Globe Assets Inc ν. Ντουλγκαρίδου κ.α., Αρ. Αγωγής:3453/19, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A191 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3453/19 Μεταξύ: Globe Assets Inc, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Εναγόντων/Αιτητών Και
- XXXXX Ντουλγκαρίδου, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Παναγιώτου, από Λεμεσό Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 11.12.19 προς έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ. Νεοφύτου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση : κ. Χ' Πίττα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες την 31.10.19 καταχώρισαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των εναγομένων. Αυθημερόν καταχώρισαν μονομερή αίτηση αιτούμενοι διάφορα διατάγματα, και την 4.11.19 πέτυχαν την έκδοση διατάγματος φίμωσης. Ορίστηκε τόσο το εκδοθέν διάταγμα, όσο και τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα για επίδοση. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση, με συνημμένα σε αυτή διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Μετά την επίδοση του διατάγματος και της επίδικης αίτησης, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.48, τα άρθρα 29, 32, 42 και 44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και τα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένου από την αιτήτρια να προβεί σε αυτήν, και απέκτησε προσωπική γνώση από πληροφορίες και έγγραφα που του απέστειλαν οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρειών που κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών της αιτήτριας, καθώς και από ρώσο δικηγόρο της αιτήτριας. Συνοδεύεται με σειρά συνημμένων εγγράφων ως τεκμηρίων. Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ορκίζεται ο καθ' ου η αίτηση 2, δεόντως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση 1 να ορκιστεί προς υποστήριξη της ένστασης. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Πριν γίνει αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν το παρόν αίτημα, μια σύντομη επισκόπηση της νομολογίας ως προς την φύση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται σκόπιμη, ώστε να είναι ευχερής η παρακολούθηση των γεγονότων, όπως αυτά αναδύονται από την μακροσκελή, πολυσέλιδη και εκτεταμένη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Αναφορικά με τη φύση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal, πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης με σκοπό την έγερση μεταγενέστερης αγωγής. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου & Αρτέμη σελ.258 και 260, έχουν την προέλευση τους από το Αγγλικό δίκαιο και είναι επιτρεπτή η έκδοση τους ακόμα και πριν την καταχώριση της αγωγής. Τα διατάγματα αποκάλυψης, στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών ή και μαρτυρίας προς έγερση αγωγής εκ μέρους προτιθέμενου ενάγοντα, εναντίον προτιθέμενου εναγόμενου. Ως επεξηγείται, πολύ συνοπτικά, ο προτιθέμενος ενάγων έχει τη δυνατότητα να κινηθεί πρώτα με αγωγή εναντίον εμπλεκόμενων προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες ή έγγραφα, που θα τον βοηθήσουν να εξακριβώσει την ταυτότητα του κύριου αίτιου που διέπραξε την αδικοπραγία σε βάρος του. Στην Κύπρο, με την έγερση αγωγής εναντίον των εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων, μπορεί να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα, δυνάμει των προνοιών του Αρ.32 του Νόμου 14/60, για αποκάλυψη πληροφοριών, στην βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του πραγματικού αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Avila Management Ltd κ.ά ν. Frantisek Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1403, γίνεται εκτεταμένη ανάλυση και επεξήγηση τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Ομοίως χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Κλουκίνα
(2014)1 Α.Α.Δ 119, καθώς και στις εκεί αποφάσεις που παραπέμπουν οι πιο πάνω υποθέσεις. Ακόμα ένα σημείο θα πρέπει να τονιστεί, ώστε να υπάρχει πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το ζητούμενο επί τέτοιων διαταγμάτων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων διέρχεται δια του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, και του νομικού πλαισίου και των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών που περιβάλλουν την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων, δυνάμει του Αρ.32. Στην υπόθεση Penderhill, ανωτέρω, υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση εμπλέκονται σ΄ αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Όπως παρατηρήθηκε στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,
(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ΑBP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ακολουθώντας την πορεία των Αγγλικών Δικαστηρίων, έκριναν ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουν τη γραμμή των αποφάσεων ώστε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και στον τομέα της επικοινωνίας καθώς, όπως παρατηρείται στην Lasala, και της σύγχρονης μεταβολής στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Οι δοσοληψίες που γίνονται σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε χρόνο ελάχιστο μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και η μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο, από τη μια χώρα στην άλλη, σε μηδενικό σχεδόν χρόνο απαιτούν νέους χειρισμούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ώστε αυτά να παρέχουν αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των διαδίκων μέχρι το πέρας της διαφοράς. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται». Στην Avila ανωτέρω, επί τέτοιων διαταγμάτων, διευκρινίζεται ότι: «Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Επανερχόμενο το δικαστήριο στις αρχές έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το έργο του περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δες μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν είναι: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, (γ) ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κρίνεται μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου των δικαιωμάτων και της διάπραξης μια αδικοπραξίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Και βεβαίως, για ότι αφορά εδώ, θα πρέπει να καταδειχθεί σοβαρή ένδειξη δικαιώματος και η διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος του αιτητή, με την εμπλοκή του εναγόμενου, ανεξαρτήτως του βαθμού της υπαιτιότητας του στην αδικοπραξία. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα στοιχεία αυτά, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Στην υπόθεση HAZLEWOOD INVESTMENT & FINANCE LTD v. Manuel κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.Ε14/2017, ημερ.16.7.19, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η β' προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β' προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. » Το τρίτο κριτήριο, ικανοποιείται εφ' όσο καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη προϋπόθεση, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα, αφού αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια της υλικής αποτίμησης, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κυρίσαββα και άλλος ν. Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το δικαστήριο θα προχωρήσει να παραθέσει σύνοψη των γεγονότων, όπως αυτά αναδύονται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα. ΔΙΑΔΙΚΟΙ Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Μέτοχοι της είναι οι ακόλουθες εταιρείες. α. Η EVERGO ENTERPRISES LTD εκ BVI, με 3400 συνήθεις μετοχές και τελικό δικαιούχο τον κ. Mityashin β. Η OCEANA GOLD LIMITED εκ BVI, με 3300 συνήθεις μετοχές και τελικό δικαιούχο τον κ. Pedorin γ. Η WOOLY ENTERPRISES LTD εκ BVI, με 3300 συνήθεις μετοχές και τελικό δικαιούχο τον κ. Karklin. Η EVERGO και OCEANA κατείχαν μαζί, συνολικά το 67% του εκδομένου κεφαλαίου της αιτήτριας. Η LIMONDLAKE είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συσταθείσα στην Κύπρο. Η εναγόμενη 1 είναι η γραμματέας της από την 2.9.19 και ο εναγόμενος 2 ήταν ο γραμματέας από την 31.10.18 μέχρι την 2.9.19 ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Τα γεγονότα που περιβάλλουν το παρόν αίτημα καταγράφονται διεξοδικά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση, ουσιαστικά δεν αμφισβητούν τα γεγονότα, ούτε και υπήρξε αντίλογος εκ μέρους τους επ' αυτών και συνεπώς εκλαμβάνονται ως δεδομένα. Σύμφωνα με τη νομολογία, αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις, ή με οποιονδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Σχετική ομοίως είναι και υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476, όπως και χρήσιμη επί του συζητούμενου, είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V. v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ
- Κατά συνέπεια, εκ των γεγονότων που παραθέτουν οι αιτητές θα εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα σε σχέσει με τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, ως έχουν ήδη εκτεθεί και αναλυθεί. Θα γίνει μια όσο το δυνατόν σύντομη περιγραφή και αναφορά στα γεγονότα, ώστε να σκιαγραφηθεί το πλαίσιο το οποίο περιβάλλει το αίτημα. Οι αιτητές, μέχρι την 13.2.18 κατείχαν το 100% των μετοχών της LIMONDLAKE, ως απόλυτος δικαιούχος και νόμιμος ιδιοκτήτης της μέσω της εταιρείας παροχής υπηρεσιών, της C&P TRUSTEES LTD, εκ Λευκωσίας που ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος εκ μέρους των αιτητών. Στις 12.4.18 οι αιτητές έπαψαν να είναι μέτοχοι στην LIMONDLAKE. Οι μετοχές των αιτητών μεταβιβάστηκαν σε κάποια εταιρεία, την ORDERVILLE INVESTMENTS LTD, εκ BVI. Οι πιο πάνω κύριοι μέτοχοι των αιτητών, δεν γνωρίζουν την συγκεκριμένη εταιρεία, ούτε πως έγινε η μεταβίβαση των μετοχών, ούτε ποιος εξουσιοδότησε και έναντι ποίου αντιτίμου έγινε η ρηθείσα μεταβίβαση. Οι πιο πάνω δεν είχαν συγκατατεθεί, ούτε έδωσαν οδηγίες για να μεταβιβαστούν οι μετοχές που κατείχαν οι αιτητές από την LIMONDLAKE στην ORDERVILLE. Οι πιο πάνω μέτοχοι πλειοψηφίας δεν γνωρίζουν επίσης υπό ποίες περιστάσεις πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση, τη φύση και τους όρους αυτής, αλλά και τα άτομα που εξουσιοδότησαν και υποβοήθησαν την μεταβίβαση. Οι προηγούμενοι πάροχοι υπηρεσιών της αιτήτριας, παρόλο που έχουν παυθεί, αρνούνται να παράσχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ή έγγραφα στην αιτήτρια, σε σχέση με τα πιο πάνω. Η συμπεριφορά των προηγούμενων διευθυντών και παρόχων υπηρεσιών, και ή άγνοια των πιο πάνω προσώπων ως προς την μεταβίβαση, συνιστούν σαφείς ενδείξεις ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση είναι μέρος ενός δόλιου σχεδίου καταδολίευσης των μετόχων της πλειοψηφίας των αιτητών. Με την αγωγή, οι αιτητές επιδιώκουν να εντοπίσουν μέσα από έγγραφα και πληροφορίες που θα παράσχουν οι εναγόμενοι, τις αδικοπραξίες που έγιναν σε βάρος των πιο πάνω μετόχων, να ιχνηλατήσουν τα περιουσιακά στοιχεία που αποξενώθηκαν, και να αντιληφθούν το σχέδιο συνομωσίας που έγινε εναντίον τους. Οι πιο πάνω Mityashin, Pedorin και Karklin, μέσω ενός ομίλου εταιρειών, που περιγράφονται διεξοδικά στην ένορκη δήλωση, έλεγχαν την εταιρεία JSC VBI, από τη Ρωσία, η οποία αποτελεί μέρος μιας ιθύνουσας εταιρείας, η οποία παράγει μεταλλικό νερό. Προς τον σκοπό αυτό συστάθηκε, μεταξύ άλλων εταιρειών και η ενάγουσα εταιρεία, και στη συνέχεια η LIMONDLAKE, της οποίας το 100% των μετοχών της ανήκε στους αιτητές, μέσω της C&P TRUSTEES, η οποία κατέχει τις μετοχές ως επίτροπος των αιτητών. Η LIMONDLAKE κατείχε το 99.4% της VBI. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι μέτοχοι πλειοψηφίας των αιτητών, έλεγχαν, μέσω της C&P TRUSTEES, την LIMONDLAKE και μέσω αυτής την VBI, καθώς και τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία είναι σημαντικά. Στις 12.4.18 οι αιτητές έπαυσαν να είναι μέτοχοι στην LIMONDLAKE και έτσι έχασαν τον έλεγχο, τη συμμετοχή και ιδιοκτησία και συνακόλουθα, έχασαν την έμμεση κυριότητα και έλεγχο της VΒI και των περιουσιακών της στοιχείων. Οι πιο πάνω μέτοχοι πλειοψηφίας, ως λέχθηκε, δεν γνώριζαν, ούτε και υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο, ή έδωσαν οδηγίες αναφορικά με την πιο πάνω μεταβίβαση των μετοχών. Η C&P TRUSTEES, παρά την υποχρέωση της, δεν έχει παραδώσει οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα για τις πιο πάνω ενέργειες στους τελικούς δικαιούχους της αιτήτριας. Ο Mityashin απομακρύνθηκε από διευθυντής της VBI και στη θέση του διορίστηκε ο Karklin. Η LIMONDLAKE, και πριν ακόμα οι πιο πάνω πληροφορηθούν για την ρηθείσα μεταβίβαση, προέβη σε περαιτέρω αποξένωση των μετοχών που κατείχε στην VBI, με την πώληση του 99.4% των μετοχών που κατείχε στην VBI σε τρίτη εταιρεία, απομακρύνοντας ακόμα περισσότερο τους μετόχους πλειοψηφίας από την κυριότητα και τον έλεγχο της VBI. Ούτε και για την μεταβίβαση αυτή, οι Pedorin και Mityashin έδωσαν συγκατάθεση, ή έτυχαν ενημέρωσης για την πιο πάνω δόλια μεταβίβαση των μετοχών. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η C&P TRUSTEES, άθελα ή ηθελημένα συμμετείχε ή παρείχε βοήθεια και στήριξη στις πιο πάνω δόλιες ενέργειες σε βάρος των αιτητών, με στόχο την απομάκρυνση τους από τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονταν από αυτούς, μέσω της LIMONDLAKE. Έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι το βασικό πρόσωπο πίσω από τις πιο πάνω αδικοπραξίες είναι ο Karklin, με την βοήθεια της οικογενειακής οικονομολόγου κ. Pleshkova, η οποία μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 ήταν διευθύντρια στην LIMONDLAKE. Γίνεται στη συνέχεια εκτεταμένη αναφορά σε διάφορες ενέργειες που έλαβαν προς αυτή την κατεύθυνση, ήτοι, για την αναζήτηση εγγράφων αναφορικά με τις πιο πάνω μεταβιβάσεις και πωλήσεις μετοχών, και ότι η C&P δεν παρέδωσε τα μητρώα και άλλα έγγραφα των εταιρειών στους αιτητές. Ζήτησαν επίσης, μέσω του δικηγόρου τους, από την C&P τα λογιστικά βιβλία, αρχεία εγγράφων και μητρώων των αιτητών, η οποία αρνείται να παράσχει οποιεσδήποτε πληροφορίες. Κάποια έγγραφα που έδωσε αναφορικά με άλλες εταιρείες του ομίλου, είναι άσχετα με τις πιο πάνω δόλιες πράξεις πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών. Έγιναν επίσης ενέργειες και λήφθηκαν διάφορα μέτρα εκ μέρους των πιο πάνω, αλλά και διαβήματα, ώστε να πάρουν τον έλεγχο της διοίκησης των εταιρειών τους οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της C&P, η οποία δεν ήταν συνεργάσιμη. Ακόμα και μετά από την ανάληψη του ελέγχου των αιτητών, η C&P έλαβε σκοπίμως διάφορα μέτρα ώστε να αποκλείσουν, καθυστερήσουν και να περιπλέξουν την ολοκλήρωση της αλλαγής των εγγεγραμμένων αντιπροσώπων στο BVI. Αρνείται δε να παραδώσει τα πρωτότυπα βιβλία και αρχεία των αιτητών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών και εγγράφων αναφορικά με την μεταβίβαση των μετοχών. Δεδομένου ότι η C&P αρνείται να παραδώσει έγγραφα και πληροφορίες, η μοναδική πηγή για αποκάλυψη των ζωτικών αυτών πληροφοριών και εγγράφων είναι οι εναγόμενοι, υπό την ιδιότητα των γραμματέων της LIMONDLAKE. Οι αιτητές δεν έχουν στην κατοχή τους ικανοποιητική και αποδεκτή μαρτυρία που μπορεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, ούτε και γνωρίζουν ποιοι είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες, ως και ποιοι άλλοι εμπλέκονται στην αδικοπραξία. Οι εναγόμενοι, ως εκ της θέσεως τους, κατέχουν όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία οι αιτητές χρειάζονται για να αντιληφθούν την ακριβή φύση των αδικοπραξιών που έγιναν εναντίον τους, και να μπορέσουν να δικογραφήσουν την υπόθεση εναντίον των αδικοπραγήσαντων που αναμείχθηκαν στη συνομωσία καταδολίευσης. Οι εναγόμενοι, αθώα ή όχι, έχουν εμπλακεί στην αδικοπραξία δια της παροχής διοικητικών υπηρεσιών σε εταιρείες και άτομα που εμπλέκονται. ΕΝΣΤΑΣΗ Ως έχει ήδη αναφερθεί, τα γεγονότα όπως προβάλλονται από την πλευρά των αιτητών, ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται από τους καθ' ων η αίτηση, αφού ως αναφέρεται από τον ομνύοντα, απαντά σε ισχυρισμούς που τους αφορούν, και στον βαθμό που δεν ασχολείται με κάποιο ισχυρισμό, δεν σημαίνει ότι τον παραδέχεται και απορρίπτει όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς των αιτητών, εκτός εκεί που ρητά τους παραδέχεται. Στη συνέχεια αναφέρει ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία δεν μπορούν να προβάλουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, καθότι δεν τους αφορούν, και δεν έχουν γνώση ή ενημέρωση επί των γεγονότων αυτών. Αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές, δεν εξηγεί γιατί ορκίζεται ο ίδιος, γεγονός που καθιστά την αίτηση αντικανονική και ανυπόστατη. Προβάλλει ακόμα ότι ολόκληρη η διαδικασία θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν έγινε νομότυπη επίδοση των εγγράφων της υπόθεσης. Είναι η θέση του ότι ήταν γραμματέας από την 31.10.18 μέχρι και την 2.9.19, και αντικαταστάθηκε από την εναγόμενη
- Από την ημερομηνία του διορισμού του, μέχρι και την ημερομηνία παραίτησης του, αιτήθηκε επανειλημμένα από τον προηγούμενο γραμματέα την αποστολή όλων των απαραίτητων εταιρικών εγγράφων και ουδέποτε του αποστάληκαν, εξ ου και παραιτήθηκε. Επιβεβαίωση της θέσης του αποτελούν παράγραφοι της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας, ότι ο προηγούμενος γραμματέας αρνείται να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τα εταιρικά έγγραφα. Τα ίδια ισχύουν και για την καθ' ης η αίτηση
- Δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί η παρούσα διαδικασία στρέφεται εναντίον τους και όχι εναντίον των προσώπων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών, ως οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγήσαντες. Τα αιτούμενα διατάγματα θα έπρεπε να στρέφονται εναντίον των κατ' ισχυρισμό εμπλεκομένων, και οι ίδιοι δεν γνωρίζουν τα γεγονότα που αναφέρει η πλευρά των αιτητών. Η ισχυριζόμενη αδικοπραξία έλαβε χώρα πριν τον διορισμό του ως γραμματέα, και του προκαλεί εντύπωση που οι αιτητές προωθούν εναντίον τους αγωγή και διατάγματα αποκάλυψης, αφού δεν είχαν ανάμειξη, ούτε διευκόλυναν την αδικοπραξία. Ως εκ τούτου η όλη προσπάθεια συνιστά αλίευση μαρτυρίας. Προστίθεται εδώ, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη δια των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων. Γίνεται σε αυτές εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα και στις αρχές που διέπουν το επίδικο θέμα, με αναφορά και παραπομπή σε σχετική επί τούτου νομολογία. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Έχει επίσης πλήρως υπόψη του όσα αναλυτικά εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, καθώς και όσα επισυνάπτονται ως τεκμήρια προς υποστήριξη των αντιστοίχων θέσεων. Απαντήσεις θα δοθούν δια του σκεπτικού της παρούσας απόφασης (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Εγείρονται ορισμένα θέματα δια της ενστάσεως των καθ' ων η αίτηση, τα οποία κρίνεται ότι θα πρέπει να εξεταστούν πρώτα. Εγείρεται θέμα νομιμοποίησης του ομνύοντος εκ μέρους των αιτητών. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Κλουκίνα
(2014)1 Α.Α.Δ. 118, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η νομολογιακή προσέγγιση του θέματος είναι σαφής. Δεν υπάρχει a priori αποκλεισμός κάτι τέτοιου παρά το ότι τονίζεται το κατ΄ αρχήν ανεπιθύμητο (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολ. Έφεση 130/2009, ημερ. 29.1.2010). Εν τελευταία αναλύσει είναι θέμα που άπτεται της επάρκειας ή μη της Ένορκης Δήλωσης ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Αυτό θα κριθεί κυρίως κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και των αρχών σε αιτήσεις τέτοιου τύπου.» Στην Rybolovlev, επί παρόμοιου θέματος, υπεδείχθη ότι: «Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί». Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση, και απέκτησε προσωπική γνώση από πληροφορίες και έγγραφα που του απέστειλαν οι τελικοί δικαιούχοι των εταιρειών που κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών των αιτητών, καθώς και από ρώσο δικηγόρο των αιτητών. Σημειώνεται επίσης ότι ο ενόρκως δηλών είναι μεν δικηγόρος, πλην όμως δεν έλαβε καθόλου μέρος στην παρούσα διαδικασία. Η εισήγηση συνεπώς περί απόρριψης της αίτησης για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εγείρεται επίσης θέμα περί μη επίδοσης των τεκμηρίων της ένορκης δήλωσης, γεγονός που αποτελεί μοιραίο, ως μη συμμόρφωση με τους θεσμούς, ώστε, το γεγονός αυτό, δικαιολογεί τον πλήρη παραμερισμό της διαδικασίας. Για το θέμα όμως αυτό, η πλευρά των καθ' ων η αίτηση υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και της μονομερούς αίτησης, η οποία κατόπιν εκδίκασης, δι' ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου ημερ.27.10.20, για τους λόγους που εκεί αναφέρονται, απερρίφθη. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει περαιτέρω έδαφος, ούτε και περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη εξέταση του εγερθέντος θέματος. Προβάλλεται επίσης αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Εκ των γεγονότων που αναφέρει ο ομνύον, οι αιτητές έλαβαν για πρώτη φορά γνώση του δόλου που διαπράχθηκε εναντίον τους τον Ιούλιο του 2018. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, περιληπτικά, οι πλειοψηφούντες μέτοχοι ξεκίνησαν διάφορα διαβήματα για να ανακτήσουν τον έλεγχο των εταιρειών τους EVERGO και OCEANA, οι οποίες βρίσκονται υπό την διοίκηση της C&P, η οποία δεν ήταν συνεργάσιμη προς αυτή την κατεύθυνση, προκαλώντας καθυστερήσεις για την παράδοση του ελέγχου των εταιρειών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Στη συνέχεια, οι μέτοχοι, έλαβαν μέτρα προς έλεγχο των εναγόντων, μέσω των πιο πάνω εταιρειών, προβάλλοντας η C&P, καθώς και άλλες συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες και πάροχοι υπηρεσιών των αιτητών, διάφορα προσκόμματα και καθυστερήσεις. Μετά την λήψη του ελέγχου των εναγόντων, εξόφλησαν όλα τα εκκρεμούντα τιμολόγια της C&P, η οποία τελικά, την 23.9.19 απάντησε ότι δεν είχε τα πρωτότυπα έγγραφα και θα παρέδιδε κάποια αντίγραφα εταιρικών εγγράφων. Στα πιο πάνω πλαίσια, και ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών τους, διόρισαν δικηγόρους στην Κύπρο, και την 31.10.19 καταχωρήθηκε η εν τίτλω αγωγή και η υπό κρίση αίτηση. Στην βάση συνεπώς των πιο πάνω αναντίλεκτων γεγονότων, όπως περιληπτικά έχουν περιγραφεί, δεν προκύπτει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων. Οι πλειοψηφούντες μέτοχοι έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και διαβήματα ώστε να δυνηθούν να αναλάβουν κατοχή και τον έλεγχο της ενάγουσας, ώστε να δυνηθούν να εγείρουν της παρούσα αγωγή. Κατά συνέπεια, η επί τούτου ένσταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. ΑΝΑΛΥΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ Καθώς έχει και πάλι διαχρονικά διασαφηνιστεί από την νομολογία, στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Και τούτο γιατί τελεσίδικα ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Ούτε, περαιτέρω, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ούτε και καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Οι πιο πάνω κρίσεις φέρνουν το προσκήνιο τις νομολογιακές αρχές σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ο λόγος για τον οποίο οι αιτητές εξαιτούνται τα διατάγματα, είναι, ως έχει αναντιλέκτως εκτεθεί, στη βάση συνομωσίας για καταδολίευση τους, αφού αποξενώθηκαν περιουσιακά στοιχεία, ήτοι μετοχές επί εταιρειών, και μέσω αυτών, απώλεσαν τον έλεγχο σημαντικών περιουσιακών στοιχείων. Κρινόμενα αντικειμενικά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση προς έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων, τα οποία κρίνεται ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθούν, διαπιστώνεται ότι παρέχουν επαρκές υπόβαθρο, ώστε να κριθούν ως καλή βάση προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Εκείνο που απαιτείται στο παρόν στάδιο, είναι αν εξ αντικειμένου και στη βάση των προβαλλόμενων γεγονότων, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη δικαιωμάτων εκ μέρους των αιτητών, με την έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης. Και είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι οι αιτητές έχουν στοιχειοθετήσει και ικανοποιήσει το κριτήριο αυτό. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, το δικαστήριο έχει εξετάσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι, ως λέχθηκε παρέμειναν αναντίλεκτοι, και τούτο σε σχέση με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, με την έννοια της διασύνδεσης των σοβαρών ενδείξεων των δικαιωμάτων των αιτητών, σε σχέση με το κατά πόσο έχει διαπραχθεί σε βάρος τους αδικοπραξία. Η επανάληψη όσων έχουν καταγραφεί είναι αχρείαστη. Προκύπτει αβίαστα, στη βάση των γεγονότων που έχουν καταγραφεί, ότι οι αιτητές ήταν θύματα σχεδίου συνομωσίας και καταδολίευσης υπό των αδικοπραγούντων, οι οποίοι φέρονται να έχουν προβεί σε μεταβιβάσεις μετοχών από εταιρείες που κατέχονταν ή ελέγχονταν από τους αιτητές και τους πλειοψηφούντες μετόχους τους, και με διάφορους τρόπους, τους αποξένωσαν από τον έλεγχο των μετοχών και των εταιρειών, όπως και από τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών που κατείχαν, ή έλεγχαν μέσω διαφόρων εταιρειών. Με βάση όσα έχουν παρατεθεί, παρουσιάζονται ως ορατές οι ενδείξεις της ανάμειξης του Karklin και της C&P, όπως και της πιο πάνω διευθύντριας της Limondlake, στο τρόπο δράσης και των συναφώς προς τούτο ενεργειών των πιο πάνω προσώπων, αλλά και εταιρειών που χρησιμοποίησαν προς τον σκοπό αυτό, για την αποξένωση και μεταβίβαση των μετοχών διαφόρων εταιρειών, ως έχει εκτεθεί, και μέσω αυτών, να αποξενωθούν και να απολέσουν οι αιτητές και οι πιο πάνω μέτοχοι πλειοψηφίας, τον έλεγχο σημαντικών περιουσιακών στοιχείων. Εκ πρώτης όψεως, και χωρίς ίχνος αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, αναδεικνύονται σοβαρές ενδείξεις των δικαιωμάτων των αιτητών, αλλά και της διάπραξης αδικοπραξίας, ή αδικοπραξιών, ήτοι συνομωσίας, δόλου και απάτης σε βάρος τους, με τελικό αποτέλεσμα την απόσπαση των μετοχών, ως έχει εκτεθεί. Ως προκύπτει, μέσα από ποικίλες και πολύπλοκες ενδεχομένως νομικές διαδικασίες αλλά και παραστάσεις που έλαβαν χώρα, και κυρίως μεταβιβάσεις μετοχών διαφόρων εταιρειών, δημιουργείται ένα σκηνικό τέτοιο που δύσκολα ανιχνεύεται, με τη σύμπραξη διαφόρων προσώπων, τόσο νομικών όσο και φυσικών, που δεν είναι βέβαια του παρόντος να γίνει περαιτέρω ανάλυση, αφού δεν είναι αυτό το ζητούμενο σε αυτό το στάδιο. Εκείνο που συνεξετάζεται εδώ, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και των δυο πρώτων προϋποθέσεων, είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, με την έννοια αν έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Οι αιτητές, ως έχει λεχθεί, θα πρέπει να καταδείξουν δια της προσφερόμενης μαρτυρίας, σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων και ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος τους μια αδικοπραξία στην οποία εμπλέκονται, αθώα η μη, οι εναγόμενοι. Οι οποίοι ήταν ή και εκτελούσαν καθήκοντα γραμματέα στην εταιρεία LIMONDLAKE, και με βάση όσα αναντιλέκτως αναφέρουν οι αιτητές, η εταιρεία αυτή είχε σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει, ή διαδραμάτισε ως βασικό όχημα, στο όλο πλέγμα της, ή των αδικοπραξιών. Όπως τέθηκε στην Hellenic Bank ανωτέρω, το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας και τίποτε περισσότερο. Όπως άλλωστε υποδεικνύει η νομολογία, το πραγματικό νόημα των αποφάσεων, είναι ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (T.A. Micrologic ανωτέρω) με την έννοια, καθ' όσον αφορά διατάγματα αποκάλυψης, τις σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων και της διαπράξεως αδικοπραξίας σε βάρος του αιτούντος, με την εμπλοκή του εναγομένου. Δεν είναι βεβαίως του παρόντος να εξεταστούν σε βάθος τα παραβιασθέντα δικαιώματα, ούτε και να δοθούν οριστικές απαντήσεις στα διάφορα εγειρόμενα θέματα, αναφορικά με τη διάπραξη των αδικοπραξιών εκ μέρους των αδικοπραγήσαντων. Εκείνο που είναι αρκετό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εκ των πιο πάνω γεγονότων, είναι ότι αναδεικνύεται ότι τα πιο πάνω κατονομαζόμενα πρόσωπα, ενδεχομένως και άλλα, άγνωστα στους αιτητές, δια των καταλογιζόμενων ενεργειών και διαφόρων πράξεων ή και ψευδών και αναληθών παραστάσεων και μεθοδεύσεων, ως έχει εκτεθεί, και μέσα από διάφορες νομικές διαδρομές και διαδικασίες, δια της χρήσης διαφόρων εταιρειών, και νομικών συμφωνιών, με την αθώα ή μη εμπλοκή και των εναγομένων υπό την ιδιότητα του γραμματέα του παρόχου των διοικητικών υπηρεσιών, φέρονται να μεθόδευσαν, αθώα ή μη, τη μεταβίβαση και απόσπαση των μετοχών διαφόρων εταιρειών, με αποτέλεσμα οι αιτητές και οι πλειοψηφούντες μέτοχοι να υποστούν ζημιά. Υποδεικνύεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι σοφό για τα δικαστήρια της Κύπρου να εμπλακούν στις διαφορές των διαδίκων ως να τις εκδίκαζαν εδώ, αφού άλλος είναι ο σκοπός και το αντικείμενο της διαδικασίας Norwich Pharmacal (Avilla ανωτέρω). Οι πιο πάνω κρίσεις επαναλαμβάνεται ότι αποτελούν μια γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των θέσεων όπως αυτές προβάλλονται από τους αιτητές, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος των αιτητών, με την έννοια που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, και όχι η απόδειξη του (Τ.Α. Micrologic, ανωτέρω). Περιττό δε να επαναληφθεί ότι δεν συνιστούν ευρήματα, αφού δεν είναι το στάδιο αυτό που η μαρτυρία θα αξιολογηθεί προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί, μια προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας, με την έννοια της αποτύπωσης των διαφόρων ισχυρισμών είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, εδώ των αιτητών, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης σε αυτό το στάδιο. Στην Avilla ανωτέρω, σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα και αναφορικά με τις προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «(i) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Το ζητούμενο, εφ' όσον καταδειχθεί η ύπαρξη αδικοπραξίας σε βάρος του αιτητή, καθώς και η άμεση συνάφεια μεταξύ των επιπτώσεων της αδικοπραξίας με τις αποδιδόμενες πράξεις, είναι το επιβαλλόμενο καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμειχθεί σε αδικοπραξία άλλων, ανεξάρτητα αν είναι αθώο, να διευκολύνει, με το να δώσει βοήθεια με την παροχή πληροφοριών και την αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Με αυτό τον τρόπο, προσφέρεται στον ενάγοντα η δυνατότητα χρησιμοποίησης όλων των αποκαλυφθέντων στοιχείων, ώστε να μπορέσει να εγείρει αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να διακριβωθεί, χωρίς τη λήψη των πληροφοριών αυτών, κατά πόσο ο τρίτος διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα (Penderhill και Avilla ανωτέρω). Όπως τέθηκε στην Avilla ανωτέρω, το ζητούμενο δεν είναι η λήψη στοιχείων από περιέργεια. Και στα γεγονότα της παρούσας διαδικασίας, όπως έχουν εκτεθεί, κάθε άλλο παρά από περιέργεια, ή έστω προς αλίευση μαρτυρίας είναι που επιζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα, ως η σχετική θέση των καθ' ων η αίτηση. Η αποκάλυψη πληροφοριών επιζητείται προς έγερση αγωγής, στην βάση συνομωσίας απάτης, δόλου και απόσπασης μετοχών από διάφορες εταιρείες, με ζημιογόνα αποτελέσματα στους αιτητές και στους πιο πάνω κατέχοντες την πλειοψηφία των μετοχών. Στην υπόθεση Abyzov, Πολ. Αίτηση 217/19, ημερ.20.1.20, αναφέρθησαν τα εξής διαφωτιστικά ως προς τα υπό κρίση διατάγματα. «Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι διαδικασίες τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι συνηθισμένη διαδικασία αντιπαλότητας αλλά διαδικασία που έχει ως σκοπό την αποκάλυψη σχετικών στοιχείων, με το ποιος θα εναχθεί, την αιτία αγωγής, την διαμόρφωση της τελικής θεραπείας εναντίον του αδικοπραγούντος, την τυχόν έκδοση προσωρινών θεραπειών (ενδιάμεσο διάταγμα) και ακόμη σε σχέση με την εφαρμογή/εκτέλεση τυχόν μελλοντικής απόφασης. Χωρίς αυτήν την αποκάλυψη δεν θα υπάρξει δίκη». Αυτή κρίνεται είναι ότι είναι η πεμπτουσία των διαταγμάτων αυτής της φύσης, εφόσον βεβαίως καταδειχθεί η ύπαρξη αδικοπραξίας και η άμεση συνάφεια μεταξύ αυτής με τις επιπτώσεις που επιφέρει στον ενάγοντα, με την αναγκαία εμπλοκή του εναγομένου. Προκύπτει συνεπώς, με βάση τα παρατεθέντα στοιχεία, υποστηριζόμενα από πληθώρα εγγράφων ως τεκμηρίων, ότι ικανοποιείται και η δεύτερη υπό της νομολογίας τασσόμενη προϋπόθεση. Αναφορικά με το τρίτο κριτήριο ή προϋπόθεση, ως ήδη αναφέρθηκε, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα και της υλικής ζημιάς, αλλά συναρτάται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην υπόθεση Κοζάκου ν. Νικολάου, Πολ. Έφεση Ε127/13, ημερ.13.6.19, για την υπό συζήτηση προϋπόθεση, αναφέρθησαν τα εξής: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου ότι η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τέτοια, δεν εγείρεται ζήτημα χρηματικής αποζημίωσης, αλλά τίθεται θέμα ευρύτερης προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών, ώστε να δυνηθούν να εξεύρουν όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, για να μπορέσουν να προστατεύσουν αλλά και να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους. Κρίνεται συνεπώς, ότι ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση. Εφ' όσο το δικαστήριο καταλήξει ότι συντρέχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει τελικά να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Στην Κοζάκου, ανωτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί ένα διάταγμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Με βάση τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, και στα πλαίσια του ισοζυγίου των αναγκών των διαδίκων, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στα ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί, η άρνηση παροχής της αιτούμενης θεραπείας, ουσιαστικά αποκλείει την αναζήτηση των απαιτούμενων στοιχείων υπό των αιτητών, και θέτει τέρμα σε κάθε προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Όπως τέθηκε και στην Avilla ανωτέρω, το περίπλοκο των συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο, με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, με όσα έχουν εκτεθεί, το δικαστήριο είναι της άποψης ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των αιτητών, αφού ως υπεδείχθη στις υποθέσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, και Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361), αυτό κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, και ως είναι διαμορφωμένα τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι πιο πάνω κρίσεις, φέρνουν στο προσκήνιο ακόμα ένα αλληλένδετο στοιχείο, αναγκαίο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Κατά πόσο οι αιτητές έχουν άλλη διαθέσιμη διέξοδο, ή και άλλους τρόπους ανεύρεσης των απαιτούμενων στοιχείων. Η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι πρόκειται για ψάρεμα μαρτυρίας εκ μέρους των αιτητών και ότι, οι αιτητές, δεν αναφέρουν ότι δεν υπήρχαν άλλοι εναλλακτικοί τρόποι αναζήτησης των επιζητούμενων πληροφοριών, ούτε και εξάντλησαν τις πιθανές πηγές πληροφόρησης. Από όσα έχουν παρατεθεί και όσα αναλυτικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, δεν προκύπτει, ούτε και υφίσταται τέτοιο θέμα. Αντίθετα, έγιναν εκ μέρους τους πληθώρα ενεργειών προς αυτή την κατεύθυνση, και με βάση όσα αναφέρει ο ομνύον, η C&P, όχι μόνο δεν έδωσε ή και αρνείτο να δώσει στοιχεία, αλλά με διάφορους τρόπους δημιουργούσε κωλύματα και προσκόμματα στην διεκπεραίωση όλων των αναγκαίων ενεργειών προς ανάκτηση, εκ μέρους των πλειοψηφούντων μετόχων, των μετοχών τους, αλλά και τη διοίκηση των επίδικων εταιρειών, καθιστώντας, με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον ομνύοντα, την C&P, ως φερόμενη στις αδικοπραξίες. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι αδικοπραγούντες προσπαθούν να αποκρύψουν στοιχεία για την αδικοπραξία, ή και ποιες άλλες αδικοπραξίες έχουν διαπραχθεί σε βάρος των αιτητών και των μετόχων της πλειοψηφίας, καθώς και των συνδεδεμένων ή θυγατρικών με τους αιτητές, εταιρειών. Είναι επίσης σαφές, από όσα έχουν παρατεθεί, ότι στην ουσία πρόκειται περί εγγράφων μεταβίβασης μετοχών και άλλων συναφών προς τούτου εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών, τα οποία καθηκόντως κατέχονται από τους ασκούντες την παροχή διοικητικών υπηρεσιών προς τις διάφορες εταιρείες. Και οι εναγόμενοι 1 και 2, υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους και ως εκ της θέσεως τους, έχουν στην κατοχή και τον έλεγχο τους τα πιο πάνω έγγραφα και όλες στις σχετικές πληροφορίες που επιζητούν οι αιτητές. Ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχουν τέτοια έγγραφα, και ότι ο καθ' ου η αίτηση 1, ζήτησε τα διάφορα έγγραφα από τον προηγούμενο γραμματέα, και δεν τα έλαβε, πέραν του ότι, ως αναφέρει και ο συνήγορος για τους αιτητές, δεν φαίνεται, ο ισχυρισμός αυτός, να υποστηρίζεται με κάποιο προς τούτο έγγραφο, δεν συνιστά απάντηση επί του ζητούμενου. Στην υπόθεση υπ. αριθμό 3087/19, Ε.Δ. Λευκωσίας, ORISOVICH κ.ά ν. ZEDANA SECRETARIAL LTD κ.ά, ημερ.9.3.20, υπό Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε, που παραπέμπει ο συνήγορος για τους αιτητές, αναφορικά με το ίδιο θέμα, και με αναφορά στο αρ.23 του Περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2012 (196(Ι)/2012), αναφέρθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία το δικαστήριο υιοθετεί και επαναλαμβάνει, ως μέρος του σκεπτικού της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. «Μη κατοχή εγγράφων από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση «Προβλήθηκε από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση ότι δεν έχουν στην κατοχή και/ή φύλαξη τους οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα στοιχεία λόγω καταστροφής του φακέλου μετά την παραίτηση της Καθ΄ης η Αίτηση αρ.2 από Διευθυντής της SKABALION το 2017 και συγκεκριμένα στις 6/6/17 πριν τη διαγραφή της από το Μητρώο το Εφόρου Εταιρειών την 6/12/17. Δεν είναι αντιληπτό πως ο παροχέας διοικητικών υπηρεσιών προς την SKABALION ο οποίος υποχρεούται να κατέχει και να διατηρεί τα εταιρικά της έγγραφα με βάση τη σχετική νομοθεσία δύναται να ισχυρίζεται τα πιο πάνω». Κρίνεται, ότι ο μόνος τρόπος για την ανεύρεση του τρόπου και των σχετικών εγγράφων με τον οποίο έγιναν οι διάφορες μεταβιβάσεις των μετοχών, μόνο δια της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων μπορεί να διαφανούν. Αναφορικά με την ταυτοσημία των αιτούμενων διαταγμάτων με εκείνα που επιζητούνται με την αγωγή, που προβάλλεται στην ένσταση, το πιο κάτω απόσπασμα από την Avilla δίνει την σχετική απάντηση. «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Προβάλλεται επίσης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ότι με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, υπάρχει νομικό προνόμιο εμπιστευτικότητας και συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, όπως και παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Στην Penderhill ανωτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της εμπιστευτικότητας, αναφέρθηκε το εξής: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Κρίνεται, ότι δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε άλλο, προκύπτει, ότι η επί του προκειμένου ένσταση δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού το δημόσιο συμφέρον, εκεί όπου σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών που σχετίζονται με δόλιες πράξεις και παρόμοιες συμπεριφορές, ως είναι εδώ οι αποδιδόμενοι στους αδικοπραγούντες ισχυρισμοί των αιτητών, υπερτερεί. Τέλος και αναφορικά με το διάταγμα φίμωσης, στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη ανωτέρω, σελ.265, αναφέρεται ότι αυτά συνήθως εκδίδονται ταυτόχρονα με τα διατάγματα αποκάλυψης και αποσκοπούν στο να δώσουν χρόνο στον ενάγοντα να εξετάσει τις πληροφορίες ή τα έγγραφα που θα του αποκαλυφθούν, πριν αυτός κινηθεί σε βάρος του αδικοπραγούντος. Στην Abyzov ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι το διάταγμα φίμωσης εμποδίζει τον αδικοπραγούντα από του να γνωρίζει τι συμβαίνει, ευρισκόμενος σε κατάσταση άγνοιας, ώστε να προφυλαχθούν και διατηρηθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, ή η περιουσία. Καταληκτικά, κρίνεται ότι έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία ως προς τις σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη δικαιώματος ή δικαιωμάτων εκ μέρους των αιτητών, και ότι, εκ πρώτης όψεως, έχει διαπραχθεί σε βάρος τους αδικοπραξία ή και αδικοπραξίες και/ή άλλες επιλήψιμες και παράνομες πράξεις, με την αθώα ή μη εμπλοκή των εναγομένων, που είχαν ως αποτέλεσμα, την απόσπαση ή και απώλεια μετοχών και περιουσιακών στοιχείων των αιτητών και των πλειοψηφούντων μετόχων τους. Προκύπτει επίσης, ότι χωρίς την παροχή και εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφοριών, οι αιτητές δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες που ενέχονται, και είναι αδύνατο να προσδιορίσουν πλήρως, την έκταση και τις συνέπειες των πιο πάνω πράξεων και συναφών καταδολιεύσεων, και στη συνέχεια να προωθήσουν δικαστικές διαδικασίες και μέτρα εναντίον όλων των τελικών αδικοπραγήσαντων. Χωρίς τη παροχή των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων, η σύνθεση του μωσαϊκού της αδικοπραξίας καθίσταται αδύνατη. Ομοίως, στην βάση των τεθέντων γεγονότων και άλλων στοιχείων, κρίνεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι καθ' ων η αίτηση, έστω και αθώα, αναμείχθηκαν, με την πιο πάνω ιδιότητα τους, στις αδικοπραξίες των εμπλεκομένων προσώπων, και έχουν καθήκον να υποβοηθήσουν με την παροχή των αιτούμενων πληροφοριών. Παρεμβάλλεται εδώ, ότι το δικαστήριο έχει μελετήσει και ενδιατρίψει πλήρως στα αιτούμενα διατάγματα, υπό το φως των γεγονότων όπως αυτά έχουν περιγραφεί, και έχει πλήρως υπόψη του το αιτητικό των αιτούμενων διαταγμάτων. Χάριν συντομίας θα πρέπει να αναφερθεί ότι επιζητούνται διάφορα διατάγματα αποκάλυψης σε σχέση με τα πρόσωπα που εμπλέκονται στις μεταβιβάσεις των μετοχών, καθώς και όλα τα σχετικά προς τούτο έγγραφα και πληροφορίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών και της Limondlake. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα ως το (Α) 1. i - iv, και 2, εξαιρουμένης της παροχής αντιγράφων των διαβατηρίων. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως το (Β) της αίτησης. Τα έγγραφα και οι πληροφορίες που θα παρασχεθούν, θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο προς έγερση αστικών διαδικασιών στην Κύπρο ή το εξωτερικό, εναντίον των τελικών αδικοπραγούντων. Το εκδοθέν διάταγμα φίμωσης υπό στοιχείο Γ, καθίσταται απόλυτο. Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εταιρειών για τις οποίες επιζητούνται τα διατάγματα αποκάλυψης, ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 21 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Η εγγύηση που δόθηκε αναφορικά με το αιτητικό Γ, θα παραμείνει σε ισχύ για όλα τα εκδοθέντα διατάγματα, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Αναφορικά με τα έξοδα που θα προκύψουν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση λόγω της συμμόρφωσης τους με τα διατάγματα, αυτά θα τα επωμιστούν οι αιτητές. Αν αυτά δεν συμφωνηθούν μεταξύ των μερών, θα υποβληθεί σχετικός κατάλογος από τους καθ' ων η αίτηση με όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία στον πρωτοκολλητή προς υπολογισμό, και θα τύχουν της έγκρισης του δικαστηρίου. Τέλος και σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας, οι συνήγοροι δεν αναφέρουν οτιδήποτε. Κρίνεται ότι αυτά θα πρέπει επιδικαστούν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση, ως τα αθώα μέρη των πιο πάνω αδικοπραξιών. Εκδίδεται συνεπώς ανάλογη διαταγή, όπως τα έξοδα της διαδικασίας επιδικαστούν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο