Public Joint-Stock Company National Bank "Trust" κ.α. ν. Centimila Services Ltd κ.α., Αρ. Αίτησης: 656/19, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 656/19 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Εταιρεία Centimila Services Ltd Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ:
- Public Joint-Stock Company National Bank "Trust"
- PJSC Bank Otkritie Financial Corporation Αιτητριών και
- Centimila Services Ltd
- . Νικολάου
- Corporate Recovery & Insolvency Group Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 9.9.20 από τον . Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της Ο1 Group Ltd (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών) για Παρέμβαση στη Διαδικασία Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Προτιθέμενο Διάδικο - Αιτητή: κ. Γ. Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τις Καθ΄ ων η Αίτηση - Αιτήτριες στην Εναρκτήρια Αίτηση: κ. Χ. Νεοφύτου για Σωτήρης Πίττας & ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής, XΙ υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της O1 Group Ltd (υπό εκούσια εκκαθάριση πιστωτών), ζητά διάταγμα με το οποίο να επιτραπεί η προσθήκη του στην Εναρκτήρια Αίτηση ως Καθ΄ ου η Αίτηση 4 με σκοπό να παρέμβει και να καταχωρίσει ένσταση τόσο στην κυρίως Αίτηση όσο και στη μονομερή αίτηση των Αιτητριών ημ. 13.8.
- Διαζευκτικά, ζητά διάταγμα με το οποίο να του επιτραπεί να ακουστεί στη διαδικασία ως φίλος του Δικαστηρίου και να ενημερώσει το Δικαστήριο, μέσω ένορκης δήλωσης, για την έναρξη της εκούσιας εκκαθάρισης της O1 Group Ltd και τη διαδικασία σε εκείνη και ή γενικότερα για τη βλάβη και ή τη ζημιά και ή τον επηρεασμό των δικαιωμάτων της Ο1 Group Ltd από την έγερση και ή προώθηση και ή τυχόν επιτυχία της κυρίως Αίτησης και ή της μονομερούς αίτησης ημ. 13.8.
- Σημειώνεται ότι με την κυρίως Αίτηση οι Αιτήτριες ζητούν βασικά τα ακόλουθα: (Α) Διάταγμα για τη συνέχιση της εκκαθάρισης της Καθ΄ ης 1 (εφεξής «η Centimila») υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα με το οποίο να διορίζεται ο κ. ΣΣ ως εκκαθαριστής ή ως επιπρόσθετος εκκαθαριστής της Centimila. (Γ) Διάταγμα με το οποίο να παύεται ο Καθ΄ ου 2 από εκκαθαριστής της Centimila ο οποίος εργοδοτείται από την Καθ΄ ης 3 και ή συνεργάζεται με την Καθ΄ ης
- (Δ) Δήλωση και ή Διάταγμα ότι οποιοδήποτε ψήφισμα και ή απόφαση στην έκτακτη γενική συνέλευση της Centimila ημ. 12.4.19 ακυρωθεί και ή παραμεριστεί ως παράτυπο και ή παράνομο και ή δόλιο και ή χωρίς νομική ισχύ. (Ε) Δήλωση και ή Διάταγμα ότι οποιαδήποτε απόφαση και ή πράξη και ή ενέργεια από τον Καθ΄ ου 2 και ή την Καθ΄ ης 3 σε σχέση με την Centimila από τις 12.4.19 ακυρωθεί και ή θεωρηθεί ότι δεν έχει νομική ισχύ. (ΣΤ) Δήλωση και ή Διάταγμα όπως κάθε συνέλευση πιστωτών και ή μελών μετά τη συνέλευση στις 12.4.19 σε σχέση με την Centimila είναι παράτυπη και ή άκυρη και ή θεωρηθεί ότι δεν έχει νομική ισχύ και όπως κάθε απόφαση η οποία λήφθηκε σε τέτοια συνέλευση ακυρωθεί και ή παραμεριστεί και ή θεωρηθεί ότι δεν έχει νομική ισχύ. (Ζ) Διαζευκτικά των Διαταγμάτων υπό τις παρ. (Α)-(Γ), Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή αναστέλλεται η διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της Centimila μέχρι την έκδοση περαιτέρω οδηγιών από το Δικαστήριο. (Η) Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζονται οι Αιτήτριες ως πιστωτές της Centimila. (Θ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ΄ ων 1 και ή 2 και ή 3 να αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση τους ελεγμένους λογαριασμούς και ή αποφάσεις και ή ψηφίσματα και ή πίνακα πιστωτών με το ύψος των απαιτήσεων τους και ή τα περιουσιακά τους στοιχεία και ή οποιαδήποτε έγγραφα σχετίζονται με την απόφαση της Centimila να τεθεί υπό εκκαθάριση. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί για να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της O1 Group Ltd (εφεξής «η O1 Group») και κατά συνέπεια των πιστωτών της, εις απάντηση των αναληθών ισχυρισμών της κας ΜΠ στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημ. 17.2.20 προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 13.8.19 και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και αληθή γεγονότα αναφορικά με την εκούσια εκκαθάριση της O1 Group και τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί. Σύμφωνα με τον Αιτητή, αυτό θα αποκλείσει ή τουλάχιστον θα περιορίσει τον κίνδυνο έκδοσης απόφασης η οποία επηρεάζει τα νομικά και οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα της O1 Group και κατά συνέπεια των πιστωτών της. Ο Αιτητής αναφέρει ότι η Centimila και η εταιρεία Nori είναι θυγατρικές της O1 Group η οποία κατέχει το 100% του μετοχικού τους κεφαλαίου. Αναφέρει επίσης ότι ο Καθ΄ ου 2 είναι ο διορισμένος εκκαθαριστής της Centimila και της Nori και εργοδοτείται στην Καθ΄ ης 3 ως Διευθυντής Τμήματος Εκούσιων Εκκαθαρίσεων. Ο Αιτητής μαζί με άλλους επαγγελματίες ίδρυσαν την Καθ΄ ης 3 της οποίας είναι διευθύνων σύμβουλος. Σύμφωνα με τον Αιτητή, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι η O1 Group και διάφορες θυγατρικές της (εφεξής «ο Όμιλος») έλαβαν πιστωτικές διευκολύνσεις από τις Αιτήτριες ύψους €500εκ. και ως εξασφάλιση είχαν, μεταξύ άλλων, ενεχυριαστεί προς όφελος της Αιτήτριας 2 μετοχές τις οποίες κατείχαν η Centimila και η Nori. Τον Αύγουστο του 2017 οι οφειλές του Ομίλου προς την Αιτήτρια 2 ξοφλήθηκαν με την υπογραφή σχετικών συμφωνιών αγοράς ομολόγων από την Αιτήτρια 2 αξίας πέραν των €500εκ. τις οποίες εξέδωσε η εταιρεία O1 Finance Ltd (μέλος του Ομίλου) και τα έσοδα αυτών ξοφλούσαν τις οφειλές του Ομίλου. Ακολούθως η Αιτήτρια 2 τέθηκε υπό διαχείριση από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας και ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω συμφωνίες ήταν άκυρες καθότι η αξία των ομολόγων ήταν πολύ μικρότερη και ότι αυτές συνήφθησαν με δόλο μεταξύ της οικογένειας Mints και του τότε διευθυντή της Αιτήτριας 2 με σκοπό την αποξένωση της περιουσίας του Ομίλου και την πρόκληση ζημιάς στην Αιτήτρια
- Ο Όμιλος αρνήθηκε κάτι τέτοιο και έτσι οι Αιτήτριες καταχώρισαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες τόσο στη Ρωσία όσο και στην Κύπρο εναντίον της O1 Group, της Centimila και της Nori. Εκκρεμούν επίσης διαιτητικές διαδικασίες στο Λονδίνο στις οποίες η Centimila και η Nori ζητούν στη μεν πρώτη διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται η εγκυρότητα των ως άνω συμφωνιών με τις οποίες ξοφλήθηκαν τα χρέη τους και απαλλάγηκαν οι εξασφαλίσεις τους και στη δεύτερη αποζημιώσεις ύψους €190εκ. εναντίον των Αιτητριών. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η καταχώριση της κυρίως Αίτησης και της ενδιάμεσης αίτησης εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και ότι σε περίπτωση παύσης του Καθ΄ ου 2 από εκκαθαριστή της Καθ΄ ης 1, θα καταστεί αδύνατη η λήψη αποφάσεων για τη συνέχιση ή τη νομική εκπροσώπηση της Centimila στις διαιτητικές διαδικασίες, κάτι το οποίο θα επιφέρει την απόρριψη τους. Σε τέτοια περίπτωση η Centimila δεν θα μπορεί να αξιώνει την αναγνώριση της εγκυρότητας των συμφωνιών και να διεκδικεί αποζημίωση, με αποτέλεσμα την πρόκληση τεράστιας ζημιάς στην O1 Group, ως μητρική της Centimila, καθότι τυχόν επιτυχία στις διαιτητικές διαδικασίες θα επιφέρει εκατομμύρια στις θυγατρικές της O1 Group, ήτοι τη Centimila και τη Nori, οι οποίες μετά την πληρωμή των δικών τους χρεών θα καταβάλλουν πλεόνασμα στην O1 Group. Ο Αιτητής επισυνάπτει και σχετική επιστολή του Καθ΄ ου 2 στην οποία επιβεβαιώνει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης αποζημιώσεων θα παραμείνει τέτοιο πλεόνασμα ύψους US$60 εκ. επιστρεπτέο στην O1 Group. Ακολούθως ο Αιτητής προβαίνει σε μια περιγραφή όλων των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ των διαφόρων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης της Αίτησης Εκκαθάρισης 210/19 ΕΔ Λευκωσίας από την Αιτήτρια 1 εναντίον της O1 Group η οποία και τελεί υπό εκούσια εκκαθάριση. Σημειώνεται ότι και η Nori τελεί υπό εκούσια εκκαθάριση. Οι Αιτήτριες στην κυρίως Αίτηση - Καθ΄ ων στην παρούσα (εφεξής «οι Καθ΄ ων») καταχώρισαν ένσταση. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων στην κυρίως Αίτηση δήλωσε ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν αφορά τους Καθ΄ ων και έτσι δεν θα λάβει μέρος στη διαδικασία. Οι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ων είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Ο Αιτητής δεν είναι αναγκαίος διάδικος για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων στην υπό κρίση κυρίως Αίτηση ούτε και θα επηρεαστούν τα νομικά ή οικονομικά συμφέροντα της O1 Group (υπό εκούσια εκκαθάριση) από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είτε στην ενδιάμεση αίτηση ημ. 13.8.19 είτε στην κυρίως Αίτηση.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και ή αντιβαίνει το άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Η Αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση αχρείαστης καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι καταχωρίστηκε και προωθείται μετά πάροδο πέραν των 12 μηνών από την καταχώριση της εναρκτήριας Αίτησης.
- Δεν δικαιολογείται να επιτραπεί στον Αιτητή να ακουστεί ως δήθεν φίλος του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Καθ΄ ων και στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και σχολιάζει και απαντά στους ισχυρισμούς του Αιτητή με αναφορά στις δικαστικές και διαιτητικές διαδικασίες. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.
- Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί - Moser v. Marsden
(1892)1 Ch. 48, και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου - Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W. N. 287. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v. Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» . Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v. The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η πιο πρόσφατη υπόθεση Korkut ή Perihian v. Γεωργίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v. Dorami Marine Ltd και άλλων
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v. Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1818 και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.
- Στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, είναι χρήσιμο να τεθεί εξαρχής εν συντομία το ιστορικό της διαδικασίας. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της κυρίως Αίτησης, ήτοι στις 13.8.19, οι εκεί Αιτήτριες καταχώρισαν μονομερή αίτηση για προσωρινά διατάγματα αναστολής της εκούσιας εκκαθάρισης της Centimila, στην οποία (μονομερή αίτηση) οι εκεί Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση. Στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης, στις 22.1.20 οι εκεί Αιτήτριες καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΜΠ κατόπιν σχετικής άδειας. Άλλη αίτηση από τις Αιτήτριες για καταχώριση περαιτέρω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απορρίφθηκε με σχετική ενδιάμεση απόφαση. Στις 18.11.20 οι εκεί Καθ΄ ων καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 2 με βάση σχετική ενδιάμεση απόφαση. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης από τον Αιτητή στις 9.9.
- Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής βασικά επιδιώκει την παρέμβαση του στη διαδικασία με την προσθήκη του ως διαδίκου δυνάμει της Δ.9 θ.10 με σκοπό να ενστεί τόσο στην κυρίως Αίτηση όσο και στην αίτηση ημ. 13.8.19 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Είναι γεγονός ότι σε όλες τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν εκατέρωθεν τις αιτήσεις και την ένσταση, γίνεται αναφορά σε ένα ευρύ φάσμα γεγονότων, και ειδικότερα σε όλες τις προαναφερόμενες εταιρείες και στις δικαστικές και διαιτητικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ τους τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Επίσης η κάθε πλευρά απορρίπτει τους ισχυρισμούς της άλλης ως αναληθείς και αβάσιμους και αποδίδει εκατέρωθεν αλλότρια και ή κακόπιστα και ή καταχρηστικά κίνητρα στην όλη συμπεριφορά, τόσο σε σχέση με την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας όσο και σε σχέση με τις διαδικασίες εκούσιας εκκαθάρισης των εταιρειών Ο1 Group, Centimila και Nori που εκκρεμούν. Μέσα από την ένορκη δήλωση του Αιτητή διαφαίνεται ότι αυτός είναι ο εκκαθαριστής της μητρικής εταιρείας O1 Group, ότι η Centimila και η Nori είναι θυγατρικές της και ότι και οι τρεις αυτές εταιρείες βρίσκονται σε αντίστοιχες διαδικασίες εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές. Εκκαθαριστής των δύο θυγατρικών, ήτοι της Centimila και της Nori, είναι ο Καθ΄ ου 2 ο οποίος εργοδοτείται στην Καθ΄ ης 3, της οποίας ο Αιτητής είναι διευθύνων σύμβουλος. Μάλιστα ο Αιτητής αναγνωρίζει ότι ζήτησε από τον Καθ΄ ου 2 όπως η Καθ΄ ης 3 εκπροσωπηθεί από τον ίδιο δικηγόρο ο οποίος θα εκπροσωπήσει τους Καθ΄ ων 1 και 2 και ότι ο ίδιος (ο Αιτητής) τυγχάνει πληροφόρησης και ενημέρωσης για την υπό κρίση διαδικασία από τον Καθ΄ ου
- Κατ΄ αρχάς ο Αιτητής αναφέρει ότι επιθυμεί να παρέμβει στη διαδικασία για να απαντήσει στις θέσεις της ΜΠ στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση στην οποία κατ΄ ισχυρισμόν του προβαίνει αφενός σε «προσβλητική και αναληθή αναφορά» στο πρόσωπο του και στα γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία αναφορικά με την εκούσια εκκαθάριση της O1 Group και αφετέρου αφήνει αιχμές για την ανεξαρτησία του ιδίου και της Καθ΄ ης
- Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τόσο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΜΠ όσο και στις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις των εκεί Αιτητριών γίνεται αναφορά στη διαδικασία της εκκαθάρισης της O1 Group και στις ενέργειες του Αιτητή στα πλαίσια εκείνης ως εκκαθαριστή. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, η ΜΠ ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί ανεξάρτητα για να προστατεύσει τα συμφέροντα των πιστωτών της O1 Group και του αποδίδει παραλείψεις ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστή. Εδώ σημειώνεται για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της θέσης των εκεί Αιτητριών, πως στην ένορκη δήλωση της ΜΠ που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα αναφέρεται ότι η οικογένεια Mints έχει διορίσει τόσο τον Αιτητή όσο και τον Καθ΄ ου 2 ως εκκαθαριστές για να προστατέψουν τα δικά της συμφέροντα και ότι η αίτηση για εκούσια εκκαθάριση της O1 Group καταχωρίστηκε για να καταστεί άνευ αντικειμένου η αίτηση εκκαθάρισης την οποία καταχώρισε η Ατήτρια 1 εναντίον της. Αυτό το στοιχείο όμως από μόνο του δεν οδηγεί δίχως άλλο στην ανάγκη προσθήκης του Αιτητή ως διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία και κυρίως δεν οδηγεί στην ανάγκη απάντησης από τον ίδιο στους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, λαμβανομένης υπόψιν της φύσης της υπό κρίση κυρίως Αίτησης και κυρίως των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η συνέχιση της εκκαθάρισης της Centimila υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου, η αντικατάσταση και ή προσθήκη εκκαθαριστή, η ακύρωση οποιασδήποτε συνέλευσης και ή απόφασης από τις 12.4.19 και μετέπειτα και η αποκάλυψη στοιχείων αναφορικά πάντοτε με τη Centimila. Σε αυτό το πλαίσιο προφανώς γίνεται και η αντίστοιχη αναφορά και η σύνδεση με την O1 Group και τον Αιτητή, πλην όμως η προβολή ισχυρισμών για τη διαδικασία εκκαθάρισης της O1 Group και τη συμπεριφορά του Αιτητή δεν συνεπάγεται αφ΄ εαυτής και την ανάγκη προσθήκης του ιδίου ως διαδίκου, από τη στιγμή που δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του ιδίου υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της O1 Group ή και της ίδιας της εν λόγω εταιρείας. Με άλλα λόγια, το γεγονός και μόνο ότι προβάλλονται ισχυρισμοί που τον αφορούν δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να καταστεί και μέρος της διαδικασίας για να απαντήσει. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την παρέμβαση του στη διαδικασία η οποία αφορά τελικώς άλλη εταιρεία, άλλη διαδικασία εκκαθάρισης και άλλο εκκαθαριστή. Όντως για αυτά τα ζητήματα υπάρχουν αναφορές στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά σαφώς και δεν συνιστούν το αντικείμενο αυτής. Ούτε και καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί αυτών για σκοπούς της παρούσας. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή πως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας θα υπάρχει απόφαση με ενδεχομένως ευρήματα για δήθεν μεροληπτικές ενέργειες του Αιτητή ως εκκαθαριστή δεν κρίνεται βάσιμη καθότι αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί το ουσιώδες αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Είναι δε αξιοσημείωτο πως στη συνέχεια ο δικηγόρος του Αιτητή προβάλλει και την αντιφατική θέση πως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας οι Αιτήτριες επέλεξαν να παρεκτρέψουν αυτή εισάγοντας ισχυρισμούς για τον Αιτητή και την εκκαθάριση της O1 Group, θέση η οποία συνάδει όμως με την πεποίθηση και του Δικαστηρίου, ότι αυτό το ζήτημα δεν είναι το ουσιώδες αντικείμενο εξέτασης και απόφασης στην παρούσα διαδικασία, είτε κυρίως είτε ενδιάμεση. Ούτε και η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή πως οι ίδιες οι Αιτήτριες, με την αναφορά τους στη διαδικασία εκκαθάρισης της O1 Group και στις ενέργειες του ίδιου, δέχονται ότι αυτές επηρεάζουν άμεσα την παρούσα διαδικασία ευσταθεί, καθότι αυτή η αναφορά γίνεται για τα γεγονότα και τις θέσεις των Αιτητριών και όχι για να καταδείξει τον άμεσο επηρεασμό τον οποίο οι Αιτήτριες αρνούνται στην ένσταση τους στην παρούσα. Άλλωστε, οι Καθ΄ ων στην κυρίως Αίτηση έχουν ήδη υποβάλει ένσταση τόσο στη μονομερή αίτηση ημ. 13.8.19 και επομένως είχαν και έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των Αιτητριών στα πλαίσια εκείνης όπως και της κυρίως Αίτησης. Μάλιστα, θα μπορούσε να λεχθεί πως από τη στιγμή που ο Καθ΄ ου 2 έχει επικοινωνία με τον Αιτητή, τότε προφανώς ο τελευταίος δύναται να δώσει πληροφορίες και στοιχεία για σκοπούς παρουσίασης τους εκ μέρους των Καθ΄ ων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Δεν διαφεύγει επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η Καθ΄ ης 3 είναι εταιρεία στην οποία ο Αιτητής είναι διευθύνων σύμβουλος και επομένως ο Αιτητής επίσης δύναται και μέσω αυτής να προβάλει τους όποιους ισχυρισμούς του επιθυμεί. Η σχέση της O1 Group με την Centimila, ήτοι το ότι η πρώτη είναι η μητρική της δεύτερης, και πάλι δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την προσθήκη της ως διαδίκου. Και τούτο, καθότι ο οποιοσδήποτε επηρεασμός της O1 Group από την παρούσα διαδικασία η οποία αφορά τη διαδικασία εκκαθάρισης της Centimila δεν είναι άμεσος αλλά έμμεσος και τούτο μόνο λόγω της μετοχικής της ιδιότητας στη θυγατρική. Χρήσιμη επί τούτου είναι η υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω), στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως « . όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Αγγλική υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές έπρεπε να προστεθούν ως εναγόμενοι εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα, κάτι το οποίο τη διαχωρίζει από την υπό κρίση περίπτωση. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να παρέμβει και να ενστεί στην αιτούμενη αναστολή της διαδικασίας εκούσιας εκκαθάρισης της Centimila ή παύση του Καθ΄ ου 2 καθότι «. θα καταστεί αδύνατη η λήψη αποφάσεων για την συνέχιση ή την νομική εκπροσώπηση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στις διαιτητικές διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον των Αιτητών στο LCIA που θα επιφέρει την απόρριψη τους». Σαφώς αυτό το θέμα αφορά την ίδια την Centimila και τον εκκαθαριστή της, τον Καθ΄ ου 2, οι οποίοι είναι σε θέση να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους και ενστούν στα αιτήματα τόσο για την αναστολή της διαδικασίας όσο και για την παύση του Καθ΄ ου 2. Με άλλα λόγια, αυτοί είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι και επηρεαζόμενοι, εξ ου και είναι διάδικοι. Ο Αιτητής, ως εκκαθαριστής της O1 Group, δεν έχει άμεσο συμφέρον και επομένως δεν δικαιολογείται η προσθήκη του ως διαδίκου για να υποστηρίξει τη συνέχιση της διαδικασίας εκκαθάρισης και την παραμονή του Καθ΄ ου 2 ως εκκαθαριστή της Centimila. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και σε περίπτωση που θα επιτύχει οποιαδήποτε παύση το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ρυθμίσει και την περαιτέρω εκπροσώπηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ανησυχία του Αιτητή δεν κρίνεται καθόλα βάσιμη καθότι με την Αίτηση ζητείται όπως η εκκαθάριση τεθεί υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου και επομένως η διαδικασία θα ελέγχεται από το Δικαστήριο το οποίο και έχει την εξουσία να διαφυλάξει τα συμφέροντα των πιστωτών, και συνακόλουθα της υπό εκκαθάριση εταιρείας Centimila, συμπεριλαμβανομένης της περιουσίας της. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι αυτή η ανησυχία του δεν αμφισβητείται από τις Καθ΄ ων. Επίσης ο ίδιος στην αγόρευση του επισημαίνει τη συμπεριφορά των Καθ΄ ων στην αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της Ο1 Group στην οποία οι Καθ΄ ων αξιώνουν να λάβουν τον έλεγχο όλων των θυγατρικών εταιρειών και την εξουσία να διορίζουν δικηγόρους, αγνοώντας όμως ότι αυτός αναφέρεται στη ξεχωριστή διαδικασία εκκαθάρισης της O1 Group. Ο ισχυρισμός του Αιτητή για το ενδεχόμενο λήψης από την O1 Group του πλεονάσματος σε περίπτωση επιδίκασης της αιτούμενης στη διαιτητική διαδικασία αποζημιώσης και μετά την πληρωμή των χρεών της Centimila, αφορά και πάλι έμμεσο επηρεασμό της O1 Group, υπό την έννοια ότι τυχόν επιτυχία στην αξίωση της Centimila θα οδηγήσει ενδεχομένως στην απόκτηση χρημάτων και έτσι αύξηση της περιουσίας της O1 Group. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το έμμεσο όφελος και ή ο έμμεσος επηρεασμός δεν δικαιολογούν την προσθήκη του ενδιαφερομένου προσώπου, φυσικού ή νομικού, ως διαδίκου. Μάλιστα το θέμα και η τυχόν πορεία και εξέλιξη των διαιτητικών διαδικασιών δεν είναι το επίδικο αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης η οποία απλώς αποσκοπεί στη συνέχιση της διαδικασίας εκκαθάρισης μέσω του κατάλληλου εκκαθαριστή και στη διασφάλιση της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει τέτοιους λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν και να καθιστούν επιθυμητή την προσθήκη του ως διαδίκου. Αυτός δεν κρίνεται αναγκαίος ούτε για να απαντήσει απλώς και σχολιάσει τους ισχυρισμούς για τη διαδικασία εκκαθάρισης της O1 Group και τις δικές του ενέργειες, ούτε για να προασπιστεί τα δικαιώματα άλλων ανεξάρτητων τρίτων προσώπων τα οποία είναι ήδη διάδικοι, και συγκεκριμένα της Καθ΄ ης 1 και του Καθ΄ ου 2 σε σχέση με τη διαδικασία εκκαθάρισης και την ιδιότητα του ιδίου ως εκκαθαριστή. Αναφορικά με την Καθ΄ ης 3, αυτός είναι ο διευθύνων σύμβουλος της και επομένως, όπως αναγνώρισε ο ίδιος, είναι σε θέση να δίνει οδηγίες ως προς τον χειρισμό της διαδικασίας εκ μέρους και για λογαριασμό της. Τέλος, η υπό κρίση διαδικασία ουδόλως τον επηρεάζει άμεσα αλλά μόνο έμμεσα και επιπλέον ουδεμία θεραπεία ζητείται έναντι του ιδίου ως εκκαθαριστή της O1 Group. Αυτό άλλωστε είναι και το πρωταρχικό κριτήριο σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1668. Ούτε και δικαιολογείται η παρέμβαση του ως φίλου του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα έχουν καθιερωθεί στην υπόθεση Theodosiadou and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 178, στο ακόλουθο απόσπασμα: «One may begin by asserting that there is no right on the part of anyone other than the parties to be heard in judicial proceedings. The exercise of the right of audience is regulated by rules of Court and is subject to the inherent jurisdiction of the Court to regulate proceedings before it. Representation is limited to the parties in the interest of finality of proceedings. Also it is a necessary safeguard for the protection of the rights of the parties to the cause by eliminating the possibility of the issues in the case being subordinated either to a wider issue or dispute or principles that have no immediate relevance to the proceedings. . The principal object of the judicial process is to provide machinery for the resolution of a dispute between parties who join issue thereto in the interest of law enforcement and the efficacy of the law. The Court is primarily concerned to adjudicate upon the rights of the disputants. As a corollary, a judgment of the Court is ordinarily binding upon the parties and their privies in both civil and administrative law .. Examination of matters other than those directly in issue may easily deflect the course of justice from its primary purpose to bring judgment to bear on the dispute of the parties. It has been judicially proclaimed that due process implies that the law will be finally declared in proceedings between the parties .. The decision in Cheall v. Apex [1983] 1 All E.R. 1130 (H.L.), establishes that the interest of third parties in the principle of law at issue in a legal proceeding is no reason for affording them a right of audience. Contemplating the implications of relaxation of the existing rules on the right to be heard, it was stressed that if parties with a strong interest in the principle involved were given a right to be heard, it would be difficult to draw the line and refuse an audience to parties with a lesser interest. Natural justice, it was pointed out, does not, under the adversarial system of justice, require recognition of a right to third parties with an interest in the legal issue to be heard in the matter. I may add the same applies to inquisitorial proceedings respecting a non party, that is, a party other than interested parties and interveners. The nature of the jurisdiction to hear someone in the capacity of amicus curiae, so far as I have been able to ascertain from the law reports, has not been adverted to in any decided cases. Some light is thrown on the nature of the jurisdiction by consideration of its exercise in several cases. The Attorney-General has often been invited to appear as amicus curiae in cases where the legal issues raised were of far reaching effect and affected a particular interest of the public in the elicitation and application of the law. No doubt the invitation was extended because of the constitutional position of the Attorney-General as the repository of rights vested in the public—Gouriet v. Union of Post Office Workers [1977] 3 All E.R. 70 (H.L.). It appears that the position of the Attorney-General also entitles the holder to intervene in proceedings raising questions of public policy .. On very many occasions the Attorney-General was invited to voice his views as amicus curiae in matters of a diverse nature, but always of particular interest to the general public .. Though the jurisdiction to hear someone other than the parties appears to have been originally confined to disinterested bystanders, an exception was made in the case of the Attorney-General because of his constitutional position explained above. But in the case of the Attorney-General too he must have no direct interest in the immediate outcome of the judicial cause, as may be the case where the rights of the State as a corporate entity are at issue. In that case he can only be heard as a legal representative of the State. The appearance of the Attorney-General as amicus curiae is only justified when the principle at issue is of a special interest to the general public. . To my mind the principles emerging from examination of the exercise of the jurisdiction to hear someone as amicus curiae and principles relevant thereto, are briefly the following:— (a) No one, other than a party to the proceedings, can be heard as of right. (b) The Court has discretion to hear someone other than a party, either on its own motion or at the request of the latter. (c) The jurisdiction is not a substitute for either joinder or intervention. It is primarily intended to afford to a disinterested party an opportunity either to strainghten the record or in the case of the Attorney-General, to voice views from the impersonal standpoint of the general public. A party with a direct interest in the outcome of the immediate dispute will not be heard as amicus curiae. (d) Occasionally parties with a direct interest in the dispute who would ordinarily be entitled to be joined as parties but with no institutional right to representation, are invited to be heard as amicus curiae, as was the case with the Disciplinary Board. These cases are exceptional, explicable be reference to the inherent jurisdiction of the Court to regulate proceedings before it, including power to safeguard a right for representation to everyone directly interested in dispute in the absence of procedural regulation.» Οι ίδιες νομικές αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Preece v. "Εστία" Ανώνυμος Ασφαλιστική
(1990)1 Α.Α.Δ. 695 όπου αυτές αναφέρθηκαν στην Ελληνική ως εξής: «... οι αρχές που προκύπτουν από την εξέταση της άσκησης της δικαιοδοσίας να ακούεται ένας ως φίλος του Δικαστηρίου - amicus curiae - είναι σε συντομία οι ακόλουθες:- (α) Κανένας άλλος, εκτός από διάδικο, δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία. (β) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να ακούει πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, ενεργώντας αυτεπάγγελτα, ή μετά από αίτηση του προσώπου αυτού. (γ) Η δικαιοδοσία αυτή δεν είναι υποκατάστατο της συνένωσης, ούτε της παρέμβασης στη διαδικασία. Πρωταρχικός σκοπός της είναι η παροχή ευκαιρίας σε πρόσωπο που δεν έχει συμφέρον να δώσει ευθεία κατεύθυνση στη διαδικασία, ή, στην περίπτωση του Γενικού Εισαγγελέα, να εκφέρει απόψεις από την απρόσωπη θέση του ευρύτερου κοινού. Πρόσωπο με άμεσο συμφέρον στο αποτέλεσμα της επίδικης διαφοράς δεν μπορεί να ακουσθεί ως amicus curiae. (δ) Κάποτε πρόσωπα με άμεσο συμφέρον στην επίδικη διαφορά που συνήθως θα εδικαιούντο να συνενωθούν ως διάδικοι, αλλά δεν έχουν θεσμοθετημένο δικαίωμα εκπροσώπησης, καλούνται να ακουσθούν ως amicus curiae, όπως έγινε στην περίπτωση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις δικαιολογούνται από την εγγενή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιόν του διαδικασία, όταν δεν υπάρχει διαδικαστικός κανόνας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου να διασφαλίζει δικαίωμα εκπροσώπησης σε οποιοδήποτε έχει άμεσο συμφέρον σε επίδικη διαφορά. Οι πιο πάνω αρχές συμπληρώνονται με το ακόλουθο πρόσθεμα. Σε καμμιά δημοσιευμένη υπόθεση δεν ακούστηκε οποιοσδήποτε ως amicus curiae για θέμα που αφορούσε τη συμπεριφορά διάδικου στη διαδικασία.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι η κατάλληλη για να επιτραπεί στον Αιτητή να συμμετέχει στη διαδικασία ως amicus curiae. Ούτε η ιδιότητα του, ούτε οι λόγοι που επικαλείται αλλά ούτε και η ίδια η φύση της παρούσας διαδικασίας συνηγορούν ή επιβάλλουν την άσκηση κατ΄ εξαίρεση αυτού του προνομίου το οποίο άπτεται του δημοσίου συμφέροντος και όχι απλά της αντίκρουσης των ισχυρισμών της άλλης πλευράς. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της εν λόγω Αίτησης. Αυτή η κατάληξη οδηγεί την Αίτηση σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονται σε αυτή. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Αιτητριών στην κυρίως Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο