ELDORADO SUPERMARKET ν. SCATARIN, Αρ. Αγωγής: 1344/10, 29/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1344/10 Μεταξύ: ELDORADO SUPERMARKET Ενάγοντες και XXXXX SCATARIN Εναγόμενη (Αίτηση από ενάγοντες ημερ. 26/03/21 για ανανέωση ΜΕΜΟ και άδεια εκτέλεσης απόφασης) --------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες / Αιτητές: κ. Χ.Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για εναγόμενη / καθ' ης η Αίτηση: κ. Δ.Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15/12/10 οι ενάγοντες εξασφάλισαν εναντίον της εναγόμενης τελική απόφαση στην πιο πάνω αγωγή για το ποσό των €5634,22 πλέον €629 έξοδα πλέον τόκο 5.5% επί αμφότερων των εν λόγω ποσών μέχρι εξόφλησης. Η απόφαση αυτή, η οποία είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, διατάχθηκε όπως τελεί υπό αναστολή μέχρι την 01/02/11 και αν ως τότε η εναγόμενη κατέβαλλε το ποσό των €220, τότε θα υπήρχε περαιτέρω αναστολή από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι η εναγόμενη θα κατέβαλλε το ποσό των €220 μηνιαίως μέχρι εξόφλησης. Περί το Μάιο του 2011 η ενάγουσα προχώρησε να εκτελέσει την υπέρ της απόφαση, προφανώς διότι η εναγόμενη δεν τήρησε τους όρους της αναστολής, και ενέγραψε την απόφαση ως επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας που εντόπισε να είχε η εναγόμενη στην Λευκωσία, Πάφο και Λεμεσό. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ενέγραψε ΜΕΜΟ επί τριών ακινήτων της εναγόμενης, ήτοι το ΕΒ14604/11 στο κτηματολόγιο Λευκωσίας (12/05/11), το ΕΒ827/11 στο κτηματολόγιο Πάφου (18/05/11) και το ΕΒ1311/11 στο κτηματολόγιο Λεμεσού (23/05/11). Εν τω μεταξύ, η ενάγουσα είχε προχωρήσει στις 06/04/11 και με την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης, το οποίο όμως ένταλμα τελικά επεστράφη ανεκτέλεστο στις 15/04/
- Δέκα περίπου χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα δύο σχεδόν μήνες πριν να λήξει η προβλεπόμενη από το Νόμο δεκαετής περίοδος ισχύος των πιο πάνω ΜΕΜΟ (βλ. αρ.55 Κεφ.6, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση των προνοιών της Δ.40 θ.8 και των αρ. 55 και 56 Κεφ.6[1], όπως αφ' ενός της δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης για περαιτέρω 12 έτη και αφ' ετέρου όπως η εγγραφή των προαναφερθέντων ΜΕΜΟ παραταθεί για περαιτέρω δέκα χρόνια από τη λήξη τους. Ο κεντρικός άξονας των θέσεων της ενάγουσας είναι ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει ανικανοποίητη η υπέρ της απόφαση παρά τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν μέχρι σήμερα προς το σκοπό αυτό και συνεπώς θα πρέπει να της επιτραπεί να προχωρήσει με περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, αφού πρόθεση της είναι μεταξύ άλλων να αιτηθεί και την εκποίηση των εγγραφέντων ΜΕΜΟ. Για άγνωστο λόγο η αίτηση, η οποία ως είναι η συνήθης πρακτική απευθύνετο μόνο προς τα αρμόδια Επαρχιακά Κτηματολογικά γραφεία εφόσον περιείχε και αίτημα ανανέωσης ΜΕΜΟ, επιδόθηκε και στην ίδια την εναγόμενη, η οποία επέλεξε όπως εμφανιστεί στις 15/04/21 που ορίστηκε για πρώτη φορά η αίτηση μέσω δικηγόρου και όπως εκφράσει την πρόθεση της να καταχωρήσει ένσταση. Σημειώνω εδώ ότι το Κτηματολόγιο επέλεξε όπως μην εμφανιστεί στη διαδικασία ή να καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση και περιορίστηκε στο να καταθέσει στο φάκελο της υπόθεσης μόνο τη θέση του ότι τα ΜΕΜΟ εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τις 12/05/
- Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη της πρόθεσης της εναγόμενης να καταχωρήσει ένσταση και του γεγονότος ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να εκδοθεί πριν τις 12/05/21 που λήγει η ισχύς των επίδικων ΜΕΜΟ (βλ. αρ.56
(2)(β)), δόθηκαν οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι 26/04/21 και όπως η ακρόαση λάβει χώρα στις 28/04/21. Με τις εν λόγω οδηγίες συμμορφώθηκαν πλήρως αμφότερες οι πλευρές οπόταν και χθες καταχωρήθηκαν και οι εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Η ένσταση λοιπόν της εναγόμενης περιστράφηκε γύρω από 11 συνολικά λόγους, οι οποίοι αφορούν τόσο στις νομικές αρχές που διέπουν την εκτέλεση αποφάσεων και στα θέματα που αφορούν σε ΜΕΜΟ, όσο και σε θέματα κατάχρησης και αντικανονικότητας της διαδικασίας. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια την Ε/Δ της εναγόμενης η οποία υποστηρίζει την αίτηση της: Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ελαττωματική, παράτυπη και αντικανονική και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλειπή Νομική Βάση. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που δύνανται να στηρίξουν την εξαιτούμενη θεραπεία. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, δεν αναφέρεται ποιο είναι το σημερινό ποσό της απόφασης και/ή δεν καταδεικνύεται επαρκής λόγος για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή την συνέχιση εξασφάλισης της απαίτησης των Αιτητών με υπέρμετρης αξίας ακίνητη περιουσία της Καθ'ης η Αίτηση. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, η Αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις κακόπιστη, καταχρηστική και επιδιώκει αλλότριο σκοπό. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα προκαλέσει αδικία εις βάρος μου. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, ο τίτλος της παρούσας Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή εγείρεται εναντίον λανθασμένου προσώπου, ως είμαι η Καθ'ης η Αίτηση και/ή δεν ανταποκρίνομαι στον τίτλο της επισυνημμένης Απόφασης και/ή στα επισυνημμένα στην Ένορκη Δήλωση τεκμήρια και/ή το ονοματεπώνυμο μου είναι διαφορετικό. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, η παρούσα Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ικανοποιητική και/ή επαρκή και/ή τη δέουσα μαρτυρία και/ή η μαρτυρία που την υποστηρίζει είναι ελλιπής κα/ή άσχετη, καθότι ουδόλως αντιστοιχεί με το ονοματεπώνυμο μου, όπως αυτό φαίνεται στον τίτλο της παρούσας Αίτησης και/ή σε καμία περίπτωση η εν λόγω μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε έκδοση διατάγματος για την με τον ως άνω τίτλο Αίτηση. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, η παρούσα Αίτηση εγείρεται καταχρηστικά, καθ' ότι η Αιτήτρια μετά την έκδοση απόφασης εναντίον μου, για το ποσό των €5.634 πλέον νόμιμο τόκο 5,5% από 15.12.2010 προχώρησε σε εγγραφή MEMO σε τρία ακίνητα, όλως καταχρηστικώς και αντινομικώς, υπεκαλύπτοντας την απαίτηση της εναντίον μου και εξασφαλίζοντας τον εαυτό της υπέρ το δέον, δεσμεύοντας ταυτόχρονα την ακίνητη περιουσία μου με εμπράγματα βάρη. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής, ως είμαι η Καθ'ης η Αίτηση δεν συναινώ στην ανανέωση των εν λόγω MEMO, αφού εξασφαλίζουν υπέρμετρα την απαίτηση της Αιτήτριας. Όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και τυγχάνω Νομικής Συμβουλής η Αιτήτρια επιχειρεί μέσω της παρούσας Αίτησης να νομιμοποιήσει επ' αόριστον την εγγραφή των εν λόγω MEMO, στερώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα μου να προχωρήσω σε επόμενα δικαιοδοτικά διαβήματα.» Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω και επισημαίνω κατ' αρχή ότι στο βαθμό που η παρούσα αίτηση αφορά σε ανανέωση ουσιαστικά της ισχύος των επίδικων ΜΕΜΟ, η εγκυρότητα της αρχικής τους εγγραφής δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως δεδομένη για σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Το αναφέρω τούτο διότι όλα σχεδόν τα επιχειρήματα που προβάλλει η εναγόμενη για να μην ανανεωθεί η ισχύς των εν λόγω ΜΕΜΟ, αυτά ουσιαστικά αφορούν και άπτονται του έγκυρου, νόμιμου και εύλογου της αρχικής εγγραφής, θέσεις δηλαδή οι οποίες μάλλον σε αίτηση ακύρωσης των ΜΕΜΟ είναι που έπρεπε να προβληθούν παρά σε ένσταση για παράταση της ισχύος τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα όσα επιχειρήματα προβάλλει η εναγόμενη τόσο σε σχέση με την αιτούμενη άδεια εκτέλεσης της απόφασης όσο και σε σχέση με τα ΜΕΜΟ, απαντούνται πλήρως από τα λεχθέντα σε δύο τουλάχιστο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πρώτη είναι η απόφαση στην ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α. v. S & G SECURITIES AND GENERAL FINANCE LTD , ECLI:CY:AD:2021:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 302/2013, 8/4/2021 όπου εκεί εξετάστηκαν για σκοπούς της άσκησης της εξουσίας για χορήγηση άδειας για εκτέλεση απόφασης δυνάμει της Δ.40 Θ.8, παρόμοια θέματα καθυστέρησης και κατάχρησης κατά την εκτέλεση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η εμβέλεια της Δ.40 θ.8, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί της οποίας βασίζετο η αίτηση, υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην πρόσφατη υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A11, ECLI:CY:AD:2019:A11, Πολ. Έφ. Αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, κατόπιν ανασκόπησης της μέχρι τότε νομολογίας συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.40 θ.8 ως εξής: «Είναι επίσης θεμελιωμένο πως, είτε μονομερώς καταχωρηθεί η αίτηση είτε δια κλήσεως, ο αιτητής δέον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Προσθέτως δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης. (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου ECLI:CY:AD:2018:A264, Πολ.εφ.11/2013, 1.6.2018). Στη ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ,
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604 αναφέρθησαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Στην υπόθεση Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, 23 γενικά με το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control." Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B. 471, Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. Στη δε Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218 ανατράπηκε η πρωτόδικη κρίση ότι οι εφεσείοντες/αιτητές θα έπρεπε να είχαν καταδείξει την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων, παρατηρώντας ότι «κάτι τέτοιο δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί τη Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλώς ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση». Σε μεταγενέστερη υπόθεση Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10, 19.6.2014, αφού αναφέρθησαν και αναλύθησαν οι προηγούμενες αποφάσεις καθώς και αριθμός αγγλικών αυθεντιών, το Εφετείο κατέληξε πως «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.» Η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, στην οποία τονίστηκε επιπρόσθετα ότι «ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα η έκδοση της απόφασης εναντίον των εφεσειόντων, η μη εξόφληση της ή οποιουδήποτε μέρους της και η κατάθεση memo το 1999 επί της περιουσίας της εφεσείουσας/εναγόμενης 2, προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης. Είναι φανερό από τα γεγονότα αυτά ότι η εφεσίβλητη δεν επιδίωξε απλώς την έκδοση απόφασης αλλά προέβη και σε διαβήματα εκτέλεσης της απόφασης με την κατάθεση του memo. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια που αν και αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, εν τούτοις δεν την απέδωσε σε κακόβουλη ή καταχρηστική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, θεωρώντας τη δικαιολογημένη, ενόψει εκκρεμότητας εντάλματος πώλησης της περιουσίας της εναγόμενης 2 στο Κτηματολόγιο, στα πλαίσια διαδικασίας άλλης Αγωγής. Ούτε η εισήγηση των εφεσειόντων περί λανθασμένης αντίκρυσης από πλευράς Δικαστηρίου του κριτηρίου της δυσμενούς βλάβης τους σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, εντασσόμενη στα πλαίσια εξέτασης της καθυστέρησης, μας βρίσκει σύμφωνους. Η θέση που προώθησαν πρωτόδικα για το θέμα ήταν ότι η βλάβη προέκυπτε από τη διάλυση της εναγόμενης 3 κατά τον διαρρεύσαντα χρόνο από την εγγραφή του memo. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση τονίζοντας το μεγάλο χρόνο που απαιτείται για υλοποίηση μέτρων εκτέλεσης που σχετίζονται με ακίνητη περιουσία, προσθέτοντας ότι «η όποια ανικανότητα της εναγόμενης 3 εταιρείας να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί πρόκληση βλάβης στους εναγομένους 1 και 2 ένεκα συμπεριφοράς ή καθυστέρησης των εναγόντων», υπενθυμίζοντας ότι η απόφαση είχε εκδοθεί εναντίον και των τριών εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε το μεμπτόν στην πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενόψει των δεδομένων ενώπιον του. Η θέση περί ανικανότητας της εναγομένης 3 να ξοφλήσει την εναντίον της απόφαση δεν απαλλάσσει τους εφεσείοντες από την δική τους υποχρέωση ικανοποίησης της εναντίον τους απόφασης, που συνεχίζει να υφίσταται στη βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Σημειώνεται ότι το κριτήριο προσδιορισμού του δυσμενούς επηρεασμού που καθιέρωσε η νομολογία δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται οι εφεσείοντες. Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση.» Η δεύτερη είναι η απόφαση στην ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ν. ALPHA BANK LTD, ECLI:CY:AD:2017:D99, Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2011, 23/3/2017, η οποία αφορούσε σε αίτηση για ακύρωση της εγγραφής των εκεί επίδικων ΜΕΜΟ και στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε θέματα παρόμοια με αυτά που εγείρονται στην παρούσα, ήτοι το κατά πόσο θα πρέπει οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ.6 (αρ. 53 - 62) να ερμηνευτούν ώστε να τίθενται όρια στην άσκηση του σχετικού δικαιώματος που να συναρτούν την αξία της περιουσίας επί της οποίας εγγράφεται η απόφαση με το ποσό της απόφασης, ήτοι το κατά πόσο δύναται να δεσμευθεί με ΜΕΜΟ ακίνητη ιδιοκτησία που υπερβαίνει το ποσό της απόφασης, καθώς επίσης και το κατά πόσο τέτοια δέσμευση, περιλαμβανομένης και τυχόν ανανέωσης της στη βάση του αρ. 56 Κεφ.6, δύναται να θεωρηθεί ως καταχρηστική. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο και το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση. «Το άρθρο 53 του Νόμου έχει ως ακολούθως:. Η πρώτη παρατήρηση που προκύπτει είναι ότι, όντως, ο Νόμος αναφέρεται χωρίς περιορισμό σε «οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία». Στο λεκτικό του Νόμου δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε που να επέτρεπε τον εισηγούμενο συσχετισμό του εξ αποφάσεως χρέους με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας. Αντίθετα στο άρθρο 57 του Νόμου, το οποίο καθορίζει τα αποτελέσματα της εγγραφής, ρητώς αναφέρεται ότι το Δικαστήριο διατάσσει την πώληση της ιδιοκτησίας ή τόσου μέρους αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Εξ αυτού προκύπτει με σαφήνεια η δυνατότητα δέσμευσης ιδιοκτησίας που υπερβαίνει το ποσό της απόφασης.. Συνεπώς, ο περιορισμός δυνάμει νόμου του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι κατά το Σύνταγμα θεμιτός. Η εγγραφή δε, μιας δικαστικής απόφασης σκοπό απλώς έχει να καταστήσει την ιδιοκτησία εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Αποτέλεσμα της εγγραφής είναι, κατά το άρθρο 57 του Νόμου, η επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη επί της ιδιοκτησίας με την πληρωμή του οφειλομένου χρέους κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεών του, με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά ιδιοκτησία πριν την εγγραφή της απόφασης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 58, η εγγραφή δικαστικής απόφασης που έγινε μετά τη διενέργεια δήλωσης μεταβίβασης ή υποθήκης, δεν επηρεάζει καθόλου το συμφέρον επί του ακινήτου του δικαιοπάροχου ή του ενυπόθηκου οφειλέτη, ανάλογα με την περίπτωση. Είναι συνεπώς φανερό ότι η επιβάρυνση που επέρχεται δια της εγγραφής της απόφασης και η συναφής απαγόρευση μεταβίβασης μέχρι την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους, δεν συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος διάθεσης και εκμετάλλευσης της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά τρόπο που να απολήγει σε ουσιαστική αφαίρεση της και να την καθιστά αδρανή και αχρησιμοποίητη αναλόγως του προορισμού της, ως η εισήγηση εκ μέρους της εφεσείουσας. Περαιτέρω, χωρίς να διαγράφουμε την ανάγκη να εξετάζεται, όπου χρειάζεται, ζήτημα καταχρηστικής και/ή καταπιεστικής συμπεριφοράς ενός εξ αποφάσεως πιστωτή σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μας βρίσκει σύμφωνους ως γενική αρχή η αντίληψη ότι το ζήτημα άπτεται της εξισορρόπησης των αντιστοίχων δικαιωμάτων των διαδίκων, όπως ήταν η εισήγηση εκ μέρους της εφεσείουσας. Τέτοια εισήγηση παραβλέπει τη δεδομένη υποχρέωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος, υποχρέωση που υφίσταται όχι μόνο έναντι του εξ αποφάσεως πιστωτή, αλλά και έναντι της έννομης τάξης, βεβαιωμένη με δικαστική απόφαση η οποία, κατά το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι δεσμευτική για όλους τους διαδίκους ευθύς ως εκδοθεί. Είναι λόγω της μη συμμόρφωσης του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εν προκειμένω της εφεσείουσας, στη δικαστική απόφαση που δημιουργείται το όλο πρόβλημα και καθίσταται αναγκαία η εγγραφή της απόφασης και η δέσμευση της περιουσίας ως μέτρο εκτέλεσης (Afroditi N. Vasiliadou v. Charilaos Eracli Harikli
(1964)CLR 274). Η εκτέλεση δε των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι ζήτημα που εμπίπτει στην ιδιωτική σφαίρα των σχέσεων μεταξύ δύο διαδίκων, αλλά εγείρει ύψιστο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης εφόσον άπτεται του κύρους και της αποτελεσματικότητας των δικαστικών διαδικασιών (Χριστόφορος Χριστοφόρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1 ΑΑΔ 708, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034). Συνεπώς, λανθασμένη είναι η αντίληψη περί εξισορρόπησης αντιστοίχων δικαιωμάτων μεταξύ δύο διαδίκων. Φορέας δικαιώματος, εν προκειμένω, ιδιωτικού μεν συμφέροντος αλλά δημοσίου ενδιαφέροντος, είναι ο εξ αποφάσεως πιστωτής. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν βρίσκεται σε αντίστοιχη θέση ως φορέας δικαιώματος, αλλά έχει πρωταρχικώς την υποχρέωση έναντι του αντιδίκου του αλλά και έναντι του νόμου να εξοφλήσει την απόφαση. Το ερώτημα άλλωστε που η ίδια η εφεσείουσα έθεσε, δεν αφορά την εξισορρόπηση εκατέρωθεν δικαιωμάτων, αλλά εγείρει ζήτημα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εξ αποφάσεως πιστωτή. H νομολογία έχει αναγνωρίσει τον κίνδυνο, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, η εκτέλεση απόφασης να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αδικαιολόγητης καταπίεσης ή οποιοδήποτε άλλο σκοπό αλλότριο προς τη δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης (Kleopas Panaou v. Chrysanthos Hadjichristofi
(1963)2 CLR 19). Εν προκειμένω όμως, η δέσμευση της περιουσίας της εφεσείουσας χωρίς συσχετισμό με το ποσό της δικαστικής απόφασης, δεν απολήγει σε κατάχρηση, εφόσον, εξ αυτής και μόνο, δεν στοιχειοθετείται καταπίεση ή αλλότριος σκοπός. Θα μπορούσε ακόμα να ληφθεί υπόψη ότι το όλο πλαίσιο που δημιουργείται από τα άρθρα 53 έως 62 του Νόμου με τίτλο Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης, θέτει εύλογους περιορισμούς για το ενδεχόμενο καταχρήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 55 του Νόμου: «η εγγραφή δικαστικής απόφασης παραμένει σε ισχύ συνήθως για δέκα μόνο χρόνια από την ημερομηνία που γράφτηκε για πρώτη φορά». Σύμφωνα δε με το άρθρο 56 του Νόμου, η εγγραφή δύναται να παρατείνεται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει κάθε φορά τα δέκα χρόνια και διάταγμα παράτασης δεν εκδίδεται, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η παράταση της χρονικής περιόδου της εγγραφής δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη. Τούτο πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με την Δ.40, κ.8, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση απαιτείται άδεια για εκτέλεσή της, κατά τη χορήγηση της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως.» Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, και λαμβανομένου υπόψη ότι πουθενά στην ένσταση της εναγομένης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους ή έστω περί διενέργειας οποιασδήποτε πληρωμής έναντι ώστε να μπορεί να αποκτήσει κάποιο νόημα η θέση της τελευταίας ότι δεν προκύπτει από την αίτηση το συγκεκριμένο ποσό που παραμένει να οφείλεται σήμερα, εξάγεται το συμπέρασμα ότι τίποτα από τα όσα προβάλλει η εναγόμενη ως λόγους ένστασης δεν δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο αρνηθεί να εγκρίνει οποιαδήποτε πτυχή της παρούσας αίτηση. Αντιθέτως, και αυτό απαντά και στους ισχυρισμούς της εναγόμενης περί κατάχρησης της διαδικασίας, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου φαίνεται ότι εξακολουθεί ακόμη να οφείλεται το εξ αποφάσεως χρέος παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλαν μέχρι σήμερα οι ενάγοντες για να ικανοποιηθούν, και στις οποίες προσπάθειες περιλαμβάνονταν και η έκδοση εντάλματος κινητών αλλά και η κατάθεση των τριών ΜΕΜΟ, ενώ την ίδια στιγμή, πέραν από αυτή καθ' αυτή τη συνέχιση της δέσμευσης της περιουσίας της για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, κανένα ουσιαστικά ισχυρισμό δεν προβάλλει η εναγόμενη ως προς το γιατί αυτή θα επηρεαστεί κατά δυσανάλογα δυσμενή τρόπο αν δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης και ανανεωθεί η ισχύς ενός μέτρου εκτέλεσης που λήφθηκε αποκλειστικά λόγω του ότι αυτή δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της έναντι του αντιδίκου της αλλά και έναντι του νόμου να εξοφλήσει την εναντίον της απόφαση. Υπενθυμίζω ότι δυσμενής επηρεασμός θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση (βλ. Ορφανίδη ανωτέρω), κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ενώ σύμφωνα με την απόφαση Γεωργιάδου ανωτέρω, «.η επιβάρυνση που επέρχεται δια της εγγραφής της απόφασης και η συναφής απαγόρευση μεταβίβασης μέχρι την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους, δεν συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος διάθεσης και εκμετάλλευσης της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά τρόπο που να απολήγει σε ουσιαστική αφαίρεση της και να την καθιστά αδρανή και αχρησιμοποίητη αναλόγως του προορισμού της..(καθώς και ότι). η δέσμευση της περιουσίας.χωρίς συσχετισμό με το ποσό της δικαστικής απόφασης, δεν απολήγει σε κατάχρηση, εφόσον, εξ αυτής και μόνο, δεν στοιχειοθετείται καταπίεση ή αλλότριος σκοπός.» Όσον αφορά τώρα τη θέση της εναγόμενης ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν φαίνεται από τον τίτλο της να στρέφεται εναντίον της ιδίας, σημειώνω ότι η μόνη διαφορά που διαπιστώνεται να υπάρχει μεταξύ του τίτλου της αίτησης και του τίτλου της αγωγής είναι ότι το όνομα της εναγόμενής στον τίτλο της υπόθεσης είναι γραμμένο ως «XXXXX» ενώ στον τίτλο της αίτησης γράφτηκε ως «XXXXX». Πέραν τούτου, διαπιστώνεται επίσης ότι στην Ε/Δ της η εναγόμενη αναγράφει το επίθετο της ως «Scoatarin» ενώ στην τίτλο της αγωγής αυτό καταγράφηκε ως «Scatarin». Επί αυτών των θεμάτων περιορίζομαι να αναφέρω τα εξής. Κατά πρώτο, κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται από πλευράς εναγόμενης ότι οι δικηγόροι της είχαν ενεργήσει αυθαίρετα ή εσφαλμένα όταν στις 29/10/10 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή εκ μέρους της χρησιμοποιώντας το όνομα XXXXX Scatarin που αναφέρετο στο κλητήριο ένταλμα ή όταν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο υπό τις ίδιες συνθήκες στις 15/12/10 για να δεχθούν εκ μέρους της την έκδοση απόφασης εναντίον της και υπέρ της ενάγουσας. Κατά δεύτερο, σε καμία περίπτωση η καταγραφή στο τίτλο της αίτησης του ονόματος XXXXX Scatarin δεν προκάλεσε οποιαδήποτε σύγχυση ή παραπλάνηση στους διαδίκους ή στο Δικαστήριο ως προς το ότι η παρούσα αίτηση αφορά στην εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 15/12/10 εναντίον της συγκεκριμένης εναγόμενης που κατονομάζετο στο κλητήριο ένταλμα, στο σημείωμα εμφάνισης της 29/10/10 αλλά και στην ίδια την εκ συμφώνου απόφαση της 15/12/10, ως XXXXX Scatarin. Με άλλα λόγια, έστω και αν διαπιστώνεται να υπάρχει ένα απλό τυπογραφικό λάθος στον τίτλο της αίτησης σε σχέση με το όνομα της εναγόμενης, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης το λάθος αυτό δεν μπορεί καθόλου να αναχθεί σε λόγο για να μην εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει σε σχέση με όλα τα αιτητικά της και συνεπώς εκδίδεται απόφαση ως οι παρ. Α, Β, Γ και Δ της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 55. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης παραμένει σε ισχύ συνήθως για δέκα μόνο χρόνια από την ημερομηνία που γράφτηκε για πρώτη φορά 56.-
(1)Η εγγραφή δύναται, από καιρό σε καιρό, να παρατείνεται με διάταγμα του Δικαστηρίου για χρονικό διάστημα ή διαστήματα που δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τα δέκα χρόνια.
(2)Δεν εκδίδεται διάταγμα παράτασης της εγγραφής, εκτός αν:- (α) η αίτηση γι αυτό υποβληθεί έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου, για την οποία είναι εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση και (β) το Δικαστήριο είναι σε θέση, αφού ακούσει και εξετάσει την αίτηση και όλη τη μαρτυρία που προσάχθηκε προς υποστήριξη της, να εκδώσει το διάταγμα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου και (γ) έχει δοθεί στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό της Επαρχίας όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία ειδοποίηση για την αίτηση και το χρόνο που ορίστηκε για ακρόαση της και (δ) το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δικαστική απόφαση δεν προήλθε από συμπαιγνία ή εξασφαλίστηκε με σκοπό να παραγκωνίσει άλλους πιστωτές και επίσης ότι η παράταση της χρονικής περιόδου της εγγραφής δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους ή οποιοδήποτε άλλον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή πιστωτές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο