← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ANDREAS ZAHARIA FURNISHINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 4593/14, 21/4/2021

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ANDREAS ZAHARIA FURNISHINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 4593/14, 21/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4593/14 Μεταξύ: XXXXX Α. ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγουσα και ANDREAS ZAHARIA FURNISHINGS LTD Εναγόμενοι (Αίτηση από ενάγουσα ημερομηνίας 02/03/21 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) --------------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Π. Μιχαήλ Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση η: κ. Σ. Σταύρου για Α/ Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 05/03/19 εκδόθηκε εκ συμφώνου τελική απόφαση στην παρούσα αγωγή, με την οποία επιδικάσθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων το ποσό των €27.300 περίπου πλέον τόκοι και έξοδα. Διατάχθηκε τότε, επίσης εκ συμφώνου, όπως η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης ανασταλεί για περίοδο ενός έτους, ήτοι μέχρι τις 05/03/20 και όπως αν εντός της περιόδου αναστολής οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα το ποσό των €8500 πλέον τα έξοδα, τότε ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος θα θεωρείτο πλήρως εξοφληθέν. Επειδή οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να εξοφλήσουν την εναντίον τους απόφαση μέχρι και τις 05/03/20 που έληγε η αναστολή, η ενάγουσα προχώρησε με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Συγκεκριμένα, στις 23/10/20 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε όπως εξεταστεί η οικονομική δυνατότητα των εναγομένων να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους με μηνιαίες δόσεις. Σ' εκείνη την αίτηση, η οποία να σημειωθεί ότι ακόμη εκκρεμεί και ότι λόγω της πανδημίας του κορονοϊού έχει οριστεί την 01/06/21 ώστε οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν τυχόν ένσταση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ενόρκως ότι οι εναγόμενοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν το εξ' αποφάσεως χρέος τους διότι εξακολουθούν να έχουν κύκλο εργασιών αλλά και διότι δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία έχουν τη δυνατότητα να αποκομίσουν οικονομικό όφελος. Στις 02/03/21, εκρεμμούσης δηλαδή της προαναφερόμενης αίτησης της ενάγουσας για οικονομική εξέταση των εναγομένων, η πρώτη καταχώρησε και δεύτερη αίτηση, την υπό κρίση, με την οποία ζητά, στη βάση ουσιαστικά του αρ.32 Ν.14/60και των αρ.4, 5 και 9 Κεφ.6, την έκδοση δύο προσωρινών και/ή παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Ειδικότερα, αυτό που ζητά με την παρούσα αίτηση της η ενάγουσα είναι όπως «.μέχρι εξοφλήσεως του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.και/ή μέχρι τελείας εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.», απαγορευτεί στους εναγόμενους να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή διαθέσουν δύο συγκεκριμένα διαμερίσματα στη Λ/κα και/ή τα δικαιώματα που οι τελευταίοι έχουν επί των δύο αυτών διαμερισμάτων δυνάμει σχετικών αγοραπωλητηρίων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο το 2009 (Τεκ.2), σύμφωνα με τα οποία οι εναγόμενοι δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες των εν λόγω διαμερισμάτων. Σύμφωνα με την Ε/Δ της ενάγουσας που υποστηρίζει την αίτηση, ο λόγος που κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθούν τώρα τα συγκεκριμένα προσωρινά διατάγματα είναι διότι ενώ έχει η ίδια η τελευταία πληροφορηθεί από πρόσωπα που διαμένουν στην περιοχή που βρίσκονται τα διαμερίσματα ότι οι εναγόμενοι τα ενοικιάζουν εισπράττοντας μηνιαίως τα ενοίκια, εντούτοις, κατά τις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων για σκοπούς διευθέτησης της εκκρεμούσας αίτησης μηνιαίων δόσεων, ο δικηγόρος των εναγομένων ανέφερε στο δικό της δικηγόρο ότι οι εναγόμενοι οφείλουν μεγάλα ποσά σε διάφορα άτομα και ως εκ τούτου μόνο €100 μηνιαίως θα μπορούσαν να δεχτούν να καταβάλλουν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέος τους και αυτό με μεγάλη δυσκολία. Στη βάση αυτής της πληροφόρησης που έλαβε από το δικηγόρο της, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αντιλήφθηκε ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, αν δεν είναι σχεδόν βέβαιο, ότι αυτοί θα επιχειρήσουν να αποξενώσουν τα δικαιώματα τους στα διαμερίσματα ώστε να αποφύγουν τις εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις τους απέναντι της. Σε περίπτωση που γίνει κάτι τέτοιο, υποστηρίζει η ενάγουσα, τότε θα προκληθεί μεγάλη δυσκολία αν όχι πλήρης αδυναμία να ικανοποιηθεί το εξ αποφάσεως χρέος που της οφείλεται ενώ αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε θα διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων οπόταν και θα μπορέσει έτσι να ικανοποιηθεί η υπέρ της απόφαση. Σημειώνω εδώ ότι η ενάγουσα είχε επιχειρήσει αρχικά όπως εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς όμως αυτό δεν έτυχε της έγκρισης του Δικαστηρίου οπόταν και δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι ακολούθως καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Με την ένσταση τους οι εναγόμενοι προβάλλουν 7 λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι αφορούν και σε νομικά θέματα αλλά και σε θέματα ουσίας, περιστρέφονται γύρω από το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των νομοθετικών προνοιών επί των οποίων εδράζεται η αίτηση καθώς και γύρω από το κατά πόσο τα δεδομένα της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν αμφισβητούν ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος τους προς την ενάγουσα, αποδίδοντας το τούτο στη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται το τελευταίο καιρό συνεπεία της πανδημίας του κορονοϊού, αν και δέχονται ότι είχαν αγοράσει τα συγκεκριμένα διαμερίσματα το 2008 δυνάμει σχετικών αγοραπωλητηρίων εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο (Τεκ.Α), ισχυρίζονται τα εν λόγω αγοραπωλητήρια ακυρώθηκαν γραπτώς στις 30/11/11, προτού ανεγερθούν τα διαμερίσματα, συνεπεία του ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις (Τεκ. Β). Έκτοτε, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η κυριότητα και ιδιοκτησία των εν λόγω διαμερισμάτων έχει επιστραφεί στην πωλήτρια εταιρεία, η οποία από τις 08/06/12 βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης (Τεκ.Γ). Σύμφωνα με τους εναγόμενους, ο λόγος που δεν κατατέθηκε ποτέ στο Κτηματολόγιο η ακύρωση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων ήταν διότι την κατάθεση είχε αναλάβει να την κάνει η πωλήτρια εταιρεία, η οποία άλλωστε θα επεδίωκε στη συνέχεια και την απόσυρση των πωλητηρίων εγγράφων. Φαίνεται όμως ότι τελικά ουδέποτε το έπραξε εξ' ου και το αρχείο το Κτηματολογίου παρέμεινε να παρουσιάζει την εικόνα που παρουσιάζει. Παρά ταύτα, αυτοί δεν έλαβαν ποτέ την ιδιοκτησία ή την κατοχή των διαμερισμάτων και ούτε αποκομίζουν οποιοδήποτε όφελος ή ενοίκιο από αυτά ως ψευδώς ισχυρίζεται η ενάγουσα. Τέλος οι εναγόμενοι αρνούνται ότι αναφέρθηκε στο δικηγόρο της ενάγουσας ότι αυτοί δυσκολεύονται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα ή το ποσό των €100 μηνιαίως. Το μόνο που αναφέρθηκε, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, είναι ότι αυτοί θα ήταν διατεθειμένοι να καταβάλλουν στα πλαίσια της εκκρεμούσας αίτησης μηνιαίων δόσεων το ποσό των €100 μέχρις ότου επανεκκινήσουν οι εργασίες τους οπόταν και θα μπορέσουν τότε να εξοφλήσουν πλήρως την οφειλή τους, κάτι που καταδεικνύει ότι καμία ζημιά δεν θα πάθει η ενάγουσα και ούτε θα παραμείνει ανικανοποίητη η απόφαση που έχει εξασφαλίσει αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών τους οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αντινομική, καταχρηστική αλλά και ως στερούμενη κάθε μορφής ερείσματος. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων την παρέθεσαν ενώπιον μου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω κατ' αρχή ότι στη νομική τους επιχειρηματολογία, οι δικηγόροι των εναγομένων υποστήριξαν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αντινομική διότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδίδει προσωρινό διάταγμα μετά την αποπεράτωση της αγωγής και δη διάταγμα της φύσης που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση. Τη θέση αυτή οι συνήγοροι την βάσισαν μεταξύ άλλων στην αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» («INJUNCTIONS») των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη στη σελ. 367, ως προς το ότι «.ένα προσωρινό διάταγμα εκτοπίζεται με την έκδοση τελικής απόφασης. Η νομολογία δεν είναι ξεκάθαρη αν το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως το διάταγμα συνεχίσει να ισχύει και μετά την έκδοση απόφασης.». Λόγω της φύσης του, το θέμα που εγείρει η πλευρά των εναγομένων, το οποίο είναι αμιγώς νομικό και δεν εξαρτάται ούτε από το αν έχει καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση αλλά ούτε και από τα όσα προβάλλονται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση αφού εκεί είναι γεγονότα που παρατίθενται και όχι νομική επιχειρηματολογία, άπτεται της ρίζας της διαδικασίας (goes to the root of the proceedings) και αφορά σ' αυτή καθ' αυτή την εξουσία που η αιτήτρια ζητά το Δικαστήριο να ασκήσει προς όφελος της. Θα πρέπει λοιπόν το συγκεκριμένο θέμα να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο και προτού η αίτηση εξεταστεί επί της ουσίας της. Σημειώνω λοιπόν τα εξής σχετικά. Όπως ανέφερα πιο πάνω, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται στη βάση ουσιαστικά του αρ.32 Ν.14/60και των αρ.4 και 5 Κεφ.6[1], όπως εκδοθεί προσωρινό ή παρεμπίπτον διάταγμα μετά την έκδοση τελικής απόφασης με την οποία αποπερατώθηκε η αγωγή, το οποίο να αφορά μόνο σε απαγόρευση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας ή των δικαιωμάτων που προκύπτουν από αυτή, με τη συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία να μην αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Η διάρκεια ισχύος των αιτούμενων διαταγμάτων δε, καθορίζεται ρητά στην αίτηση να είναι ουσιαστικά μέχρι να καταστεί δυνατή η πλήρης ικανοποίηση της εκδοθείσας τελικής απόφασης, η οποία και βρίσκεται στο στάδιο της εκτέλεσης της. Τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά στοιχεία είναι θεωρώ αρκετά για να σφραγίσουν από αυτό το στάδιο την τύχη της αίτησης στο βαθμό που αυτή εδράζεται επί των προνοιών του αρ.4 Κεφ.6, οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης που επιτρέπει σε πρόσωπο να εισέλθει στην ακίνητη ιδιοκτησία που είναι αντικείμενο της αγωγής και που είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, ώστε να συλλέξει, μεταξύ άλλων, τυχόν μισθώματα που αποκομίζονται από αυτή. Αυτό γιατί όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Aνδρέα Kιταλίδη και Άλλων (Aρ.2)

(1994)1 ΑΑΔ 694, «..στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Kεφ.6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Sophoclis Mamas & Co. v. Carl FW Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, όπου αποφασίστηκε επίσης πως διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 4 δεν επεκτείνεται μέχρι της εκτέλεσης της απόφασης, κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ.6..» (βλ. επίσης επιδοκιμασία στην ECLI:CY:AD:2020:D438, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ PAFICO DEVELOPERS LTD κ.α, Πολιτική ECLI:CY:AD:2020:D438, Αίτηση Αρ. 226/2020, 15/12/2020 στην οποία έγινε παραπομπή στην Κιταλίδης). Η φύση λοιπόν των υπό κρίση επιδιωκόμενων διαταγμάτων καθώς και το στάδιο που αυτά ζητούνται να εκδοθούν, ήτοι προσωρινά διατάγματα απαγορευτικής μόνο φύσης, που αφορούν σε περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και τα οποία ζητούνται να εκδοθούν μετά την αποπεράτωση της αγωγής με τελική απόφαση και ενόσω επιχειρείται η εκτέλεση της απόφασης αυτής, θέτουν την αίτηση εκτός της εμβέλειας και του πεδίου εφαρμογής του αρ.4 Κεφ.6 και συνεπώς, στο βαθμό που η αίτηση εδράζεται επί του αρ.4 Κεφ.6, αυτή δεν μπορεί να πετύχει. Το ερώτημα επομένως που παραμένει να απαντηθεί είναι αν τα αιτούμενα διατάγματα θα μπορούσαν να εκδοθούν στη βάση των άλλων προνοιών επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, ήτοι των προνοιών του αρ.32 Ν.14/60και του αρ.5 Κεφ.6. Τα συγκεκριμένα δύο άρθρα έχει κριθεί νομολογιακά ότι συμπλέουν σε μεγάλο βαθμό, υπό την έννοια ότι, «.Ως προς το άρθρο 5 του Κεφ. 6 . εκεί όπου εγείρεται αγωγή για αποζημιώσεις είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος δεσμεύοντος ακίνητη περιουσία δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και θα πρέπει να αποδειχθεί πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση προς όφελος του.. το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60 και ότι το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 προσομοιάζει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η περιουσία πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση υπέρ του.» (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd και Άλλοι ν. Joseph P. Lasala και Άλλων
(2007)1 ΑΑΔ 162 όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου έκρινε τις συγκεκριμένες πρωτοδίκες παρατηρήσεις ως ορθές και δίκαιες). Βεβαίως, στην απόφαση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, η οποία αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας διαμορφώθηκε η μεταγενέστερη σχετική νομολογία, είχε λεχθεί ότι όπως και στην περίπτωση του αρ.4 Κεφ.6 (βλ.Papastratis v Petrides,
(1979)1 CL.R. 231), όταν η περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του αρ.5 Κεφ.6, ναι μεν μπορεί το αιτούμενο διάταγμα να εκδοθεί και στη βάση του αρ.32, όμως τα ειδικά κριτήρια που προνοεί το αρ.5 Κεφ.6 θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Επισημαίνω εδώ ότι στην Lakatamitis το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση με την οποία οριστικοποιήθηκε το εκεί εκδοθέν προσωρινό διάταγμα διότι κατά την εξέταση του κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις του αρ.32 ώστε να δικαιολογείται η εν λόγω οριστικοποίηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και το κατά πόσο πληρούνταν και τα ειδικά κριτήρια του αρ.5 και συγκεκριμένα το τρίτο κριτήριο που αφορά στο κατά πόσο είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγοντας να ικανοποιήσει την υπέρ του απόφαση σε περίπτωση που δεν δοθεί το διάταγμα. Κατά το Ανώτατο, αυτή η παράλειψη να προσμετρηθεί σωστά ένας σημαντικός παράγοντας της διαδικασίας κατέληξε στο να ασκηθεί εσφαλμένα η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου οπόταν, διατηρώντας το προσωρινό διάταγμα σε ισχύ, το Ανώτατο ακύρωσε την οριστικοποίηση του και διέταξε την επανεκδίκαση του θέματος[2]. Συνεπώς, όπου η περίπτωση εμπίπτει στις ειδικές πρόνοιες του αρ. 5 Κεφ.6, «.ένα διάταγμα μπορεί να εκδοθεί επίσης και κάτω από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο αυτό σε όση έκταση διαφέρει από το άρθρο 5, του Κεφ. 6.» (βλ. Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Για σκοπούς πληρότητας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω και κάποιες άλλες σημαντικές περικοπές της μεταγενέστερης σχετικής νομολογίας στην οποία εξετάστηκε αυτή ακριβώς η εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής των συγκεκριμένων προνοιών, τόσο η κάθε μια ξεχωριστά όσο και ο συνδυασμός τους. Στην Παντελίδη Iωάννης ν. Mάριου Πιερή
(1998)1 ΑΑΔ 2111) λέχθηκε ότι: «Η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής αναγνωρίσθηκε και στην Ζεμενίδης .Επισκόπηση της πορείας της νομολογίας και της εξέλιξης της δικαστικής πρακτικής στην έκδοση από τα Κυπριακά και Αγγλικά Δικαστήρια διαταγμάτων τύπου Mareva έγινε και στην Α.B.P. Holdings κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 (απόφαση Αρτεμίδη, Δ.). . (όπου). έγινε αναφορά στο πιο πάνω άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 για να τονιστεί ότι το άρθρο αυτό "δίδει ευρύτατη εξουσία στο δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός".» Στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 ότι: «.Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί να αποξενώσει τόσο μέρος ακινήτου ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος μετά των εξόδων της αγωγής. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο, είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου αυτού. . Ένα διάταγμα μπορεί να εκδοθεί επίσης και κάτω από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο αυτό σε όση έκταση διαφέρει από το άρθρο 5, του Κεφ. 6. (Βλέπε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520.) Το άρθρο αυτό δίδει στο δικαστήριο ευρύτερη εξουσία από εκείνη που παρέχεται από το άρθρο 5. Επίσης δεν περιορίζεται σε ότι αφορά το αντικείμενο της αγωγής ούτε και το περιεχόμενο της. Το άρθρο αυτό έτυχε ερμηνείας στις υποθέσεις Acropol Shipping Co. Ltd., and Others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, M. & Μ. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemesou Ltd
(1981)1 C.L.R. 605, και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557. . Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν είναι η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και το ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων.".» Και τέλος στην ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014 ότι: «.Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα περίπτωση είναι αν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια που συνιστούν ιδιαίτερες περιστάσεις σε συνάρτηση με την αδράνεια της εφεσείουσας να κινηθεί νωρίτερα. Όπως επισημάνθηκε στην ΑBP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, η νομολογία έχει καθιερώσει την αρχή ότι αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τας περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό. Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι η αίτηση στηριζόταν και στο άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6, πρόνοια με την οποία το Δικαστήριο καθόλου δεν ασχολήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 5 κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αγωγής. (Ευριπίδης Ζεμενίδης ν. Α. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σκοπεί το άρθρο 5, έκριναν οι αποφάσεις ανωτέρω, στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος ή ο ενάγων δυνάμει ανταπαίτησης, να πωλήσει ή μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εμποδιστεί να ικανοποιηθεί στην απόφαση που είναι δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αποδεικνύεται το επείγον ή ότι υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις ώστε να το εκδώσει μονομερώς και χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Σχετική επίσης με το ζήτημα είναι η Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520. Δεν είναι όμως απαραίτητο, Phasarias (ανωτέρω), να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος.». Των πιο πάνω λεχθέντων, και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι όλες οι πιο πάνω περιπτώσεις αφορούν σε προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν πριν την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή, επισημαίνω ότι σε όλες αυτές τις αποφάσεις γίνεται αναφορά στο πώς το αρ.5 Κεφ.6 «.επεκτείνεται μέχρι της εκτέλεσης της απόφασης.» και στο πώς το αρ.32 παρέχει «.ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τας περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό..». Δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει την άποψη που εξέφρασαν οι έγκριτοι συγγραφείς του συγγράμματος στο οποίο με παρέπεμψε η πλευρά των εναγομένων, όμως από τη συγκεκριμένη περικοπή φαίνεται ότι η περίπτωση στην οποία αναφέρονται οι συγγραφείς δεν είναι η παρούσα όπου η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται για πρώτη φορά μετά την τελική απόφαση στην αγωγή, αλλά η περίπτωση όπου έχει ήδη εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα εκκρεμούσης της αγωγής και το ερώτημα είναι αν αυτό μπορεί να διατηρηθεί και μετά την έκδοση τελικής απόφασης και δη για σκοπούς εκτέλεσης. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, από την ανωτέρω νομολογία φαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, ακόμη και μετά την έκδοση τελικής απόφασης και ενόσω επιχειρείται η εκτέλεση της απόφασης αυτής. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Aυτό γιατί όποια και αν ήθελε είναι η νομοθετική βάση επί της οποίας θα εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα μετά την αποπεράτωση της αγωγής, δηλαδή, είτε δυνάμει του αρ.32 είτε του αρ.5, το διάταγμα αυτό δεν παύει από του να πρέπει να είναι διάταγμα προσωρινής μόνο φύσης. Δηλαδή, όπως εκκρεμούσης της αγωγής έτσι και μετά την αποπεράτωση της, η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Αντιθέτως, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και συνυφασμένο με το σκοπό που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει, ήτοι την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας ως τελική θεραπεία στη γενικότερη και «κυρίως» διαδικασία εντός της οποίας εκδίδεται και η οποία όμως, για αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να ολοκληρωθεί άμεσα (βλ. μεταξύ άλλων Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572). Και σίγουρα, ως μέτρο που είναι συνυφασμένο και με τις αρχές της επιείκειας, η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να εκδοθεί με αόριστη χρονική διάρκεια ή με αόριστα ευρύ πεδίο εφαρμογής ώστε αυτός που το εξασφαλίζει να μπορεί να το χρησιμοποιεί κατά το δοκούν απλά για να ασκεί πίεση στην άλλη πλευρά να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του, όσο δικαιολογημένες και αν είναι οι εν λόγω απαιτήσεις. Είναι γι' αυτό άλλωστε που η αναγκαιότητα έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος, στοιχείο που άπτεται του βασικού παράγοντα της ικανοποίησης του Δικαστηρίου ότι εκτός αν αυτό εκδοθεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (αρ.32) ή πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγοντας από του να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του (αρ.5), θα πρέπει να συνδέεται και να συσχετίζεται με τις συγκεκριμένες ανάγκες της υπόθεσης, όπως οι ανάγκες αυτές διαμορφώνονται από τις συγκεκριμένες θεραπείες που επιδιώκονται να εξασφαλιστούν ως τελικές θεραπείες στη «κυρίως» διαδικασία εντός της οποίας εκδίδεται το προσωρινό διάταγμα (βλ. Preford Ltd. ν. Bomar Navigation Co Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 277). Κοντολογίς, ναι μεν μπορεί να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα μετά την αποπεράτωση της αγωγής ώστε να βοηθηθεί η διαδικασία εκτέλεσης της τελικής απόφασης, όμως το προσωρινό αυτό διάταγμα δεν μπορεί να είναι αόριστης εμβέλειας, εφαρμογής και διάρκειας αλλά θα πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης το οποίο εκκρεμεί και το οποίο για αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να υλοποιηθεί άμεσα ενώ την ίδια στιγμή θα πρέπει και να κρίνεται αναγκαίο υπό το φως του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης που αποσκοπεί να εξυπηρετήσει. Επισημαίνω εδώ ότι η «σπανιότητα» που φαίνεται να χαρακτηρίζει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μετά την αποπεράτωση μιας αγωγής, οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι τέτοια διατάγματα συνήθως δεν είναι αναγκαία εφόσον τα διάφορα μέτρα εκτέλεσης που έχει στη διάθεση του ο επιτυχών διάδικος δυνάμει του Κεφ.6 καθώς και δυνάμει άλλων σχετικών Νόμων, άμα ληφθούν, επιφέρουν αυτόματα και από μόνα τους εμπόδιο στην αποξένωση της περιουσίας του οφειλέτη ώστε η περιουσία αυτή να διατηρηθεί στην κατάσταση που είναι μέχρι να ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση. Ενδεικτικά αναφέρω εδώ τη δυνατότητα επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) (βλ.αρ. 53-62 Κεφ.6) καθώς και τη διαδικασία όπου γη στην οποία ο οφειλέτης έχει μόνο συμφέρον, δύναται κατόπιν αίτησης του πιστωτή να εγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη ώστε να καταστεί ασφάλεια για την πληρωμή του χρέους και η οποία διαδικασία, άμα ενεργοποιηθεί με την υποβολή μιας απλής αίτησης στο Κτηματολόγιο, αυτόματα επιβαρύνει την επηρεαζόμενη γη με το οφειλόμενο χρέος μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία εγγραφής (βλ. αρ.63 - 71 Κεφ.6). Την ίδια στιγμή όμως, τόσο το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6 όσο και το Κεφ.62, ορίζουν κάθε μορφής αποξένωση ακίνητης περιουσίας μετά την έκδοση απόφασης ως δόλια και άκυρη και σε μια τέτοια περίπτωση, η αποξενωθείσα ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να κατασχεθεί και vα πωληθεί αυτόματα προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους ή να επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη και να επιβαρυνθεί αυτόματα με το χρέος που ο τελευταίος οφείλει. Με άλλα λόγια, εν τη σοφία του ο Νομοθέτης προνόησε όπως, μετά την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή, ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει στη διάθεση του τέτοιους μηχανισμούς για να διατηρήσει την περιουσία του οφειλέτη στην κατάσταση που είναι και μέσω της περιουσίας αυτής να ικανοποιήσει την προς όφελος του απόφαση, ώστε να μην είναι σχεδόν ποτέ αναγκαίο να πρέπει να καταφύγει στο μηχανισμό των προσωρινών διαταγμάτων. Υπάγοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στην οποία υπενθυμίζω ότι δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα δικαιούται πλήρως σε εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος της και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν μέχρι σήμερα εξοφλήσει το χρέος τους αυτό, σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, τα επιδιωκόμενα διατάγματα δεν παρουσιάζονται να συνδέονται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης που να εκκρεμεί ούτε και εντάσσονται στα πλαίσια οποιουδήποτε τέτοιου συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης ή έστω της διαδικασίας μηνιαίων δόσεων που εξακολουθεί να προωθεί η ενάγουσα. Δεν υπάρχει δηλαδή καμία «κυρίως» διαδικασία την οποία τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα αποσκοπούν στο να εξυπηρετήσουν ώστε να δικαιολογείται και ο προσωρινός χαρακτήρας που αυτά επιβάλλεται να έχουν, και αυτό λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του ότι η παρούσα αίτηση δεν εντάσσεται στα πλαίσια ούτε και συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη γενικότερη διαδικασία με την οποία να επιχειρείται η εκτέλεση της απόφασης επί των επίμαχων ιδιοκτησιακών συμφερόντων που ζητούνται τώρα να δεσμευτούν με προσωρινά διατάγματα. Το αναφέρω τούτο χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης της ιδιοκτησίας ή του συμφέροντος που ζητείται να δεσμευτεί με προσωρινό διάταγμα αλλά ότι «.το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος.». Η αρχή όμως αυτή θα πρέπει να ιδωθεί υπό το φως του ότι δεν βρισκόμαστε σε στάδιο όπου η αγωγή ακόμη εκκρεμεί, αλλά στο στάδιο όπου επιχειρείται πλέον να εκτελεστεί η τελική απόφαση και κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι ο επί του προκειμένου φόβος αποξένωσης που επικαλείται η ενάγουσα έχει κάποιο έρεισμα. Άλλωστε, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των 7 χρόνων που υφίστατο η παρούσα αγωγή τουλάχιστο, ήτοι από το 2014 που καταχωρήθηκε και μέχρι σήμερα και μάλιστα αφού παρήλθε και η περίοδος αναστολής και ενεργοποιήθηκε και μία τουλάχιστο διαδικασία εκτέλεσης, οι εναγόμενοι ουδέποτε φαίνεται να επεδίωξαν ή να επιχείρησαν να αποξενώσουν τα κατ' ισχυρισμό συμφέροντα που φέρονται να έχουν από τα επίμαχα αγοραπωλητήρια ή οποιαδήποτε άλλη περιουσία τους. Ακόμη όμως και κάποιο έρεισμα να είχε ο φόβος αποξένωσης που επικαλείται η ενάγουσα, και πάλι δεν θα καθίστατο αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αυτό γιατί το ίδιο το Κεφ.6 περιέχει πρόνοιες που αφορούν ακριβώς στο τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα θα μπορούσε να εκτελέσει την απόφαση της επί των επίμαχων ιδιοκτησιακών συμφερόντων, ήτοι τη διαδικασία των αρ. 63 - 71 Κεφ.6, στην οποία η ενάγουσα εύκολα θα μπορούσε να προσφύγει και να εξαλείψει τους φόβους της αλλά και για να ικανοποιήσει την απόφαση. Όπως ανέφερα ανωτέρω, η συγκεκριμένη διαδικασία αφορά ακριβώς στην εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους επί των ιδιοκτησιακών συμφερόντων του οφειλέτη και άμα ενεργοποιηθεί, το επηρεαζόμενο συμφέρον επιβαρύνεται αυτόματα για σκοπούς ικανοποίησης του χρέους καθιστώντας έτσι μη αναγκαία την έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού προσωρινού διατάγματος. Καμία όμως τέτοια ενέργεια δεν έκαμε η ενάγουσα, η οποία απλά θέλει μόνο να δεσμεύσει τα συγκεκριμένα συμφέροντα μέχρι να εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Παραφράζοντας λοιπόν κατ' αναλογία τα λεχθέντα στην Preford ανωτέρω, εφόσον αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σύμφωνα με το αρ. 32 ή το αρ.5, να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγοντας από του να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του και εφόσον η ενάγουσα δεν επιδιώκει προς το παρόν να ικανοποιήσει την απόφαση της μέσω των φερόμενων ιδιοκτησιακών συμφερόντων των εναγομένων, η τύχη της αίτησης προκαθορίζεται από το γεγονός ότι η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί προς τις ανάγκες της υπόθεσης και συνεπώς «.Δεν μπορώ να δω με ποιό τρόπο είναι δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εγκριθεί η αίτηση.». Κατά δεύτερο, η χρονική διάρκεια για την οποία ζητούνται να ισχύουν τα αιτούμενα διατάγματα κάθε άλλο παρά συγκεκριμένη ή προσωρινή είναι, εφόσον τα διατάγματα ζητούνται να ισχύουν απλά «.μέχρι εξοφλήσεως του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.και/ή μέχρι τελείας εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.». Είναι θεωρώ περιττό να επισημάνω εδώ ότι η αγωγή έχει ήδη εκδικαστεί και ότι το δικαίωμα εκτέλεσης μιας απόφασης μέχρι την πλήρη ικανοποίηση της εκτείνεται σε ένα διάστημα 12 χρόνων από την έκδοση της απόφασης, με δικαίωμα ανανέωσης για περαιτέρω ακαθόριστο χρόνο (βλ. Δ.40 Θ.8). Με άλλα λόγια, υπό το φως των πιο πάνω επισημάνσεων του Δικαστηρίου, τίποτε δεν υπάρχει που να υποδηλοί ότι δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα αφού υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, αν τα εν λόγω διατάγματα ήθελε εκδοθούν, αυτά όχι μόνο δεν θα ήταν προσωρινά αφού θα ίσχυαν ουσιαστικά για ακαθόριστο χρονικό διάστημα αλλά ούτε και θα εξυπηρετούσαν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό πέραν από του να επιτρέπουν στην ενάγουσα να τα χρησιμοποιεί όπως θέλει ώστε να ασκεί πίεση στους εναγόμενους για να εξοφλήσουν την εναντίον τους απόφαση. Αν η ενάγουσα όντως θεωρεί ότι οι εναγόμενοι έχουν κάποιο ιδιοκτησιακό συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία και θέλει να εκμεταλλευτεί αυτό το συμφέρον για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, τότε δεν είναι μέσω του μηχανισμού των προσωρινών διαταγμάτων που θα το πράξει αλλά ίσως μέσω της ειδικής διαδικασίας που προνοεί ο Νόμος για το σκοπό αυτό. Αν τώρα για σκοπούς εκείνης της διαδικασίας ήθελε χρειαστεί να εκδοθούν κάποια προσωρινά διατάγματα, αυτό είναι άλλο θέμα το οποίο δεν άπτεται της παρούσας. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής. Τόσο ο προαναφερθέν φόβος αποξένωσης της ενάγουσας όσο και το όλο υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση, έγκειται στη θέση της τελευταίας ότι έχει πλέον αντιληφθεί ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι. Αυτή όμως η θέση της ενάγουσας δεν συνάδει καθόλου με την ακριβώς αντίθετη θέση που η ίδια προβάλλει και εξακολουθεί να προωθεί για σκοπούς υποστήριξης του μοναδικού μέτρου εκτέλεσης που έχει λάβει, ήτοι της αίτησης μηνιαίων δόσεων. Σε εκείνη την αίτηση υπενθυμίζω, την οποία η ενάγουσα εξακολουθεί να προωθεί παρά τις θέσεις που προβάλλει στην παρούσα, η τελευταία ισχυρίζεται ενόρκως ότι ανεξάρτητα των επίμαχων ιδιοκτησιακών συμφερόντων, οι εναγόμενοι έχουν και την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν το εξ' αποφάσεως χρέος τους διότι εξακολουθούν να έχουν κύκλο εργασιών. Αν και για ευνόητους λόγους δεν θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τη φερεγγυότητα ή μη των εναγομένων και αυτό ώστε να μην προκαταβάλω την τύχη της άλλης αίτησης που συνεχίζει να προωθεί η ενάγουσα και η οποία αφορά ακριβώς στο θέμα αυτό, θα περιοριστώ μόνο στο να επισημάνω ότι αν η θέση που εξέφρασε σ' εκείνη την αίτηση η ενάγουσα έχει πλέον αλλάξει συνεπεία των όσων η τελευταία ισχυρίζεται τώρα ότι έχει αντιληφθεί, τότε για ποιο λόγο είναι που συνεχίζει να προωθεί και την άλλη αίτηση; Είτε οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και μόνο τα επίμαχα συμφέροντα έχουν οπόταν και οι προσπάθειες εκτέλεσης θα έπρεπε να στραφούν αποκλειστικά προς εκείνη την κατεύθυνση με τον τρόπο που ανέφερα ανωτέρω, είτε δεν είναι αφερέγγυοι και έχουν και άλλα εισοδήματα οπόταν και κάποιο νόημα έχει να εξεταστεί η οικονομική τους δυνατότητα. Υπό το φως λοιπόν της θέσης που ίδια η ενάγουσα προωθεί με την άλλη αίτηση της, ήτοι ότι ανεξαρτήτως των επίμαχων συμφερόντων, οι εναγόμενοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να την εξοφλήσουν, δεν θα μπορούσε να θωρηθεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι είναι πιθανό να εμποδισθεί η ενάγουσα από του να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Και αυτό βεβαίως υπό το φως και των όσων άλλων ανέφερα ανωτέρω ως προς την πραγματική φύση που φαίνεται να έχουν τα αιτούμενα διατάγματα, ήτοι ότι το μόνο που θα εξυπηρετήσει η έκδοση τους είναι να επιτρέψει στην ενάγουσα να τα χρησιμοποιεί όποτε και όπως θέλει ώστε να ασκεί πίεση στους εναγόμενους για να εξοφλήσουν την εναντίον τους απόφαση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι αν και οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, εντούτοις η θέση τους ήταν εξ' αρχής ότι καμία σχέση και κανένα συμφέρον δεν έχουν επί της επίμαχης ακίνητης ιδιοκτησίας. Κάποιος επομένως θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι κανένας λόγος δεν υπήρχε για να καταχωρηθεί οποιαδήποτε ένσταση αφού κανένας δυσμενής επηρεασμός και καμία ζημιά δεν θα προκληθεί από τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η μη πρόκληση ζημιάς όμως δεν συνεπάγεται αυτόματα και την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, ιδιαίτερα όταν η αίτηση που υποβάλλεται δεν μπορεί να εγκριθεί για τους καθαρά εγγενείς λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Σίγουρα, το ότι η άλλη πλευρά δεν θα επηρεαστεί από το διάταγμα είναι ένα κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο αιτητής, ο οποίος, ακόμη και στην απουσία καταχώρησης οποιασδήποτε ένστασης, θα πρέπει να ικανοποιήσει για το βάσιμο και δικαιολογημένο της αίτησης του. Και σίγουρα, δεν θα εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα απλά για να εκδοθεί ή απλά και μόνο γιατί δεν θα επηρεάσει την άλλη πλευρά. Τα όσα λοιπόν περιβάλλουν την ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι δεν χρειαζόταν να καταχωρήσουν ένσταση και ακολούθως να προχωρήσουν με αγόρευση για σκοπούς ακρόασης της αίτησης απλά και μόνο για να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση τους ότι δεν έχουν κανένα συμφέρον στα επίμαχα διαμερίσματα, αν και δεν μπορούν να μεταβάλουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου ως προς το απορριπτέο της αίτησης, σίγουρα θα ληφθούν υπόψη κατά την απόφαση μου σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβάλει κανένα ποσό στην ενάγουσα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους που της οφείλουν, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] σ.σ. Το αρ.9 Κεφ.6 επί του οποίου επίσης εδράζεται η αίτηση αφορά στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα μονομερώς κάτι που δεν ισχύει για την παρούσα περίπτωση [2] «.In the present case the trial Court proceeded to examine whether the criteria laid down by section 32 of Law 14/60 were satisfied, but it did not make any finding at all as regards a very important specific criterion in section 5, namely whether or not if the interim order was not made absolute it was probable that the respondent, as plaintiff, might, be hindered in obtaining satisfaction of the judgment of the trial Court if given later in his favour. It follows from the foregoing that the discretionary powers of the trial Court were exercised in a defective manner, in that a most material consideration was not duly weighed.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.