← Κύπρος

BASKOVA ν. HERBERT κ.α., Αρ. Αγωγής: 2420/20, 29/4/2021

BASKOVA ν. HERBERT κ.α., Αρ. Αγωγής: 2420/20, 29/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2420/20 Μεταξύ: XXXXX BASKOVA εκ Λευκωσίας Ενάγουσα και

  1. XXXXX HERBERT εκ Λευκωσίας
  2. BMKJ BEAUTY LTD (HE 337332) εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι ------------------------------------------------ (Αίτηση εναγομένων 1 και 2 ημερ. 22/01/21 για παραμερισμό απόφασης) Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κα Ν. Ιωάννου για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Γ. Τσόκκου για Σ. Ν. Χριστοφόρου & Συν. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 07/09/20 από την ενάγουσα, η οποία κατάγεται από τη Ρωσία και έχει τη μόνιμη διαμονή της στη Λευκωσία, και με αυτή αξιώνετο από αμφότερους τους εναγόμενους το ποσό των €94.200 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ήταν ότι κατά την περίοδο Ιουνίου 2014 - Οκτωβρίου 2015, αυτή διατηρούσε δεσμό με τον εναγόμενο 1, ο οποίος κατάγεται από τη Γερμανία και έχει τη μόνιμη διαμονή του στη Λευκωσία και ο οποίος είναι κομμωτής στο επάγγελμα. Σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, εκμεταλλευόμενος τη σχέση που είχαν οι δύο τους, ο εναγόμενος 1 της είχε ζητήσει όπως τον δανείσει χρήματα, υποσχόμενος ότι θα της τα επέστρεφε το αργότερο εντός ενός έτους. Κατά την ενάγουσα, αν και σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος 1 της ζήτησε και δανεικά για να προβεί σε κάποια θεραπεία αναφορικά με ένα έκτακτο ιατρικό πρόβλημα που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε, ο κύριος λόγος που ήθελε τα χρήματα ο τελευταίος ήταν, ως της ανέφερε, διότι ήθελε να δημιουργήσει την εναγόμενη 2 εταιρεία μέσω της οποίας θα άνοιγε και θα λειτουργούσε τη δική του επιχείρηση κομμωτηρίου και ινστιτούτου αισθητικής. Μη έχοντας λοιπόν κάποιο λόγο να μην πιστέψει όλα τα λεγόμενα του εναγόμενου 1 και τις υποσχέσεις του, η ενάγουσα δέχτηκε να προχωρήσει στον αιτούμενο δανεισμό οπόταν και κατέβαλε στον εναγόμενο 1 μεταξύ 03/06/14 και 13/10/15, το συνολικό ποσό των €103.250 σε μετρητά και τραπεζικά εμβάσματα. Ήταν δε η θέση της ενάγουσας ότι στην πορεία η εναγόμενη 2, η εταιρεία δηλαδή που δημιούργησε ο εναγόμενος 1 στις 31/10/14 και στην οποία ήταν διευθυντής, είχε εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις του τελευταίου απέναντι της, παραδίδοντας της ως ένδειξη περί αυτού, μία δική της επιταγή, της εναγόμενης 2 δηλαδή, για το ποσό των €
  3. Αν και ο εναγόμενος 1, ισχυρίζεται η ενάγουσα, έλαβε τα προαναφερόμενα ποσά και τα επωφελήθηκε πλήρως εφόσον τελικά δημιούργησε την εναγόμενη 2 και άνοιξε την επιχείρηση που ήθελε, εντούτοις μέχρι και τον Νοέμβριο 2019 δεν της είχε επιστρέψει τα χρήματα ως της είχε υποσχεθεί, παρά μόνο της είχε καταβάλει έναντι το ποσό των €
  4. Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε τότε και γραπτώς ότι εξακολουθούσε να της οφείλει το ποσό των €99.200 αφού στις 19/11/19, αυτός και η ενάγουσα υπέγραψαν αναγνωριστική συμφωνία στην αγγλική γλώσσα, στην οποία καταγράφηκαν τόσο τα ποσά που η ενάγουσα είχε ως τότε καταβάλει στον εναγόμενο 1 υπό τη μορφή δανείου καθώς και το συνολικό πόσο των €4050 που αυτός της είχε ως τότε επιστρέψει, όσο και το γεγονός ότι ο τελευταίος όφειλε να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €99.
  5. Πρόσθετα όμως της συμφωνίας αυτής, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 της παρέδωσε ως περαιτέρω εγγύηση και τέσσερεις αχρονολόγητες προσωπικές επιταγές του για το συνολικό ποσό των €11.
  6. Παρά όμως τις πιο πάνω γραπτές δηλώσεις και υποσχέσεις του εναγόμενου 1, ο τελευταίος, σύμφωνα με την ενάγουσα, συνέχισε να παραλείπει να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οπόταν και αυτή, μη έχοντας άλλη επιλογή, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της και έστειλαν στις 16/03/20 μία επιστολή στον εναγόμενο 1 και μία επιστολή στην εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια, απαιτώντας όπως καταβληθεί εντός σύντομου χρόνου το οφειλόμενο ποσό των €99.200, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι σε αντίθετη περίπτωση η ενάγουσα θα προχωρούσε να χρονολογήσει και να καταθέσει τις επιταγές που της είχαν δοθεί ως εξασφάλιση. Αν και o εναγόμενος 1 ανταποκρίθηκε τότε, ισχυρίζεται η ενάγουσα, εντούτοις αυτός της κατέβαλε μόνο €5000 με αποτέλεσμα να συνεχίσει να της οφείλεται το ποσό των €94.
  7. Ως εκ τούτου, χρονολόγησε και κατέθεσε τις επιταγές που κρατούσε ως εξασφάλιση, πληροφορήθηκε όμως στη συνέχεια ότι καμία επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί, η μεν επιταγή της εναγόμενης 2 για λόγους που αφορούσαν την υπογραφή του εκδότη της επιταγής, οι δε επιταγές του εναγόμενου 1 λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Καταχώρησε λοιπόν την παρούσα αγωγή στις 07/09/20 αξιώνοντας και από τους δύο εναγόμενους το ποσό των €92.400 ως ανωτέρω αναφέρεται. Σύμφωνα με τις Ε/Δ ιδιώτη επιδότη ημερ. 14/09/20 που κατατέθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή φέρεται να επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 στις 11/09/
  8. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 παρέλαβε την αγωγή έναντι της υπογραφής του τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και ως υπεύθυνο πρόσωπο της εναγόμενης
  9. Στις 22/09/20, ήτοι αφού παρήλθαν 10 ημέρες από την ημερομηνία που επιδόθηκε η αγωγή στους εναγόμενους, η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των πρώτων λόγω του ότι αυτοί δεν είχαν ως τότε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση αυτή της ενάγουσας ορίστηκε μετά από δύο μήνες περίπου, ήτοι στις 17/11/20 και κατ' εκείνη την ημερομηνία, εφόσον εξακολουθούσε να μην υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο οποιοδήποτε σημείωμα εμφάνισης από τους εναγόμενους, η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε Ε/Δ της τελευταίας της ίδιας ημέρας προς απόδειξη της υπόθεσης της. Στην Ε/Δ της, η οποία παρουσιάστηκε τόσο στην Αγγλική γλώσσα όσο και σε ένορκη μετάφραση στα Ελληνικά, η ενάγουσα πρόβαλε ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς που έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω και επεσύναψε ως τεκμήρια τα έγγραφα που κατ' εκείνη υποστήριζαν τους ισχυρισμούς της αυτούς. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα παρουσίασε ως τεκμήρια τα εξής έγγραφα. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου που τηρεί ο Έφορος Εταιρειών σε σχέση με την εναγόμενη 2 και στο οποίο φαίνεται μεταξύ άλλων ότι η εταιρεία αυτή ιδρύθηκε στις 31/10/14 και ότι ο εναγόμενος 1 είναι ένας εκ των διευθυντών της. Αντίγραφα της κατάστασης του τραπεζικού της λογαριασμού καθώς και διάφορων τραπεζικών εμβασμάτων, τα οποία έγγραφα έδειχναν ότι από τα μέσα του 2014 μέχρι και τα τέλη του 2015, αυτή έστειλε στον εναγόμενο 1 μέσω της τράπεζας της ποσά συνολικού ύψους €89.
  10. Αντίγραφο της υπογραμμένης από τους διαδίκους συμφωνίας στην Αγγλική γλώσσα της 19/11/19 όπου καταγράφονται αναλυτικά όλα τα ποσά που φέρεται να δόθηκαν από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1 από τις 03/06/14 μέχρι και της 13/10/15 ήτοι συνολικά €13.350 σε μετρητά και €89.900 υπό τη μορφή τραπεζικών εμβασμάτων, το ότι η αποπληρωμές που είχε κάμει μέχρι τότε ο εναγόμενος 1 στην ενάγουσα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €4.050 και ότι αμφότερα τα μέρη επιβεβαίωναν ότι παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €99.
  11. Αντίγραφο επιταγής της εναγομένης 2 για το ποσό των €6.000 με σχετική σφραγίδα της τράπεζας ότι η επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί λόγω απουσίας της υπογραφής του εκδότη της. Αντίγραφα 4 επιταγών του εναγόμενου 1 για το ποσό των €11.000 με σχετική σφραγίδα της τράπεζας ότι η επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί λόγω ανύπαρκτων υπολοίπων. Δύο επιστολές στην αγγλική γλώσσα ημερ. 16/03/20 από τους δικηγόρους της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας της ενάγουσας και λαμβανομένου υπόψη της μη καταχώρησης οποιασδήποτε εμφάνισης από τους εναγόμενους μέχρι και τις 17/11/20 που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης της πρώτης, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ως η απαίτηση. Δύο περίπου μήνες αργότερα, ήτοι στις 13/01/21, περίοδο κατά την οποία, τα Δικαστήρια εκτός από εξαιρετικών περιπτώσεων δεν επιλαμβάνονταν υποθέσεων λόγω των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, οι νυν δικηγόροι των εναγομένων ζήτησαν μέσω email όπως τους δοθεί κατ' εξαίρεση άδεια να καταχωρήσουν άμεσα, ως επείγον θέμα, αίτηση για παραμερισμό αλλά και για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 17/11/
  12. Ένεκα της φύσης του αιτήματος δόθηκε η αιτούμενη άδεια και λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 22/01/21, η πλευρά των εναγομένων καταχώρησε την παρούσα αίτηση παραμερισμού, η οποία περιλάμβανε και αιτητικό για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της 17/11/20, καθώς και μία μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης και του εντάλματος κατάσχεσης κινητών που είχε εν τω μεταξύ εκδοθεί από την ενάγουσα. Παρά όμως το ότι επιτράπηκε η καταχώρηση των εν λόγω αιτήσεων ως αιτήσεις που κρίνονταν ως επείγουσας φύσεως και αυτό αποκλειστικά για σκοπούς των μέτρων που ίσχυαν τότε, καμία αντίδραση δεν υπήρξε από πλευράς των εναγομένων όταν το Πρωτοκολλητείο όρισε, τη μεν μονομερή αίτηση μετά από ένα μήνα, ήτοι στις 22/02/21, τη δε υπό κρίση αίτηση μετά από 3 σχεδόν μήνες, ήτοι στις 09/04/
  13. Λόγω τούτου όμως, όταν η μονομερής αίτηση τέθηκε ενώπιον μου στις 22/02/21, υπέδειξα στους εναγόμενους ότι το δικαιοδοτικό στοιχείο του κατεπείγοντος είχε πλέον εκλείψει και συνεπώς η αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί. Την ίδια στιγμή όμως θεώρησα ορθότερο όπως ορίσω την διά κλήσεως αίτηση σε συντομότερη ημερομηνία από τις 09/04/21 που την είχε ορίσει το Πρωτοκολλητείο, κάμνοντας την εισήγηση όπως εξεταστεί το ενδεχόμενο όπως αντί να αναλωθεί χρόνος στην εκδίκαση της μονομερούς αίτησης, να δικαστεί άμεσα η υπό κρίση κυρίως αίτηση για παραμερισμό, με ταυτόχρονη δέσμευση της πλευράς της ενάγουσας ότι δεν θα προωθήσει περαιτέρω την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασία. Όταν δε στην πορεία εμφανίστηκε η πλευρά της ενάγουσας, η εισήγηση του Δικαστηρίου έγινε αποδεχτή και από τις δύο πλευρές οπόταν η μεν πλευρά της ενάγουσας προέβη στη σχετική δήλωση, η δε πλευρά των εναγομένων απέσυρε τόσο τη μονομερή αίτηση όσο και την αντίστοιχη θεραπεία που ζητείτο με την υπό κρίση αίτηση και σε ακρόαση οδηγήθηκε μόνο η κύρια θεραπεία που ζητείται με την παρούσα, ήτοι ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης της 17/11/
  14. Το συγκεκριμένο λοιπόν αίτημα των εναγομένων, το οποίο εδράζεται κατά κύριο λόγο στις πρόνοιες των Δ.17 θ.3 και Δ.26 θ.14, υποστηρίζεται από Ε/Δ του εναγόμενου 1 στην Γερμανική γλώσσα, η οποία συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση της στα Ελληνικά και στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκεί προς υποστήριξη της αίτησης αφορούν τόσο τον ίδιο προσωπικά όσο και την εναγόμενη 2 στην οποία αυτός είναι διευθυντής. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό με τη διαδικασία μέρος της Ε/Δ του εναγόμενου 1, ως αυτό έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά: «.Κατά ή περί την 11.09.2020 με επισκέφθηκε, ως διαφάνηκε εκ των υστέρων, Ιδιώτης Επιδότης, ο οποίος μου παρέδωσε έγγραφο το οποίο μου υπέδειξε να υπογράψω. Αναφέρω ότι, ένεκα του γεγονότος ότι δεν ομιλώ την ελληνική γλώσσα αλλά ούτε και μπορώ να αναγνώσω κείμενα σε αυτήν, δεν μπορούσα να αντιληφθώ τη φύση και/ή το περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου. Ενόψει του ότι δεν αντιλήφθηκα τη σοβαρότητα του εγγράφου και ότι αυτό αφορούσε κλητήριο ένταλμα και θα έπρεπε να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, δεν καταχωρήθηκε από πλευράς των Εναγόμενων 1 και
  15. Περαιτέρω, για το γεγονός ότι εκκρεμεί αγωγή εναντίον του προσώπου μου και εναντίον της εναγόμενης 2 εταιρείας, καθώς και για το ότι εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έλαβα γνώση μέσω των δικηγόρων μου, οι οποίοι το πληροφορήθηκαν τυχαία από δικηγόρο που εργάζεται στο γραφείο των κ.κ Στυλιανού Χ. Χριστοφόρου & Συνεργάτες, δικηγόροι της Ενάγουσας/Καθ' ης αίτηση. Αναφέρω ότι μόλις οι δικηγόροι μου έλαβαν γνώση περί της ύπαρξης αγωγής εναντίον μου καθώς και της έκδοσης απόφασης, προέβησαν άμεσα σε διαβήματα για να ερευνηθεί το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου και να λάβουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και/ή έγγραφα ούτως ώστε να ετοιμασθεί η παρούσα αίτηση. Η εν λόγω έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου έλαβε χώρα την 16.12.2020 και αντίγραφα των εγγράφων λήφθηκαν την 17.12.
  16. Ως φαίνεται από το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας για έκδοση απόφασης, επιδόθηκε Κλητήριο Ένταλμα σε ελληνική γλώσσα. Αναφέρω ότι είμαι Γερμανός Υπήκοος, δεν ομιλώ την ελληνική γλώσσα και δεν αντιλαμβάνομαι έγγραφα γραμμένα σε γλώσσα άλλη από την μητρική μου, ήτοι την γερμανική. Πέραν της γερμανικής γλώσσας, αντιλαμβάνομαι και ομιλώ πολύ καλά την γαλλική γλώσσα, ενόψει του ότι έζησα στην Γαλλία για είκοσι πέντε

(25)χρόνια. Επομένως, η μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης εντός των προβλεπόμενων από τους Θεσμούς προθεσμιών, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως καταφρόνηση και/ή αδιαφορία και/ή ότι εγκαταλείψαμε την πρόθεση μας για προβολή υπεράσπισης στην αγωγή αφού, θεωρώ ότι έχουμε καλή υπεράσπιση και επιθυμώ να την προωθήσω. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται μέσω του κλητηρίου και συγκεκριμένα για το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα, ισχυρίζομαι και λέγω ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέση μου ότι ανά διαστήματα κατέβαλλα στην ενάγουσα ποσά εις μετρητοίς για τα οποία ουδέποτε μου έδωσε απόδειξη είσπραξης των και τα οποία σκόπιμα και/ή εσκεμμένα παρέλειψε να αναφέρει, σε μια προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που κατ' ισχυρισμόν οφείλεται. Όσον αφορά το Τεκμήριο 5 το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας ημερ. 17.11.2020, αναφέρω ότι αυτό υπογράφτηκε μετά από εξαναγκασμό και/ή ψυχολογική πίεση. Η ενάγουσα προέβαινε σε συνεχείς οχλήσεις εναντίον των παιδιών μου και απαιτούσε όπως οι ίδιοι διευθετήσουν τις κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεις μου προς αυτή με αποτέλεσμα τα παιδιά μου να μην επιθυμούν να έχουν επικοινωνία και/ή επαφή μαζί μου γεγονός που αναπόφευκτα με επηρέασε ψυχολογικά σε μεγάλο βαθμό. Θεωρώντας ότι υπογράφοντας το εν λόγω έγγραφο θα σταματούσε η ενάγουσα να ενοχλεί τα παιδιά μου, το υπέγραψα κατόπιν πίεσης της ίδιας, χωρίς όμως να αντιλαμβάνομαι πλήρως το περιεχόμενο αυτού, αφού ήταν γραμμένο στην αγγλική γλώσσα. Η ενάγουσα λόγω και της στενής σχέσης που είχαμε, γνώριζε ότι η μητρική μου γλώσσα είναι η γερμανική και/ή ότι ομιλώ την γαλλική, ενώ η κατανόηση της αγγλικής είναι περιορισμένη και/ή μηδαμινή. Ως εκ τούτου, ισχυρίζομαι και λέγω ότι η ίδια η ενάγουσα εκμεταλλευόμενη αυτού, με εξανάγκασε να υπογράψω έγγραφο γραμμένο στην αγγλική γλώσσα. Περαιτέρω, όσον αφορά την εναγόμενη 2 εταιρεία, λέγω ότι η Ενάγουσα παραπλανητικά και/ή ατεκμηρίωτα, προέβη σε ισχυρισμούς αναφορικά με την δήθεν παραχώρηση εγγύησης ως εξασφάλιση του ισχυριζόμενου προφορικού δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του προσώπου μου. Πουθενά στο Κλητήριο Ένταλμα καιΙή στην ένορκη δήλωση ημερ. 17.11.2020 και/ή σε οποιοδήποτε τεκμήριο, δεν διαφαίνεται η οποιαδήποτε σχέση της εναγόμενης 2 εταιρείας, και είναι ξεκάθαρο ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν προκύπτει εναντίον της. Σε καμία περίπτωση η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν εγγυήθηκε οποιοδήποτε ισχυριζόμενο προφορικό δάνειο και σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε η οιανδήποτε σχέση. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι με την παράδοση επιταγής για το ποσό των €6.000 σήμαινε την παραχώρηση εγγύησης της Εναγόμενης 2 εταιρείας, για εξασφάλιση κατ'ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού εκ €94.200, ουδόλως ευσταθεί και σε καμία περίπτωση δεν είναι αληθής. Το Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση ημερ. 17.11.2020, ουδόλως δεικνύει την παραχώρηση οιασδήποτε εγγύησης και επομένως οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 2 εταιρείας.». Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση προβάλλοντας 10 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένταση της ενάγουσας, η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ της ιδίας στην Αγγλική γλώσσα με ένορκη μετάφραση στα Ελληνικά, περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην και συγκεκριμένα ως προς πώς οι εν λόγω αρχές δεν δικαιολογούν τον αιτούμενο παραμερισμό στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η κατ' ισχυρισμό γλωσσική αδυναμία που επικαλείται ο εναγόμενος για να εξηγήσει τόσο τη δήθεν καλή υπεράσπιση που υπάρχει στην αγωγή όσο και το λόγο για τον οποίο δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα εμφάνιση, συνιστά ένα παντελή ψευδή και ανυπόστατο ισχυρισμό. Αυτό κατ' αρχή διότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι δύο τους διατηρούσαν δεσμό, ήταν μόνο με την αγγλική γλώσσα που μπορούσαν να συνεννοηθούν εφόσον εκείνη, η ενάγουσα δηλαδή, κατάγεται από τη Ρωσία και δεν γνωρίζει ούτε τη γερμανική αλλά ούτε και τη γαλλική γλώσσα. Πέραν τούτου όμως, ισχυρίζεται η ενάγουσα, το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 προσήλθε και της κατέβαλε ακόμη €5000 έναντι του χρέους του μετά που παρέλαβε και τις δύο επιστολές που του έστειλαν οι δικηγόροι της στις 16/03/20 στην αγγλική γλώσσα, καταδεικνύει ότι αυτός κανένα πρόβλημα δεν είχε τότε να αντιληφθεί πλήρως τη συγκεκριμένη γλώσσα ή το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών. Συνεπώς, υποστηρίζει η ενάγουσα, ψεύδεται ο εναγόμενος 1 όταν ισχυρίζεται ότι μόνο Γερμανικά και Γαλλικά καταλάβει και κανένα έρεισμα δεν έχει ο ισχυρισμός του ότι όταν υπέγραφε στις 19/11/19 ότι αναγνώριζε την οφειλή του, είχε παραπλανηθεί ως προς το τι είναι που υπέγραφε συνεπεία του ότι η συμφωνία ήταν στην αγγλική γλώσσα, αν μη τι άλλο και διότι η εν λόγω συμφωνία περιείχε ουσιαστικά μόνο ποσά, ημερομηνίες και απλή καθημερινή γλώσσα. Την ίδια στιγμή, προχωρεί η ενάγουσα, η μεταγενέστερη αυτόβουλη ενέργεια του εναγόμενου 1 να της καταβάλει, μετά που συνειδητοποίησε ότι αυτή αποτάθηκε σε δικηγόρους και χωρίς να προβάλει καμία αντίδραση ή τους ισχυρισμούς που προβάλλει τώρα, ακόμη €5000 έναντι του χρέους του, δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν επρόκειτο για πρόσωπο που ως αυτός ισχυρίστηκε είχε πιεστεί να υπογράψει την συμφωνία της 19/11/19 ώστε να σταματήσει η δήθεν ενόχληση που του γινόταν, αλλά ότι ήταν πλήρως συνειδητοποιημένος και σε σχέση με την οφειλή του την οποία είχε ήδη αναγνωρίσει αλλά και σε σχέση με τις υποχρεώσεις του. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται η ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 ουσιαστικά δεν αμφισβητεί τα όσα αυτή ισχυρίστηκε στην μαρτυρία της αναφορικά με τον επίδικο δανεισμό, τη σχετική οφειλή αλλά και με την εγγύηση της εναγομένης
  1. Άλλωστε, υποστηρίζει η ενάγουσα, οι ισχυρισμοί της αυτή δεν επιβεβαιώνονται μόνο από τη συμφωνία της 19/11/19 αλλά και από τα τραπεζικά έγγραφα και τις επιταγές των δύο εναγομένων που αυτή έχει στην κατοχή της και παρουσίασε με τη μαρτυρία της και τα οποία ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί. Κατά την ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 περιορίζεται στην Ε/Δ του στο να ισχυριστεί γενικά και αόριστα ότι της έδινε κατά καιρούς μετρητά και ότι το ποσό που της οφείλεται είναι διαφορετικό από το αξιούμενο, χωρίς όμως να εξειδικεύει τον ισχυρισμό του αυτό, ενώ όσον αφορά την ευθύνη της εναγομένης 2, οι γενικές και αόριστες θέσεις του εναγόμενου 1 παραγνωρίζουν ότι, αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, έχει στην κατοχή επιταγή της εναγομένης 2 για το ποσό των €
  2. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, υποδεικνύοντας την παραδοχή του εναγόμενου 1 ότι η αγωγή όντως του επιδόθηκε προσωπικά στις 11/09/20 ως ορκίστηκε και ο ιδιώτης επιδότης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι και η δικαιολογία που αυτός προβάλλει σε σχέση με τη μη έγκαιρη εμφάνιση του στην αγωγή είναι αβάσιμη. Αυτό κατά την ενάγουσα γιατί πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής είχε προηγηθεί η καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον των εναγομένων σε σχέση με τις επίμαχες ατίμητες επιταγές και παρά το ότι το κατηγορητήριο ήταν στην ελληνική γλώσσα, εντούτοις, μετά που αυτό επιδόθηκε στον εναγόμενο 1, ο τελευταίος αντιλήφθηκε πλήρως ότι έπρεπε να αναζητήσει νομική συμβουλή για το πώς θα ενεργήσει αφού παρουσιάστηκε με δικηγόρο στο Δικαστήριο στις 27/11/20 και απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που του προσάπτονταν. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η ενάγουσα, το ότι ο εναγόμενος γνώριζε για την παρούσα αγωγή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι όταν αυτός εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 27/11/20 για σκοπούς της ποινικής διαδικασίας, ζήτησε από τους δικούς της δικηγόρους να τον πληροφορήσουν σε πιο στάδιο βρισκόταν η παρούσα αγωγή που του είχε επιδοθεί διότι ήθελε να δει αν μπορούσε να τη διευθετήσει εξωδικαστικά. Συνεπώς, καταλήγει η ενάγουσα, όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα στην Ε/Δ του εναγόμενου 1 που να καταδεικνύει ότι ο οποιοσδήποτε εκ των εναγομένων έχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά και από τα όσα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η συμπεριφορά που επεδείχθη από πλευράς εναγομένων συνιστά καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης και γι' αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Εφόσον δεν επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ από πλευράς εναγομένων προς απάντηση στους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ούτε ζητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά όπως αντεξεταστεί ο οποιοσδήποτε ομνύοντας σε σχέση με τους ισχυρισμούς του (βλ. HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021), η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, παράγοντες οι οποίοι είναι σωρευτικοί και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί (βλ. JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020 και ΚΟΤΣΩΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A452, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2013, 31/10/2019). Ο όρος καλή υπεράσπιση δε, έχει νομολογηθεί να σημαίνει υπεράσπιση που «ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας.είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη» και η οποία δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να είναι απλά επιφανειακή (βλ. ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε207/2014, 11/9/2020 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Ο αιτητής θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό, εφόσον όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Βεβαίως, η εγκυρότητα της διαδικασίας και ιδιαίτερα το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitiae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων ΗΛΙΑ ΜΑΝΩΛΗ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, 3/2/2017, Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο εδώ όπως παραθέσω αυτούσια και κάποια αποσπάσματα από την πιο πρόσφατη νομολογία επί του θέματος : KAMENEVA v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ) CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΠΡΩΗΝ) MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD, Πολιτική Έφεση Αρ Ε102/2015, 29/3/2021: «H ακύρωση απόφασης που εκδίδεται εναντίον εναγόμενου συνεπεία παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στη βάση της Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (αντίστοιχη της παλαιάς Αγγλικής Διαταγής Ο.13 r.10), εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Οι πιο πάνω αρχές συνοψίστηκαν, μετά από ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας, στην υπόθεση Γιάγκου κ.ά ν. Φωτίου
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ. 250 και σε άλλη μεταγενέστερη νομολογία όπως στην Πολυδώρου κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε68/2014, ημερομηνίας 18/4/2019... Όπως κατ' επανάληψη έχει λεχθεί η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) A.A.Δ. 2054 και Τσεσμένογλου ν. Σοφοκλέους (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2013, ημερομηνίας 25/2/2020 με αναφορά στην Sokolow S.A. Addzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, που αφορούσε επίσης σε αίτηση παραμερισμού απόφασης στη βάση της Δ.17 θ.10, τονίστηκε ότι «τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία, ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής πολύ περισσότερο, δε δικαιολογείται, στη βάση αυτή, η απόρριψη αίτησης για παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας εναντίον του ερήμην».» I.O.A. v. A.D.A., Έφεση Αρ. 13/20, 24/3/2021 «..το βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσον ο διάδικος που ζητά τον παραμερισμό αποκαλύπτει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο λόγος της παράλειψης εμφάνισης αποκτά καθοριστική σημασία όταν ανάγεται σε συμπεριφορά περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου (Evans v. Bartlam
(1937)AC 473, Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 CLR 317, Phylactou and others v. Michael
(1982)1 CLR 204, Milouca Motors Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Alpha Bank Ltd ν. xxx xxx Στεφάνου
(2003)1 ΑΑΔ 1101). Επίσης η ανεξήγητη αργοπορία στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό είναι παράγοντας που ασκεί «έντονα αρνητική επίδραση» (Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26).... Η παραπάνω προσέγγιση της νομολογίας μας συνάδει με την ερμηνεία της οποίας έτυχε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ αναφορικά με αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης: «Even if the parties demonstrate a certain lack of diligence, the consequences attributed to their behavior by the domestic courts must be commensurate to the gravity of their failings and take heed of the overarching principle of fair hearing.» (Aždajić v. Σλοβενίας, Αρ. 71872/12, 8 Οκτωβρίου 2015, Gankin κ.α. ν. Ρωσίας, Αρ. 2430/06, 1454/08, 11670/10 και 12938/12, 31 Μαϊου 2016, Schmidt v. Λιθουανίας, Αρ. 22493/05, 27 Απριλίου 2017).» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, σημειώνω τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 11/09/20 με τους τρόπους επίδοσης που προνοούνται στη Δ.5, ήτοι στον μεν εναγόμενο 1 προσωπικά, στη δε εναγόμενη 2 εταιρεία, μέσω του εναγόμενου 1 διευθυντή και, ως αναφέρεται στην Ε/Δ επίδοσης και δεν έχει αμφισβητηθεί, υπεύθυνο στην εν λόγω εναγόμενη για την παραλαβή εγγράφων που την αφορούν. Συνεπάγεται λοιπόν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae λόγω αντικανονικότητας της διαδικασίας επίδοσης. Αυτό γιατί ναι μεν «Απώτερος σκοπός είναι η πραγματική και επαρκής ενημέρωση του εναγόμενου για το εναντίον του δικαστικό διάβημα.», και αν διαπιστωθεί, ως θέμα πραγματικό, ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν έγκαιρα γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, «.το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας», όμως την ίδια στιγμή «.αυτή όμως (η πραγματική και επαρκής ενημέρωση) κατά κανόνα τεκμηριώνεται με τη διαπίστωση ότι ο (εναγόμενος) έλαβε γνώση με τους δικονομικά προβλεπόμενους τρόπους.» (βλ. HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021, καθώς επίσης και J Z Classic Music Pro Ltd ν. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151). Βεβαίως, αμφότεροι οι εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση ισχυρίζονται ότι συνεπεία της αδυναμίας του εναγόμενου 1 να αντιληφθεί την ελληνική γλώσσα στην οποία ήταν συνταγμένη η αγωγή που του επιδόθηκε, αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, δεν έλαβαν πραγματική γνώση με την επίδοση αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα μέσω τυχαίας πληροφόρησης που οι δικηγόροι τους έτυχαν από τους δικηγόρους της ενάγουσας μετά την έκδοση της απόφασης της 17/11/20. Τούτου λεχθέντος, σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, το γεγονός ότι η αγωγή ήταν συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα δεν επηρεάζει το νομότυπο της διαδικασίας εφόσον δικονομική υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου δεν υπάρχει (βλ. I.O.A ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση όμως, υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι η εναγόμενη 2 εγγράφηκε σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κυπριακή εταιρεία η οποία ασκεί εμπορικές δραστηριότητες στην Κύπρο όπου επίσημες γλώσσες είναι η ελληνική και η τουρκική και ότι ο εναγόμενος 1 διορίστηκε, κατ' επιλογή προφανώς αμφότερων των εναγομένων, ως ένας εκ των διευθυντών της, ήτοι ως πρόσωπο που τη δεσμεύει με τις πράξεις και παραλείψεις του, καθώς και ως υπεύθυνο πρόσωπο να παραλαμβάνει έγγραφα που την αφορούν. Το αν λοιπόν ο εναγόμενος 1 αντιμετωπίζει γλωσσικές αδυναμίες να αντιλαμβάνεται τα διάφορα έγγραφα που αφορούν στην εταιρεία την οποία ανέλαβε να διευθύνει, να εκπροσωπεί αλλά και να δεσμεύει σε σχέση με την παραλαβή εγγράφων που την αφορούν, για το λόγο ότι αυτός δεν γνωρίζει μία από τις επίσημες γλώσσες της χώρας στην οποία η εταιρεία έχει εγγραφεί και ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, αυτό συνιστά καθαρά απόρροια των αποκλειστικών επιλογών και αποφάσεων των ίδιων των εναγομένων και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να προσβάλει το νομότυπο μιας διαδικασίας που προνοείται από τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και την οποία διαδικασία, πρόσωπα όπως η ενάγουσα, έχουν ακολουθήσει ώστε να προβάλουν τις δικαστικές αξιώσεις που επιθυμούν να προβάλουν εναντίον των εναγομένων (βλ. κατ' αναλογία Orams David Charles και Άλλη ν. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402). Κατά δεύτερο, η επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου 1, η οποία άπτεται και του λόγου για την μη έγκαιρη εμφάνιση των εναγομένων αλλά και του πραγματικού ζητήματος της γνώσης για την αγωγή ώστε να επιτευχθεί ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae, και η οποία θέση είναι στους ώμους των εναγομένων να την αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ως θέμα πραγματικό, δεν έμεινε αναντίλεκτη από πλευράς ενάγουσας (βλ. κατ' αντίθεση Hossan ανωτέρω). Αντιθέτως η τελευταία, η οποία ουσιαστικά δέχτηκε ότι οι δικηγόροι της πληροφόρησαν την πλευρά των εναγομένων για την επίδικη απόφαση σύντομα μετά την έκδοση της, προχώρησε και έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις ως προς το πώς και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτό και δη εξηγήσεις οι οποίες παρουσιάζουν τους εναγόμενους να ήταν από προηγουμένως ενήμεροι για την παρούσα αγωγή και να μπορούσαν να αντιληφθούν πλήρως το πότε είναι που παραλάμβαναν δικαστικά έγγραφα και το τι έπρεπε να κάμουν. Συγκεκριμένα, αντίθετα με τους εναγόμενους οι οποίοι ουδόλως εξειδίκευσαν τον επί του προκειμένου τους ισχυρισμό, η ενάγουσα τοποθετήθηκε και σε σχέση με τις συνθήκες αλλά και σε σχέση με τον ακριβή χρόνο που έλαβε χώρα αυτή η πληροφόρηση των εναγομένων για την εκδοθείσα απόφαση. Ισχυρίστηκε λοιπόν η ενάγουσα ότι η πληροφόρηση για την απόφαση δόθηκε δέκα μέρες μετά την έκδοση της, ήτοι στις 27/11/20, όταν οι δύο πλευρές είχαν συναντηθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια κάποιας άλλης σχετικής δικαστικής διαδικασίας που είχε εγείρει η ενάγουσα εναντίον των εναγομένων, η οποία διαδικασία είχε ήδη επιδοθεί στους τελευταίους μέσω σχετικού εγγράφου στην ελληνική γλώσσα και στην οποία διαδικασία οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν κανονικά με δικηγόρο χωρίς η ελληνική γλώσσα του εγγράφου που τους επιδόθηκε να τους είχε δημιουργήσει πρόβλημα να αντιληφθούν την επί του προκειμένου υποχρέωση τους ή έστω την ανάγκη να αναζητήσουν έγκαιρα τις υπηρεσίες δικηγόρου. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η ενάγουσα, η εν λόγω πληροφόρηση δόθηκε διότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι ζήτησαν να μάθουν αν υπήρχε τρόπος να διευθετήσουν εξωδικαστικά την αγωγή που τους είχε προηγουμένως επιδοθεί. Οι πιο πάνω «απαντητικές» θέσεις της ενάγουσας, προβάλλουν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να είναι και λογικές αλλά και αληθοφανείς. Εξηγώ. Συνιστά κοινό έδαφος ότι η πληροφόρηση για την επίδικη απόφαση δόθηκε σύντομα μετά την έκδοση της, στα πλαίσια συζήτησης που είχαν οι δικηγόροι των εναγομένων με τους δικηγόρους της ενάγουσας. Για να λάβει όμως χώρα μια τέτοια συζήτηση, σημαίνει ότι οι εναγόμενοι είχαν από τότε διορίσει δικηγόρους για να τους εκπροσωπούν στις διαφορές τους με την ενάγουσα και ότι οι εν λόγω δικηγόροι γνώριζαν από τότε ότι κάποιες διαφορές υπήρχαν μεταξύ των μερών. Για να το γνώριζαν όμως από τότε αυτό οι δικηγόροι των εναγομένων, σημαίνει ότι οι εναγόμενοι που τους διόρισαν είχαν από προηγουμένως αντιληφθεί ότι οι διαφορές τους με την ενάγουσα είχαν πάρει τέτοια τροπή που έπρεπε πλέον να αποταθούν σε δικηγόρους. Ως θέμα κοινής λογικής συνεπώς, θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι εναγόμενοι είτε ήδη γνώριζαν για την παρούσα αγωγή και τις συναφείς υποχρεώσεις τους είτε ότι είχαν ήδη εμφανιστεί σε άλλες σχετικές δικαστικές διαδικασίες χωρίς η γλώσσα της διαδικασίας να τους προκάλεσε πρόβλημα να αντιληφθούν αυτήν τους την υποχρέωση, ως ήταν δηλαδή και οι θέσεις που πρόβαλε η ενάγουσα. Στην αίτηση τους όμως οι εναγόμενοι δεν κάμνουν καμία αναφορά για την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης δικαστικής διαδικασίας τον τότε καιρό και ήταν και κατηγορηματικοί ως προς το ότι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ ότι η ενάγουσα είχε κινήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον τους. Όφειλαν λοιπόν οι εναγόμενοι, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι λόγω γλωσσικής αδυναμίας δεν αντιλήφθηκαν ότι η ενάγουσα τους είχε κινήσει αγωγή, και μάλιστα, ως περαιτέρω συνάγεται από τους ισχυρισμούς τους, ότι δεν αντιλήφθηκαν ούτε ότι αυτή ήταν η πρόθεση που εξέφρασε η ενάγουσα μέσω των επιστολών που έστειλαν οι δικηγόροι της το Μάρτιο 2020 στην αγγλική γλώσσα, να δώσουν κάποια εξήγηση ως προς το γιατί όταν πληροφορήθηκαν για την απόφαση σύντομα μετά την έκδοση της, αυτοί είχαν ήδη διορίσει δικηγόρους για να τους εκπροσωπούν απέναντι στην ενάγουσα. Καμία όμως εξήγηση δεν έδωσαν οι εναγόμενοι περί τούτου, ενώ η ενάγουσα από την άλλη, έδωσε μια λογικοφανή και αληθοφανή εξήγηση για το συγκεκριμένο θέμα, ήτοι ότι οι εναγόμενοι είχαν διορίσει δικηγόρους διότι στην πραγματικότητα είχαν πλήρως αντιληφθεί και γνώριζαν για όλες τις εναντίον τους εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες, έστω και αν αυτές ήταν στην ελληνική γλώσσα. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ και το εξής σημαντικό. Οι προαναφερθείσες θέσεις της ενάγουσας, οι οποίες καταρρίπτουν πλήρως την εικόνα που προσπάθησαν να προβάλουν οι εναγόμενοι, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους τελευταίους με οποιοδήποτε τρόπο, παράλειψη η οποία λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία εφόσον ήταν στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν τα γεγονότα «.που αφορούν στους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση αίτησης παραμερισμού. Και το Δικαστήριο προβαίνει σε τελικό εύρημα κατά πόσο η μη εμφάνιση ή η όποια καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη.» (βλ Hossan ανωτέρω). Από τη στιγμή όμως που οι εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό που επέλεξαν να προβάλουν ώστε να υποστηρίξουν μια από τις πιο ουσιώδεις θέσεις τους και η ενάγουσα αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό με πειστικότητα, λογικοφάνεια και αληθοφάνεια, όφειλαν οι εναγόμενοι να αντικρούσουν επαρκώς τους ισχυρισμούς της πρώτης, έστω μέσω αντεξέτασης της, αν μη τι άλλο διότι «.εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε.» (βλ. Hossan ανωτέρω). Είτε λοιπόν οι εναγόμενοι είχαν από τότε διορίσει δικηγόρους διότι γνώριζαν για την αγωγή είτε διότι εμφανίζονταν σε άλλες σχετικές δικαστικές διαδικασίες που ήγειρε εναντίον τους η ενάγουσα και δη διαδικασίες που, όπως και η παρούσα αγωγή, ήταν στην ελληνική γλώσσα, η ουσία παραμένει η ίδια, ότι δηλαδή η αντίληψη των εναγομένων ως προς την υποχρέωση τους να ανταποκριθούν θετικά στη δικαστική «πρόσκληση» που τους επιδόθηκε στις 11/09/20 για σκοπούς της παρούσας αγωγής, δεν είχε επηρεαστεί στο βαθμό που αυτοί ισχυρίζονται συνεπεία του ότι η «πρόσκληση» αυτή ήταν συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί εδώ ούτε το ότι το διοριστήριο που αμφότεροι οι εναγόμενοι υπέγραψαν για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και το οποίο είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου, είναι συνταγμένο στην ελληνική γλώσσα αλλά ούτε και το ότι οι εναγόμενοι είχαν στη διάθεση τους πάνω από δύο μήνες για να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή, ήτοι από τις 11/09/20 που έγινε η επίδοση μέχρι και τις 17/11/20 που εκδόθηκε η απόφαση (βλ. Ι.Ο.Α. ανωτέρω). Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την επίσης αναντίλεκτη θέση της ενάγουσας ότι όταν οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την έκβαση της αγωγής στις 27/11/20, αυτοί ήταν ήδη πλήρως ενήμεροι για την ύπαρξη της αφού οι ίδιοι ζήτησαν να μάθουν σε ποιο στάδιο αυτή βρισκόταν, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι από τις 11/09/20 που τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει πραγματική γνώση και για την αγωγή αλλά και για την υποχρέωση τους να εμφανιστούν και παρά ταύτα, ενώ μπορούσαν να καταχωρήσουν εμφάνιση οποτεδήποτε κατά τους επόμενους δύο μήνες, ήτοι μέχρι και τις 17/11/20 που εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, εντούτοις αυτοί, εντελώς αδικαιολόγητα δεν έπραξαν τίποτα τέτοιο. Ακόμη όμως και να μην ήταν αρκετά τα πιο πάνω για να σφραγίσουν την τύχη της παρούσας αίτησης, την ίδια απορριπτική κατάληξη κρίνεται να έχουν και οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς την ύπαρξη καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης. Εξηγώ. Όπως εύστοχα επεσήμανε η πλευρά της ενάγουσας, πουθενά στην Ε/Δ του εναγόμενου 1 δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ουσιαστική άρνηση είτε σε σχέση με τον επίδικο δανεισμό που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι είχε λάβει χώρα, είτε σε σχέση με την ύπαρξη οφειλής προς την τελευταία, ισχυρισμούς τους οποίους η ενάγουσα είχε τεκμηριώσει με τη μαρτυρία της αλλά και με σχετική έγγραφη μαρτυρία. Αντιθέτως, για τα επί του προκειμένου θέματα οι εναγόμενοι περιορίστηκαν απλά να ισχυριστούν ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε ολοκληρωμένη εικόνα των πληρωμών που της έγιναν, χωρίς όμως να εξειδικεύεται ή να τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός αυτός, αλλά πολύ περισσότερο, χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση ως προς το γιατί έγιναν τέτοιες πληρωμές στην ενάγουσα αν δεν ήταν για το λόγο που αυτή ισχυρίστηκε, ήτοι διότι η τελευταία δάνεισε τον εναγόμενο 1 χρήματα υπό την υπόσχεση ότι θα της επιστραφούν. Άλλωστε, ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε ότι αυτός όντως υπέγραψε τη συμφωνία της 19/11/19 με την οποία ρητά αναγνώρισε και τον επίδικο δανεισμό αλλά και την επίδικη οφειλή προς την ενάγουσα. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι λόγω πίεσης και γλωσσικής αδυναμίας δεν αντιλήφθηκε τι είναι που υπέγραψε στις 19/11/19 και αυτό ώστε να αποδεσμεύσει τον εαυτό του από τις δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες της υπογραφής του, θα αναμένετο ότι έστω και τώρα που υποτίθεται ότι του έχουν επεξηγηθεί πλήρως αυτές οι νομικές συνέπειες του συγκεκριμένου εγγράφου, κάποια θέση θα πρόβαλλε αυτός ως προς το γιατί δεν ευσταθούν τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο. Υπενθυμίζω εδώ ότι εκεί όπου προβάλλεται η υπεράσπιση του non est factum, που είναι ουσιαστικά η υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος 1 στην παρούσα περίπτωση, εφόσον η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως ο εναγόμενος που προβάλλει την εν λόγω υπεράσπιση αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το έγγραφο που υπέγραψε λόγω κατ' ισχυρισμό ανικανότητας ή τυφλότητας ή αναλφαβητισμού ή παραπλάνησης ή δόλου, είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που νόμιζε ότι υπέγραφε (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Καμία θέση όμως δεν πρόβαλε ο εναγόμενος 1 ως προς το τι είναι που νόμιζε ότι υπέγραφε στις 19/11/19 ή έστω ως προς το ποια είναι η πραγματικότητα αν δεν είναι αυτή που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο και αυτό τη στιγμή που, ως ήδη ανέφερα, αυτός ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε ότι όντως οφείλονται κάποια ποσά στην ενάγουσα. Η ίδια όμως γενικότητα και αοριστία χαρακτηρίζει και τις θέσεις που προβλήθηκαν σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό εγγύηση της εναγόμενης
  1. Αυτό γιατί οι εναγόμενοι περιορίστηκαν για το συγκεκριμένο θέμα να υποδείξουν απλά ότι δεν υπάρχει πουθενά γραπτώς τέτοια εγγύηση από την εναγόμενη 2 και ότι η επιταγή της τελευταίας για το ποσό των €6000 δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα εφόσον, ως υποστηρίχθηκε με την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων, δεν υπάρχει καμιά λογική αντιστοιχία μεταξύ του ποσού της επιταγής και του ύψους του οφειλόμενου ποσού ενώ η λογική του πράγματος υπαγορεύει ότι το ύψος της εγγύησης θα είναι ανάλογο του χρέους. Οι πιο πάνω θέσεις των εναγομένων όμως, όσο λογικές και αν ακούγονται, παραγνωρίζουν μια σημαντική πτυχή της υπόθεσης, ήτοι ότι η ενάγουσα βρέθηκε να έχει στην κατοχή της μια επιταγή από την εναγόμενη 2 για το ποσό των €6000, για την οποία έδωσε μια εξήγηση, ήτοι ότι τη δεδομένη στιγμή που δόθηκε η επιταγή, η εναγόμενη 2 ήθελε να της αποδείξει εμπράκτως ότι εγγυάτο πλήρως τις υποχρεώσεις του εναγόμενου
  2. Επισημαίνω εδώ και το ότι στην επιστολή που έστειλαν οι δικηγόροι της ενάγουσας το Μάρτη του 2020, είχε αναφερθεί ρητά ότι η εν λόγω επιταγή κρατείτο ως ένδειξη της εγγύησης της εναγομένης 2 και ότι συνεπεία της μη εξόφλησης του χρέους, η ενάγουσα θα προχωρούσε με τη χρονολόγηση και την κατάθεση της στην τράπεζα. Από τη στιγμή λοιπόν που η ενάγουσα βρέθηκε να έχει στην κατοχή της την εν λόγω επιταγή και έδωσε και μια εξήγηση προς τούτο, η εκδοχή της αυτή, η οποία άπτεται του τι ακριβώς είναι που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών κατά την παράδοση της συγκεκριμένης επιταγής, δεν μπορεί να απορριφθεί άνευ ετέρου ως παράλογη. Εύλογα λοιπόν θα αναμένετο ότι κάποιος θετικός ισχυρισμός θα προβαλλόταν από πλευράς εναγομένων σε σχέση με αυτή την ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, ήτοι αναφορικά με το πώς και γιατί η ενάγουσα να έχει στην κατοχή της μια επιταγή της εναγόμενης 2 αν δεν ήταν για το λόγο που αυτή ισχυρίστηκε. Παρά ταύτα, αν και επρόκειτο για μια ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, η οποία επέβαλλε όπως οι εναγόμενοι προβάλουν κάποια θέση ώστε να καταδείξουν τη συζητήσιμη υπεράσπιση που ισχυρίζονται ότι έχουν, εντούτοις αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, εντέχνως απέφυγαν να τοποθετηθούν ως προς το συγκεκριμένο αυτό θέμα, αφήνοντας όμως έτσι αναντίλεκτη και αυτή τη θέση της ενάγουσας. Κοντολογίς, καμία εκ των θέσεων που πρόβαλαν οι εναγόμενοι ως προτιθέμενη υπεράσπιση δεν ενέχει δυνητικά αυτό το απαιτούμενο στοιχείο της πειστικότητας και της λογικοφάνειας ώστε να καθίσταται καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Αντιθέτως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η προτιθέμενη υπεράσπιση των εναγομένων κρίνεται να είναι απλά επιφανειακή και ως τέτοια δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία της παρούσας αίτησης και σε παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης της 17/11/20 (βλ. ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, όπως και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.