Niyazov ν. Α. I. L Nominee Services Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2557/ 20, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2557/ 20 Μεταξύ: XXXXX Niyazov Ενάγοντας - Αιτητής και
- Α. I. L Nominee Services Limited,
- Angelides, Ioannides, Leonidou LLC
- XXXXX Ιωαννίδης Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22/09/2020 για έκδοση διαταγμάτων φίμωσης και αποκάλυψης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 05 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Ενάγοντα: κ. Σταυρινίδης Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση: Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας - Αιτητής με την Αίτησή του αιτήθηκε απο το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1, είτε μέσω των υπαλλήλων της και/ή εκπροσώπων της και/ή αξιωματούχων της, από του να προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή ή/και ενέργεια ή/και να διαθέσει ή/και να μεταβιβάσει ή/και να αποξενώσει τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd σε οποιονδήποτε εκτός από τον Ενάγοντα. Παράλληλα αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους υπαλλήλους ή/και εκπροσώπους ή/και αξιωματούχους της Εναγόμενης 1 ή/και σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από του να αποκαλύπτει πληροφορίες ή/και να επικοινωνεί με άλλα μέρη, εκτός από τους ίδιους τους Εναγόμενους και τον Ενάγοντα, σχετικά με τα δικαιώματα που αφορούν τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Επιπρόσθετα ζητείται διάταγμα που να διατάζει τους Εναγόμενους, είτε μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών τους και/ή αξιωματούχων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός 5 ημερών από την επίδοση του διατάγματος να ετοιμάσουν ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν κάθε πληροφορία την οποία οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν ή/και μεταβίβασαν ή/και έλαβαν από οποιοδήποτε άλλο μέρος εκτός από τον Ενάγοντα σε σχέση με την εταιρεία Isla Management Ltd και τις μετοχές της μετά τις 28/06/
- Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στη Δ.48, θ.θ. 1- 4 και 7 - 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές που βασίζονται τα διατάγματα τύπου Mareva Injunction, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στην υφιστάμενη νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Ovchynnicov καθώς και της XXXXX Παπαδοπούλου. Ο XXXXX Ovchynnicov στην ένορκη δήλωσή του δηλώνει ότι είναι στενός συνεργάτης του Ενάγοντα, έχει λάβει μέρος σε γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση και έχει κοινά συμφέροντα με τον Ενάγοντα, τα οποία όμως δεν σχετίζονται με την εταιρεία Isla Management Ltd. Εξηγεί, ότι ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση είναι γιατί ο Ενάγοντας δεν ζει στην Κύπρο αλλά ζει σε μια χώρα χωρίς πρεσβεία ή προξενείο της Κύπρου και για να έρθει στην Κύπρο, έτσι ώστε να ορκιστεί ο ίδιος, θα χρειαζόταν δυσανάλογος χρόνος λόγω της πανδημίας. Σε σχέση με τα γεγονότα είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η Εναγόμενη 1 είχε διοριστεί ως εμπιστευματοδόχος (trustee) και διαχειριστής (nominee) στο καταπίστευμα που δηλώθηκε στις 11/05/2018 προς όφελος του Αιτητή για το 100% των μετοχών στην Εταιρεία Isla Management Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Η Εναγόμενη 1 εκπροσωπείτο από το προσωπικό της Εναγόμενης 2, που είναι δικηγορικό γραφείο. Η Εναγόμενη 2 ενεργούσε πάντα βάσει ρητής ή εξυπακουόμενης εξουσιοδότησης και ο Αιτητής, σε σχέση με το καταπίστευμα, βρισκόταν πάντοτε σε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 3, την XXXXX Οράτη και την XXXXX Παναγιώτου. Ο Αιτητής δεν είχε γραπτή συμφωνία διορισμού ή επίσημη συμβατική σχέση με τους Εναγόμενους. Ο Αιτητής είχε λάβει βοήθεια κατά καιρούς για «άτυπη επικοινωνία» με την Εναγόμενη 2 από την XXXXX Hrakovich, η οποία δεν είχε ποτέ εξουσία να δεσμεύει τον Αιτητή, σε θέματα που αφορούσαν την εταιρεία Isla Management Ltd. Ο Αιτητής στις 21/10/2019 έδωσε εντολή στην Εναγόμενη 1 να διακόψει τις εξουσίες οποιουδήποτε προσώπου είχε προηγουμένως εξουσιοδοτηθεί να δίδει εντολές στους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με την εταιρεία Isla Management Ltd. Λόγω του ότι δεν είχαν ληφθεί οποιεσδήποτε οδηγίες, από τις 28/06/2019, από οποιονδήποτε αναφορικά με την εταιρεία Isla Management Ltd αποστάλθηκε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα στον Ενάγοντα - Αιτητή με σχετική ενημέρωση, από την Εναγόμενη 1- Καθ΄ ης η Αίτηση
- Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ακολούθησε η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του Εναγόμενου 3 - Καθ΄ου η Αίτηση 3 με τον Αιτητή από την οποία προέκυψε ότι είχε διαβιβαστεί από την κα Emina στην Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 μια συμφωνία με τίτλο «Deed of Termination of Appointment», η οποία φερόταν να είχε συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα - Αιτητή και της εταιρείας Fresko Financial Ltd και με την οποία ο Ενάγοντας φερόταν να είχε συμφωνήσει την πώληση των μετοχών του στην εταιρεία Fresko Financial Ltd, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού ο Ενάγοντας δεν βρισκόταν στην Κύπρο για να υπογράψει τη συγκεκριμένη σύμβαση. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ο Αιτητής, ως δικαιούχος του καταπιστεύματος, είχε δώσει οδηγίες στην Εναγόμενη 1 στις 15/11/2019 να τερματίσει το καταπίστευμα και να μεταβιβάσει τις μετοχές στον Ενάγοντα ως δικαιούχο και συμπεριλήφθηκε στις συγκεκριμένες οδηγίες και το έγγραφο μεταβίβασης της περιουσίας. Στις 17/12/2019 ο Εναγόμενος 3 αρνήθηκε να εκτελέσει τις συγκεκριμένες οδηγίες κάνοντας αναφορά σε δική του αλληλογραφία με τους παραλήπτες της εταιρείας FRESKO, οι οποίοι δήλωσαν την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους βάσει της Συμφωνίας Τερματισμού («Deed of Termination of Appointment»). Με επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 05/02/2010 και ηλεκτρονικό μήνυμα 26/03/2020, ο Αιτητής ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να εκτελέσει τις οδηγίες του αφού παραβίαζε το καθήκον εμπιστοσύνης της προς τον Αιτητή. Ακολούθησε επιστολή του κ. Σταυρινίδη, δικηγόρου του Αιτητή, ημερομηνίας 10/06/2020 με την οποία ζητούσε από την Εναγόμενη 1 να αποκαλύψει οποιαδήποτε στοιχεία επικοινωνίας μεταξύ της Εναγόμενης 1 και τρίτων προσώπων που σχετίζονται με την περιουσία της εταιρείας Isla Management Ltd και να τερματίσει την παράβαση καθήκοντος και να μεταβιβάσει την περιουσία και παράλληλα ζητούσε όπως η Εναγόμενη 1 δεσμευτεί να μην μεταβιβάσει την περιουσία σε κανένα άτομο εκτός από τον Ενάγοντα. Υποστηρίζει ο Ομνύοντας ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην έναρξη της διαδικασίας οφείλεται στην πανδημία. Όμως μέχρι και σήμερα η Εναγόμενη 1, με τη βοήθεια των Εναγομένων 2 και 3, συνεχίζει να διατηρεί την περιουσία του Ενάγοντα χωρίς νόμιμο δικαίωμα και συνεχίζει να παραβιάζει το καθήκον εμπιστοσύνης προς τον Ενάγοντα ενώ απέτυχε να αναλάβει δέσμευση να μην μεταβιβάσει οποιαδήποτε περιουσία σε τρίτα μέρη. Συνεπακόλουθα κατά τη δική του άποψη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ανά πάσα στιγμή η Εναγόμενη 1 να μεταβιβάσει την περιουσία του Ενάγοντα - Αιτητή στη εταιρεία FRESKO Financial Ltd χωρίς προειδοποίηση προς τον Ενάγοντα - Αιτητή. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι οποιαδήποτε καθήκοντα ή υποχρεώσεις ενδέχεται να οφείλει ο Ενάγοντας - Αιτητής σε τρίτα πρόσωπα σχετικά με την περιουσία δεν επηρεάζουν τα καθήκοντα της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η Αίτηση, ως εμπιστευματοδόχου βάσει του καταπιστεύματος να μεταβιβάσει την περιουσία στον Ενάγοντα - Αιτητή ως ο μοναδικό δικαιούχο του καταπιστεύματος, σύμφωνα με τις οδηγίες του ημερομηνίας 15/11/
- Καταλήγει ο Ομνύοντας ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας του Ενάγοντα - Αιτητή και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει κίνδυνος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η Εναγόμενη 1 θα μεταβιβάσει την περιουσία σε τρίτους, ήτοι την FRESKO Financial Ltd, ενώ υπάρχει πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας Isla Management. Παρόλο που η εταιρεία Isla Management είναι αδρανής, η αξία των περιουσιακών της στοιχείων εκτιμάται γύρω στις €300.
- Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις από την έκδοση των διαταγμάτων αλλά παράλληλα αποδέχεται ότι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ζημιά στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση στην περίπτωση που εκδοθούν τα διατάγματα. Προς υποστήριξη των συγκεκριμένων ισχυρισμών ο Ομνύοντας επισύναψε αριθμό Τεκμηρίων. Η Αίτηση συνοδεύτηκε και από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παπαδοπούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, η οποία γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και μετάφρασε την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ovchynnikov, η οποία είχε γίνει στην Κυπριακή Πρεσβεία στην Πράγα. Εξήγησε ότι ο λόγος που καθυστέρησε η καταχώριση της Αίτησης ήταν γιατί η ένορκη δήλωση είχε καθυστερήσει να παραληφθεί, από το δικηγορικό γραφείο, παρόλο που στάληκε με courier και διεξάγεται έρευνα σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της συγκεκριμένης μονομερούς Αίτησης, η οποία αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48 θ.1-4, 8, 9, 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 3 και 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, στο άρθρο 18 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου, στο άρθρο 18 του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, στα άρθρα 169ΣΤ και 196 του περί Εταιρειών Νόμου, στο κοινοδίκαιο, στην υπόθεση MARIVA COMPANIA NAVIERA S.A. ν. INTERNATIONAL BULK CARRIERS SA [1980] 1 All E.R. 213, στη νομολογία και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν δεκατέσσερις
(14)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση του Ενάγοντα δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που να την καθιστά παραπλανητική, ότι ο Ενάγοντας παρέβη το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων με το να μην παρουσιάσει μια δίκαιη και ειλικρινή εικόνα των γεγονότων, ότι ο Ομνύοντας δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει θετικά τα όσα ο ίδιος λέει ότι γνωρίζει και η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει νομικά αποδεκτή, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου βάσει του οποίου δικαστικά έγγραφα που είναι σε ξένη γλώσσα, τα οποία καταχωρούνται στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι πιστοποιημένες μεταφράσεις από ορκωτό μεταφραστή, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων, ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε θεραπεία ή/και ότι δεν έχει καταδείξει ότι έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία, ότι δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή δεν έχει αποκαλύψει τις αιτίες και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς όφελος της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να αναζητά τις συγκεκριμένες θεραπείες από τους Εναγόμενους, ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Ενάγοντα, ότι κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς του ή/και της αμέλειάς του να επιζητεί τις συγκεκριμένες θεραπείες, ότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση υπέρ του ή/και δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και ότι ο Ενάγοντας στηρίζει την υπόθεσή του σε υπόνοιες, λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων και λανθασμένα συμπεράσματα. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ιωαννίδη, Εναγόμενου 3 - Καθ΄ου η Αίτηση και γνώστη των γεγονότων. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ovchynnikov είναι παράτυπη, νομικά αβάσιμη και εξ υπαρχής άκυρη γιατί δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει θετικά τα όσα ο ίδιος γνωρίζει καθότι δεν σχετίζεται με την εταιρεία Isla Management Ltd γιατί πρώτον, ο Ομνύοντας είναι άσχετο πρόσωπο με την υπόθεση το οποίο δεν παρουσιάστηκε ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου για να ορκιστεί, δεύτερον, δεν προωθήθηκε καλός λόγος γιατί ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν παρουσιάστηκε σε Δικαστήριο στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ορκιστεί για μια διαφορά που προέκυψε στις 29/10/2019 ή και εν πάση περιπτώσει στην Ρωσία υπάρχει Κυπριακή Πρεσβεία και τρίτον, γιατί η μετάφραση της κας Παπαδοπούλου είναι παράτυπη γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.45(Ι)/19 γιατί δεν μπορεί να κριθεί ως κατάλληλο πρόσωπο να μεταφράσει αλλά ούτε και είναι εγκεκριμένο πρόσωπο από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ως μεταφράστρια. Σε σχέση με τα γεγονότα είναι η θέση του Ομνύοντα ότι αρχές του 2018 ο Ενάγοντας - Αιτητής μαζί με τον κ. Titarenko παρουσιάστηκαν ως εκπρόσωποι και συνεργάτες του κ. Abyzov σε εκπροσώπους της Εναγόμενης 1 και έκτοτε οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ανέλαβαν ως διευθυντές ή καταπιστευματοδόχοι σε εταιρείες που τελικός δικαιούχος ήταν τόσο ο Αιτητής αποκλειστικά καθώς και ο κ. Abyzov ξεχωριστά. Ο Ενάγοντας - Αιτητής διόρισε την Εναγόμενη 1 ως εμπιστευματοδόχο (trustee) και διαχειριστή (nominee) του για το 100% των μετοχών του στην εταιρεία Isla Management Ltd. Ο ίδιος ο Ενάγοντας - Αιτητής είχε δώσει οδηγίες στην Εναγόμενη 1 οποιαδήποτε συνεννόηση και οδηγίες σε σχέση με την εταιρεία να πραγματοποιούνται μέσω της κας Hrakovich και μεταγενέστερα της κας Eremina, οι οποίες είναι εργοδοτούμενες στον όμιλο εταιρειών του κ. Abyoz. Η όποια επικοινωνία υπήρχε μεταξύ της Εναγομένης 1 και των κας Hrakovich και κας Eremina υποστηριζόταν από υπογεγραμμένα από τον Ενάγοντα - Αιτητή έγγραφα. Η επικοινωνία σταμάτησε τον Ιούνιο 2019 τόσο με τον Ενάγοντα - Αιτητή καθώς και τις δυο κυρίες. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον Ενάγοντα - Αιτητή και υποστηρίζει ότι καταχρηστικά ο Αιτητής στρέφεται εναντίον τους. Η Εναγόμενη 2 περιγράφεται λανθασμένα αφού ο τίτλος της αγωγής και ο τίτλος που καταγράφεται στη μετάφραση είναι διαφορετικός. Εν πάση περιπτώσει, οι δυο διαφορετικές νομικές οντότητες ουδεμία σχέση έχουν με τον Αιτητή. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία του με τον Ενάγοντα - Αιτητή προκύπτει από το γεγονός ότι είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 και δεν φέρει ο ίδιος οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Είναι η θέση του ότι τον Οκτώβριο 2019 λήφθηκαν από την Εναγόμενη 1 οδηγίες, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, με τις οποίες τερματιζόταν η εξουσιοδότηση οποιουδήποτε προσώπου είχε εξουσιοδοτηθεί προηγουμένως, από τον ίδιο τον Ενάγοντα - Αιτητή, όπως δίδει οδηγίες σε σχέση με την εταιρεία Isla Management Ltd. Σε επικοινωνία που ο ίδιος είχε, ως διευθυντής της Εναγομένης 1, ενημέρωσε τις κ.κ. Hrakovich και Eremina αναφορικά με τις οδηγίες του Αιτητή για να ενημερωθεί στη συνέχεια ότι περί τις 08/07/2019 είχε υπογραφεί μεταξύ του Ενάγοντα - Αιτητή και της εταιρείας FRESKO Financial Ltd ένα έγγραφο τερματισμού και διορισμού του ως καταπιστευματοδόχου των μετοχών της εταιρείας Isla Management Ltd και για εγγραφή τους επ' ονόματι της εταιρείας FRESKO Financial Ltd. Ο ίδιος ενημέρωσε άμεσα τον Ενάγοντα - Αιτητή, στις 30/10/2019, για την ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο και του απέστειλε. Λόγω της σύγχυσης που προκλήθηκε με την παρουσίαση του συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο έθετε σε αμφισβήτηση τον πραγματικό δικαιούχο των μετοχών της Isla Management Ltd, ο ίδιος θεώρησε σωστό όπως κοινοποιήσει το μήνυμά του ημερ. 30/10/2019 στην κα Eremina έτσι ώστε να τοποθετηθούν και τα δυο μέρη. Την ίδια μέρα έλαβε απάντηση από τον Ενάγοντα - Αιτητή στην οποία κατέγραφε ότι ο μόνος διευθυντής της εταιρείας FRESKO ήταν ο κ. Titarenko μέχρι τις 15/07/2019, ο οποίος δεν γνώριζε για τη συγκεκριμένη συμφωνία ενώ παράλληλα του ζητούσε να μην κοινοποιήσει στην κα Eremina τη συγκεκριμένη επικοινωνία. Ο ίδιος προώθησε άμεσα το έγγραφο που του προσκομίστηκε από την κα Eremina, το οποίο αφορούσε τον τερματισμό και παρότρυνε τον Ενάγοντα - Αιτητή σε περίπτωση που τα έγγραφα ήταν πλαστογραφημένα να προχωρήσουν με καταγγελία στις Αστυνομικές Αρχές. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η μόνη επικοινωνία που είχε με εκπροσώπους της εταιρείας FRESKO ήταν όταν έμαθε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε τεθεί υπό διαχείριση με διορισμένους διαχειριστές και αφορούσε αποκλειστικά τη διευκρίνιση του ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών της Isla Management Ltd. Ακολούθως ο ίδιος ενημέρωσε τον Ενάγοντα - Αιτητή ότι η εταιρεία FRESKO είχε τεθεί υπό διαχείριση και οι διαχειριστές της εξέταζαν την εγκυρότητα της συμφωνίας «Deed of Termination and Appointment». Του εξηγήθηκε ότι μεταξύ των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 -Καθ' ου η Αίτηση, ως καταπιστευματοδόχος των μετοχών της Isla Management Ltd είναι και η προστασία της περιουσίας της και των δικαιωμάτων των προσώπων που έχουν συμφέρον σε αυτή. Ζητήθηκε από τον Ενάγοντα - Αιτητή η υπογραφή εγγράφου αποζημίωσης, «Indemnity», στην περίπτωση που θα προχωρούσε η μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας Isla Management Ltd στον Αιτητή, το οποίο έγγραφο δεν έχει παραχωρηθεί. Σε μια προσπάθεια να διαλευκάνει ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση, στις 11/12/2019, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους διαχειριστές της εταιρείας FRESKO επισημαίνοντάς τους ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής αμφισβητεί την γνησιότητα του συγκεκριμένου εγγράφου. Η γνησιότητα της υπογραφής του Ενάγοντα - Αιτητή επί του εγγράφου είχε διαπιστωθεί με γραφολογική εξέταση που είχε στην κατοχή της η εταιρεία FRESKO. Στις 13/12/2019 ζητήθηκε, από τους διαχειριστές της εταιρείας FRESKO, η διαβεβαίωση ότι δεν θα προχωρούσε η μεταβίβαση των μετοχών στον Ενάγοντα - Αιτητή. Στις 20/12/2019 η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της εταιρείας FRESKO ότι η Εναγόμενη 1 ήταν καταπιστευματοδόχος της εταιρείας FRESKO στην οποία ανήκαν οι μετοχές της Isla Management Ltd. Ο ίδιος ενημέρωσε τον Ενάγοντα - Αιτητή για την αλληλογραφία που είχε με τους δικηγόρους της εταιρείας FRESKO και ως απάντηση ο Ενάγοντας - Αιτητής επανέλαβε, σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21/01/2020, τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του περί πλαστότητας, ενώ παράλληλα αναφέρθηκε σε παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η Αίτηση σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του. Η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση λόγω της ισχυριζόμενης πλαστογραφίας αλλά και της άρνησης του Ενάγοντα - Αιτητή να διερευνηθεί το θέμα της πλαστότητας του εγγράφου, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τις μετοχές. Στις 10/04/2020 η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση ζήτησε εγγυητική επιστολή από τους νομικούς εκπροσώπους των διαχειριστών της εταιρείας FRESKO, την οποία μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψε μαρτυρία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εκδώσει τα διατάγματα. Δεν έχει επεξηγήσει στο Δικαστήριο ή/και έχει αποκρύψει το λόγο που δεν επιθυμεί την επικοινωνία με τους εκπροσώπους της εταιρείας FRESKO, στους οποίους καταλογίζει σοβαρά αδικήματα. Ο μόνος λόγος που η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση δεν έχει μεταβιβάσει στον Ενάγοντα - Αιτητή τις μετοχές είναι γιατί περιήλθε σε γνώση της η ύπαρξη του εγγράφου που αμφισβητεί το δικαίωμα του Ενάγοντα - Αιτητή στις μετοχές καθώς και το ενδιαφέρον που εκδήλωσε η εταιρεία FRESKO, ήτοι δικαίωμα στο μετοχικό κεφάλαιο, επί της συγκεκριμένης περιουσίας. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αμφισβητήσει νομικά το συγκεκριμένο έγγραφο αλλά ούτε και η εταιρεία FRESKO έχει διεκδικήσει τα δικαιώματά της δικαστικώς οδήγησε στην υπό κρίση αίτηση. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση δεν επιθυμούν να προβούν σε γενική αποκάλυψη και να αποκαλύψουν οποιαδήποτε έγγραφα, πλην των εγγράφων που έχουν επισυνάψει, λόγω του ότι περιλαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες μεταξύ δικηγόρου και πελάτη αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο διατελούσαν δικηγόροι τόσο του Ενάγοντα, της εταιρείας Isla Management Ltd καθώς και των εργοδοτών του Ενάγοντα που συνιστούσαν εταιρείες συμφερόντων του κ. Abyzov. Είναι πρόθυμοι να διαπραγματευτούν ειδική αποκάλυψη. Καταλήγει, ότι η υπό κρίση Αίτηση προωθείται καταχρηστικά εναντίον όλων των Εναγομένων και κυρίως των Εναγομένων 2 και 3 και οποιοδήποτε εκδοθέν διάταγμα θα δράσει κατά παράβαση των ιδιοκτησιακών συμφερόντων του πραγματικού δικαιούχου των μετοχών της εταιρείας Isla Management Ltd. Ενόψει του ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι έχει υποστεί ζημιές, ως αποτέλεσμα της κατ΄ ισχυρισμό παραβίασης του καθήκοντος εμπιστοσύνης από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση, κατά τη δική του άποψη το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς όφελος της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αφού αυτό που επιδιώκει ο Ενάγοντας - Αιτητής είναι να λάβει πλεονέκτημα τόσο μέσω της αποκάλυψης στοιχείων που αφορούν γενικότερα άλλα ζητήματα του κ. Abyzov, ενώ παράλληλα θα στερήσει το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου τρίτου προσώπου στις μετοχές. Καταλήγει, ότι οι περιστάσεις δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η υπέρμετρη καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην καταχώριση της Αίτησης δεν επεξηγείται και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι και των δυο πλευρών με τις ικανές τους αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις όλων των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Στις 07/10/2020 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση 1 από του να προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή και/ή ενέργεια και/ή διαθέσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd σε οποιοδήποτε μέρος μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη 1 είναι εμπιστευματοδόχος και διαχειριστής του Ενάγοντα στο καταπίστευμα που αφορά το 100% των μετοχών της εταιρείας Isla Management Ltd καθώς επίσης και ότι μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 2 και 3 δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση αλλά ότι η Εναγόμενη 2 ενεργούσε με ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση καθώς επίσης και ότι η κα Hrakovich ενεργούσε εκ μέρους του Αιτητή - Ενάγοντα αποστέλλοντας προς την Καθ΄ης η Αίτηση 1 - Εναγόμενη 1 έγγραφα που αφορούσαν το καταπίστευμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να εξεταστούν, ως προκαταρτικά θέματα πρώτον, ο προβληθείς ισχυρισμός των Καθ΄ων η Αίτηση 1, 2 και 3 που αφορά τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης του Ομνύοντα στην Αίτηση και συγκεκριμένα ότι είναι παράτυπη η μετάφραση γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου, Ν.45(Ι)/2019. Η επιφύλαξη του άρθρου 14 του Ν.45(Ι)/2019 προνοεί ως ακολούθως: « Νοείται ότι δικηγόρος ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο δύναται να διενεργεί μεταφράσεις οι οποίες αφορούν μόνο υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος ή το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται και οι εν λόγω μεταφράσεις δύναται κατ' εξαίρεση να γίνονται αποδεκτές ως πιστοποιημένες μεταφράσεις από τα δικαστήρια και τις αρχές της Δημοκρατίας, εφόσον συνοδεύονται από ένορκο δήλωση, στην οποία αναφέρεται ο εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργείται η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση μετάφραση.» Προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Παπαδοπούλου, που συνοδεύει την Αίτηση, ότι είναι πολύ καλή γνώστης της αγγλικής γλώσσας καθώς και της ελληνικής, καθώς επίσης και ότι είναι δικηγόρος και συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή - Ενάγοντα. Οπόταν οι προϋποθέσεις που θέτει η επιφύλαξη για κατ΄ εξαίρεση αποδοχή της μετάφρασης, ως γενόμενης από την κα Παπαδοπούλου και όχι από ορκωτό μεταφραστή πληρούνται. Το ερώτημα είναι κατά πόσο «αναφέρεται» οποιοσδήποτε εξαιρετικός λόγος για την ετοιμασία της μετάφρασης από την ίδια και όχι από ορκωτό μεταφραστή. Στη δική της ένορκη δήλωση η κα Παπαδοπούλου καταγράφει ότι είναι αδύνατο τόσο για τον Ενάγοντα καθώς και για τον Ομνύοντα να παρευρίσκονται στην Κύπρο για σκοπούς της παροχής όρκου λόγω της πανδημίας. Εφαρμόζοντας την επιφύλαξη του άρθρου 14 του Ν.45(Ι)/2019 η μετάφραση μπορεί να γίνει αποδεκτή ιδιαίτερα ενόψει της πανδημίας COVID 19 που μαστίζει όλες τις χώρες του κόσμου ανεξαιρέτως και έχει επηρεάσει την καθημερινότητα, τις συνδιαλλαγές και ιδιαίτερα την μετακίνηση προσώπων. Το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο να μην αποδεχθεί τη μετάφραση μόνο για το λόγο ότι έγινε από την κα Παπαδοπούλου, η οποία μπορεί να μην είναι εγγεγραμμένη μεταφράστρια είναι όμως δικηγόρος ικανή να προβεί σε τέτοια μετάφραση. Είναι ενστάσιμη επίσης αυτή τούτη η ένορκη δήλωση που έγινε από τον κ. XXXXX Ovchynnikov ως αντικανονική για δυο λόγους: Πρώτον, γιατί ο ίδιος δεν διευκρινίζει αν είναι γνώστης της αγγλικής γλώσσας στην οποία είναι συνταγμένη η ένορκη δήλωσή του, η οποία πιστοποιήθηκε στην Πράγα αντί στο Βέλγιο όπου διαμένει και δεύτερον, γιατί όπως δηλώνει δεν συνδέεται με την εταιρεία Isla Management Limited, την οποία αφορά η υπό κρίση διαδικασία, συνεπώς δεν δύναται να μπορεί να θεωρηθεί ως «ικανός μάρτυρας να αποδείξει τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα που περιγράφει εξ ιδίας γνώσεως.». Αντλώντας καθοδήγηση από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση στη γραπτή του αγόρευση, το Δικαστήριο θα αποδεχθεί την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: Γιατί ο ενόρκως δηλούντας, όπως δηλώνει στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσής του, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, είναι στενός συνεργάτης του Αιτητή ενώ έχει λάβει μέρος στα γεγονότα που περιγράφει. Επιπρόσθετα, εξηγεί γιατί ο ίδιος ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν μπορούσε να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Δεν αναφέρεται πουθενά στο κείμενο της ένορκης δήλωσης ότι ο Αιτητής βρίσκεται στη Ρωσία έτσι που να μπορεί να αχθεί το συμπέρασμα ότι βρισκόταν κοντά σε Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν μετέβη για να ορκιστεί. Αυτό είναι συμπέρασμα των συνηγόρων το οποίο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Ovchynnikov. Εν πάση περιπτώσει, όπως είναι ευρέως γνωστό, η κάθε χώρα έχει δικά της περιοριστικά μέτρα τα οποία εφαρμόζει, σε σχέση με τη μετακίνηση προσώπων, οπόταν θα ήταν οξύμωρο να απορριφθεί η ένορκη δήλωση του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο δηλώνει υπό όρκο γνώστης των γεγονότων, απλώς και μόνο επειδή δεν ορκίστηκε στο Βέλγιο ή γιατί δεν ανέφερε που βρίσκεται ο Αιτητής και δεν μπορούσε να ορκιστεί. Παραπέμπω σε απόσπασμα στην απόφαση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ ΛΤδ κ.α
(1992)1 ΑΑΔ 1453 το οποίο συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης: « Η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
- Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.
- Ο ομνύων υπόκειται σε αντεξέταση εφόσο κρίνει τούτο αναγκαίο το Δικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως του αντιδίκου (Δ.39 θ. 1). Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον ομνύοντα· σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρησή του.». Δεν εξάγεται οποιαδήποτε απόλυτη αρχή από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αρχή της νομολογίας, αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων δεν είναι ο διάδικος αλλά είναι άλλο πρόσωπο. Ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών είναι καλά εμπεδωμένο στη νομολογία. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει φύγει από την Κύπρο από το Μάρτιο
- Τα γεγονότα προέκυψαν τέλος του 2019 με αρχές του 2020, δηλαδή αρχές της πανδημίας όπου τα ταξίδια έγιναν για όλους πιο δύσκολα και τελικά απαγορεύθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Δεν μπορούν τα Δικαστήρια να παραγνωρίζουν αυτά τα γεγονότα και ψυχρά και χωρίς οποιαδήποτε διάκριση να εφαρμόζουν με απόλυτη αυστηρότητα τις αρχές της νομολογίας. Συνάγεται από τα προλεχθέντα ότι το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να απορρίψει τη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση που έχει γίνει από τρίτο πρόσωπο το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δηλώνει ότι έχει ιδία γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος φίμωσης (gagging order) καθώς και η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης (Norwich Pharmacal Order). Όσον αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων αποτελούν θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R 1274. Η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δίδει τη δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην παράνομη πράξη. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν την υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, σελ. 518. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: "[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued." Η θεραπεία της αποκάλυψης βάσει της αρχής της Νorwich Pharmacal επίσης δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί που επιδιώκεται η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπον μέρος από την όλη υπόθεση. Τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ΄ ισχυρισμών αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Οι αρχές που διατυπώθηκαν από τις εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί σε σειρά αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων όπου υποδείχθηκε πως για σκοπούς έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων θα πρέπει να πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και οι προϋποθέσεις που αναγνωρίσθηκαν, κυρίως, στην υπόθεση Mitsui & Co. Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Λόρδο Denning: " This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank." Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek κ.α
(2012)1 ΑΑΔ 1403: « Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.». Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση χωρίς να λησμονεί ότι το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και την αιτούμενη θεραπεία που περιέχεται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ' ισχυρισμό άρνηση της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 να μεταβιβάσει τις συγκεκριμένες μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd στον Ενάγοντα - Αιτητή. Δεν παραγνωρίζεται το καθήκον του καταπιστευματοδόχου να διαφυλάσσει την περιουσία που του παραδόθηκε, στο οποίο παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση στην γραπτή του αγόρευση. Αυτό που αμφισβητεί ο Ενάγοντας - Αιτητής είναι η κατακράτηση της περιουσίας στην οποία ο ίδιος, σύμφωνα πάντοτε με τους δικούς του ισχυρισμούς, είναι δικαιούχος. Όμως διαπιστώνεται ότι από τη μια υπάρχει ο Αιτητής - Ενάγοντας που την διεκδικεί και από την άλλη υπάρχει η εταιρεία Fresko Financial Ltd η οποία επικαλείται συμφωνία τερματισμού και διορισμού του καταπιστεύματος της εταιρείας Isla Management Ltd στην εταιρεία Fresko Financial Ltd, την οποία συμφωνία ο Ενάγοντας - Αιτητής αμφισβητεί ως πλαστή αλλά την οποία δεν έχει καταγγείλει με οποιοδήποτε ενδεδειγμένο διάβημα. Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν υπάρχει ως νομική βάση αξίωσης στο Κλητήριο Ένταλμα ο δόλος. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων - Καθ΄ων η Αίτηση τα όσα αναφέρει στις σελίδες 14 - 16 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Το ότι αναφέρεται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι «Εναγόμενοι 2 και 3 δόλια υποβοήθησαν στη διάπραξη παράβασης καθήκοντος» δεν σημαίνει και την επίκληση δόλου με την έννοια που επεξηγεί ο συνήγορος. Προκύπτει ξεκάθαρα από το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ότι νομική βάση της αξίωσης του Ενάγοντα - Αιτητή είναι η παράβαση του καθήκοντος θεματοφύλακα, παράγραφος 12 του Κλητηρίου Εντάλματος. Στην απόφαση Αθανασίου κ.α. ν. Οντονι Πολ. Εφ. Ε103/2014 ημερ. 02/12/2014, το Εφετείο τόνισε ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα πρέπει να πεισθεί ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα. Επιπρόσθετα θα πρέπει να σταθμίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ισχυρισμόν αδικοπραγούντος. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: « Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση λήψης στοιχείων για σκοπούς αλίευσης.». Η λογική της αρχής της Norwich Pharmacal είναι ότι χωρίς τις πληροφορίες δεν θα μπορέσει να ξεκινήσει η σκοπούμενη αγωγή. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αrab Monetary Fund v. Hashim (Nο.5) [1992] 2 All E.R. 911 στη σελ. 915: « The principle upon which Lord Reid distinguished the identity the 'mere witness' rule was that unless the plaintiff discovered the identity of a wrongdoer, he could not commence proceedings. The reasoning of the other members of the House is the same. The Norwich Pharmacal case is no authority for imposing upon 'mixed up' third parties a general obligation to give discovery or information when the identity of the defendant is already known. ». Η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε και σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντα ήταν γνωστή, αλλά έλειπαν βασικές πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούσε να ξεκινήσει η αγωγή. Επί του ζητήματος αυτού λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της καταχώρησης της παρούσας αγωγής αλλά και τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στα δικόγραφα του Ενάγοντα - Αιτητή, φαίνεται να έχει επαρκείς πληροφορίες με συνέπεια να μην δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας - Αιτητής γνωρίζει τα πρόσωπα τα οποία επικαλούνται ότι έχει τερματιστεί η ιδιοκτησία του σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd δυνάμει μιας συμφωνίας «Deed of Termination and Appointment» η οποία σύμφωνα με τον δικό τους ισχυρισμό είναι υπογεγραμμένη από τον ίδιο, επίσης γνωρίζει ότι διαβιβάστηκε προς αυτά τα τρίτα πρόσωπα η καταχώριση της παρούσας διαδικασίας και ότι ο λόγος που δεν του μεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές είναι η εμπλοκή των τρίτων προσώπων και η ύπαρξη της συμφωνίας πώλησης των συγκεκριμένων μετοχών της εταιρείας Isla Management Ltd στην εταιρεία Fresko Financial Limited. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση έχουν αποκαλύψει μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Ιωαννίδη μεγάλο όγκο πληροφοριών. Δεν έχω ικανοποιηθεί πως είναι πράγματι αναγκαία η περαιτέρω αποκάλυψη των αιτουμένων στοιχείων και πληροφοριών υπό την έννοια ότι χωρίς την αιτούμενη αποκάλυψη θα είναι αδύνατη η δικογράφηση και στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Ενάγοντα εναντίον των φερόμενων αδικοπραγούντων. Ανοίγοντας μια παρένθεση οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 κωλύονται, ένεκα του δικηγορικού απορρήτου, από το να αποκαλύψουν τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα καθώς αυτά αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στα οποία εφαρμόζονται οι πρόνοιες του οικείου Νόμου. Όπως έχει τονιστεί στη σχετική επί του θέματος νομολογία η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και ως τέτοιο υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Όπως προκύπτει, η νομολογία σαφώς επιτρέπει παράκαμψη της αρχής της εμπιστευτικότητας υπέρ της αρχής του δημοσίου συμφέροντος βλ. Αgot Kalmneff v. Denton Wilde Sapte
(2002)1 LIoyd's Rep. 417 που αφορούσε ειδικό νομικό επαγγελματικό προνόμιο. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκίνα, Πολ. Εφέσεις 319 και 320/11, ημερ. 13/1/2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την παράκαμψη της αρχής της εμπιστευτικότητας υπέρ του δημοσίου συμφέροντος: « Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες.». Εν πάση περιπτώσει, το δικηγορικό απόρρητο και η αρχή της εμπιστευτικότητας δεν μπορούν να αποτελούν κώλυμα όταν τίθενται ζητήματα δημοσίου συμφέροντος και απονομής της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης ALTI MARINE LTD v. RUAL TRADE LTD κ.α, Πολ Εφ. 184/12 κ.α, ημερ. 18/01/2016: « Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).». Αυτό που απαιτείται είναι ο αιτητής να καταδείξει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας στην έγερση της αγωγής, ως και ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Συνεπώς, η αγωγή η οποία καταχωρείται με σκοπό την εξασφάλιση αποκάλυψης πληροφοριών με βάση τις αρχές της Norwich Pharmacal, έχει αποκλειστικό σκοπό τη συλλογή των πληροφοριών τις οποίες ο αιτητής κατά την καταχώριση της αγωγής δεν γνωρίζει και δεν κατέχει. Στα πλαίσια τέτοιας αγωγής για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να εξετάσει μόνο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich και δεν υπεισέρχεται ούτε και εξετάζει οποιαδήποτε ζητήματα άπτονται της ουσίας της κυρίως διαφοράς μεταξύ των μερών, εφόσον στο στάδιο αυτό δηλαδή προτού λάβει χώρα η αιτούμενη αποκάλυψη, ο ενάγοντας δεν γνωρίζει και δεν κατέχει τις πληροφορίες που επιδιώκει να αποκαλυφθούν. Συνεπώς, κατά την καταχώριση της αγωγής τύπου Norwich Pharmacal, ελλείπει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του ενάγοντα εναντίον των επικείμενων αδικοπραγούντων. Με αυτά τα δεδομένα, έχω την άποψη ότι τα στοιχεία που ζητούνται έχουν αποκαλυφθεί από τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ου η Αίτηση στον Ενάγοντα - Αιτητή, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωαννίδη. Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd δεν ικανοποιούνται αφού δεν έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος του Ενάγοντα - Αιτητή, (β) ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν χρειάζεται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσει τα συμφέροντά του που πηγάζουν από τη συμφωνία καταπιστεύματος (γ) οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση δεν φαίνεται να έχουν αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχουν διευκολύνει οποιανδήποτε αδικοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 στις 13/01/2020 και ακολούθως με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, αποκάλυψε στους δικηγόρους του Ενάγοντα - Αιτητή τα έγγραφα τα οποία είχαν ανταλλαγεί με τους διαχειριστές - παραλήπτες της εταιρείας FRESKO. Ενόψει τούτου, το αιτούμενο Διάταγμα ένορκης αποκάλυψης πληροφοριών και στοιχείων υπό παράγραφο Γ της Aίτησης έχει ικανοποιηθεί. Όσον αφορά το αιτούμενο υπό την παράγραφο Β Διάταγμα, από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση έχουν αποδεχθεί την έκδοση διατάγματος που απαγορεύει την οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd όλα τελειώνουν εκεί και είναι αχρείαστο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Σε ό,τι αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό ως το αναγκαίο υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό παράγραφο Β και Γ της Αίτησης (βλ. Hadjikyriakos Co. ν. United Biscuits
(1979)1 CLR 689). Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι δεν παρατέθηκε μαρτυρία σε σχέση με την πρόθεση αγωγής εναντίον αδικοπραγούντος σε σχέση με τις πληροφορίες που ζητούνται ούτε και έχει αναφερθεί οτιδήποτε σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο Αιτητής δεν έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η πλευρά του Ενάγοντα - Αιτητή, μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 με τη βοήθεια των Εναγομένων 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 παραβίασαν το καθήκον θεματοφύλακα που όφειλαν προς τον Ενάγοντα - Αιτητή κατακρατώντας παράνομα την περιουσία του. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένη την εκδοχή του Αιτητή και τις βάσεις αγωγής για παράβαση καθήκοντος πίστης, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 παραβίασε κάποιο συγκεκριμένο καθήκον ως εμπιστευματοδόχος και διαχειριστής του Αιτητή στο καταπίστευμα, δεδομένου ότι έχει διαφυλάξει τις μετοχές και δεν τις έχει με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει. Όσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ο Αιτητής δεν επικαλείται παραβίαση κάποιου καθήκοντος αφού παραδέχεται ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και
- Είναι αναγκαίο να αναφερθεί πως τα όσα ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν απλά η αντίθετη εκδοχή, υπήρχαν στοιχεία μαρτυρίας του στα οποία οφειλόταν κάποιου είδους αντίκρουση. Ειδικότερα ο Καθ΄ ου η Αίτηση 3 παρέθεσε μαρτυρία σε σχέση με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμφωνία «Deed of Termination and Appointment» δεν ήταν πλαστή όπως ισχυριζόταν ο Αιτητής. Ο Αιτητής δεν αντέδρασε σ' αυτή τη θέση ούτε καν κατάγγειλε το γεγονός της πλαστότητας του συγκεκριμένου εγγράφου. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση ήταν ικανά να κλονίσουν, αντικειμενικά, την εικόνα που δημιούργησε αρχικά στο Δικαστήριο ο Αιτητής, αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας. Συνεπώς, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν παρέχει το αναγκαίο και επαρκές υπόβαθρο της μαρτυρίας για τη στοιχειοθέτηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Το Δικαστήριο τονίζει πως δεν έχει προβεί στην υποκειμενική αξιολόγηση είτε της προαναφερόμενης μαρτυρίας, είτε γενικότερα της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Επίσης τονίζει ότι προφανώς δεν κρίθηκε πως ο Αιτητής δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή του, αλλά εκείνο που έχει κριθεί είναι πως δεν απέδειξε με τη μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και στον απαιτούμενο βαθμό, την προοπτική επιτυχίας ως η νομολογία απαιτεί. Συνακόλουθα των πιο πάνω, το Δικαστήριο, κρίνει ότι δεν πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Έχοντας αχθεί στην πιο πάνω κατάληξη και καθοδηγούμενη από το σκεπτικό της σχετικά πρόσφατης απόφασης στην υπόθεση Μυλωνάς ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πολ. Έφ. Ε176/2019, ημερ. 10.12.2019 στην οποία υποδείχθηκε, με αναφορά στη Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, ότι «από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Ακόμα πως θα ήταν αντιφατικό να µην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται µε το ζήτημα. Στη Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Εφ. Αρ. Ε68/2013, ημερ. 24.3.2015, αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τηρείτο η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα θα έπρεπε να είχε λήξει εκεί, χωρίς να παρίστατο ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη µη έκδοση του διατάγματος. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα Injunctions», 2016, σελ.142, με παραπομπή στις πιο πάνω αποφάσεις συνοψίζεται ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισοζυγίου ευχέρειας αν δεν πληρούνται τα τρία κριτήρια του άρθρου 32, ενώ στο σύγγραμμα του D. Bean, «Injunctions», 8η Έκδ., παρ.3.31, σελ.34, αναφέρεται ότι τα γενικά κριτήρια για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, όπως το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν μπορεί να ευνοήσουν την έκδοση διατάγματος μονομερώς, εκτός εάν η περίπτωση είναι πολύ επείγουσα». Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι υπάρχει σε ισχύ διάταγμα το οποίο προστατεύει τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd από οποιαδήποτε αποξένωση μέχρι την αποπεράτωση της υπό κρίση αγωγής, δεν θεωρεί σκόπιμη το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων μη επικοινωνίας (gagging order) και αποκάλυψης της οποιασδήποτε πληροφορίας σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας Isla Management Ltd. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται στην έκταση που αφορά τα υπό τις παραγράφους (Β) και (Γ). Όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα, παράγραφος (Α) της Αίτησης αυτό θα παραμείνει σε ισχύ, όπως συμφωνήθηκε από τα μέρη μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο