνεχίσει το έργο. Όπως και η ομνύουσα για την καθ' ης η αίτηση αναφέρει, το θέμα αυτό σχετίζεται με τον Περί Δεοντολογίας των Μελών του ΕΤΕΚ. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι η απόφαση του ΕΤΕΚ και το Αρ.5
(2)(β) του Περί Δεοντολογίας των Μελών του ΕΤΕΚ, αποτέλεσε αντικείμενο της Πολ. Αίτησης 80/20, δι' αιτήσεως της ενάγουσας προς έκδοση Mandamus, αναφορικά με την άρνηση του ΕΤΕΚ να παραχωρήσει άδεια για το διορισμό νέου εγγεγραμμένου μηχανικού, η οποία την 20.7.20, απερρίφθη. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, παρόλο που η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα, αναφορικά με τον δόλο, υπεδείχθη η υποχρέωση να παρουσιαστούν πλήρη και επαρκή στοιχεία, ώστε να μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο. Υπεδείχθη ότι: «Η γενικότητα της θέσης ότι υπάρχει δόλος, επειδή για χρόνια ανανεωνόταν η εγγυητική, και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων σε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι εφεσείοντες ζήτησαν την πληρωμή της εγγυητικής, αναμφίβολα υστερεί κατά πολύ από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δοθεί ώστε το Δικαστήριο να εξέταζε κατά πόσο υπήρχαν πράγματι εκείνα τα στοιχεία δόλου στη γνώση μάλιστα των εφεσειόντων, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε ή όχι το προσωρινό διάταγμα». Κατά την κρίση του δικαστηρίου, το γεγονός ότι η αιτήτρια εξέδωσε τιμολόγιο για το υπόλοιπο της αμοιβή της, από μόνο του το γεγονός αυτό, δεν συνιστά δόλο, ούτε και μπορεί να κριθεί με την έννοια και τον τρόπο που αναφέρει η καθ' ης η αίτηση, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που επιφέρει αυτό, δυνάμει του Περί Δεοντολογίας των Μελών του ΕΤΕΚ. Στην παράγραφο 54 της αγόρευσης του συνηγόρου της αιτήτριας αναφέρεται ότι ναι μεν η εναγομένη 1 εντοπίζει διαφορές ως προς το ζήτημα της αμοιβής της, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι και οι διαφορές που σαφέστατα υπάρχουν, σχετίζονται με αδικαιολόγητες απαιτήσεις της ενάγουσας σε βάρος της, και είναι ζητήματα που ανήκουν στην σφαίρα του όρου Δ(β). Έχει παρατεθεί το αιτητικό μέρος της αίτησης. Ως υπεδείχθη στην Skaliotou, ανωτέρω, εναπόκειται στον αιτητή να καταδείξει με σαφήνεια ποια ακριβώς είναι η διαφορά η οποία θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Τόσο η αίτηση, όσο και το σύνολο της υποστηρίζουσας ένορκης δήλωσης της αιτήτριας, όπως και τα σχετικά έγγραφα που επισυνάπτει, σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με την αμοιβή της, και ότι δεν αποδέχεται αυτή να εκδικαστεί στα πλαίσια της αγωγής. Δεν ήγειρε θέμα οποιασδήποτε άλλης διαφοράς ή διαφωνίας μεταξύ της και της ενάγουσας, ούτε και ήγειρε κάποιο θέμα δυνάμει του όρου Δ(β) του εγγράφου. Δεν επιζητείται επίσης, ούτε και εξειδικεύεται, τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη της δήλωση, οποιαδήποτε άλλη διαφορά ή ζήτημα που θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Όπως ορθά αναφέρει και ο συνήγορος της αιτήτριας, σχετικές προς τούτο είναι οι παράγραφοι 33 - 45 της αγόρευσης του, σε όλο το φάσμα της ένορκης της δήλωσης, εκείνο που η αιτήτρια διεκδικεί είναι την αμοιβή της σε σχέση με τις υπηρεσίες της ως αρχιτέκτονας του έργου, και επιζητά την παραπομπή της διαφοράς αυτής σε διαιτησία, με βάση τα πιο πάνω έγγραφα. Σημειώνεται εδώ, ότι η αιτήτρια με την πιο πάνω επιστολή της προς το ΕΤΕΚ, ως λέχθηκε, εκείνο που αναφέρει είναι ότι δεν αποδέχεται να εκδικαστεί η αμοιβή της με την αγωγή, εστιάζοντας το αίτημα της και παραπέμποντας στο αιτητικό Β της απαίτησης. Επιζητά την εκδίκαση της απαίτησης της, ήτοι της αμοιβής της, σε διαιτητική διαδικασία. Ομοίως, στην επιστολή της προς το ΕΤΕΚ, ημερ.15.6.20, τεκμ.15, στην 2η σελίδα, αναφέρει ότι επισυνάπτει το τιμολόγιο της το οποίο απέστειλε στην ενάγουσα, και ως επί λέξει αναφέρει, «Είναι αυτή την διαφορά μου με την εταιρεία την οποία ζητώ να παραπέμψω σε διαιτησία. Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι δήθεν έχει εξοφλήσει την αμοιβή μου πράγμα αναληθές και αβάσιμο. Με αυτή τη θέση της εταιρείας προκύπτει διαφορά την οποία διεκδικώ να παραπεμφθεί σε διαιτησία». Η απάντηση της ενάγουσας επί τούτου, ήταν σε συντομία, ότι η εναγόμενη 1 μπορεί να προωθήσει το αίτημα της για επίλυση της διαφοράς στο δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας ότι η αγωγή μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει ότι ουδέν άλλο ποσό αμοιβής οφείλεται και/ή δικαιούται να διεκδικεί. Συναφής προς τούτο και αποκαλυπτική ως προς το ζητούμενο, είναι και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας, σύμφωνα με την οποία, στην παράγραφο 3 και κυρίως στην παράγραφο 27, αναφέρεται ότι είναι ορθό και δίκαιο για παραπομπή του ζητήματος της αμοιβής της εναγομένης 1 σε διαιτησία. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που η περαιτέρω, πρόσθετη εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας, για παραπομπή σε διαιτησία όλων των επιδίκων θεμάτων της αγωγής μεταξύ της αιτήτριας και της ενάγουσας, και την ως εκ τούτου αναστολή οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή, βασιζόμενος στον πιο πάνω όρο του εγγράφου, δεν μπορεί να εξεταστεί, αφού δεν υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ούτε και αναλύεται ή και επιζητείται οτιδήποτε άλλο σε αυτή. Ούτε όμως και στην αίτηση εξειδικεύεται με την απαιτούμενη σαφήνεια, σύμφωνα με την Skaliotou ανωτέρω, όπως ακριβώς γίνεται σε σχέση με την αμοιβή της, ποια ακριβώς είναι η διαφορά η οποία θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία, δεδομένου ότι η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί από μόνη της για αναστολή της διαδικασίας. Στην Steamer ανωτέρω, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω, άμεσα σχετικά ως προς το θέμα αυτό: «Στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει "any dispute", δηλαδή "οποιαδήποτε διαφορά", και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά, ούτε, όπως λέγουν οι Εναγόμενοι 2, ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά "dispute"». Στην ουσία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ελλείπει το αναγκαίο σαφές και ξεκάθαρο υπόβαθρο, ως προς την ακριβή φύση της όποιας άλλης διαφοράς, ή και ως προς το ποια άλλη διαφορά θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία, πέραν της αμοιβής της, και ως αποτέλεσμα αυτής, να ανασταλεί η οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία, ώστε να μπορούσε να εξεταστεί η πιο πάνω εισήγηση. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, κρίνεται ότι η αμοιβή της εναγομένης 1, όπως αυτή καταγράφεται στο αίτημα και εξειδικεύεται στο αιτητικό Β της οπισθογράφησης της απαίτησης και της έκθεσης απαίτησης, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αποτελεί αντικείμενο απαίτησης, διαφωνίας, αμφισβήτησης και διαφοράς και καλύπτεται από ρήτρα διαιτησίας. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι η εκδίκαση της αμοιβής της εναγομένης 1 για τον πιο πάνω λόγο, θα πρέπει να ανασταλεί και ως εκ τούτου αναστέλλεται. Παραπέμπεται η διαφορά σε σχέση με την αμοιβή της εναγόμενης 1 - αιτήτριας σε διαιτησία, σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων που υπέγραψαν τα μέρη. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και σε βάρος της καθ' ης η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.